του Γιώργου Ρακκά, από το Άρδην τ. 96 Μάρτιος-Μάιος 2014

Η αυγή του 21ου αιώνα βρήκε τους πιο επιφανείς Ευρωπαίους διανοούμενους να πανηγυρίζουν για το μέλλον της Ε.Ε. Μια δεκαετία αργότερα, η διάψευση αυτών των προσδοκιών υπήρξε ολοκληρωτική. Επώδυνα, στο πετσί μας, ζούμε στην Ελλάδα αυτή την δραματική μεταστροφή, αλλά το ίδιο ισχύει και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου: Για μας, η «γερμανική Ευρώπη» συνεπάγεται μια ωμή και απροκάλυπτη αποικιοποίηση. Παρ’ όλη τη βαρύτητα και τη δραματικότητα της διάψευσης που βιώνουμε, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος επιμένει να ζει στις αυταπάτες της προηγούμενης δεκαετίας. Γι’ αυτό και παραμένει απελπιστικά γαντζωμένος στην αντίληψη περί της ελληνικής κρίσης χρέους ως ευρωπαϊκού προβλήματος, παραγνωρίζοντας μια πραγματικότητα που όλοι έχουμε μπροστά στα μάτια μας: Ότι πλέον η Ε.Ε. τείνει να μετεξελιχθεί, αργά ή γρήγορα, σε μια γερμανική Ευρώπη και ότι αυτή η γερμανική Ευρώπη αντιμετωπίζει τη χώρα μας ως «αποικία χρέους».

Αυτό που έπαθαν, όσοι προπαγάνδιζαν ότι η Ε.Ε. εγκαινιάζει ένα παγκοσμιοποιημένο μεταεθνικό συνεχές στην Ευρώπη, είναι ότι απέτυχαν να διαγνώσουν το νόημα των εξελίξεων που πυροδοτήθηκαν μετά τη γερμανική επανένωση και την ανάδειξη της προσφάτως ενωμένης Γερμανίας σε κινητήρα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η αναβίωση του γερμανικού ηγεμονισμού πέρασε από τρεις φάσεις. Πρώτον, αυτή της γερμανικής ενοποίησης, η οποία επί της ουσίας πραγματοποιήθηκε διά της προσάρτησης της Ανατολικής Γερμανίας στη Δυτική. Δεύτερον, της επέκτασης του γερμανικού κεφαλαίου προς την Κεντρική-Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, η οποία κατέστη δυνατή με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (1994-1999), αλλά και της διεύρυνσης της Ε.Ε. προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (2004). Τρίτον, με την απόπειρα περαιτέρω ενοποίησης και θεσμικού-πολιτικού μετασχηματισμού της Ε.Ε., η οποία ξεκίνησε με την περιπέτεια των ευρωσυνταγμάτων και κατέληξε με την επιβολή και την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας.

* * *

Στο εσωτερικό της Ε.Ε., αλλά και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η νέα γερμανική πολιτική δημιουργεί δύο ειδών αντισυσπειρώσεις.

Πρώτον, εκείνες των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες δεν αντέχουν τη σκληρή, εθνικά και κοινωνικά καταστροφική λιτότητα που επιβάλλουν οι Γερμανοί. Ήδη, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, διαπιστώνεται τεράστια έξαρση του αντιγερμανισμού στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπάρχει κάθετη λαϊκή αντίθεση στην επιβαλλόμενη πολιτική, η οποία κάμπτεται μόνο με στυγνούς εκβιασμούς και απειλές για τον οικονομικό στραγγαλισμό των υπό διάσωση, δήθεν, χωρών. Ωστόσο, αυτός ο οικονομικός πόλεμος τον οποίο έχει εξαπολύσει η γερμανική Ευρώπη με την πολιτική λιτότητας, αποεπένδυσης και λεηλασίας, συνιστά έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και εκπτώχευσης, ο οποίος το μόνο που καταφέρνει να προκαλεί είναι… διεύρυνση των αντιθέσεων και της λαϊκής αγανάκτησης εναντίον της Γερμανίας.

Δεύτερον, είναι αντισυσπειρώσεις που προκαλούνται καθώς δυνάμεις όπως η Γαλλία, η Βρετανία ή η Ρωσία αντιλαμβάνονται ότι η σχέση τους με τη Γερμανία μπορεί να τους επιφέρει σημαντικά βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη, αλλά ταυτόχρονα τους υπονομεύει μακροπρόθεσμα. Από τη μία, τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων των χωρών αυτών διαπλέκονται ολοένα και περισσότερο με αυτά της Γερμανίας: Η Βρετανία αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας, καταγράφοντας συναλλαγές ύψους 153 δισ.€ για το πρώτο 9μηνο του 2012. Ομοίως, οι συναλλαγές της Γαλλίας με τη Γερμανία έφτασαν στα 150 δισ.€, ενώ με τη Ρωσία στα 74 δισ.€ για το σύνολο του 2012, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Πούτιν.

Ωστόσο, η ενίσχυση των εμπορικών ανταλλαγών και η διαμόρφωση γερμανικών λόμπι στο εσωτερικό αυτών των χωρών δεν μπορεί να αποκρύψει την απόκλιση από τα μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά τους συμφέροντα και την υπονόμευση των οικονομιών τους από τον γερμανικό δυναμισμό.

Οι Γάλλοι αρχίζουν και αντιλαμβάνονται ότι το τίμημα του γαλλογερμανικού άξονα ήταν η πολιτική περιθωριοποίησή τους στην Ε.Ε. και η κατάρρευση της γαλλικής βιομηχανίας από τον γερμανικό ανταγωνισμό. Οι Ρώσοι, ιδιαίτερα μετά τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στην περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (από τη Σερβία μέχρι την Κύπρο), κατανοούν ότι η Ε.Ε. λειτουργεί, μεσομακροπρόθεσμα, εναντίον των γεωπολιτικών τους συμφερόντων. Κάτι που συνειδητοποίησαν και άμεσα, όταν η Γερμανία πήγε να βάλει χέρι στην Ουκρανία, μέσω της σύναψης μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που υπέγραψε η χώρα με την Ε.Ε. Μια κίνηση που εξανάγκασε τους Ρώσους να ξεκινήσουν μια πολιτική ανάσχεσης της γερμανικής επιρροής. Τέλος, οι Βρετανοί αναρωτιούνται πλέον ανοιχτά για τα οφέλη της παραμονής τους στην Ε.Ε., καθώς βλέπουν ότι σε αυτήν υποαντιπροσωπεύονται και παίζουν δευτερεύοντα πολιτικό ρόλο έχοντας επιστρέψει στη νησιώτικη απομόνωσή τους, ενώ ταυτόχρονα η οικονομία τους υφίσταται κι αυτή έντονες πιέσεις από τον ανταγωνισμό των Γερμανών.

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό η κάθε χώρα δοκιμάζει να διαμορφώσει αντισταθμίσματα και εναλλακτικές λύσεις ώστε να χειραφετηθεί από τον μακροπρόθεσμα καταστροφικό εναγκαλισμό με τη Γερμανία. Η Ρωσία στρέφεται προς την Κίνα, αλλά και τα υπόλοιπα κράτη των BRICS, αναζητώντας νέες ενεργειακές αγορές, ώστε να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την Ευρώπη, και άρα τη Γερμανία, για την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Με τους ίδιους συζητάει την ίδρυση ανεξάρτητης αναπτυξιακής τράπεζας των χωρών του Παγκόσμιου Νότου, έναν χρηματοπιστωτικό θεσμό-αντίβαρο στην κυριαρχία του ΔΝΤ και την παγκόσμια νομισματική ισχύ του ευρώ και του δολαρίου. Η Βρετανία είναι η χώρα που, λόγω θέσης και σχέσεων, ταυτόχρονα εντός της Ε.Ε. και πολύ κοντά στις ΗΠΑ, άρα κατ’ εξοχήν ευρωατλαντική δύναμη, θέτει πιο άμεσα το πρόβλημα εντός της ΕΕ, εκβιάζοντας με αποχώρηση.

Η Γαλλία, προς το παρόν, έχει χάσει τη μάχη στο πεδίο της οικονομίας, αποπειράται μια φυγή προς τα εμπρός, προσπαθώντας να ξαναστήσει σφαίρες επιρροής στη Βόρειο Αφρική, ή τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό εξ άλλου αποτέλεσε και αποτελεί ένθερμο υποστηρικτή των ανοιχτών και συγκεκαλυμμένων επεμβάσεων της Δύσης στη Λιβύη ή τη Συρία, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζει να αναλάβει μονομερή δράση στο Μάλι. Παράλληλα, δοκιμάζεται στο εσωτερικό από μια έντονη πολιτική κρίση, καθώς ο Φρανσουά Ολάντ αντιμετωπίζει μια ευρεία κρίση νομιμοποίησης, βλέποντας τα ποσοστά του να κατακρυμνίζονται στα τάρταρα των δημοσκοπήσεων. Τον Σεπτέμβριο του 2013, η δημοτικότητά του κατρακύλησε στο 23%, δεύτερη χειρότερη επίδοση για Γάλλο πρόεδρο στην ιστορία των δημοσκοπήσεων. Οι λόγοι για την αντιδημοφιλία του εστιάζονται στις πενιχρές επιδόσεις της κυβέρνησής του στον αγώνα για οικονομική ανάπτυξη και την καταπολέμηση της ανεργίας, αλλά και στο γεγονός ότι έχει αποτύχει να ορθώσει το γαλλικό ανάστημα στο γερμανικό μονοπολικό κρεσέντο εντός της Ευρώπης.

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους καταγράφει αλματώδη ανάπτυξη το ακροδεξιό Γαλλικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν, το οποίο φέρεται ακόμα και πρώτο (24%), προπορευόμενο κατά πέντε μονάδες της δεξιάς, σε δημοσκόπηση του Νουβέλ Ομπσερβατέρ που διεξήχθη το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Η Λεπέν είναι η μόνη που μιλάει καθαρά εναντίον του «γερμανικού ευρώ» και των οδυνηρών συνεπειών που είχε η ευρωζώνη πάνω στη γαλλική βιομηχανία, φροντίζοντας παράλληλα να μετακινήσει τον υπόλοιπο προγραμματικό της λόγο προς το κέντρο, υιοθετώντας έναν μαχητικό ρεπουμπλικανισμό, τον οποίο έχουν αποτινάξει οι γερμανόφιλοι της παραδοσιακής γαλλικής δεξιάς.
Η άνοδος της Λεπέν αποτελεί την πιο δυναμική εκδοχή ενός ευρύτερου ρεύματος ενίσχυσης τάσεων ευρωσκεπτικισμού και αναδίπλωσης στο εθνικό κράτος, οι οποίες προς το παρόν εκφράζονται από τη συντηρητική λαϊκή δεξιά ή την άκρα δεξιά: Το Κόμμα της Ελευθερίας του Γκερτ Βίλντερς, ξενόφοβο και αντιευρωπαϊκό, έρχεται κι αυτό πρώτο, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις του Οκτωβρίου, συγκεντρώνοντας το 17,3% των ψήφων. Την ίδια στιγμή, το Κόμμα της Ανεξαρτησίας του Νάιτζελ Φαράζ, δύναμη που κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τις υπόλοιπες, κυμαίνεται μεταξύ 10%-12%, αμφισβητώντας τον παραδοσιακό διπολισμό που χαρακτηρίζει τη βρετανική πολιτική.

Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ακόμα και οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας αναμένεται να επιδεινωθούν, για τους ίδιους λόγους τους οποίους προείπαμε. Ήδη, το θερμόμετρο στις σχέσεις ΔΝΤ και Γερμανίας έχει αγγίξει… ιστορικό χαμηλό, ενώ πληθαίνουν τα δημοσιεύματα που θέλουν το ΔΝΤ να παίρνει διαζύγιο από την Ε.Ε. και να εγκαταλείπει εντελώς τη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές διασώσεις.

Έτσι, εν τέλει, αυτό που φαίνεται είναι ότι και πάλι θα επιβεβαιωθεί ο ιστορικός κανόνας που διδάσκει ότι συνήθως τα γεωπολιτικά συμφέροντα επικρατούν των στενά οικονομικών επιλογών. Αργά ή γρήγορα, οι αντιθέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων θα εκδηλωθούν. Ο βαθμός της αλληλεξάρτησης και της αλληλοδιαπλοκής μπορεί μόνον να καθυστερήσει την ανάδυση αυτών των ανταγωνισμών, όχι να την αποτρέψει.

Κάτι τέτοιο συνέβη και πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και τότε οι εμπορικές συναλλαγές και επενδύσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών είχαν αυξηθεί σημαντικά, γι’ αυτό άλλωστε ο Κάουτσκι μιλούσε για έναν υπεριμπεριαλισμό, δηλαδή τη διαμόρφωση μιας υπερεθνικής ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων, που καταργεί τις επιμέρους εθνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η εξέλιξη της ιστορίας διέψευσε πανηγυρικά τον Κάουτσκι, και απέδειξε ότι τα κρατικά-γεωπολιτικά συμφέροντα –δηλαδή το ξίφος– επικαθορίζουν σε τελευταία ανάλυση την πραγματικότητα, παραμερίζοντας τα εμπορικά συμφέροντα.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι το γερμανικό κρεσέντο εντός της Ε.Ε. δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, καθώς ο εγωισμός που το χαρακτηρίζει αναμένεται να δώσει λαβές και να ισχυροποιήσει… την αμφισβήτησή του από τις υπόλοιπες χώρες: Η γερμανική Ευρώπη δεν είναι ούτε κοινωνικά, ούτε γεωπολιτικά βιώσιμη, καθώς δεν μπορεί να αποκαταστήσει τις κοινωνικές και τις διεθνείς ισορροπίες που η ίδια έχει διαταράξει με την επιμονή της στη λιτότητα και εν τέλει στην αποδιάρθρωση ολόκληρων χωρών μέσα από την κατασκευή αποικιών χρέους.
Ως τέτοια, η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη είναι καταδικασμένη να αποτύχει για άλλη μια φορά. Ας ελπίσουμε, μονάχα, ότι η τρίτη κατά σειράν αποτυχία των Γερμανών, να κυριαρχήσουν εντός της ηπείρου, δεν θα είναι τόσο οδυνηρή όσο υπήρξαν οι προηγούμενες δύο.

Από το βιβλίο του Γ. Ρακκά Οικόπεδο και Αποικία: η Ελλάδα στο τέλος της Μεταπολιτευσης. Κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek