του Βασίλη Στοϊλόπουλου από το Άρδην τ. 93, Μάιος-Ιούλιος 2013

Τρία και πλέον χρόνια από την αποφράδα ημέρα του διαγγέλματος Παπανδρέου στο Καστελόριζο, η πολύμορφη ελληνική κρίση, εκτός από την καταστροφή του ελληνικού λαού και την απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας, προκάλεσε και ορισμένες «παράπλευρες απώλειες». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο κατακερματισμός του «συνταγματικού τόξου», της ραχοκοκαλιάς δηλαδή του καταρρακωμένου πολιτικού μας συστήματος, που απεγνωσμένα προσπαθεί να αναπαλαιωθεί με παλιά συστατικά και να επανέλθει στα πράγματα σαν να μην ήταν αυτό που προκάλεσε την καταστροφή.

Σε αυτή την προσπάθεια ανασύνταξης υπάρχει και ένας συνδετικός κρίκος που ενώνει όλες τις συνιστώσες αυτού του τόξου. Είναι η ομόθυμη καταδίκη και η απέχθειά του απέναντι στην «τερατογένεση της μεταπολίτευσης», στο νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής (Χ.Α.). Κυρίαρχα στοιχεία της μέχρι τώρα παρουσίας της Χ.Α. όπως φυλετισμός, μισαλλοδοξία, τραμπουκισμός, πρωτογονισμός, εξτρεμισμός και άσκηση βίας είναι οι βασικοί λόγοι που το «συνταγματικό τόξο» μπορεί ακόμη να συγκροτεί ενιαίο μέτωπο.

Στις φιλότιμες προσπάθειες όμως του «δημοκρατικού τόξου» να αποκλειστεί από το πολιτικό γίγνεσθαι και να αντιμετωπιστεί η «εγκληματική συμμορία» Μιχαλολιάκου και ο «πολιτικός χαμαιλεοντισμός» του και να ερμηνευτεί ο «ναζιστικός απόπατος» ως πρόσκαιρο «δευτερογενές φαινόμενο», που δυστυχώς απολαμβάνει –κατά τον εθνικό δημοσκόπο Ηλία Νικολόπουλο– μια «διάχυτη κοινωνική ανοχή», ενυπάρχει και μια έκδηλη αμηχανία, ακόμα και ανησυχία ή και φόβος. Ήδη, καθεστωτικές φωνές με επιρροή διαπιστώνουν ότι «το επόμενο Ευρωκοινοβούλιο θα μοιάζει με τσίρκο και πολλά από τα μέλη του θα βρίσκονται εκεί επειδή μισούν την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης». Και ο ρόλος της Χ.Α. σε αυτό το ευρωπαϊκό τσίρκο αναμένεται να μην περάσει απαρατήρητος.

Πτυχές της μεταπολιτευτικής τερατογένεσης

Ασφαλώς και δεν υπάρχει εχέφρων άνθρωπος που δεν διαβλέπει στη Χ.Α. ένα ρατσιστικό και αντιδημοκρατικό, με παραστρατιωτικές αντιλήψεις, κόμμα, που όσο και να προσπαθεί τελευταία να θολώσει τα νερά με τα εθνικιστικά-πατριωτικά προτάγματα του αρχηγού του, εξακολουθεί να παραμένει ένα νεοναζιστικό ιδεολογικό συνονθύλευμα. Παρ’ όλα αυτά όμως, με όπλο την πρωτόγονη αντιμνημονιακή και αντισυστημική ευθύτητα που το διακρίνει, προκαλεί δυναμικά την ύποπτη πολιτική ορθότητα του «συνταγματικού τόξου», απαξιώνει συστηματικά όλο το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και στηλιτεύει με σχετική επιτυχία πλείστα όσα κακώς κείμενα της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας. Γι’ αυτό και αμείβεται δημοσκοπικά, παρότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν δυνάμει ψηφοφόρων της Χ.Α. δεν έχει καμιά σχέση με τη εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία.

Άλλωστε, άπαντες αναγνωρίζουν ότι οι «πεπλανημένοι» που στρέφονται προς τη Χ.Α. είναι ψηφοφόροι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, που λόγω της κρίσης και των μνημονίων δεν έχουν πλέον να χάσουν τίποτα και βεβαίως έπαψαν να ελπίζουν σε μια έτσι κι αλλιώς «ανάπηρη δημοκρατία», που λειτουργεί με τα ντικτάτ του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των ξένων κυβερνήσεων, που τα επιβάλλουν στους ντόπιους εντολοδόχους τους.
Πρόκειται όμως απλά και μόνο για έκφραση διαμαρτυρίας, εκδικητικότητας, θυμού, αγανάκτησης και οργισμένης αντίδρασης εκατοντάδων χιλιάδων «παραστρατημένων» ενάντια στην κλεπτοκρατία και στη διαπλοκή που κατάντησαν τη χώρα σε αποικία χρέους; Αρκούν μόνο η επίκληση της ανεξέλεγκτης εγκληματικότητας, της ανασφάλειας και του αδιεξόδου της λαθρομετανάστευσης, της διάλυσης του κράτους, της γενικευμένης διαφθοράς και της διαχρονικής ατιμωρησίας των υπευθύνων για την καταστροφή της χώρας, για να ερμηνευθεί το φαινόμενο της Χ.Α;
Ασφαλώς και όλα αυτά ισχύουν. Υπάρχουν όμως και άλλες αιτίες που σχεδόν αποσιωπώνται και που αφορούν ιδιαίτερα την «πολυπολιτισμική» Αριστερά. Μήπως δεν ήταν η στροφή της Αριστεράς στον εθνομηδενισμό και στον μισελληνισμό ή και σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που δημιούργησε την γκραμσιανή «κρίση εκπροσώπησης» για σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πεδίο ελεύθερο «για ακτιβισμό σκοτεινών δυνάμεων»; Η συστηματική ισοπέδωση αξιών, παιδείας και πολιτισμού, ο βιασμός της ελληνικής ιστορίας και ο χλευασμός της παράδοσης και της ταυτότητας δεν είναι στοιχεία που συνέβαλαν και αυτά στην «εκκόλαψη του αυγού του φιδιού»; Ποιοι επέτρεψαν άραγε τη διαχρονία της επίπλαστης ευημερίας και της εικονικής πραγματικότητας, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, που αλλοτρίωσαν έναν ολόκληρο λαό και κατέστρεψαν τα πατριωτικά αντανακλαστικά του; Σε όλα αυτά δεν θα πρέπει να προστεθεί και η γενικευμένη αίσθηση της ταπείνωσης των Ελλήνων και η απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας, ιδιαίτερα στην εποχή των μνημονίων; Ή μήπως είναι εντελώς παράλογο να βλέπουν κάποιοι τη συγκεκριμένη συγκυρία σαν την κατάλληλη ευκαιρία για μια ριζική αντιπαράθεση της άκρας Δεξιάς, απαλλαγμένης από μεταπολιτευτικά σύνδρομα κατωτερότητας, με το «αντίπαλο δέος», που κυριάρχησε ιδεολογικά στην Ελλάδα σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο και επέβαλε ποικιλοτρόπως και για δεκαετίες τη δική της πολιτική ατζέντα και εδραίωσε στρεβλώσεις σαν τον κομματικό συνδικαλισμό;

Ο ακατέργαστος «αντικαπιταλισμός» της Χρυσής Αυγής.

Κατά γενική ομολογία, τα χειρότερα με τη Χ.Α. ακόμη δεν έχουν εμφανιστεί, ιδιαίτερα αν σύντομα μετεξελιχθεί σε ένα «εθνολαϊκό» κόμμα, σαν αυτά που υπάρχουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το οξυμένο πολιτικό σκηνικό θα μπορούσε να γίνει ακόμα πιο εκρηκτικό αν στο πολιτικό-κινηματικό οπλοστάσιο της Χ.Α. προστεθεί ακόμη μία παράμετρος του εθνικοσοσιαλισμού, που θα μπορούσε να γίνει η αιτία να χάσει η Αριστερά ακόμη ένα προνομιακό στοιχείο της «προοδευτικής» ιδεολογίας της και να επέλθει μια άλλη «ποιότητα» στην ελληνική πολιτική αντιπαράθεση.
Αφορά την αντικαπιταλιστική –αντιιμπεριαλιστική– αντιμονοπωλιακή πτυχή της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, ιδιαίτερα της «αριστερής» πτέρυγας του NSdAP και της εθνικοσοσιαλιστικής συνδικαλιστικής «Οργάνωσης Εθνικοσοσιαλιστικών Εργοστασιακών Κυττάρων» (NSBO), που έκανε τον Τέοντορ Χόις, μετέπειτα πρόεδρο της Ο.Δ. της Γερμανίας, να παραδεχτεί, ήδη το 1932, ότι «αν αναζητήσει κάποιος τον γενικό παρανομαστή για τη βασική στάση κοινωνικών ομάδων και προσώπων που πήγαν στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, τότε μπορεί να πει ότι όλους αυτούς τους ενώνει το αντικαπιταλιστικό φρόνημα». Ανάλογη ήταν και η εκτίμηση του Καρλ Κάουτσκυ, αλλά και του Χέρμπερτ Φραμ, πριν μετονομαστεί σε Βίλλυ Μπραντ: «Το σοσιαλιστικό στοιχείο στον Εθνικοσοσιαλισμό, στη σκέψη των ανθρώπων που τον ακολούθησαν, το υποκειμενικά επαναστατικό στη βάση του, είναι κάτι που πρέπει να το αναγνωρίσουμε».

Περιδιαβαίνοντας κάποιος τα 400 περίπου «ιδεολογικά κείμενα» της Χ.Α., στο πρώτο εξάμηνο του 2013, διαπιστώνει όχι μόνο τη χαρακτηριστική έλλειψη αναλυτικής ικανότητας και παιδείας των συντακτών αυτών των κειμένων, αλλά και την πλημμελή ενασχόληση με «προνομιακά» θέματα, όπως ο αντικαπιταλισμός, που, μαζί με την «εθνικοποίηση» του κοινωνικού ζητήματος, έστω και με τη φυλετική του διάσταση, αποτελούν παραδοσιακά τα ιδεολογικά ατού και το κοινό μυστικό των επιτυχιών, από την Αριστερή Πτέρυγα του NSdAP μέχρι το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν. Αυτό δηλαδή που οι φωστήρες νεοφιλελεύθερης, αλλά και μαρξιστικής, ιδεολογίας ονομάζουν, με αρκετή δόση απαξίωσης, «εθνολαϊκισμό».

Στο μοναδικό αξιοσημείωτο κείμενο της Χ.Α. για τον καπιταλισμό γίνεται αναφορά στα «δεινά του καπιταλισμού» και σ’ ένα «αρρωστημένο» οικονομικό σύστημα, συνυφασμένο με τον «καταναλωτισμό, που οδηγεί στη νάρκωση των εθνών και στην ιδεολογική παρακμή και έπειτα στον βιολογικό θάνατο», επισημαίνοντας παράλληλα ότι «δεν είναι τυχαίο που οι σκληρότεροι καπιταλιστές του πλανήτη είναι οι σιωνιστές». Αφού στηλιτεύει όσους στη διάρκεια της κρίσης «αύξησαν τα κέρδη τους από τα φθηνά εργατικά χέρια», εκμεταλλευόμενοι τη λαθρομετανάστευση, περνά μετά στα τεράστια ποσά που διοχετεύει το σύστημα «σε αντιρατσιστικές καμπάνιες, στην προώθηση του πολυπολιτισμού, στις διάφορες Μ.Κ.Ο.» που με την προπαγάνδα τους «ναρκώνουν τις μάζες, καθώς τα ιδανικά, οι αξίες, η αγάπη για την πατρίδα αντικαθίστανται από την αγάπη για το χρήμα, τα υλικά αγαθά και την καλοπέραση».

Σ’ ένα ακόμη πιο συνοπτικό «ιδεολογικό κείμενο», αφού ξεκαθαρίζεται ότι η Χ.Α. είναι κατά των διακρίσεων και της κυριαρχίας «μιας ανώτερης τάξης εξουσιαστών, τα γνωστά τζάκια που κυβερνούν ελέω αδιαφανών διαδικασιών», υποστηρίζει ότι «δεν ανέχεται οι πολίτες της πατρίδας μας να διαχωρίζονται σε προνομιούχους και σε άλλους που λιμοκτονούν», και πως «δεν ασπάζεται την σημερινή υπάρχουσα ταξική διάκριση μεταξύ των τοκογλύφων και των νεόπτωχων, η οποία είναι απόρροια του διεφθαρμένου κλεπτοκρατικού συστήματος εξουσίας». Παρεμφερές θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άλλο ένα σύντομο «ιδεολογικό κείμενο», όπου μαρξισμός και φιλελευθερισμός εκλαμβάνονται ως «οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος», καθώς «στο οικονομικό επίπεδο αμφότερες οι ιδεολογίες πρεσβεύουν την απόλυτη κυριαρχία ενός οργανισμού, που στην μία περίπτωση καλείται πολυεθνική εταιρία και στην άλλη περίπτωση καλείται κόμμα». Κοινό γνώρισμα μαρξισμού και φιλελευθερισμού είναι «η στυγνή βία εναντίον του όποιου αντιτίθεται στις επιταγές του καθεστώτος, μόνο που στον κομμουνισμό ο αντιφρονών είχε να αντιμετωπίσει το περίστροφο του κομισάριου, ενώ στον φιλελευθερισμό τον αθέμιτο ανταγωνισμό των πολυεθνικών, την εχθρότητα των κυβερνητικών νομοθεσιών και εν τέλει τον κλητήρα που μεταφέρει την εντολή κατασχέσεως», με τον φιλελευθερισμό να «είναι στην ουσία του ακόμη πιο βάρβαρος» από τον μαρξισμό!

Προφανώς δεν θα αδικούσε κανείς τη Χ.Α. αν ισχυριζόταν ότι κοινό χαρακτηριστικό όλων των «ιδεολογικών» της κειμένων είναι η σύντομη, φτωχή έως και ανεπεξέργαστη και καταγγελτική αντιμετώπιση σοβαρών ζητημάτων, που όντως απασχολούν όλη την ανθρωπότητα. Είναι εμφανές ότι διανοητές του τύπου της γερμανικής «Νέας Δεξιάς» ή της «Συντηρητικής Επανάστασης» του Μεσοπολέμου δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη στη Χ.Α. Γι’ αυτό άλλωστε και το κύριο βάρος της «ιδεολογικής συγκρότησης» της Χ.Α. ανέλαβαν «διανοητές» επιπέδου Κασιδιάρη.

Η «αντικαπιταλιστική νοσταλγία» των αδελφών Στράσσερ.

Ακόμη όμως και με τα απλοϊκά της κείμενα, είναι σαφές ότι οι θέσεις της Χ.Α. δεν αποτελούν «αντανάκλαση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου», όπως εσφαλμένα διατυμπανίζουν, μέσα στην ιδεοληπτική τους τύφλωση, κύκλοι της Αριστεράς. Για την Αριστερά, η αντικαπιταλιστική ρητορεία των εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων, σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, δεν ήταν παρά «ένα τρικ για τον αποπροσανατολισμό των προλεταριακών μαζών» – με το επιχείρημα και μόνο ότι το NSdAP θεωρούσε τα γερμανικά μαρξιστικά και τα κομμουνιστικά συνδικάτα ως τους βασικούς εσωτερικούς του αντιπάλους και τους μπολσεβίκους ως τον βασικό εξωτερικό εχθρό.

Αν εξέταζαν όμως τα πράγματα πιο σοβαρά, θα διαπίστωναν ότι στη γερμανική εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία υπήρχαν όντως πολλά γνήσια αντικαπιταλιστικά στοιχεία, τα οποία βεβαίως είχαν και αντισημιτική – φυλετική διάσταση. Το ναζιστικό πρόγραμμα των 25 θέσεων, που μέχρι το 1926 ήταν για όλη την ηγεσία των εθνικοσοσιαλιστών «αμετάκλητο», περιελάμβανε πολλές «λαϊκές» (voelkische) αντικαπιταλιστικές απαιτήσεις, όπως τον τερματισμό της «δουλείας των τόκων», κρατικοποίηση των τραστ και συμμετοχή των εργατών στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, απαλλοτριώσεις γης για κοινωφελείς σκοπούς, κρατικά προγράμματα για τη δημιουργία εργατικών θέσεων. Σε προγραμματικό πεδίο, ο καπιταλισμός για τους ναζί δεν ήταν παρά μια «ατακτοποίητη μορφή οικονομίας» που παρεμπόδιζε τη δημιουργία της «λαϊκής κοινότητας» (Volksgemeinschaft) και που έπρεπε να αντικατασταθεί με μια σχεδιασμένη οικονομία της αυτάρκειας, του κρατικού μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου, της εθνικοποίησης του ορυκτού πλούτου ή της κρατικοποίησης των τραπεζών.

Οι διαφορετικές εκδοχές και ερμηνείες του εθνικισμού και ιδιαίτερα του εθνικού σοσιαλισμού και της εθνικοποίησης του κοινωνικού ζητήματος ήταν και οι κύριες αιτίες που το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα σπαρασσόταν από σφοδρές συγκρούσεις και αντιπαλότητες. Ο κίνδυνος διάσπασης του κόμματος ήταν διαρκής, ακόμη και λίγους μήνες πριν τη ναζιστική ανάληψη της εξουσίας, όταν ο Γκρέγκορ Στράσσερ μελετούσε σοβαρά την προσφορά του τελευταίου δημοκρατικού καγκελάριου Κουρτ φον Σλάιχερ (3.12.1932–28.1.1933) να αναλάβει αντικαγκελάριος, με τίμημα τη διάσπαση του NSdAP.

Σήμερα, μια από τις κλασικές διαφωνίες των ιστορικών έγκειται στο πώς αυτά τα αντικαπιταλιστικά, αντιιμπεριαλιστικά και αντιμονοπωλιακά στοιχεία, τα σταθερά συνυφασμένα με τη ναζιστική «λαϊκή κοσμοθεώρηση» (voelkische Weltanschauung), εντάσσονταν απλώς στη ναζιστική προπαγάνδα –ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή εξολόθρευση της πτέρυγας του Γκρέγκορ Στράσσερ (από το 1930 έως τη δολοφονία του από την Γκεστάπο, στις 30 Ιουνίου 1934). Το ερώτημα που τίθεται ακόμη είναι αν αυτή η αντικαπιταλιστική διάσταση δεν ήταν παρά ένας «συγκαλυμμένος αντισημιτισμός» (Άλμπερτ Ριτσλ) και η εργατική διάσταση του NSdAP απλώς δημαγωγία, καθώς το κόμμα αυτό «δεν ήταν ποτέ ούτε σοσιαλιστικό ούτε εθνικό, παρά μόνο φασιστικό» (Μάνφρεντ Βαϊσμπέκερ).
Αντιθέτως, άλλοι ιστορικοί, όπως ο Λούντβιγκ φον Μίζες, ισχυρίζονται ότι «η ιδεολογία των ναζί είναι η καθαρότερη και η ανθεκτικότερη πιστοποίηση του αντικαπιταλιστικού και σοσιαλιστικού πνεύματος της εποχής μας (Zeitgeist)». Στο πλαίσιο αυτό είναι δύσκολο να μην αποδεχτεί κανείς πως ο εθνικοσοσιαλιστής, αντικαπιταλιστής, αλλά και αντιμαρξιστής Όττο Στράσσερ, πριν ακόμα εγκαταλείψει το 1930 το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, δεν εξαπατούσε τους Γερμανούς όταν ισχυριζόταν ότι «μια μεγάλη, μια κολοσσιαία νέα γέννηση πραγματοποιείται στο πλημμυρισμένο με πόνο χάος του γερμανικού παρόντος: η ιδέα της γαλλικής επανάστασης –ο φιλελευθερισμός– πεθαίνει και μαζί του πεθαίνουν οι δικές της μορφές στην οικονομία, στη κοινωνία, στον πολιτισμό, μαζί της πεθαίνει ο καπιταλισμός, ο ατομικισμός, ο ορθολογισμός. Και από αυτό ξεπετιέται η ιδέα της γερμανικής επανάστασης, ο συντηρητισμός που θα καταλάβει όλα τα πεδία της ζωής». Αναλόγως και ο αδελφός του, Γκρέγκορ Στράσσερ, που λίγους μόνο μήνες πριν την αποκαθήλωσή του, το 1932, διακήρυττε στο πνεύμα της «μεγάλης αντικαπιταλιστικής νοσταλγίας» του γερμανικού λαού πως, «εάν το σύστημα αναδιανομής πλούτου στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν καταλαβαίνει να μοιράζει σωστά τον παραγωγικό πλούτο της φύσης, τότε το σύστημα αυτό είναι λάθος και πρέπει να αλλάξει», απαιτώντας μάλιστα το τέλος «του δαίμονα: χρυσός, παγκόσμια οικονομία και υλισμός». Χωρίς να αποκηρύσσει την «ιερότητα της ιδιωτικής περιουσίας» (όχι όμως και των Εβραίων), ο Όττο Στράσσερ δεχόταν πως ο εθνικός σοσιαλισμός ήταν στην ουσία του εχθρικός τόσο στον καπιταλιστικό αστικό κόσμο, όσο και στον διεθνή μαρξισμό. Ακόμη και ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, στη σοσιαλιστική του φάση, πριν αποδεχτεί «το τέλος της επανάστασης» και προκύψει η συμμαχία των εθνικοσοσιαλιστών με το μεγάλο αστικό και πολυεθνικό κεφάλαιο (Krupp, Bayer, Kodak, Ford, Volkswagen, Hugo Boss, Siemens, Standard Oil, IBM, κ.α.), είχε ξεκαθαρίσει ότι «τίποτα δεν είναι πιο μισητό σ’ εμάς από το δεξιό, εθνικό αστικό μπλοκ».

Για μεγάλο διάστημα και παρά τις αποσαφηνισμένες διαφορές, κυρίως στην οικονομική και εξωτερική πολιτική, Χίτλερ, Ρεν, Γκαίμπελς και Στράσσερ συνυπήρξαν, βασισμένοι στο πλαίσιο των 25 θέσεων του εθνικοσοσιαλιστικού προγράμματος. Όμως, μετά τη συμμαχία με το μεγάλο κεφάλαιο, το φυσικό τέλος των «αριστερών» εθνικοσοσιαλιστών του γερμανικού Βορρά ήταν προδιαγεγραμμένο και ξεκίνησε λίγες μόνο μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ και τους «συντηρητικούς» της «Φράξιας του Μονάχου». Σε μια γερμανική εκδοχή της «νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου», το 1934, η γενική εκκαθάριση όσων εθνικοσοσιαλιστών διαφωνούσαν με τη νέα πραγματικότητα επέφερε τελικά τη μονοκρατορία του «Μεγάλου Μανιτού», όπως χλευαστικά αναφέρονταν στον Χίτλερ οι ηττημένοι της γερμανικής «Συντηρητικής Επανάστασης».

Το παράδειγμα της Μαρίν Λεπέν

Μπορεί όμως να περιμένει κανείς από τη Χ.Α. να αναδείξει θέματα σχετικά με τον αντικαπιταλισμό στο επίπεδο των Στράσσερ και των συντακτών της εφημερίδας Tat ή να δημιουργήσει ακτιβιστικό συνδικαλιστικό – εργατικό κίνημα ανάλογο με αυτό της NSBO των ναζί; Με τα σημερινά δεδομένα, η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα σημερινά «αρχαϊκά» αντικαπιταλιστικά κείμενα της Χ.Α. δεν μπορούν να αναβαθμιστούν από «διανοούμενους» που για κάποιο λόγο μπορεί να βρεθούν στις γραμμές της και να της δώσουν μια άλλη, πιο επικοινωνιακή και «εθνολαϊκή» διάσταση.

Η πορεία του Εθνικού Μετώπου, που από το έτος ίδρυσής του, το 1972, χρειάστηκε σχεδόν 30 χρόνια για να απαλλαγεί από την ιδεολογική φυσιογνωμία του στείρου λεπενισμού, μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα. Για τον πολιτειολόγο Συλβάν Κρεπόν, το Εθνικό Μέτωπο αναδείχτηκε σε λαϊκό κόμμα ευρείας αποδοχής από τότε που κατάφερε να εκφράσει «μια ανησυχία για τα κοινωνικά ζητήματα, στηλιτεύοντας τις ακρότητες του οικονομικού φιλελευθερισμού, κριτικάροντας ολοένα και περισσότερο την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ», και να απορρίψει τη χωρίς προϋποθέσεις «στήριξη της επιχειρηματικής ελευθερίας, τον περιορισμό του κράτους μόνο σε συμβολικές λειτουργίες». Το Εθνικό Μέτωπο έγινε υπολογίσιμος πολιτικός παράγοντας στη Γαλλία μόνο όταν αποδοκίμασε «τον ωφελιμισμό της καταναλωτικής κοινωνίας, ο υλιστικός εγωισμός της οποίας υποτίθεται ότι συγκροτεί μια από τις κύριες αιτίες της “παρακμής”, απογυμνώνοντας τα άτομα από κάθε παραδοσιακή αλληλεγγύη (αδελφική, οικογενειακή, εθνική) και ευνοώντας τις λεγόμενες “αφηρημένες αλληλεγγυότητες”» και κατάφερε πειστικά να κριτικάρει «ολοένα και πιο σταθερά τη διεθνή απορρύθμιση των αγορών, το χωνευτήρι ανθρώπων και αγαθών, την απειλή στην οικονομία της χώρας και, εντέλει, την απίσχναση της ομοιογένειας του εθνικού σώματος».

Εάν η κρίση από μόνη της συντηρεί την Χ.Α., είναι σαφές ότι ένας «τεκμηριωμένος», έστω και φυλετικός, αντικαπιταλιστικός και αντιιμπεριαλιστικός λόγος και μια παρουσία στο πρότυπο της Μαρί Λεπέν, θα την έκανε πιθανόν αποδεκτή και σε άλλα κοινωνικά στρώματα.

Επίλογος

Οι ηγέτες του ελληνικού «συνταγματικού τόξου» και όσοι ακόμη φαντάζονται ότι είναι οι μόνοι που παραδοσιακά εκπροσωπούν «αυθεντικά» τους εργαζόμενους και την εργατική τάξη και ανάγουν την ταξική συνείδηση σε μοναδικό κινητήριο μοχλό της ιστορίας, καλό είναι να γνωρίζουν τη διαπίστωση που έκανε ο ηγέτης των Βαυαρών χριστιανοκοινωνιστών, Φραντς Γιόζεφ Στράους: «Τελικά και ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια μορφή σοσιαλισμού και τη μεγάλη, ορμητική ανθρώπινη μάζα του, δεν την πήρε από την αστική τάξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, από τα Freikorps, από τη φτωχοποιημένη μεσαία τάξη ή από την αστική τάξη. Αυτή την ορμητική ανθρώπινη μάζα την πήρε από τα εκατομμύρια των σοσιαλιστών, που τότε εγκατέλειψαν το SPD».

Κι αν δεν θεωρούν τον συντηρητικό Στράους αξιόπιστο, ας προσέξουν την ομολογία του Ερνστ Μπλοχ, ήδη από τον Μάιο του 1919, μετά την ήττα της «Δημοκρατίας των Συμβουλίων»: «Οι ίδιοι άνθρωποι που ζητωκραύγαζαν τους σοσιαλιστές ήταν αυτοί που κατόπιν κυνηγούσαν τους παλιούς τους αρχηγούς μέχρι θανάτου και από τη μια ημέρα στην άλλη άλλαζαν τις σημαίες με το σοβιετικό αστέρι με αυτές του αγκυλωτού σταυρού». Δεν παραλείπει δε να σημειώσει ακόμη ότι στο έργο αυτό δεν συμμετείχαν μόνο οι εξαθλιωμένοι μικροαστοί, αλλά και το οργανωμένο προλεταριάτο, «το πλέον διψασμένο για εκδίκηση πλάσμα του κόσμου».

Η ιστορία, όπως λέγεται, δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο ως φάρσα. Όμως η σημερινή πραγματικότητα της Ελλάδας, όπου η οικονομική καταβαράθρωση συμβαδίζει με τη γενικευμένη παρακμή και την απόγνωση, έχει –τηρουμένων των αναλογιών– αρκετά κοινά στοιχεία με τη Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όσο και αν κάποιοι δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek