του Η. Γεωργαλή, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Ασφαλώς ο χώρος της μουσικής δεν είναι έξω απ’ τη γενικότερη πολιτισμική κρίση του Ελληνισμού, για τους ασχολούμενους μάλιστα με αυτήν (τη μουσική ) είναι δείκτης της κρίσης. Και κρίση δεν είναι φυσικά ο κατακλυσμός της δισκογραφίας και της νύχτας από προϊόντα. Αυτό είναι μια άλλη δουλειά –δεν είναι μουσική– που αφορά σ’ αυτούς τους εκατοντάδες «τραγουδιστές», «συνθέτες», «δημοσιογράφους» και τις εταιρείες δίσκων που ασχολούνται με τη λεγόμενη show-biz δηλ. την παραγωγή και προώθηση προϊόντων ακουστικής και οπτικής κατανάλωσης.

Η κρίση της ελληνικής μουσικής βρίσκεται «εντός των τειχών» της λεγόμενης «έντεχνης» μουσικής και όσοι τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτής και των καταναλωτικών υποπροϊόντων νομίζουν ότι έλυσαν το πρόβλημα είναι μακριά νυχτωμένοι. Η κάθε κρίση είναι ταυτόχρονα κι’ ένα στοίχημα: Η διαρκής προσπάθεια ενσωμάτωσης του σήμερα στον Τρόπο ενός Πολιτισμού και προκειμένου για μουσική, στον μουσικό Τρόπο. Αλλά εδώ ξεκινάει το πρόβλημα: στον ορισμό αυτής της μουσικής ιδιοπροσωπίας. Γιατί αν σε μια «στρεβλή» αφετηρία ενσωματωθούν εμπειρίες και προβληματισμοί χρόνων αυτό δημιουργεί μια «ψευδοπαράδοση» κι αυτή μας καταδυναστεύει σήμερα σε πολλούς χώρους.
Το ρεύμα της «έντεχνης ελληνικής μουσικής» (μόνο τραγουδιού για την ακρίβεια), με πατριάρχες τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, πιστό στις επιταγές της γενιάς του ’30 ,προσεγγίζει την Ελληνικότητα μέσα απ’ τη Λαϊκότητα , προκειμένου για τη μουσική ,μέσα απ’ το ζωντανό τότε( στην Τσιτσανική του εξέλιξη) Ρεμπέτικο τραγούδι. Όμως το Ρεμπέτικο είναι ο “επιθανάτιος ρόγχος” μιας τεράστιας μουσικής παράδοσης, της Βυζαντινής, με κύρια χαρακτηριστικά την Τροπικότητα των κλιμάκων (έναντι της Δυτικής Τονικότητας) και τις μη συγκερασμένες σχέσεις των διαστημάτων, χαρακτηριστικά που στο Ρεμπέτικο (και ειδικά στην Τσιτσανική του εκδοχή) δεν διατηρούνται. {Ο Τσιτσάνης έγραψε μόνο ματζόρε και μινόρε τραγούδια και ελάχιστα σε πλάγιο δεύτερο, ενώ ο Θεοδωράκης κατά δική του ομολογία αγνοούσε πλήρως τους ελληνικούς «δρόμους» και εμπειρικά έμαθε κάποια πράγματα γι’ αυτούς απ’ τον Νικολόπουλο και τον Νταλάρα!}.

Στο Βυζαντινό μουσικό πολιτισμό, επί αιώνες, Λογιότητα και Λαϊκότητα ανατροφοδοτούνται γόνιμα αλλά αυτή η σχέση διακόπτεται βίαια τον 14ο αι. Έκτοτε η Λαϊκότητα βαδίζει ορφανή!

Με την δημιουργία του Ελληνικού κράτους δεν υπήρξε ένας Σολωμός στη μουσική. Η Εθνική Σχολή (μιμητική της Δύσης) προσπάθησε να μπολιάσει το λαϊκό στοιχείο στην Ευρωπαϊκή μουσική. Χρόνια μετά, το ρεύμα Χατζιδάκι – Θεοδωράκη επιχειρεί να μπολιάσει στο λαϊκό στοιχείο την Ευρωπαϊκή μουσική. Πρόκειται , σε τελική ανάλυση, για δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η «πτώση» του «έντεχνου» ρεύματος στα μέσα της δεκαετίας του ’80 , μαζί με την πτώση των τειχών και των μεγάλων ιδεών της μεταπολίτευσης, βγάζει στην επιφάνεια ένα κύμα «τραγουδοποιών που θέλουν να τραγουδήσουν πιο προσωπικά. Ταυτόχρονα απελευθερώνεται η εμπειρική αναζήτηση προς τη Δημοτική παράδοση όσον αφορά στους ρυθμούς και στα όργανα. Σήμερα είκοσι χρόνια μετά σε μια εποχή μεγάλων προκλήσεων και μεγάλων πιέσεων, φαίνεται ότι το προσωπικό τραγούδισμα των «τραγουδοποιών» έγινε ψιθύρισμα. Όσο τα προβλήματα διογκώνονται τόσο το τραγούδι στρέφεται προς τα «ένδον», όσο το άτομο συμπιέζεται τόσο η μουσική ομφαλοσκοπείται. Αυτά είναι χαρακτηριστικά κρίσης και πρόκλησης που απαιτεί ένα ποιοτικό άλμα.

Η κριτική μιας συγκεκριμένης εργασίας απαιτεί ένα μέτρο που το προσδιορίζουν οι απαιτήσεις των καιρών.

Σήμερα (ήδη από τα μέσα του 20ου αι. και μετά) που το Δυτικό μουσικό οικοδόμημα, όπως το γνωρίζουμε από το Διαφωτισμό και μετά, αποδομείται και οι αναζητήσεις πολλών σύγχρονων Ευρωπαίων συνθετών στρέφονται προς την τροπικότητα και την αναζήτηση νέων διαστηματικών σχέσεων, υπάρχει όντως ένα περιθώριο συνομιλίας μεταξύ της δικής μας μουσικής παράδοσης και αυτών των ρευμάτων. Υπ’ αυτήν την έννοια τα ζητούμενα στο μουσικό χώρο σήμερα θα πρέπει να είναι:


• Η ανάδειξη της μουσικής μας ιδιοπροσωπίας
• Η διεύρυνση της φόρμας του τραγουδιού σε πιο σύνθετες φόρμες.
• Η διερεύνηση των δυνατοτήτων αρμονικής και ενορχηστρωτικής αντιμετώπισης των «Τρόπων».
• Η επικαιροποίηση και «από-εξατομίκευση» της θεματολογίας του τραγουδιού.
Η εργασία «Διάφανος» του Θ. Παπακωνσταντίνου είναι οριακή του «τραγουδοποιητικού» ρεύματος γιατί υπονοεί όλα τα πιο πάνω ζητούμενα χωρίς να απαντά σε κανένα.

Ο στιχουργικός λόγος του Θανάση Παπακωνσταντίνου σαρκάζει την ύπαρξη από τη μοναξιά στο θάνατο [«βαρκάρη του Αχέροντα ….ήρθα και γω ‘να πρωινό που ‘χαν τα χόρτα πάχνη-μήτε στη βάρκα ν’ ανεβώ ούτε για να ρωτήσω-στην όχθη μόνο να σταθώ και να σου τραγουδήσω (Τα παξιμάδια). Ή «αυτί μου πλανεμένο στον Άδη κατεβαίνω. Κατεβαίνω σα νυφούλα που ’χασε το μάγκα της….» (Περσεφόνη;)] και από την εσωτερική στην εξωτερική ξενιτιά «…σαν ξένος σαν ξενάκι σαν πάντα ξένος» (Διάφανος), «Α! στην Αμερική Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες και κει» (Στην Αμερική).

Αφήνεται η ύπαρξη σ’ αυτό το μετεωρισμό που τον σηματοδοτούν φυσικά και μυθικά στοιχεία: «κι ήρθε και κατακάθισε πάνω μου σα σεντόνι όλη της γης η σκόνη…Στην πλώρη ακουμπισμένος ένας διάφανος τα κόκαλα μετράει μένει άφωνος Τρώει την πέτρα σαν ψωμί ο Καίσαρας Βαλιέχο…» (Διάφανος).
Η φύση παίρνει χαρακτήρα ιερό, μυθικό: «μες στην κοιλάδα των Τεμπών φόβος των μηχανοδηγών είναι ένας γέρο πλάτανος μαγκούφης και παράφορος που πίνει απ’ το θολό νερό του ποταμού το ιερό» (Στην Κοιλάδα των Τεμπών).

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ψεύτικες και παροδικές: «και τώρα πες μου κάτι ψεύτικο, Σαν τα ψόφια δάχτυλα που έσφιξα στο χέρι και σαν την ορκισμένη αγάπη της» (Πες μου κάτι). Η Φύση είναι το μέτρο: «στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα». (Διάφανος).

Η απαξίωση της κοινωνικής διάστασης του ανθρώπου οδηγεί στην απώλεια της μνήμης και στην διαφυγή στο φαντασιώδες: «δεν ξέρω που γεννήθηκα, θυμίστε μου που πάω. Ξέχασα αυτούς που έψαχνα κι αυτούς που αγαπάω» (360 χλμ) και: «σαν αερικό θα ζήσω…ο νους μας είναι αληταριό πού όλο θα δραπετεύει» (Αερικό). Οι Φυσικοί κώδικες υπερισχύουν των κοινωνικών.
Μέσα σ’ αυτόν τον ποιητικό κόσμο ο Παπακων/νου δημιουργεί τον προσωπικό μουσικό του κόσμο:


• Δοκιμάζει δικά του κουρντίσματα.
• Δοκιμάζει περίεργες μίξεις οργάνων.
• Μετατρέπει σε μουσικά όργανα σκεύη της καθημερινότητας.
Αυτός ο ερμητικός και περίκλειστος κόσμος του συνθέτη- στιχουργού, ίδιος ο τόπος του που «η θάλασσα Δε δέχτηκε το χώμα του να βρέχει» (Στην Αμερική), διασπάται μόνο μέσω της διονυσιακής μέθεξης και αυτό είναι φανερό στις ζωντανές εμφανίσεις του Παπακων/ντίνου «Κάνω μια βούτα στο ζωμό και βγαίνω κερδισμένος…..έχω και τυρναβίτικη ρετσίνα αποκούμπι» (Μοσχαροκεφαλή).

Αυτή λοιπόν η προσωπική τραγουδοποιία του (δεν μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι πιο προσωπικό) δημιουργεί τη νοσταλγία κωδίκων και σχέσεων.

Στέκεται στην άκρη του γκρεμού τόσο τολμηρά και προκλητικά που νιώθεις την ανάγκη να περάσεις απέναντι. Ο Σέρτζιο Λεόνε οπτικοποίησε στο «Κάποτε στη Δύση» το πέταγμα μιας μύγας δείχνοντας το τέλμα της ηρωικής ερημίας της άγριας Δύσης. Ο Παπακων/νου το ακουστικοποιεί (Οι μύγες βαλσαμώνονται με βαλς) δείχνοντας την ερημία των ορίων της καθ’ ημάς μουσικής ραθυμίας.

Αλλά…μια μύγα έπεσε στη μοσχαροκεφαλή στο πιάτο μας!
Γεια σου Θανάση μου!!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek