Από το Άρδην τ. 92, Μάρτιος-Απρίλιος 2013

Η πρώτη αναφορά για παράσταση Καραγκιόζη στην Κύπρο χρονολογείται το 1897. Το Θέατρο Σκιών έφεραν στο νησί τόσο Ελλαδίτες καλλιτέχνες, μερικοί από τους οποίους εγκαταστάθηκαν μόνιμα, είτε Κύπριοι που πολέμησαν ως εθελοντές στους εθνικούς αγώνες (1897, βαλκανικοί, Β΄ Παγκόσμιος) και έμαθαν την τέχνη στην Ελλάδα, φέρνοντάς την μετά πίσω στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Από αυτούς προήλθε μια σειρά καραγκιοζοπαιχτών που συνεχίζει την παράδοση του Θεάτρου Σκιών μέχρι σήμερα. Τις παραστάσεις τους έπαιρναν συνήθως από τα φυλλάδια που εκδίδονταν στην Αθήνα, αν και κάποιοι καλλιτέχνες προχώρησαν και στη δημιουργία δικών τους έργων, με περιεχόμενο κοινωνικό (πολλά τέτοια έργα έφτιαξε ο Α. Ιδαλίας) ή πατριωτικό (π.χ. το έργο «Η επανάστασις του 1931» του Γ. Κισσονέργη). Οι καραγκιοζοπαίχτες γύριζαν τα χωριά της Κύπρου, φέρνοντας στους κατοίκους τους νέα της επικαιρότητας, διδάσκοντας ιστορία, συντηρώντας την λαϊκή παράδοση και ζωγραφική, διαδίδοντας παλιές κυπριακές μουσικές φωνές και τραγούδια. Οι Κύπριοι καραγκοζοπαίχτες υπήρξαν, όπως σχολίασε ένας από αυτούς, οι «αγράμματοι δάσκαλοι» του λαού. Το κυπριακό Θέατρο Σκιών μελέτησε με επιμονή ο Κωνσταντίνος Γιαγκουλλής, οι προσπάθειες του οποίου συνέβαλαν στη διατήρηση της τέχνης και από την συγγραφική εργασία του οποίου αντλήσαμε τα στοιχεία και τα αποσπάσματα που παραθέτουμε.

Άρδην

Θ α ήθελα να τονίσω ότι στην Ελλάδα χύθηκε αρκετό μελάνι για ν’ απαντηθεί το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι κοινωνική διαμαρτυρία στο θέατρο ισκιών. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και αντιφατικές. […] Σ’ ό,τι αφορά τον κυπριακό καραγκιόζη, έχω την πεποίθηση ότι υπάρχει και κοινωνική και πολιτική διαμαρτυρία! Η διαμαρτυρία αυτή είναι διάχυτη στα έργα αρκετών καραγκιοζοπαιχτών μας (Γ. Κισσονέργης, Α. Ιδαλίας, Τ. Χατζηττοφής), που διαμαρτύρονται ενσυνείδητα. Γιατί μη μου πείτε ότι δεν είναι πολιτική η διαμαρτυρία του Κισσονέργη. όταν σχολιάζει τις τελευταίες προτάσεις των Τουρκοκυπρίων (5 Αυγούστου 1981) στις ενδοίκυπριακές συνομιλίες και τις βρίσκει άδικες και απαράδεχτες! Ή μη μου πείτε ότι δεν ήταν σφοδρότατη διαμαρτυρία τα λόγια που έβαζε ο Πάφιος στο στόμα των ηρώων του. όταν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ ανέβαζε επί σκηνής το έργο του «ΕΟΚΑ». Στη σκηνή του Πάφιου και διά του στόματος του Καραγκιόζη διαμαρτυρόταν ένας ολόκληρος λαός για την άρνηση της Αγγλίας να παραχωρήσει στον κυπριακό λαό το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης! Και δεν είναι κοινωνική διαμαρτυρία η διαπόμπευση επί σκηνής του τοκογλύφου από τον Α. Ιδαλία, ή δεν είναι κοινωνική η διαμαρτυρία του Καραγκιόζη που διερωτάται πότε θα τελειώσει ο δρόμος της Λεμεσού και πόσα εκατομμύρια λίρες θα καταβροχθίσει ακόμα!

Πρέπει επίσης να δεχτούμε ότι και οι σάτιρες του Καραγκιόζη, κι όταν ακόμη φαίνονται αθώες, έχουν πάντα κοινωνική σημασία. Γιατί όποιον δεν μπορούμε να πολεμήσουμε, υπάρχει άλλος εύκολος τρόπος να τον αντιμετωπίσουμε. να τον ειρωνευτούμε, να τον σατιρίσουμε… να τον κάνουμε χώμα!

Κ. Γ. Γιαγκουλλή, Η τέχνη του Καραγκιόζη στην Κύπρο, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, αρ. 21, Λευκωσία 1982, σ. 63.

Από τα απομνημονεύματα του Κύπριου καραγκιοζοπαίκτη Γιάννη Κισσονέργη

Ήταν κάποτε που ‘χαν έρθει στην Κύπρο σχολικά βιβλία. Στο εξώφυλλο ενός, μιας σειράς δηλαδή αναγνωστικών, ήταν μια φωτογραφία ενός τσολιά που κρατούσε μιαν ελληνική σημαίαν μου ανέμιζε στον αέρα. Το Γραφείο Παιδείας, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε Υπουργείο Παιδείας, οι Άγγλοι, που καλλιεργούσαν με τρόπο ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν Έλληνες, υπάρχουν Τούρκοι και Χριστιανοί, μέσον του Γραφείου Παιδείας οι Άγγλοι αφαίρεσαν όλα τα εξώφυλλα που ήταν το σκίτσο του παλλικαριού με την φουστανέλλα κρατώντας την ελληνική σημαία στα στιβαρά του χέρια. Αυτό έγινε μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Εγώ όταν ανέβασα μιαν μικρήν ιστορία στην σκηνή μου, ότι οι Άγγλοι καλλιεργούν στην Κύπρο ανθελληνικά αισθήματα, ακόμα και από τα βιβλία των σχολείων μας πόρχουνται από την Ελλάδα αφαιρούν τα εξώφυλλα των βιβλίων, γιατί υπήρχε η ελληνική σημαία, και τότε ο Καραγκιόζης άρχισε να φωνάζει: «Είμαστε, ρε, Έλληνες, ναι! Έλληνες της Κύπρου. Γιατί, ρε Άγγλοι, να μας λαλείτε πως είμαστε μόνον Χριστιανοί; Είμαστε Έλληνες Χριστιανοί της Κύπρου!»

Γιάννη Ηρ. Κισσονέργη, Τ’ απομνημονεύματά μου, ή πως έγινα καραγκιοζοπαίχτης, Λευκωσία 1985, σ. 21.

 

Και εδώ που σας τα λέγω, τόσο τον αγάπησα τον Καραγκιόζη, που σαν ένας άλλος Αλέξανδρος λέγω και το βροντοφωνάζω: «Εις τον πατέραν μου χρεωστώ το ζην, εις δε τον Καραγκιόζη μου το ευ ζην». Γιατί ο Καραγκιόζης, μια που τον αγάπησα, με έβαλε να ριχτώ στην μελέτη, να αυτομορφωθώ, να ξεχωρίζω το καλό απ’ το κακό, το λογικό απ’ το παράλογο.
Διδάχθηκα την ελληνική ιστορία από το σπάσιμο του Βυζαντίου από τον Μωάμεθ τον Β’ μέχρι τα χρόνια των Κλεφτών και Αρματολών, μέχρι τον εφτάχρονο πόλεμο του 21 – 28 και κατόπιν το 1830 με τον Βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία και κατόπιν με τους τσακκωμούς βασιλικών και αντιβασιλικών, με τους αγώνες του στρατηγού Μακρυγιάννη για δικαίωση γεννικά του λαού από τον Όθωνα, και την φυλάκισήν του στα 75 του χρόνια. Αυτά όλα τα διδάχθηκα διδάσκοντάς τα ανά τα χωριά και τες πόλεις της Κύπρου. Τα ‘μαθα, χάρην του αγαπημένου μου του Καραγκιόζη.

Γιάννη Ηρ. Κισσονέργη, Τ’ απομνημονεύματά μου, ή πως έγινα καραγκιοζοπαίχτης, Λευκωσία 1985, σ. 31.

Ένας καλλιτέχνης ή του θεάτρου ή του θεάτρου σκιών απαραίτητα πρέπει ανάλογα με τες συνθήκες που επικρατούν στον τόπο τους να δουλεύουν ανάλογα στες λαϊκές μάζες. Να μη παραγνωρίζει το εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό ζήτημα του τόπου του. Αυτός είναι ο πραγματικός καλλιτέχνης, όχι εκείνος που χορεύει τα χαρτόνια στο παννί, όχι εκείνοι που παίζουν αρλουμπολογίες ιστό παννί, όχι εκείνοι που κάνουν το χατίρι μερικούς από το ακροατήριόν τους για να πάρουν λεφτά. Γιατί τα λεφτά, όταν ένας υποστηρίξει το άδικον, το παράλογον, είναι αμαρτωλά. […] Ένας συγγραφέας όσον γεμίζει την τσέπην του με λεφτά ουδέποτε γίνεται ανεξάρτητος. Παρά να γεμίζει την τσέπην του με λεφτά, προτιμότερο να γεμίζει το κεφάλι του με γνώσεις. Τότε σπάζει τα καταναγκαστικά δεσμά της δουλείας. […] Ακριβώς ο τίμιος καλλιτέχνης είναι αυτός που δεν φοβείται όλα αυτά να τα ανεβάσει επί σκηνής, να τα διδάξει στον κόσμο, να γίνει ένας νέος Πλάτωνας.

Κ. Γ. Γιαγκουλλή, Η τέχνη του Καραγκιόζη στην Κύπρο, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, αρ. 21, Λευκωσία 1982, σσ. 37-38.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek