του Νικολάου Μπινιάρη από το Άρδην τ. 95, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014

Τ ους τελευταίους μήνες, μετά τις αιματηρές διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί, η Τουρκία όλο και πιο συχνά βρίσκεται στο προσκήνιο αρνητικών εξελίξεων. Πριν από τα γεγονότα στο Γκεζί, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός Ερντογάν έχαιραν μεγάλης δημοφιλίας από το Ουλάν Μπατόρ έως το Μαρόκο, χωρίς να παραλείψουμε την απέραντη εκτίμηση των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι λόγοι είναι εν πολλοίς γνωστοί, αλλά η οικονομική επιτυχία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) και η θεαματική αύξηση του τουρκικού ΑΕΠ τα τελευταία δέκα χρόνια έβαλαν την Τουρκία στο κάδρο των ανερχομένων νέων δυνάμεων μετά τις BRICS. Η Τουρκία έγινε προορισμός επενδυτικών κεφαλαίων, κύματος τουριστών και, ταυτόχρονα, μια ισλαμική χώρα με «μετριοπαθή», κατά τα λεγόμενα πολιτικά ορθών αναλυτών, ισλαμική κυβέρνηση. Το δίχως άλλο, ο πρωθυπουργός και ηγέτης της χώρας, «ένας ψηλός, ξανθός, μόνιμα θυμωμένος άνθρωπος», όπως τον χαρακτηρίζει ο Τούρκος δημοσιογράφος Γιουσούφ Κενλί, είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος με ισχυρές πεποιθήσεις και ακλόνητη πίστη στο ισλάμ. «Οι μιναρέδες είναι οι μπαγιονέτες μας, οι θόλοι τα κράνη μας, τα τζαμιά τα στρατόπεδά μας, οι πιστοί είναι οι στρατιώτες μας.». Αυτό το ποίημα απήγγειλε ο Ταγίπ Ερντογάν το 1999 και φυλακίστηκε από το βαθύ κεμαλικό κράτος. Έντεκα χρόνια μετά, μερικές εκατοντάδες στρατιωτικοί βρίσκονται στις φυλακές για συνωμοσίες κατά της δημοκρατίας και της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης. Ο κύκλος έκλεισε με έναν θεαματικό και κάπως μυθιστορηματικό τρόπο. Ο νέος ηγέτης της Τουρκίας είχε πάρει εκδίκηση και είχε συντρίψει το κεμαλικό κράτος και τους τοποτηρητές του.

Δυστυχώς, η πανουργία της Ιστορίας δεν άφησε τον χαρισματικό ηγέτη της γείτονος να χαρεί για πολύ την ολοκληρωτική νίκη του. Πέρα από τις δικές του προσωπικές παρεμβάσεις σε ζητήματα κοινωνικής και προσωπικής συμπεριφοράς σε άμεση σχέση με το ισλάμ, γύρω του μετά την «αραβική έκρηξη» το περιβάλλον άρχισε να μεταμορφώνεται σε ένα ναρκοπέδιο για την Τουρκία και την εξωτερική της πολιτική. Οι συμμαχίες και αντιπαραθέσεις άλλαξαν και αλλάζουν συνεχώς, με κυριότερο πεδίο συγκρούσεων αυτό της Συρίας, αλλά και πρόσφατα την αναβάθμιση του Ιράκ ως χώρο επέμβασης της Αλ-Κάιντα, με κατάληψη της Φαλούτζας και του Ραμάντι. Εξαρχής ο Ερντογάν τάχθηκε κατά του πρώην «αδελφού» του Άσαντ, ποντάροντας σε μια γρήγορη ήττα του ηγέτη του κόμματος Μπάαθ. Αυτό δυστυχώς δεν έγινε δυνατό έως και σήμερα. Δεν θα αναλύσουμε τους λόγους αυτής της κατάστασης στη Συρία. Αυτό όμως το οποίο πρέπει να αναλύσουμε είναι οι προσπάθειες και οι εμπλοκές της τουρκικής κυβέρνησης στον εμφύλιο αυτό πόλεμο ο οποίος, πέραν της αντιπαράθεσης δημοκρατικών δυνάμεων διαφόρων αποχρώσεων με το καθεστώς Άσαντ, εξελίχθηκε σε μια αντιπαράθεση ιδεολογικού περιεχομένου μεταξύ σιιτών και σουνιτών, αλλά και μεταξύ σουνιτών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, όπως και σαλαφιστών σουνιτών με τους τζιχαντιστές της Αλ-Κάιντα, αλλά και άλλων αποχρώσεων. Και αυτή η ανάλυση δεν είναι πλήρης ή ακριβής για να περιγράψει το πλήθος των επαναστατικών οργανώσεων και των αντίστοιχων πολιτικών τους υποστηρικτών (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιράν, Αλ-Κάιντα του Ιράκ, ΗΠΑ, Ρωσία, Τουρκία, ΕΕ).

Το ενδιαφέρον για μας εστιάζεται μόνον στην παρέμβαση της Τουρκίας σε αυτήν τη χαώδη κατάσταση, η οποία ανάγκασε τις ΗΠΑ να ακυρώσουν την επίθεσή τους κατά του Άσαντ και να προσφύγουν σε μια διεθνή διάσκεψη για την ειρήνευση της Συρίας με την παρέμβαση της Ρωσίας. Η Τουρκία άρχισε να δίνει καταφύγιο και βοήθεια στους εξεγερμένους και στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (ΕΣΣ) και στο Εθνικό Συμβούλιο με την προτροπή των ΗΠΑ και της ΕΕ λίγους μήνες μετά την εξέγερση. Τα κέντρα διοίκησης και ανεφοδιασμού βρίσκονται στην ίδια την Τουρκία. Η εξελίξεις όμως έφεραν στο πεδίο της μάχης εθελοντές από εβδομήντα χώρες, δώδεκα από τις οποίες είναι ευρωπαϊκές και οι οποίοι κατέφθαναν να πολεμήσουν τον Άσαντ, αλλά εντασσόμενοι όχι στον επίσημο ΕΣΣ, αλλά σε ομάδες ως πολεμιστές τζιχάντ και σε παραφυάδες της Αλ-Κάιντα.

Αλ-Κάιντα

Η οργάνωση αυτή, μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν στην ουσία έπαυσε να υφίσταται ως ενιαία ομάδα λήψης αποφάσεων και εκτέλεσης σχεδίων τρομοκρατικών ή άλλων επιθέσεων. Αυτό που συνέβη ήταν ο διασκορπισμός της σε διάφορες ισλαμικές χώρες, με τοπική ηγεσία. Ο δεύτερος στην ιεραρχία Αλ-Ζαουαχίρι, σημερινός ηγέτης της οργάνωσης ο οποίος έχει εμφανιστεί ελάχιστες φορές, απλώς προεδρεύει μιας «πολυεθνικής εταιρείας», παρακινώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές της. Μόλις στις 22/1/2014 ακούστηκε σε ραδιοφωνικό μήνυμα να προτρέπει όλες τις ομάδες Τζιχάντ «και κάθε ελεύθερο άνθρωπο» να συνενωθούν για να πολεμήσουν τον Άσαντ. Αυτό το οποίο αναφέρουμε ως Αλ-Κάιντα στην ουσία είναι το πολιτικό σχέδιο του Μπιν-Λάντεν ενταγμένο στη νέα πραγματικότητα μετά την εισβολή στο Ιράκ και μετά την αποτυχία της «αραβικής εξέγερσης». Η αποτυχία της τελευταίας πυροδότησε μια έκρηξη υπέρ του βίαιου σχεδίου του Σαουδάραβα επαναστάτη, παρουσιάζοντας το σχέδιό του ως το μόνο το οποίο θα επιτύχει την επάνοδο του ισλάμ στο προσκήνιο της ιστορίας και θα εκδικηθεί για τις πάμπολλες αδικίες εις βάρος των πιστών. Αν και η Αλ-Κάιντα εμπλέκεται σε τοπικές ενδόϊσλαμικές διενέξεις, με κύριο αντικείμενο την αντιπαράθεσή της με τους σιίτες (αντιπαράθεση ζωής και θανάτου) και τους τοπικούς σατράπες, οι οποίοι διατηρούν κάποια μορφή κοσμικής πολιτικής συμπεριφοράς, οι μακροχρόνιοι στόχοι της είναι άλλοι. Αυτοί εμπεριέχονται στις αρχικές εξαγγελίες του Μπιν-Λάντεν, δηλαδή το γενικό πλαίσιο της επανασύστασης του χαλιφάτου: την ενιαία πολιτική οντότητα του σουνιτικού ισλάμ, αδιακρίτως εθνικών ή άλλων διαφορισμών.

Σήμερα η Αλ-Κάιντα δεν ασχολείται με τρομοκρατία εναντίον της Δύσεως: ασχολείται με τρομοκρατία και ένοπλη εξέγερση σε περιοχές στις οποίες υπάρχουν συγκρούσεις και ανακατατάξεις μετά από κοινωνικές αναταραχές και τις επιπτώσεις των αποτυχημένων παρεμβάσεων της Δύσης: Συρία, Λιβύη, Ιράκ, περιοχή του Σινά, Υεμένη, Σομαλία, Μάλι, Κέντροαφρικανική Δημοκρατία, ακόμα και στη Νιγηρία, μέσω της τοπικής δράσης του Μπόκο-Χαράμ. Σε Αφγανιστάν, Πακιστάν και Κασμίρ υπάρχουν οι ισχυρές τοπικές ισλαμικές οργανώσεις, οι οποίες δεν διαφέρουν από την Αλ-Κάιντα παρά μόνον στο επίπεδο των άμεσων πολιτικών τους στόχων. Οι διάφορες οργανώσεις τζιχαντιστών που μάχονται στη Συρία αριθμούν, κατά την Αλ-Αραμπίγια, 45.000 πολεμιστές, εκ των οποίων οι 2.000 περίπου από την Ευρώπη. Τους τελευταίους μήνες έχει συσταθεί ένας στρατός, το Ισλαμικό Μέτωπο (ΙΜ), το οποίο έγινε υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, ως αντίβαρο των υπερακραίων ομάδων. Η Σαουδική Αραβία το χρηματοδότησε και η Τουρκία το υποστηρίζει. Το ΙΜ κατέλαβε τα κέντρα ανεφοδιασμού και τις αποθήκες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, τον οποίο και εξαφάνισε ως μάχιμη δύναμη. Εξαπέλυσε δε επίθεση κατά της Αλ-Νούσρα, συριακού κλάδου της Αλ-Κάιντα, και κατά του Ισλαμικού Στρατού του Ιράκ και της Συρίας (ΙΣΙΣ), ιρακινής προέλευσης και επάνδρωσης (περίπου 23.000 μαχητές). Στην αρχική φάση το ΙΜ εξεδίωξε το ΙΣΙΣ από τις θέσεις του, με την Αλ-Νούσρα να παραμένει ουδέτερη. Στη συνέχεια ο ΙΣΙΣ αντεπιτέθηκε και εξεδίωξε το ΙΜ από τις νεοκατακτηθείσες περιοχές. Έως σήμερα η κατάσταση παραμένει συγκεχυμένη και κύριο ερώτημα είναι: Ποιες οι απώλειες της Σαουδικής Αραβίας και ποιες της Τουρκίας σε αυτήν τη μάχη ιδεών και σκοπών;

Τουρκία και Αλ-Κάιντα

Ο έγκριτος Τούρκος δημοσιογράφος Γιουσούφ Κενλί, στη Χουριέτ, αναφέρθηκε στο ζήτημα που έχει ανακύψει μεταξύ Τουρκίας και Αλ-Κάιντα και έγραψε ότι δύο βομβιστικές επιθέσεις στη νότιο Τουρκία και μία στη διπλωματική της αποστολή στη Σομαλία (το 2013) έγιναν από την οργάνωση. Ο Κενλί θεωρεί πως το ζήτημα είναι ανοιχτό και πως οι επιθέσεις αυτές ήταν προειδοποιητικές, για να εκβιάσουν τη φιλική συμπεριφορά της Άγκυρας προς την οργάνωση. Το ίδιο έγραψαν και άλλοι Τούρκοι αναλυτές. Tο BBC αναφέρθηκε στο θέμα, αναλύοντας την κατάσταση και την παρουσία ξένων μαχητών στον νότο της χώρας, αλλά και τις επιπτώσεις της παρουσίας των Ευρωπαίων εκεί, όταν αυτοί επιστρέψουν στις βάσεις τους. Η εφημερίδα Ζαμάν έγραψε για μεταφορά οβίδων στις οργανώσεις αυτές, κατασκευασμένων μάλιστα στην ίδια την Τουρκία. Ο Πάτρικ Κόκμπερν διερωτάται γιατί η Δύση δεν κάνει κάτι να σταματήσει τη χρηματοδότηση της Αλ-Κάιντα από τη Σαουδική Αραβία. Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της Μ. Ανατολής και ο Ερντογάν βρίσκεται μπροστά σε αυτό το αίνιγμα κλεισμένο σε ένα γρίφο. Υπήρξαν αναφορές πως, στο πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς το οποίο συγκλονίζει την κυβέρνηση του ΚΔΑ, ήταν αναμειγμένος γνωστός Άραβας επιχειρηματίας χρηματοδότης της Αλ-Κάιντα, ο οποίος φυγαδεύτηκε πριν συλληφθεί.

Τελικά ο Ερντογάν αποφάσισε να αντιδράσει. Έχει ήδη στα χέρια του την καυτή πατάτα της αντιπαράθεσής του με τον άλλοτε μέντορά του ιμάμη Φατουλάχ Γκιουλέν, τον οποίον κατηγορεί ότι συνωμοτεί για να τον ρίξει. Στις 14/1/2014 η αστυνομία έκανε επιδρομές και συνέλαβε δεκατέσσερα μέλη οργανώσεων οι οποίες θεωρούνται προσκείμενες προς την Αλ-Κάιντα. Ήταν μια κίνηση πριν από την επίσκεψή του στις Βρυξέλλες και μετά από αμερικανικές πιέσεις, οι οποίες δεν του αφήνουν πολλά περιθώρια ελιγμών.

Στις 21/1/2014, η Τουρκάλα δημοσιογράφος Βέρα Οζέρ παρουσιάζει μια ανάλυση στην εφημερίδα Χουριέτ, η οποία θέτει το ζήτημα των σχέσεων Τουρκίας-Αλ-Κάιντα: «Προηγουμένως δεν ανέφεραν την Αλ-Κάιντα στις επίσημες δηλώσεις. Αλλά μετά τις πρόσφατες καταγγελίες, η Αλ-Κάιντα αναφέρεται σε κυβερνητικές δηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων του προέδρου Γκιούλ και του πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν. Τώρα υπογραμμίζουν τον πολύχρονο αγώνα κατά της τρομοκρατικής οργάνωσης… επίσης το ΚΔΑ δεν μπορεί να συγκριθεί ιδεολογικά με την Αλ-Κάιντα».

Στην τελευταία αυτή φράση κρύβεται το μεγάλο πρόβλημα του ισλαμικού κόμματος της Τουρκίας και της ισλαμικής τουρκικής κοινωνίας.

Συμπεράσματα

Η νεοθωμανική γείτων (το μεγάλο σχέδιο έχει ήδη καταρρεύσει. Η Τουρκία συνεχίζει το μικρότερο προς Ελλάδα και Βαλκάνια, εκεί όπου ακόμα μπορεί να εκβιάζει και να προβάλει αξιώσεις για σεβασμό μειονοτήτων και δικαιωμάτων) βρίσκεται στην εξής άκρως επικίνδυνη και πιθανώς μη αναστρέψιμη πορεία: Αν συνεχίσει να προσφέρει καταφύγιο και εξοπλισμό στην Αλ-Κάιντα και τις παραφυάδες της, θα βρεθεί σε δύσκολη θέση απέναντι στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ, τις ΗΠΑ, αλλά και τη Ρωσία, ακόμα και την Κίνα. Ταυτόχρονα θα επιτρέψει την εξάπλωση της οργάνωσης και την οιονεί νομιμοποίησή της στην ίδια τη χώρα. Αυτό θα έχει επιπτώσεις στο τουρκικό ισλαμικό γίγνεσθαι με άκρως απρόβλεπτες συνέπειες στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Στην Τουρκία υπάρχει ένα μεγάλο κοσμικό κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο στην ουσία αποτελεί τη διοικητική και παραγωγική της μηχανή. Η ρήξη του ΚΔΑ με αυτό το κομμάτι θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα κοινωνικά, αλλά και οικονομικά. Μια κρίση της τουρκικής οικονομίας θα καταστρέψει το μεγαλύτερο απτό έργο του Ερντογάν και θα παρασύρει και το ισλαμικό κόμμα σε ανυποληψία.

Οι εγγενείς αδυναμίες των ισλαμικών χωρών, όπως εμφανίστηκαν πλέον ανάγλυφα τα τελευταία χρόνια, η σύγκρουση του εκμοντερνισμού με την παράδοση, μετασχηματίζονται σε μια εφιαλτική κατάσταση για την εσωτερική συνοχή της Τουρκίας, το κουρδικό ζήτημα και τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. Με άλλους όρους: Η οντολογική-θεολογική προσέγγιση της κοινωνίας και η αυτονομία της ιδιωτικής σφαίρας του δυτικού παραδείγματος δεν έχουν βρει μέχρι σήμερα ειρηνικούς τρόπους συνύπαρξης στον κοινό τόπο που λέγεται ισλάμ. Αντίθετα, το κίνημα της «επιστροφής στις ρίζες» έχει αποπροσανατολίσει και το ισλάμ και τη Δύση και την Άπω Ανατολή. Το ιστορικό αυτό φαινόμενο δεν έχει επαρκώς αναλυθεί και, δυστυχώς, οι αντιπαραθέσεις και εσφαλμένες αντιλήψεις γύρω από αυτό προσφέρονται για τη επιλογή λανθασμένων αποφάσεων, οι οποίες μάλλον οδηγούν την κατάσταση σε αδιέξοδο. Επί παραδείγματι, η άκρως αντιδραστική Σαουδική Αραβία, χρηματοδότης δεκάδων χιλιάδων μεντρεσέδων (ιεροδιδασκαλείων) ανά τον κόσμο στον υπαρξιακό της αγώνα έναντι του Ιράν (όπως διακηρύσσει urbi et orbi), δεν θα δεχθεί αμφιταλαντεύσεις στις θέσεις της Άγκυρας όσον αφορά τη στάση της στην αντιπαράθεση σιιτών-σουνιτών. Επ’ αυτού η Αλ-Κάιντα έχει σίγουρα κάτι να πει στους νεοθωμανούς.

Αν από την άλλη πλευρά διακόψει τη βοήθεια προς την οργάνωση και αρχίσει να καταφέρεται επισήμως εναντίον της, θα βρεθεί στο στόχαστρο ριζοσπαστικών οργανώσεων, οι οποίες βέβαια δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να δαγκώσουν το χέρι που τις έτρεφε. Υπάρχει λοιπόν η πιθανότητα να αντιμετωπίσει ένα σκληρό τρομοκρατικό κύμα από ακραία ισλαμικά στοιχεία, τα οποία δεν θα έχουν τίποτα να χάσουν εάν κλείσει η στρόφιγγα της βοήθειας και της υποστήριξής τους. Ας μην ξεχνάμε πως δέκα χρόνια πριν η Αλ-Κάιντα είχε βάλει βόμβες στο βρετανικό προξενείο, σε ένα υποκατάστημα της HSBC και σε δυο συναγωγές στην Κωνσταντινούπολη. Η δράση της οργάνωσης δεν θα είναι παρά συνέχεια της προηγούμενης.

Η μετάβαση του νυν ισλαμικού και παλαιόθεν γνωστού Ανατολικού Ζητήματος σε επίπεδο των ενδοϊσλαμικών συγκρούσεων και, κυρίως, σε υπαρξιακή διαπάλη σουνιτών-σιιτών, η οποία εμφανίστηκε ανάγλυφη με τον συριακό εμφύλιο, ο οποίος έχει μετατραπεί σε αρένα όπου ακραίοι σουνίτες μάχονται εναντίον όλων, βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητες αλλάζουν μέρα με την ημέρα και σε αυτές εμπλέκεται το κουρδικό ζήτημα, και το ζήτημα της σημαντικής μειονότητας των Αλεβιτών της Τουρκίας. Για πολλούς η κρίση αυτή είναι τεχνητή και, όπως πάντα, αποτελεί συνωμοσία της Δύσης. Πράγματι, η κρίση αυτή έχει υποδαυλισθεί από έξωθεν παρεμβάσεις και συμφέροντα, όμως το ισλάμ, από το Μαρόκο έως τη Μαλαισία, βρίσκεται σε κατάσταση υπαρξιακής αγωνίας, σε μια κρίση ταυτότητας με πολυεπίπεδες ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, στις οποίες μέχρι τώρα δεν είχε απαντήσει. Μέρος αυτού του κόσμου είναι η Τουρκία, η οποία είδε το άστρο της να ανατέλει, να μεσουρανεί και σχεδόν να δύει σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα όσο κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει.

Η Άγκυρα δεν έχει πολλά περιθώρια αντίδρασης. Δεν μπορεί να καθησυχάσει τους φανατικούς, σε επίπεδο ταλιμπάν, προφασιζόμενη ότι ακολουθεί τη γραμμή τους. Θα είναι αναγκασμένη να κάνει αυτό το οποίο ξεκίνησε: να πάρει θέση εναντίον τους. Στην πραγματικότητα θα πρόκειται για έναν ενδοϊσλαμικό εμφύλιο, με απροσδιόριστες συνέπειες για τη γείτονα και την περιοχή.

Για την Ελλάδα αυτό δεν έχει μόνο θετική ανάγνωση, όσο και αν φαίνεται πως, αν η Τουρκία βρεθεί σε κατάσταση εσωτερικών συγκρούσεων, αυτό θα βελτιώσει τη θέση της Ελλάδος. Μια ενδόϊσλαμική σύγκρουση δεν θα είναι καθόλου δύσκολο να μεταφερθεί στην Ελλάδα και σε κάποιες περιοχές των Βαλκανίων. Η αστάθεια στα σύνορα θα αυξηθεί με μεγαλύτερο αριθμό παράνομης μετανάστευσης λόγω των τεράστιων ανθρωπιστικών κρίσεων σε όλη τη Μεσόγειο και την Κεντρική Αφρική. Εσωτερικά κανείς δεν γνωρίζει τη σύνθεση των εισερχομένων από ιδεολογικής πλευράς, αλλά και τις βλέψεις ομάδων οι οποίες στην πραγματικότητα αυτενεργούν, δίχως κεντρική διοίκηση και σχεδιασμό. Οι περίφημες πατροπαράδοτες καλές σχέσεις με τους Άραβες ανήκουν σε άλλες εποχές αθωότητας. Σήμερα οφείλει να πρυτανεύσει η πρόνοια, τα απολύτως αμοιβαία συμφέροντα και, από πλευράς μας, ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης.

Ένα αισιόδοξο σενάριο θα ήταν ο εξαναγκασμός των Σύρων σε ειρήνη, η αποδοχή από το Ιράν των όρων του Ισραήλ κα της Σαουδικής Αραβίας και η συντονισμένη καταστολή της Αλ-Κάιντα από πρώην χρηματοδότες και συμπαραστάτες. Αν αυτά θα μπορούσαν να επιβληθούν, θα είχαμε μπροστά μας ένα άνοιγμα στην καταιγίδα. Αυτό προϋποθέτει έναν ηγεμόνα με όραμα και θέληση. Αλλά τέτοιος δεν υπάρχει πια στον ορίζοντα. Ένα Συνέδριο της Βιέννης θα ήταν μια άλλη λύση, αλλά και αυτό δεν φαίνεται πολύ πιθανό. Η Γερμανία και η Αμερική, με τις τελευταίες παρεμβάσεις τους στην Ουκρανία, έχουν προκαλέσει τη Ρωσία και ένα τέτοιο συνέδριο φαίνεται αδύνατο. Παρ’ όλα αυτά θα περιμένουμε τα αποτελέσματα της Γενεύης ΙΙ τα οποία θα προδικάσουν το μέλλον. Η Ελλάς, λοιπόν, παραμένει θεατής και πιθανός αποδέκτης μιας ιστορικής καταιγίδας χωρίς προηγούμενο.

* Ο Νικόλαος Α. Μπινιάρης είναι διεθνολόγος, συγγραφέας του βιβλίου Το Κάλεσμα της Ερήμου και αρθρογράφος της Asia Times Online.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek