του Χρήστου Καπαγερίδη από το Άρδην τ. 95, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014

Οὗτος κατήγετο ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν χωρίον… καὶ εἶχεν ἔλθει καὶ ἐγκατασταθῆ ἐδῶ εἰς τὰ χρόνια τοῦ Ἀγῶνος. Ὅλοι οἱ μέτοικοι, βλέπεις, ἦσαν φιλόπονοι, ὅλοι οἱ ἐντόπιοι ὀκνηροί. Διὰ τοῦτο ἔφθασε νὰ δουλεύσῃ δεσπότης τὸν σκλάβον καὶ νὰ δανείσῃ προσήλυτος τὸν ἀφέντην του.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Τὰ Χέλια (1925)

Ζ ούμε σε μια εποχή κρίσης, όπου οι υλικοί και πνευματικοί όροι της συλλογικής και ατομικής μας ύπαρξης αναπροσδιορίζονται και ανανοηματοδοτούνται βίαια. Ειδικότερα, οι έννοιες της εργασίας και της ανεργίας δοκιμάζονται σκληρά υπό το βάρος της αντικειμενικής οικονομικής δυσπραγίας και των αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, οικονομικοτεχνικά μοντέλα και πολιτικές δυνάμεις.

Όλοι συμφωνούν πως, ένας από τους βασικούς παράγοντες βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης στην πατρίδα μας, είναι η αναδιοργάνωση του χώρου της εργασίας και η ανασυγκρότηση της παραγωγικής διαδικασίας, που σημαίνει, κατά συνέπεια, την ανάδειξη της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής και τον περιορισμό των μεταπρατικών και παρασιτικών μορφών της οικονομίας.

Μια συζήτηση όμως που φιλοδοξεί να ψηλαφίσει σε βάθος το θέμα της ανθρώπινης εργασίας οφείλει να συμβάλει στην αυτοεξέτασή μας. Κι αυτό γιατί η εργασία και η ανεργία συναρτώνται εντέλει με το νόημα που προσδίδουμε στον κόσμο και τον άνθρωπο, σχετίζονται άμεσα με το πώς οραματιζόμαστε την κοινωνία μας.

Για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση, η εργασία του ανθρώπου συνδέεται με τον εξαγιασμό του κόσμου και της ιστορίας. Ο προπτωτικός άνθρωπος εντέλλεται «να εργάζεται και να φυλάσσει» τον κήπο στον οποίο τοποθετήθηκε. Ο ίδιος ο Χριστός και οι Απόστολοι δρουν ιστορικά, εργάζονται θεραπευτικά πάνω στην ανθρώπινη πτώση, μεταμορφώνοντας τον κόσμο. Αλλά και οι άνθρωποι, στα πλαίσια του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής, προσφέρουν και μεταστοιχειώνουν ευχαριστιακά τους καρπούς του μόχθου τους, το ψωμί και το κρασί. Στην ασκητική παράδοση, η χειρωνακτική εργασία συνοδεύει την προσευχή ως μέσο αναφοράς και προσέγγισης με τον Θεό. Παράλληλα όμως με τη διάσταση της εργασίας που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό, η Εκκλησία τονίζει επίσης και την κοινωνική διάσταση της εργασίας, ως προσφοράς και διακονίας προς τον συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα, όταν μέσα από την εργασία του αναλαμβάνει την ευθύνη διαμόρφωσης της κοινωνίας αγάπης που επαγγέλλεται ο Χριστός.

Η νεωτερική περίοδος του πολιτισμού εισήγαγε ανθρωπολογικά κριτήρια, με τα οποία ο άνθρωπος αποϊεροποιεί τον κόσμο και αυτονομείται από αυτόν. Ο κατακερματισμός του πολιτισμού σε τομείς απολιθώνει τις κοινωνικές λειτουργίες, που παύουν να λειτουργούν ενιαία ως ανθρώπινο σώμα. Η ενότητα του παραδοσιακού πολιτισμού καταλύεται και ο κολεκτιβιστικός άνθρωπος εξελίσσεται σε ατομικότητα. Η ρήξη των παραδοσιακών σχέσεων δημιουργεί το κενό, το οποίο καλείται να πληρώσει η μηχανιστική λειτουργία θεσμών και νόμων. Η οικονομία γίνεται διακριτό συμβατικό σύστημα και λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες, στην οποία η ανθρώπινη εργασία αποτελεί ένα από τα δομικά στοιχεία της.

Η εργασία δεν θεωρείται απλώς μέσο βιοπορισμού και εξασφάλισης υλικής ευμάρειας, αλλά αποτελεί προπάντων αυτοσκοπό, ως τρόπο κοινωνικής καταξίωσης που προσπορίζει η αυστηρή ηθική της εργατικότητας, ο οργανωμένος καταμερισμός της εργασίας καθώς και η ποιότητα του παραγόμενου έργου. Η νεωτερική εκδοχή του εργασιακού ήθους στηρίζεται στα κίνητρα της ατομικής επιτυχίας, της απόκτησης πλούτου ως δίκαιης αμοιβής για την ασκητική προσήλωση στον μόχθο και της συνεπακόλουθης κοινωνικής κινητικότητας.

Το δικαίωμα στην εργασία, όπως θεμελιώθηκε μέσω μιας μακρόχρονης σκληρής εξέλιξης των εργασιακών σχέσεων στη νεωτερική περίοδο της ιστορίας, φαίνεται πως αίρεται στη σύγχρονη ατομικιστική κοινωνία της μετανεωτερικής και μεταβιομηχανικής περιόδου. Κυριαρχεί το δίδυμο ανταγωνιστική εργασία-διαρθρωτική ανεργία, το οποίο προβάλλεται ως αναγκαίο τίμημα ανάπτυξης και ευημερίας. Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία του κέρδους και της συσσώρευσης πλούτου συναντώνται διάφορες κοινωνικές παραδόσεις και οικονομικά μοντέλα, όπου συνυπάρχουν αλλού το φαινόμενο της δομικής ανεργίας αμβλυμένο με παροχές και επιδόματα και αλλού το απάνθρωπο «προνόμιο» της εργασίας, που απομυζά και εκμεταλλεύεται την ανθρώπινη ύπαρξη.

Μέσα σ’ αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια που διαγράφει η κρίση και η ύφεση επιχειρούμε ως κοινωνία να ορίσουμε τα κριτήρια επανάκαμψης και ανόδου, έτσι όπως το κατάφεραν στο παρελθόν οι προηγούμενες γενιές σε ανάλογες δύσκολες περιστάσεις. Θα μπορούσαν οι αξίες, οι εμπειρίες και τα βιώματά τους να μας προσανατολίσουν και να μας διδάξουν. Φαίνεται όμως πως η αδυναμία της κοινωνίας να επιστρατεύσει τις δυνάμεις της, σε συνδυασμό με το γενικευμένο αίσθημα ματαιοπονίας που επικρατεί, οφείλεται εν πολλοίς στην απουσία συνδετικών κρίκων ανάμεσα στις γενιές. Η γενιά μας αγνοεί παραδοσιακές γνώσεις και πρακτικές που συνιστούν τη βάση μιας κοινής ζωής. Η μετανεωτερικότητα στον τόπο μας ανέστειλε τη φυσική πορεία του πολιτισμού που στηρίζεται στην κοινωνική συνοχή, καθώς και στη συνέχεια και τη μετάδοση παραδεδομένων αξιών. Επικαλούμενη τον ριζοσπαστισμό και την ελευθερία της ετερότητας από ιδεολογικούς προκαθορισμούς, απέκοψε τη νέα γενιά από κώδικες συμπεριφοράς, πολιτιστικές αναφορές, αρχές και τρόπους σκέψης που οικοδόμησαν κοινωνίες από πολύ παλιά.

Η κυρίαρχη αντίληψη για τη σημασία και το περιεχόμενο της εργασίας δεν μπορεί να είναι άσχετη με την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που υπαγορεύει το λάιφ στάιλ, το οποίο προκρίνει τις παρασιτικές και μεταπρατικές μορφές εργασίας λόγω του εύκολου κέρδους, έναντι του μόχθου και της χαράς της δημιουργικής, και συνήθως υποαμειβόμενης, χειρωνακτικής εργασίας. Επομένως, το σύγχρονο φαινόμενο της ανεργίας έχει πράγματι τις αντικειμενικές αιτίες της οικονομικής ύφεσης, όμως μπορεί και να οφείλεται σ’ ένα βαθμό και στη δυσκολία προσαρμοστικότητας των νέων στον επαγγελματικό χώρο που συναντούν, λόγω της ρήξης της μετάδοσης της γνώσης από γενιά σε γενιά. Αναφερόμαστε όχι σε τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αλλά στη γνώση κανόνων και αρχών που διέπουν κυρίως την παραδοσιακή μορφή εργασίας πρωτογενούς παραγωγής, όπως η φιλομάθεια στην παραδεδομένη εμπειρία, το φιλότιμο, η συνέπεια, η υπομονή, η αίσθηση του καθήκοντος και του συνανήκειν.

Η αποσύνδεση της νέας γενιάς από κάθε προϋπάρχουσα πολιτισμική αναφορά έπληξε τις συνθήκες κοινωνικότητας, συμπαρασύροντας και τη σφαίρα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Υπάρχει πια μια έντονη διάκριση ανάμεσα στα «διανοητικά» επαγγέλματα, που εντάσσονται σε μια άυλη οικονομική δομή βασισμένη στην απελευθέρωση των αγορών, και στις παραδοσιακές μορφές δραστηριότητας, παραγωγής ή υπηρεσιών. Η διαφοροποίησή τους αφορά τη σχέση με την πραγματικότητα, με την ιστορία, με τον χώρο και τον χρόνο, με την πατρίδα, με τον τρόπο ζωής, με ό,τι εντέλει συγκροτεί την ύπαρξη και ουσιαστικά εκφράζει τον τρόπο ένταξης στην κοινότητα.

Η κρίση μετάδοσης μεταξύ των γενεών σηματοδότησε όχι μόνο την απαξίωση του περιεχομένου των παραδοσιακών μορφών εργασίας, αλλά τις περιόρισε στις εμπορευματικές σχέσεις, χωρίς να εμπλέκει άλλες μορφές ανθρώπινων σχέσεων στηριγμένες στο μεράκι, στην κλίση, στη δημιουργική ικανοποίηση και την αισθητική ευχαρίστηση.
Αποφεύγοντας εύκολες γενικευτικές αναγωγές στη δική μας πραγματικότητα, αξίζει να δούμε ορισμένα παραδείγματα, τα οποία καταγράφει η Νατάσα Πολόνυι (Τα χαμένα παιδιά μας, εκδ. Πόλις) ως ένδειξη της αδυναμίας της νέας γενιάς στη Γαλλία να ενταχθεί στον κόσμο της εργασίας και να ανταποκριθεί στον λειτουργικό της ρόλο:

…Ο Μισέλ, ιδιοκτήτης μιας μικρομεσαίας επιχείρησης που κατασκευάζει εξαρτήματα για την αυτοκινητοβιομηχανία στο νότο της Γαλλίας, δεν αισθάνεται ούτε ιδιαίτερα ντεμοντέ ούτε γκρινιάρης… Ο Μισέλ είναι απλώς απαιτητικός και θεωρεί σημαντικό οι σχέσεις στην επιχείρησή του να είναι τέτοιες ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα. «Προσπαθώ να δώσω σε όλους τους υπαλλήλους μου να καταλάβουν τη σημασία που έχουν οι καθιερωμένοι κανόνες», απολογείται. «Αλλά με τους νεότερους είναι τρομερά δύσκολο. Καταλήγω να πιστεύω ότι δεν έμαθαν ποτέ το μίνιμουμ των κανόνων ευγένειας και σεβασμού. Δεν μου είχε συμβεί ποτέ ξανά τέτοια περίπτωση, νεοπροσληφθέντες νεαροί να φεύγουν μετά από τρεις ώρες χωρίς να ενημερώσουν, επειδή η θέση δεν τους ταιριάζει. Κάνουμε μια παρατήρηση σε κάποιον για την δουλειά του, και τσουπ, αμέσως μετά εξαφανίζεται χωρίς προειδοποίηση, γιατί θεωρεί ότι τον κακομεταχειριστήκαμε». Ο Μισέλ, παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύει ότι απαραιτήτως ήταν «καλύτερα πριν», όπως θα περίμεναν να πει όλοι αυτοί που ενοχλούνται από τέτοιου είδους αλήθειες. Δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι «παλιά, σίγουρα συμβιβαζόμασταν υπερβολικά γρήγορα με τους καθιερωμένους κανόνες. Οι νέοι που μπαίνουν τώρα στην αγορά εργασίας είναι πιο άνετοι οικονομικά, πιο ελεύθεροι. Ίσως και να παραείναι. Δεν έχουν καθόλου την αίσθηση της προσπάθειας, τη διάθεση να κάνουν το καλύτερο που μπορούν. Στον τομέα μας δεν μπορούμε να αφήνουμε τα πράγματα στην τύχη τους. Τα αποσπώμενα εξαρτήματα πρέπει να ελεγχθούν ένα προς ένα με γυμνό μάτι. Και μιλάμε για παραγωγή εκατομμυρίων κομματιών: το παραμικρό λάθος έχει τεράστιες συνέπειες. Η διαλογή των προϊόντων είναι κάτι σαν πατριωτικό καθήκον, είναι θέμα εμπιστοσύνης, γιατί κανείς άλλος δεν θα τα ξαναελέγξει μετά». Λέξεις που ακούσαμε: προσπάθεια, καθήκον, σεβασμός …

Ο Ζακ είναι επιπλοποιός σε προάστιο του Παρισιού. Οι δυσκολίες που συναντάει είναι ίδιες με του Μισέλ. Η απογοήτευση, μεγαλύτερη. «Αδύνατον να βρω μαθητευόμενους που να ενδιαφέρονται», εξηγεί. «Βρίσκουν τη δουλειά πολύ δύσκολη κι εμένα απαιτητικό. Έχουν περιφρονητικό ύφος για αυτά που τους προτείνω, για τη δουλειά που κάνω, σαν να θεωρούν ότι άξιζαν κάτι καλύτερο από το να κάνουν απλώς “καλή δουλειά” σε ένα μικρό εργαστήριο». Ο Ζακ είναι πενήντα πέντε ετών και δουλεύει από τα δεκατέσσερα με ένα Τεχνικό Επαγγελματικό Δίπλωμα. «Δεν έβγαλα το Πολυτεχνείο ή τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης», παραδέχεται, «αλλά δημιουργήθηκα μόνος μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Έκανα πάντα καλή δουλειά και χάρη σ’ αυτό έστησα δική μου επιχείρηση. Δεν καταλαβαίνω πως πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν οι νέοι που συναντάω. Αλλά, βλέπετε, το να μοχθείς από αγάπη για τα ωραία έπιπλα, να στερείσαι τις διακοπές και τη διασκέδαση για να προχωρήσει η επιχείρηση, αυτά δεν έχουν αρκετή αξία γι’ αυτούς». Ο Ζακ είναι πικραμένος, γιατί φοβάται ότι δεν θα βρεθεί κανείς να τον διαδεχτεί όταν χρειαστεί. «Κι όμως», λέει σκεφτικά, «υπάρχει δουλειά για τους καλούς τεχνίτες» …

…Ο Φρανκ είναι σεφ σε ένα από τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Κυανής Ακτής. Όταν τον ρωτάμε για τις σχέσεις του με τους νέους που περνάνε από την κουζίνα του, διαπιστώνουμε τα ίδια. «Βγαίνουν από τη σχολή ξενοδοχειακών επαγγελμάτων χωρίς να ξέρουν τα βασικά του επαγγέλματος», λέει με λύπη. «Δεν ξέρουν τι είναι η σάλτσα μπεαρνέζ, τι είναι ζωμός. Αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν τους ενδιαφέρει. Δείχνουν τη μεγαλύτερη περιφρόνηση για όλα αυτά. Αυτή τη χρονιά, τρεις νέοι έφυγαν από δω λέγοντάς μου ότι η κουζίνα μου ήταν πολύ κλασική για το γούστο τους κι ήθελαν κάτι πιο δημιουργικό. Προσπάθησα να τους πείσω ότι έπρεπε πρώτα να μάθουν τα βασικά, κι έπειτα θα έκαναν ό,τι τους άρεσε, και ότι μαγειρική σήμαινε πρωταρχικά να ξέρεις να ψήσεις σωστά ένα κρέας ή ένα ψάρι. Με θεώρησαν γερο…». Αυτοί οι νέοι ονειρεύονται να «εκφραστούν», να προβάλλουν το εγώ τους. Εξελίσσονται σε έναν ατομικιστικό κόσμο όπου το άτομο δομείται χωρίς καμία αναφορά σε ό,τι προηγήθηκε, όπου ο μόνος υπαρκτός χρόνος είναι η άμεση πραγματικότητα …

Η Νατάσα Πολόνυι επισημαίνει πως οι προαναφερόμενες μαρτυρίες δεν αποτελούν σπασμωδικές αντιδράσεις ανθρώπων που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των ηθών. Ούτε αναγνωρίζει σ’ αυτές ρομαντική διάθεση επιστροφής σε κάποια μυθική χρυσή εποχή. Εστιάζει στη γενική κατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις γενιές που, λόγω χάσματος, δεν μπορούν να συνεννοηθούν σε πρακτικά ζητήματα εργασιακού ήθους και συνέπειας. Θεωρεί πως απουσιάζουν τα σημεία αναφοράς που χρειάζονται για να ασκηθεί μια επαγγελματική δραστηριότητα. Οι νέοι δεν κατέχουν τις γενικές αρχές και τους απαραίτητους κανόνες, που αποτελούν τα θεμελιώδη εφόδια, ώστε να αναλάβουν τα καθήκοντα για τα οποία προορίζονται.

Στην ελληνική πραγματικότητα αρχίζει να παρουσιάζεται απογοήτευση και κόπωση από υπερβολική διστακτικότητα, ειδικά από εκείνη τη γενιά που καλείται να χαράξει αποφασιστικά την πορεία της στη ζωή. Δεν είναι τόσο εύκολο ωστόσο να επικρατήσει αυτού του είδους η παραίτηση, αφού ο τόπος μας διαθέτει μια πολύχρονη παράδοση αγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας στις ιστορικές προκλήσεις. Το ζήτημα είναι η ποιότητα και η σημασία του ήθους και του σθένους της συλλογικής μας ταυτότητας να παρουσιαστεί με τον κατάλληλο τρόπο από την οικογένεια και το σχολείο στις νέες γενιές, που καλούνται με την εργασία τους να χαράξουν την πορεία αυτού του τόπου.

Αν συνδεθεί η παράδοση με το παρόν στη σκέψη και τη συνείδηση των νέων θα μπορέσουν να γνωρίσουν ποιανού κόσμου τμήμα και συνέχεια είναι και να συμβάλουν με τον τρόπο τους στην εξέλιξή του.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek