Από το Άρδην τ. 74, Μάρτιος-Απρίλιος 2009

Σ’ άλλο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού διαπιστώσαμε ότι οι Έλληνες, το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, έχουν στα χέρια τους, έξω απ’ το εσωτερικό εμπόριο περισσότερο απ’ το μισό του εξωτερικού εμπορίου.
Υστερα απ’ τη Γαλλική Επανάσταση, η αναλογία αυξάνει ακόμα και μπορούμε να ισχυριστούμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι οι Έλληνες είχαν στα χέρια τους περισσότερα από τα τρία τέταρτα του εμπορίου της Ανατολής. Δηλαδή, από εννέα εκατομμύρια πιάστρα, που ισοδυναμούν με δύο εκατομμύρια τσεκίνια βενετικά περίπου, που αντιπροσωπεύουν σ’ αυτή την εποχή το εμπόριο της Θεσσαλονίκης, τα έξι εκατομμύρια πιάστρα περίπου ανήκουν στους Έλληνες. Το κέρδος απ’ αυτό το εμπόριο μπορεί να υπολογιστεί απάνω κάτω σε περισσότερο από δέκα εκατομμύρια γαλλικά φράγκα της εποχής, που ισοδυναμούν με είκοσι πέντε εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα (1913).


Η βαλκανική διάσταση


Οι συνέπειες αυτής της προόδου των Ελλήνων υπήρξαν αποφασιστικές για τους βαλκανικούς λαούς, ιδιαίτερα για τους Έλληνες, αλλά και για όλη την ιστορία της Εγγύς Ανατολής. Οι ελληνικοί πληθυσμοί από αιώνες ήταν διασκορπισμένοι σε συνοικισμούς – λιγότερο ή περισσότερο πολυάριθμους, έξω από τα σύνορα του σημερινού ελληνικού κράτους, σ’ όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο. Ενισχυμένοι από τις καινούριες εμπορικές παροικίες πού δημιούργησε η επέκταση του εμπορίου στην Ουγγαρία, στη νότια Ρωσία και ιδιαίτερα στη Μολδαβία και τη Βλαχία, έδιναν στο ελληνικό έθνος την όψη ενός λαού εγκατεστημένου ανάμεσα σ’ άλλους λαούς. Μια σειρά σχεδόν συνεχής από νησίδες ελληνικές περιτριγυρισμένες από αυτόχθονες πληθυσμούς ξεκινούσε από τη βόρειο Ελλάδα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο και επεκτείνονταν ως το Δούναβη, στην Ουγγαρία και στις βαλκανικές όχθες της Μαύρης Θάλασσας. Αυτοί οι Έλληνες, εγκατεστημένοι στις πόλεις, εμπορικά κέντρα, αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την αστική τάξη των Βαλκανίων. Έχοντας στα χέρια τους το εσωτερικό εμπόριο όλων αυτών των χωρών, παρέσυραν στην οικονομική τους ανάπτυξη τους βαλκανικούς λαούς και συνετέλεσαν στο σχηματισμό μιας αυτόχθονης εμπορικής τάξης, που στην αρχή εξαρτιόταν απ’ τους Έλληνες, αλλά που σιγά σιγά έγινε ανεξάρτητη και παρουσιάστηκε σαν φορέας μιας ολοένα και περισσότερο καθαρής εθνικής συνείδησης. [ ]

Κατά συνέπεια, είναι φυσικό το ότι η οικονομική ανάπτυξη της Βουλγαρίας, λ.χ., άρχισε απ’ τη Φιλιππούπολη, πόλη κατοικημένη αυτή την εποχή σε μεγάλη πλειονότητα από Έλληνες, και το ότι η Μοσχόπολη, το Μοναστήρι, πόλεις το ίδιο ελληνικές ή εξελληνισμένες στη μεγάλη τους πλειονότητα, το Δυρράχιο, το Σπαλάτο, το Σεράγεβο, η Ραγούζα, πόλεις γιουγκοσλαβικές ή αλβανικές όπου κατοικούσαν πολλοί Έλληνες έμποροι, υπήρξαν τα πρώτα οικονομικά κέντρα των περιοχών αυτών. [ ]

Οι Έλληνες, ασκώντας το διαβαλκανικό τους εμπόριο, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, δημιουργούσαν την οικονομική ενότητα των Βαλκανίων. Αυτή η οικονομική ενότητα, πού τη διευκόλυνε και την ενίσχυε συγχρόνως ο βυζαντινός πολιτισμός, που η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε διατηρήσει και διασώσει, μέσα στον όποιο ζούσαν μέχρι τότε οι βαλκανικοί λαοί, κι ακόμα η κοινή τους μοίρα κάτω απ’ τον οθωμανικό ζυγό, ανέπτυξαν, παράλληλα με την εθνική συνείδηση του κάθε βαλκανικού λαού χωριστά, μια κοινή συνείδηση, που μπορεί να ονομαστεί βαλκανική. Η κοινή αυτή συνείδηση αναπτύσσεται χωρίς εμπόδια ως το τέλος του 18ου αιώνα. Τότε μόνο, και ιδιαίτερα στο 19ο αιώνα, εμφανίζεται μια καθαρά εθνική διαφοροποίηση ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς και οι εθνικές αντιθέσεις έσβησαν σιγά την κοινή συνείδηση πού είχε αναπτυχθεί στους προηγούμενους αιώνες. Η εξωτερική πολιτική των μεγάλων αντιπάλων δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, Γερμανίας), που στις προσπάθειές τους να βρουν μια λύση σύμφωνη με τα συμφέροντά τους στο ανατολικό ζήτημα έπαιζαν με τους πόθους για ελευθερία των βαλκανικών λαών, συνετέλεσε σ’ ένα μεγάλο μέρος σ’ αυτή τη διαφοροποίηση.


Οι μηχανισμοί της εξάρτησης


Πρέπει τώρα να εξετάσουμε από πιο κοντά τις συνέπειες τής οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων, όσον αφορά την εξέλιξη και το σχηματισμό της νεοελληνικής κοινωνίας, και το ρόλο τους στην ιστορία του ελληνικού λαού, ξεκινώντας πάντα από την εικόνα που μας παρουσιάζει η Θεσσαλονίκη.


Η πρώτη συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης των Ελλήνων υπήρξε η δημιουργία μιας εμπορικής τάξης που γινόταν ολοένα πιο πλούσια και πιο σημαντική. Η ελευθερία της ανάπτυξης αυτής της τάξης σκόνταφτε στην τουρκική κατοχή με την οπισθοδρομική της οργάνωση και την οικονομία της τη βασισμένη στα προνόμια. Ήταν πολύ δύσκολο σ’ αυτή την τάξη να επενδύσει στην ντόπια οικονομία τα κεφάλαια που είχε συγκεντρώσει, όπως γινόταν στην ελεύθερη Ευρώπη. Οι απόπειρες που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση απέτυχαν. Μία από τις αιτίες της παρακμής της πιο σημαντικής ελληνικής βιοτεχνίας, των Αμπελακίων, υπήρξε η «ζηλοτυπία» του Αλή-πασά των Ιωαννίνων.


Η Μοσχόπολη, άλλο μεγάλο οικονομικό κέντρο, καταστράφηκε από τους Αλβανούς. «Ο δεσποτισμός –γράφει ο Μπωζούρ– κάνει τις περιουσίες πρόσκαιρες, γιατί καταλήγει πάντοτε με το να τις κατακτά. Βάζει όρια στην οικονομική δραστηριότητα, γιατί κανείς δεν φροντίζει να κερδίσει ό,τι μπορεί να χάσει. Εμποδίζει την κυκλοφορία του χρήματος, που αποθησαυρίζεται σε χέρια που ενδιαφέρονται να το κρύψουν». [ ] Εξάλλου, η μικρή νεοσχημάτιστη βιοτεχνία των Ελλήνων, που προσπαθούσε να ζήσει ανάμεσα σε τέτοιες δυσκολίες, δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τη μεγάλη ευρωπαϊκή βιομηχανία, που αναπτυσσόταν μέρα με τη μέρα με ρυθμό επιταχυνόμενο. Έτσι, π.χ., η βιοτεχνία υφασμάτων των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη παρήκμασε. Η εξαγωγή των προϊόντων άλλων ελληνικών βιοτεχνιών, που ήταν πολύ χονδροειδή για τις τελειοποιημένες βιομηχανίες της Δύσης, ελαττώθηκε πολύ ή έπαψε εντελώς. «Τα μετάξια τής Ζαγοράς», γράφει πάντα ο Μπωζούρ, «είναι πολύ ακατέργαστα για τις βιομηχανίες μας. Τα μετάξια που λέγονται ρουσανλίκ και που έρχονται από την εμποροπανήγυρη της Ουζούντοβα, θα ήταν πολύ κατάλληλα για μάζες, αλλά η εξαγωγή επιβαρύνεται με πολλούς φόρους και έξοδα». Το σαπούνι της Κρήτης εξαγόταν στη Μασσαλία για να χρησιμοποιηθεί σαν πρώτη ύλη στις τελειοποιημένες της σαπωνοποιίες. Ακόμα και η βιοτεχνία των βαμβακερών νημάτων και ιδίως των περίφημων σ’ όλη την Ευρώπη κόκκινων βαμβακερών νημάτων που αποτελούσαν την πιο σημαντική βιοτεχνία της Ανατολής, της οποίας το μυστικό κρατήθηκε ζηλότυπα ως το 18ο αιώνα, αντικαταστάθηκε στο τέλος του αιώνα και στις αρχές του 19ου από την αγγλική βιομηχανία. Η Θεσσαλονίκη, που εξήγαγε άλλοτε τέτοια νήματα, τα εισάγει τώρα από την Αγγλία.


Έτσι λοιπόν, η επένδυση των συγκεντρωμένων κεφαλαίων σε άλλες δραστηριότητες έξω από τις εμπορικές δεν ήταν δυνατή. Ακόμα και ο αριθμός των μεγαλεμπόρων ήταν περιορισμένος μέσα στην Ελλάδα. Οι κίνδυνοι που διέτρεχαν από τη «ζηλότυπη πλεονεξία» των Τούρκων πασάδων υποχρέωναν τους μεγαλέμπορους να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να εγκαθίστανται στα μεγάλα οικονομικά κέντρα της Ευρώπης. Αλλά και στην ίδια την Ευρώπη καταλαβαίνει κανείς ότι οι δυνατότητες της ανάπτυξής τους ήταν επίσης περιορισμένες. Η βιομηχανία των χωρών όπου ήταν εγκατεστημένοι προστατευόταν από τις κυβερνήσεις τους. Και άλλα ακόμα εμπόδια ανέστελλαν την ελεύθερη ανάπτυξη των Ελλήνων στην Ευρώπη. Μιλήσαμε αλλού για τα μέτρα που πήρε στην Αυστρία η Μαρία Θηρεσία για να περιορίσει τη δραστηριότητα των Ελλήνων της Βιέννης. [ ] Το δικαίωμα του 20% που επιβάρυνε την ναυσιπλοΐα ως τη Γαλλική Επανάσταση έπληττε κυρίως τους Έλληνες. [ ]


Ο Μουρατζά Ντ’ Οχσόν γράφει στο γνωστό του έργο Γενικός πίνακας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα ακόλουθα:


Όσο για τους μη μωαμεθανούς υπηκόους, υπάρχουν πολλοί, ιδίως μεταξύ των Ελλήνων, που ιδρύουν καταστήματα στη Βενετία, στο Λιβόρνο, στην Πετρούπολη, στο Άμστερνταμ και αλλού. Διατηρούν εδώ σχέσεις συμφερόντων με τους ανταποκριτές τους στις κυριότερες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακολουθώντας στις επιχειρήσεις τους το σύστημα και τις μέθοδες των ευρωπαίων εμπόρων. Αν η τουρκική κυβέρνηση υποστήριζε και ενεθάρρυνε αυτά τα καταστήματα, θα μπορούσαν να γίνουν πολύ αξιόλογα και να συντελέσουν αποτελεσματικά στην αύξηση των δημοσίων εσόδων, δίνοντας μεγαλύτερη αξία στην ντόπια παραγωγή με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και με μια μεγάλη επέκταση του εμπορίου, αλλά μετά βίας γίνονται ανεκτά.


Δεν έμενε λοιπόν άλλη διέξοδος στους Έλληνες παρά το εμπόριο του χρήματος. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των πλούσιων Ελλήνων του εξωτερικού γίνονται τραπεζίτες στη Βιέννη ή στο Τριέστι, όπου επηρεάζουν σημαντικά την αγορά των χωρών αυτών. Άλλωστε, το μεγάλο κέρδος, εύκολο και άμεσο, πού αποκόμιζαν από τους δανεισμούς, επειδή ο τόκος ήταν πολύ υψηλός στην Ανατολή και το εμπορικό ισοζύγιο ευνοϊκό για την Τουρκία, ήταν ένας παραπάνω λόγος για να σπρώξει τους Έλληνες προς τις τραπεζιτικές υποθέσεις.


Η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Έλληνες κεφαλαιούχοι μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και έξω απ’ αυτήν, διαμόρφωνε βαθμιαία το ιδιαίτερό τους πνεύμα. Η αντίθεσή τους στο οικονομικό σύστημα των Τούρκων ενίσχυε την εθνική τους αντίθεση. Η θρησκευτική αντίθεση, ή απλώς και μόνο η φυλετική αντίθεση, που πάντοτε υπήρχε, έπαιρνε τώρα μορφή και αποκτούσε συγκεκριμένο στόχο: την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ως αυτή την εποχή, τα επαναστατικά κινήματα των Ελλήνων είχαν προκληθεί από την ξένη επέμβαση. Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε το πρώτο κίνημα που το συνέλαβαν και το οργάνωσαν οι ίδιοι οι Έλληνες και παρά την αντίθεση των κυβερνήσεων της Ευρώπης, που την κατηύθυνε τότε η Ιερή Συμμαχία. [ ]


Αν η τότε σχηματιζόμενη ελληνική αστική τάξη, δεμένη στην τροχιά της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, εγκολπωνόταν αναγκαστικά τις ιδέες της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής ελευθερίας, οι ιδιαίτερες συνθήκες της ιστορίας του ελληνικού λαού και οι περιστάσεις που συνόδευσαν τη διαμόρφωσή της τής έδιναν μερικά ιδιάζοντα χαρακτηριστικά που την ξεχώριζαν από τη δυτικοευρωπαϊκή αστική τάξη. Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις συνθήκες της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας, ούτε για τις παραδόσεις που δημιούργησαν αυτές τις συνθήκες (παράγοντες αρκετά διαφορετικοί από κείνους που ρύθμισαν την ιστορική εξέλιξη της Δυτικής Ευρώπης)· θα πούμε μονάχα μερικά λόγια για τις ιδιαίτερες συνθήκες πού συνετέλεσαν στο σχηματισμό της ελληνικής αστικής τάξης στο 18ο αιώνα. Αυτές ακριβώς οι ιδιομορφίες είχαν αποφασιστική επίδραση στη νεοελληνική ιστορία. Διαπιστώσαμε αλλού ότι η μικρή βιοτεχνία και το εμπόριο των Ελλήνων αναπτύχθηκαν σαν συνέπεια της οικονομικής δραστηριότητας των Ευρωπαίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η ελληνική αστική τάξη, που γεννήθηκε απ’ αυτή τη δραστηριότητα, ακόμη και όταν μπόρεσε να υποκαταστήσει το εμπόριο των δυτικοευρωπαίων, έμεινε ουσιαστικά προσκολλημένη σ’ αυτό! Είναι πολύ φυσικό οι πλούσιοι τραπεζίτες και οι Έλληνες μεγαλέμποροι του εξωτερικού να εξαρτιόνται από την τάξη που κυριαρχούσε οικονομικά στις χώρες όπου ζούσαν οι Έλληνες αυτοί, και να υφίστανται την επίδρασή της. Όσοι έμεναν στην Ελλάδα, μικροί ή μεσαίοι εμπορευόμενοι, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, εξαρτιόνταν ακόμα πιο πολύ από τους εμπορικούς ή βιομηχανικούς οίκους του εξωτερικού, γιατί μη διαθέτοντας αρκετά κεφάλαια, διενεργούσαν το εμπόριό τους με πιστώσεις, δηλαδή με κεφάλαια που ανήκαν σε μεγάλο μέρος σε ξένους. [ ]

Ακόμα, αυτή η μικρή και μέση αστική τάξη εξαρτιόταν συχνά από τους πλούσιους τραπεζίτες και τους μεγάλους Έλληνες κεφαλαιούχους του εξωτερικού.


Έτσι λοιπόν, υποτελής στο εξωτερικό η νέα ελληνική αστική τάξη, δέχτηκε και το συμβιβαστικό πνεύμα που χαρακτήριζε τότε και την ευρωπαϊκή αστική τάξη, η οποία, αφού πια είχε περάσει ο ενθουσιασμός της πρώτης περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης, είχε μετριάσει την επαναστατική της ορμή. Ακόμα, διαιρεμένη σε διάφορες ομάδες ανάλογα με τις επιδράσεις που η καθεμιά τους είχε υποστεί και με τα αντικρουόμενα συμφέροντα των λαών της Ευρώπης με τους οποίους τα συμφέροντά τους ήταν συνδεδεμένα, έδινε αφορμή στην επέμβαση των ξένων στις υποθέσεις της Ελλάδας, που γινόταν έτσι πεδίο οικονομικών και πολιτικών μαχών των ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Μιλήσαμε άλλου για Έλληνες προστατευμένους της Γαλλίας, Αγγλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, για Έλληνες κουρσάρους, προγονούς των εμπόρων και ναυτικών των νησιών, στην υπηρεσία της Ρωσίας, Αγγλίας, Βενετίας, τους «Αγγλοέλληνες» ή «Ρωσσοέλληνες», όπως τους ονομάζουν τα έγγραφα της εποχής. Ας προσθέσουμε ακόμα τις προσπάθειες των Γάλλων, την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και ιδίως την εποχή του Διευθυντηρίου και των ναπολεόντειων πολέμων, να δημιουργήσουν ένα γαλλόφιλο κόμμα στην Ανατολή που ν’ αντισταθμίζει το ρωσικό και αγγλικό κόμμα, όχι μονάχα μεταξύ των Φαναριωτών, αλλ’ ακόμα και μεταξύ των εμπόρων της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Μακεδονίας, ζωτικό σημείο για τη γαλλική πολιτική στον αγώνα της εναντίον της Ρωσίας και της Αγγλίας.


Η οικονομική κρίση του 19ου αιώνα


Από τ’ άλλο μέρος, υπήρχε ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στους μεγάλους Έλληνες κεφαλαιούχους και στους μικρούς και μεσαίους εμπόρους, που συχνά εξαρτιόνταν απ’ τους πρώτους. Ο ανταγωνισμός αυτός εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις στην Ελλάδα και πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Ο Μπωζούρ μας περιγράφει σαν αυτόπτης μάρτυρας τον αγώνα ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρούς μετόχους της εταιρείας των Αμπελακίων, αγώνες που κατέληξαν στη διάλυση της εταιρείας. Διαπιστώνουμε όμοιους αγώνες στο Βουκουρέστι, στη Φιλιππούπολη και στα νησιά του Αιγαίου. Έτσι, η μικρή αστική τάξη που μένει στην Ελλάδα δείχνει συχνά ένα επαναστατικό πνεύμα πιο αποφασιστικό. Εξάλλου, μπορούμε να καταλάβουμε τη δυσφορία των μικρών και μέσων αστών μελετώντας την κίνηση των τιμών.


Όπως διαπιστώσαμε αλλού, η μεγάλη ανάπτυξη των εισαγωγών κι ο συναγωνισμός που επακολούθησε προκάλεσαν πτώση των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων που εισάγονταν απ’ την Ευρώπη. Την πτώση αυτή την ακολούθησαν και τα προϊόντα της ντόπιας βιοτεχνίας. Οι πίνακες των τιμών δείχνουν, π.χ., ότι οι τιμές των χονδροειδών υφασμάτων διπλασιάζονται στο δεύτερο μισό του αιώνα, αλλά, αν λάβουμε υπόψη μας την πτώση του τουρκικού πιάστρου, βλέπουμε ότι στην πραγματικότητα οι τιμές μένουν οι ίδιες καθόλη τη διάρκεια του αιώνα. Οι τιμές των βακετών σε πιάστρα μένουν οι ίδιες σ’ όλο τον αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο μισό του αιώνα και ιδίως στο τέλος, όταν το πιάστρο χάνει περισσότερο από τα 75% της αξίας του, οι τιμές πέφτουν σημαντικά. Αντίθετα, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων, δηλαδή των προϊόντων της πρώτης ανάγκης, υψώνονται μ’ ένα ρυθμό περισσότερο ή λιγότερο γοργό.


Η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού ήταν οι αγρότες. Το πιο εύφορο τμήμα της γης ήταν βέβαια στα χέρια των πλούσιων Τούρκων, ένα μικρό μέρος απ’ τις λιγότερο γόνιμες περιοχές ανήκε σε χριστιανούς. Οι μεγάλοι Έλληνες γαιοκτήμονες, που δεν ήσαν πολυάριθμοι αυτή την εποχή, βρίσκονταν κυρίως στην Πελοπόννησο. Οι ιδιοκτήτες αυτοί ήσαν συνήθως προεστοί (κοτζαμπάσηδες) των ελληνικών κοινοτήτων που διέθεταν μία σχετική αυτονομία και αυτοδιοίκηση. Χάρη σ’ αυτά τα διοικητικά λειτουργήματα, που γίνονταν κληρονομικά, οι Έλληνες γαιοκτήμονες κατέληξαν να σχηματίσουν ένα είδος αγροτικής αριστοκρατίας με χαρακτήρα ιδιότυπο.


Στο έλεος των Τούρκων, όντας ραγιάδες και αφεντικά των καλλιεργητών τους, ταλαντεύονταν ανάμεσα στους Τούρκους, με τους οποίους τους συνέδεαν τα ταξικά τους συμφέροντα, και στην εθνική ιδέα, που ενισχυόταν από την εθνική και οικονομική αντίθεση μιας κάστας της οποίας τα πλούτη προκαλούσαν την πλεονεξία και τη ζηλοτυπία των Τούρκων. Έτσι, κάθε φορά που η μερίδα αυτή του ελληνισμού, στην οποία πρέπει να προσθέσουμε και τους Φαναριώτες, μ’ ένα πνεύμα ανάλογο με τη νοοτροπία της αγροτικής αριστοκρατίας, αισθανόταν την ανάγκη της εθνικής ανεξαρτησίας, αναζητούσε την υποστήριξη μιας ξένης δύναμης ικανής όχι μόνο να εγγυηθεί αλλά και να στερεώσει τα προνόμιά της. Τέτοιος είναι ο ρόλος που έπαιξαν στους προηγούμενους αιώνες η Αυστρία και η Βενετία, και στο 18ο αιώνα η φεουδαλική Ρωσία.


Βλέπουμε ότι οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου βρίσκονται επικεφαλής στην επανάσταση του 1770, που προκάλεσε η Ρωσία. Η τάξη όμως αυτή θα μείνει πάντοτε αναποφάσιστη και τρομοκρατημένη μπροστά στην ιδέα μιας επανάστασης εθνικής μαζί και λαϊκής, με προοπτικές κοινωνικές ή και απλώς πολιτικές πιο ευρύτερες. Σαν καλή σύμμαχος της μεγάλης αστικής τάξης θα προσπαθήσει πάντα να περιορίσει τις συνέπειες μιας τέτοιας επανάστασης και θα το κατορθώσει.


Η μεγάλη πλειονότητα των χωρικών ήταν απλοί καλλιεργητές στα μεγάλα κτήματα των Τούρκων ή των Ελλήνων. Ένας μικρός αριθμός ήταν μικροί ανεξάρτητοι ιδιοκτήτες. Η παρούσα μελέτη, που αφορά το εμπόριο της Θεσσαλονίκης και που μπορεί όμως ν’ αναφερθεί στο εμπόριο όλης της Ελλάδας, επιβεβαιώνει ένα γεγονός ήδη γνωστό απ’ αλλού, ότι δηλαδή η οικονομία της Ανατολής γενικά παρουσιάζει την όψη μιας οικονομίας καθαρά αποικιακής: εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και ιδίως εξαγωγές πρώτων υλών, μ’ άλλα λόγια προϊόντων αγροτικών. [ ]
Παρά την ανεπάρκεια των πληροφοριών μας σχετικά με την παραγωγή, που δεν μας επιτρέπουν να έχομε ακριβή ιδέα της εξέλιξης της τοπικής παραγωγής, μπορούμε πάντως να διαπιστώσουμε ότι η παραγωγή αυτή δεν παρουσιάζει αύξηση καθόλο τον αιώνα: ή μένει αμετάβλητη ή ελαττώνεται. Ένα υπόμνημα τού προξένου Γκύ, γραμμένο το 1834, που μας δίνει μία σύγκριση ανάμεσα στην παραγωγή της εποχής του και την παραγωγή προηγουμένων εποχών, είναι πολύ διδακτικό. [ ]


Η παραγωγή, π.χ., των μαλλιών υπολογιζόταν άλλοτε ανάμεσα στις 350 και 400 χιλιάδες οκάδες το χρόνο. Ο Μπωζούρ την υπολογίζει στο τέλος του 18ου αιώνα σε 500 χιλιάδες οκάδες, ενώ στο 1834 πέφτει ανάμεσα στις 150 και 170 χιλιάδες οκάδες. Το ίδιο συμβαίνει με τον καπνό. Η παραγωγή του σταριού στις περιοχές της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και του Ορφανού, υπολογίζεται στο τέλος του 18ου αιώνα σε 3.120.000 κοιλά της Κωνσταντινούπολης (1 κοιλό: 22-26 οκ.), όταν το 1807 το σύνολο τής παραγωγής της δυτικής και ανατολικής Μακεδονίας, της Κατερίνης, Βόλου και Λαμίας δεν ξεπερνούσε τα 1.550.000 κοιλά.
Εξάλλου, η καμπύλη των εξαγωγών μας υποβάλλει τα ίδια συμπεράσματα σχετικά με την παραγωγή. [ ] Βλέπουμε μάλιστα ότι στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα οι εξαγωγές, που είχαν υψωθεί σημαντικά στην πρώτη περίοδο, παύουν να αυξάνουν και πέφτουν από το 1780 και πέρα. Αυτή η κίνηση των εξαγωγών για τις οποίες υπήρχε λυσσώδης συναγωνισμός, όχι μονάχα ανάμεσα στους εμπόρους διαφορετικών εθνοτήτων, αλλά και ανάμεσα στους εμπόρους της ίδιας εθνικότητας, παρά τους διαφόρους συμβιβασμούς και τις συμφωνίες για κοινές αγορές, μας δείχνει ακόμα ότι οι εξαγωγές από την Ανατολή δεν οφείλονταν σε υπερπαραγωγή. Αυτή η κατάσταση συμφωνεί με τις συνθήκες της ζωής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Εκμετάλλευση και εξαθλίωση


Οι αδιάκοποι πόλεμοι, οι εξεγέρσεις, ο δεσποτισμός των πασάδων, η οικονομία που βασιζόταν σε προνόμια, δεν είναι συντελεστές ικανοί να ενθαρρύνουν την παραγωγή. Οι εξαγωγές λοιπόν, που όμως παραμένουν σημαντικές σε σχέση με την παραγωγή (περισσότερο από το μισό, κατά τον Μπωζούρ), οφείλονται σε υποκατανάλωση. Και γι’ αυτή την υποκατανάλωση έχουμε πληροφορίες σαφείς και ακριβείς. Όλες οι προξενικές εκθέσεις είναι σύμφωνες σ’ αυτό το σημείο. Εξάλλου, η μεγάλη αύξηση των τιμών των εξαγωγικών εμπορευμάτων και η πτώση των εισαγωγικών εμπορευμάτων είναι ακόμα μία ένδειξη γι’ αυτό το φαινόμενο. Μιλήσαμε αλλού για λαϊκές εξεγέρσεις των Τούρκων εναντίον των αγάδων που εξήγαγαν σιτάρι σε καιρό σιτοδείας, όταν ο πληθυσμός πέθαινε της πείνας. Όλα αυτά εγγυώνται την ακρίβεια της ζωντανής εικόνας που μας δίνει ο Μπωζούρ σχετικά με την αθλιότητα των χωρικών:


Η μισή Μακεδονία είναι καλλιεργημένη. Το υπόλοιπο, εξαιτίας του συστήματος της αγρανάπαυσης και της βραδύτητας του τρόπου της ελληνικής καλλιέργειας, δεν αποδίδει ούτε το τρίτο απ’ ό,τι θα μπορούσε να αποδώσει. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα αυτή σε τούτη την αθλία κατάσταση παράγει 800.000 σεπτιέ (3.000.000 κοιλά περίπου) σιτάρι, εκατό χιλιάδες μπάλες καπνού, ογδόντα χιλιάδες μπάλες μπαμπακιού, και εξάγει σε αξία περισσότερο απ’ το μισό των πλούσιων αυτών προϊόντων. Βλέποντας αυτή τη μάζα των εξαγωγών, θα έτεινε κανείς να εκφέρει ευνοϊκές κρίσεις για την κατάσταση των καλλιεργητών, αλλά θα γελιόταν. Αυτή η υπεραφθονία της παραγωγής δεν αποδείχνει τίποτε για την ευτυχία τους, γιατί το εξαγόμενο δεν είναι καθόλου το πλεόνασμα του αναγκαίου, τότε εξάγεται μόνον το αληθινά περιττό. Αλλά στις χώρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση μ’ αυτές τις περιοχές και όπου ένα πλήθος νέγρων δουλεύει κάτω από το βούρδουλα μερικών λευκών, η εξαγωγή δε βρίσκεται ποτέ σε ακριβή σχέση με την αφθονία. Εκεί, χιλιάδες ατόμων δουλεύουν προς όφελος ενός πολύ μικρού αριθμού ατόμων. Εκεί, οι τυραννίσκοι συγκεντρώνουν τον όγκο της δουλειάς μιας ολόκληρης περιοχής για να την καταβροχθίσουν μόνοι. Δεν αφήνουν στους δυστυχισμένους παραγωγούς ούτε το αυστηρά αναγκαίο και πουλούν ότι δεν μπορούν να καταβροχθίσουν για να ικανοποιήσουν τις ιδιοτροπίες τους. Στη Μακεδονία, όπως και στην Πολωνία, οι χωρικοί πεθαίνουν της πείνας και οι αφεντάδες είναι πνιγμένοι στο χρυσάφι.


Και πιο κάτω συμπεραίνει:


Μιλώντας για τις υπέροχες επαρχίες που αποτελούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τελειώνει κανείς πάντα με την ίδια σκέψη: η φύση έκανε το παν γι’ αυτές τις χώρες και η κυβέρνηση κατέστρεψε το παν.
Έτσι, η κοινωνική διάρθρωση της χώρας έγινε αιτία ώστε η ανάπτυξη του εμπορίου με την αύξηση των εισαγωγών να συντελέσει, απ’ τη μία μεριά, να επιβαρύνει πάντοτε την αθλιότητα των χωρικών, Ελλήνων και Τούρκων, κι απ’ την άλλη, να πλουτίζει ένα μικρό αριθμό γαιοκτημόνων Τούρκων και εμπόρων Ελλήνων. Ολόκληρο το μεγάλο κέρδος που προερχόταν από την ύψωση των αγροτικών προϊόντων, που διαπιστώσαμε παραπάνω, πήγαινε στους πλούσιους Τούρκους που αποθησαύριζαν και σχημάτιζαν έτσι ένα κεφάλαιο νεκρό για την οικονομία της χώρας και των εμπόρων που έκαναν τις εξαγωγές.


Η συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν ένας τριπλός ανταγωνισμός: ανταγωνισμός που φέρνει σ’ αντίθεση τους Τούρκους αγρότες και τους Τούρκους αγάδες και που τονίζει τη γενική διάλυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ευνοεί τις εξεγέρσεις του πληθυσμού εναντίον των αγάδων, ανταγωνισμός που φέρνει αντιμέτωπους τους Έλληνες αγρότες και τους ίδιους Τούρκους αγάδες, και τέλος ανταγωνισμός που αντιθέτει τους Έλληνες αγρότες και τους Έλληνες πλούσιους εμπόρους και γαιοκτήμονες.
Αλλά είναι φυσικό οι Έλληνες αγρότες να βλέπουν την άμεση αιτία της δυστυχίας τους περισσότερο στους Τούρκους κατακτητές, που τους σφάζουν και τους κάνουν να υποφέρουν κάθε είδους καταδιώξεις, παρά στους ομοφύλους τους. Γι’ αυτό οι κοινωνικές αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους Έλληνες υποχωρούν μπροστά στην εθνική αντίθεση, που χωρίζει από αιώνες τον ελληνικό λαό από τον κατακτητή του, τον Τούρκο. Έτσι, η εθνική συνείδηση και το επαναστατικό πνεύμα ενισχύονται στην αγροτιά που γίνεται ο ουσιώδης παράγοντας στον πόλεμο της ανεξαρτησίας. Γιατί για την ελληνική αγροτιά η Επανάσταση του 1821 έχει πολύ ευρύτερες και μακρυνότερες προοπτικές από τους στόχους της αστικής τάξης.
Εξάλλου, η αντίθεση ανάμεσα στους Τούρκους αγρότες και τους πλούσιους αγάδες, που συντελούσε στη διάλυση της τουρκικής κοινωνίας, θα διευκολύνει την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα έθνος ενωμένο και σύμφωνο για ένα κοινό ιδανικό, παρ’ όλες τις εσωτερικές του αντιθέσεις, θα αντιμετωπίσει μιαν αυτοκρατορία σε αποσύνθεση. Τέλος, η αντίθεση αυτή μεταξύ Τούρκων αγροτών κι αγάδων και η συνείδηση μιας βαλκανικής κοινότητας, για την οποία μιλήσαμε, μπορούν ακόμα να εξηγήσουν τον παμβαλκανικό χαρακτήρα που πήραν πάντοτε τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών αυτών, και η αμοιβαία βοήθεια που πρόσφεραν μεταξύ τους ως την Ελληνική Επανάσταση, χαρακτήρα που εκφράζει τέλεια ο Ρήγας καλώντας στον αγώνα όχι μονάχα όλους τους βαλκανικούς λαούς, αλλά και αυτούς τους καταπιεζόμενους Τούρκους. Η εσωτερική διαίρεση του ελληνικού λαού (μεγάλη αστική τάξη, μικρή και μεσαία αστική τάξη, αγροτιά κτλ.) εκδηλώθηκε και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και εξηγεί εν μέρει το περίπλοκο φαινόμενο των εμφύλιων αγώνων που έφεραν σε κίνδυνο την Επανάσταση του 1821.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Σβορώνου, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης το 18ο αιώνα. Οι υπότιτλοι είναι του Άρδην.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek