του Ν. Βεντούρα, από το Άρδην τεύχος 60, Ιούλιος – Αύγουστος 2006

Σε κάθε εποχή, στις αυλές των ισχυρών της κοινωνίας, εξουσία και σεξ αποτελούν στενά συνδεδεμένο δίπολο. Το Βυζάντιο, κληρονόμος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και στον τομέα αυτό, όπως και σε τόσους άλλους, και διαβόητο το ίδιο για τις διαπλοκές και τις ίντριγκες των ανωτέρων στρωμάτων του, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Το παράδοξο είναι πως η πλέον σκανδαλώδης και τολμηρή καταγραφή της διαπλοκής εξουσίας και σεξουαλικότητας στο Βυζάντιο αποτελεί έργο του κορυφαίου ιστοριογράφου της Ιουστινιάνειας περιόδου και έχει σαν στόχο πρόσωπα που ο ίδιος προηγουμένως εκθείασε. Ο λόγος, φυσικά, για τον Προκόπιο και το έργο του “Ανέκδοτα” (ή “Απόκρυφη Ιστορία”, όπως είναι επίσης γνωστό).
Στο έργο αυτό, γραμμένο περί το έτος 550, δηλαδή προς το τέλος της ζωής του συγγραφέα, στόχος του Προκόπιου, όπως ομολογεί ο ίδιος στον πρόλογό του, είναι “να αποκαλύψω όχι μόνο όσα έχω προηγουμένως παρασιωπήσει, αλλά και τις αιτίες των γεγονότων που ήδη ανέφερα”. Αυτό που ακολουθεί είναι μια άνευ προηγουμένου επίθεση εναντίον του Ιουστιανιανού και της Θεοδώρας, η δριμύτητα της οποίας είχε ως αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί τόσο η αλήθεια της ιστόρησης όσο και η αυθεντικότητα της υπογραφής της. Η τελική απόφανση είναι πως τα Ανέκδοτα αποτελούν όντως έργο του Προκόπιου, πιθανώς χολωμένου από την αντιμετώπιση που είχε στην αυλή του Ιουστινιανού. Αν και οι λεπτομέρειες που καταγγέλλουν τα Ανέκδοτα αμφισβητούνται, ο Προκόπιος δεν έρχεται πουθενά σε φανερή αντίθεση με όσα μαρτυρεί στα υπόλοιπα ιστορικά του έργα. Εν πάση περιπτώσει, τα Ανέκδοτα φωτίζουν πρακτικές της εποχής και εκφράζουν ό,τι κυκλοφορούσε ως κουτσομπολιό στους κύκλους των δυσαρεστημένων αριστοκρατών και του λαού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ιστορία της νεαρής Θεοδώρας, η οποία ξεκινάει την καριέρα της ως αρτίστα του τσίρκου με “κοντό χιτώνα” και περνάει γρήγορα στην πλήρη απασχόληση στο πορνείο, προσφέροντας, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, “παρά φύσιν σωματική εργασία”. Απ’ ό,τι φαίνεται, τέτοιου είδους μαζικά θεάματα, συνηθισμένα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δεν ήταν καθόλου άγνωστα στο Βυζάντιο. Η Θεοδώρα, στη σκηνή του θεάτρου, “ούτε αυλό έπαιζε, ούτε τραγουδούσε, ούτε καν έκανε την χορεύτρια, αλλά μόνο πρόσφερε τα τρυφερά της νιάτα στον πρώτο τυχόντα ασκώντας το επάγγελμα μ’ όλο της το σώμα” (εκ παντός … του σώματος). Στις συχνές ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, η Θεοδώρα “μεταχειριζόμενη διάφορα κόλπα” κατόρθωνε να αποβάλει.

Σύμφωνα με όσα μαρτυρά ο Προκόπιος, τα οποία, αν και αμφιλεγόμενα όσον αφορά στα πρόσωπα που καταγγέλλει, δεν έχουμε λόγο να τα αμφισβητήσουμε ως περιγραφές των συνηθειών της εποχής, το θέατρο είχε ένα μάλλον χαλαρό κώδικα ενδυμασίας: “δεν επιτρέπονταν σε κανέναν να παρουσιάζεται ολωσδιόλου γυμνός στο θέατρο – πρέπει να φοράει τουλάχιστον ένα διάζωμα γύρω από τους βουβώνες και τα αιδοία”. Με τέτοια ενδυμασία παρουσιάζει τη μέλλουσα αυτοκράτειρα να επιδίδεται σε ένα ευφάνταστο ακόμη και για την εποχή μας νούμερο: “Μ’ αυτό λοιπόν το ντύσιμο ξάπλωνε κατάχαμα και κειτόνταν ανάσκελα. Μερικοί θήτες (…)έριχναν πάνω [ ] της κριθάρι, που το έπιαναν σπυρί σπυρί και το έτρωγαν χήνες γυμνασμένες επί τούτω”.

Όχι ότι δεν υπήρχαν αντιδράσεις από την κοινωνία της εποχής απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, αλλά πάντως ήταν σαφώς ηπιότερες απ’ όσο θα φαντάζονταν κανείς έχοντας την εικόνα του θρησκόληπτου Βυζαντίου κατά νου: “τα αξιοσέβαστα πρόσωπα, όταν την συναντούσαν στην αγορά, άλλαζαν δρόμο και έφευγαν βιαστικά”. Όσοι πάλι “την έβλεπαν, ιδιαίτερα νωρίς το πρωί, το ’χαν για γρουσουζιά”. Σε κάθε περίπτωση, οι αντιδράσεις του λαού και των αρχών απέναντι σε τέτοιου είδους δραστηριότητες φαίνονται ιδιαίτερα ήπιες, ενώ χαλαρή ήταν η εφαρμογή των σχετικών νόμων.

Δεν ξέρουμε κατά πόσο ισχύουν οι λεπτομέρειες αυτές του βίου της Θεοδώρας, πάντως είναι φανερό ότι τέτοιου είδους σκηνές ήταν κοινός τόπος και πως αντίστοιχα θεάματα και υπηρεσίες ανεχόταν (αν όχι απολάμβανε) μεγάλο μέρος του Βυζαντινού λαού. Το ενδιαφέρον είναι πως μια γυναίκα τέτοιας καταγωγής και φήμης μπόρεσε και ανήλθε στα ύψιστα αξιώματα της εποχής. Αλλά και εδώ, απ’ ό,τι φαίνεται, ο σεξουαλικός παράγοντας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Ο Προκόπιος παρουσιάζει στα Ανέκδοτα τους ισχυρούς άντρες της εποχής ως μειράκια τα οποία άγονται και φέρονται από τις γυναίκες τους, πανίσχυρες δολοπλόκες που εκμεταλλεύονται έντεχνα το “βασικό ένστικτο”. Έτσι ο Βελισσάριος παρουσιάζεται ως έρμαιο της Αντωνίνας και ο Ιουστινιανός της Θεοδώρας. Οι γυναίκες αυτές εμφανίζονται να ενεργούν με πλήρη ατιμωρησία, επηρεάζοντας σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το κράτος και το στρατό και έχοντας τη δύναμη να ανεβάζουν στην εξουσία τους ευνοούμενούς τους, συχνά τυχάρπαστους εραστές. Σε κάθε περίπτωση, υπονοείται ο έλεγχος των αντρών τους μέσω των σεξουαλικών τους θελγήτρων, ενώ ο Προκόπιος δεν διστάζει να αναφερθεί και σε μαγεία.

Το σίγουρο είναι ότι η Θεοδώρα επηρέαζε τον Ιουστινιανό στην άσκηση της αυτοκρατορικής του εξουσίας, όπως μαρτυρά άλλωστε ο ίδιος σχετικά με την σύνταξη των Νεαρών (“αφού συλλογίστηκα όλα αυτά τα ζητήματα μόνος και αφού ύστερα συμβουλεύτηκα την ευσεβεστάτη σύντροφο που μου έχει δώσει ο Θεός…”). Εξάλλου, και μόνο για να προχωρήσει στον γάμο του με την Θεοδώρα, ο Ιουστινιανός έπρεπε να αλλάξει τους σχετικούς ρωμαϊκούς νόμους, οι οποίοι απαγόρευαν τον γάμο ανάμεσα στα ανώτερα στρώματα και γυναίκες κατώτερων τάξεων (και υποστάθμης), προοικονομόντας την αντίστοιχη ιστορία του Ερρίκου VΙΙΙ.

Ο Προκόπιος μας παρέχει πολλές ακόμα ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με τη σεξουαλική νομοθεσία της εποχής. Για παράδειγμα μαθαίνουμε ότι ο Ιουστινιανός απαγόρευσε με νόμο την παιδεραστία: “δεν εξέταζε όμως ποιοι παρέβαιναν το νόμο μετά την έκδοσή του, αλλά ασχολούνταν με εκείνους που είχαν προσβληθεί από την ασθένεια οποτεδήποτε στο παρελθόν”. Παρόλο που η παιδεραστία αναφέρεται ως “ασθένεια”, στους ενόχους έκοβαν τα γεννητικά όργανα και τους διαπόμπευαν. Απ’ ό,τι φαίνεται από το κείμενο, η επίκληση της παιδεραστίας ήταν ένα μέσο για να στιγματιστούν πολιτικοί αντίπαλοι του Ιουστιανιανού καθώς η ποινή επιβαλλόταν κυρίως “σ’ αυτούς που θεωρούνταν Πράσινοι (…) ή είχαν κατά τύχη πέσει στην δυσμένεια των τυράννων για κάποιο λόγο”. Άλλο ένα παράδειγμα διαπλοκής σεξουαλικότητας και πολιτικής.

Είναι γενικά παραδεκτό πάντως ότι η Θεοδώρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη βελτίωση των σχετικών νόμων, ειδικά σε ό,τι είχε να κάνει με την προστασία των γυναικών. Για παράδειγμα, φρόντισε τις γυναίκες οι οποίες είχαν εξαναγκασθεί, όπως η ίδια, στην πορνεία, μαζεύοντάς τες με ειδικό διάταγμα από την αγορά της Κωνσταντινούπολης και στέλνοντάς τες στο Μοναστήρι της Μετάνοιας, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Αντίστοιχα θετική ήταν η επιρροή της στη νομοθεσία για την τιμωρία της μοιχείας, όπου απάλυνε τις σχετικές διατάξεις ενάντια στις μοιχαλίδες. Φρόντισε ακόμα για την εφαρμογή της θανατικής ποινής εναντίων των βιαστών.
Στα Ανέκδοτα, αναφέρεται ότι η Θεοδώρα αποφάσιζε και διέτασσε κανονίζοντας τα σχετικά με τους γάμους των υπηκόων της, εξαναγκάζοντας σε γάμο ανθρώπους που δεν το ήθελαν. Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η αμφισβητούμενη αυτή δραστηριότητα της Θεοδώρας, η οποία μάλλον εντάσσεται στη συκοφαντική εκστρατεία του Προκόπιου, αλλά η πληροφορία που μας δίνεται σχετικά με τα ισχύοντα ως προς τον θεσμό του γάμου. Σύμφωνα με τα Ανέκδοτα, για να παντρευτεί κάποιος μια γυναίκα εκείνη την εποχή έπρεπε να τον θέλει εκείνη “πράγμα που συνηθίζονταν ακόμα και στους βαρβάρους”. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο γάμος από έρωτα ήταν πράγμα συνηθισμένο στο Βυζάντιο την εποχή εκείνη, αν και ο Προκόπιος μας δίνει επίσης παραδείγματα συνοικεσίων συμφωνημένων μεταξύ του γαμπρού και του πεθερού, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ανώτερες τάξεις.
Αν και, τόσο οι λεπτομέρειες της ιστορίας που παρουσιάζεται στα Ανέκδοτα, όσο και οι προθέσεις του Προκόπιου αμφισβητούνται σφόδρα, είναι παραδεκτό πως δεν πρόκειται παρά για μεγαλοποίηση πρακτικών που, σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό, κυριαρχούσαν στην αυλή της εποχής. Τα Ανέκδοτα, όπως είπαμε, δεν έρχονται ποτέ σε άμεση αντίφαση με τα προγενέστερα σημαντικά ιστορικά του έργα, όπως η Ιστορία των Πολέμων και το Περί Κτισμάτων, απλά φωτίζουν ορισμένα παραλειπόμενα από μια διαφορετική (και μάλλον “κίτρινη” και συκοφαντική) σκοπιά. O κορυφαίος ιστορικός του Βυζαντίου, Α. Βασίλιεφ, αναφέρει, για παράδειγμα, ότι αν και ο Προκόπιος “παρουσιάζει αρκετές κατηγορίες στον λίβελλό του αυτό εναντίον του Ιουστινιανού, εν τούτοις δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα τής κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα κοινωνικής πάλης”. Σε κάθε περίπτωση, ο αποφασισμένος στόχος της ηθικής στηλίτευσης έδωσε στον Προκόπιο τη δυνατότητα να μιλήσει με εξαιρετική ελευθεροστομία για πτυχές της ιστορίας κρυμμένες συνήθως μέσα στις, αυτοκρατορικές ή μη, κρεββατοκάμαρες.

Για τα αποσπάσματα των Ανεκδότων, χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση της Αλόης Σιδέρη για λογαριασμό των εκδόσεων Άγρα.
Προκοπιου Ανεκδοτα ή Απο­κρυφη Ιστορια, εκδοσεις Άγ­ρα, Αθήνα 1988, σελ. 228

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek