των Γ. Καραμπελιά-Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005

«Θα χαθείτε όλοι εσείς που αναζητάτε την ευτυχία χωριστά από το λαό»
Σαιν-Ζυστ

Το μαζικό και αδιαμφισβήτητο «όχι» στο δημοψήφισμα, στις 29/05 στη Γαλλία και την 1/06 στην Ολλανδία, συμπυκνώνει τη διπλή άρνηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών τόσο απέναντι στην οικονομικο-κοινωνική όσο και στη γεωπολιτική στρατηγική των ευρωπαϊκών ελίτ.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, είναι σαφές ότι οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης έχουν σαφέστατα συνταχθεί, από το Μάαστριχτ κι έπειτα, με το παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που προωθούν οι Η.Π.Α. Γι’ αυτό, από το 1992 κι έπειτα, προωθούν σταδιακά την «απελευθέρωση» των ευρωπαϊκών οικονομιών όπως ορίζει ο Π.Ο.Ε. και το Δ.Ν.Τ. Παρόλο που οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές συμμετείχαν στην απομύζηση του Τρίτου Κόσμου, οι ίδιες οι αντιφάσεις αυτού του μοντέλου έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρούς κοινωνικούς κλυδωνισμούς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η πρόσφατη διεύρυνση, για παράδειγμα, αποτέλεσε μια ευκαιρία για μυθώδη κέρδη των πολυεθνικών, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να εγκατασταθούν στην Ανατολική Ευρώπη και να επωφεληθούν από το φθηνό εργατικό δυναμικό και την ελλιπή περιβαλλοντική νομοθεσία. Ταυτόχρονα, όμως, επέτεινε την αντιλαϊκή επίθεση που εκφράζεται μέσα από συμπίεση μισθών, αύξηση ωρών εργασίας (στη Γαλλία καταργήθηκε πρόσφατα το 35ωρο), αμφισβήτηση κοινωνικών δικαιωμάτων. Και το ίδιο συμβαίνει με την παγκοσμιοποίηση γενικότερα: Η προσπάθεια να πέσει το κόστος εργασίας με την εξαγωγή της παραγωγής των επιχειρήσεων (ό,τι συμβαίνει και σε εμάς με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες στην κλωστοϋφαντουργία) και την αθρόα εισαγωγή κοινωνικά απροστάτευτων μεταναστών, μπορεί να σημαίνει κέρδη για τις πολυεθνικές αλλά στο εσωτερικό της Ευρώπης οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας (πάνω από 5 εκατ. στη Γερμανία και πάνω από 3,5 στη Γαλλία), καταστροφή της κοινωνικής προστασίας και αυξανόμενες αντιθέσεις μεταξύ ξένων και ντόπιων εργατών. Η παγκοσμιοποίηση αρχίζει να μεταβάλλεται σε μπούμερανγκ για την Ευρώπη: οι ελίτ κερδίζουν ακόμα, αλλά μεταβάλλονται σε πλειοψηφία αυτοί που χάνουν και στρέφονται εναντίον της. Ακόμα και τμήματα των αρχουσών τάξεων αρχίζουν να ανησυχούν για τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης (όπως συμβαίνει με τις κινεζικές εισαγωγές).

Κατά δεύτερο λόγο, τη λαϊκή δυσαρέσκεια προκάλεσαν οι ευρωατλαντικοί γεωπολιτικοί σχεδιασμοί, κατ’ εξοχήν με την αποδοχή της ένταξης της Τουρκίας, επειδή η μεγάλη οικονομική, θεσμική και κοινωνική απόκλιση, καθώς και η πολιτιστική ανομοιογένεια μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας, θα λειτουργήσουν ως παράγοντας περαιτέρω αποσύνθεσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το ζήτημα αφορά το μέλλον της Ευρώπης, τη συνοχή της και –ιδιαίτερα– τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α. Η συμμετοχή της Τουρκίας θα υπονομεύσει τη συνοχή της Ευρώπης σε κάθε επίπεδο και θα αποτελέσει έναν σημαντικό μοχλό πίεσης των Αμερικάνων στο εσωτερικό της. Όλοι αυτοί οι παράγοντες λήφθηκαν σοβαρά υπ’ όψη από τους ψηφοφόρους του «Όχι», καθιστώντας την επιλογή τους μια συνειδητή και υπεύθυνη πολιτική επιλογή.

Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, η υπερψήφιση του «όχι» ενέχει το νόημα μιας συνολικής καταδίκης του πολιτικού συστήματος και των πολιτικο-επικοινωνιακών ελίτ. Το «όχι» αποτέλεσε και μια ηχηρή κραυγή αποδοκιμασίας και αγανάκτησης. Ένα πολιτικό σύστημα «κολλητών» και διαπλεκομένων που, άσχετα από την κομματική τους ένταξη, υποστήριζε με χυδαίο τρόπο, κινδυνολογώντας, το «Ναι» υπήρξε ένας από τους βασικούς στόχους των ψηφοφόρων του «Όχι».

Ένα λαϊκό κίνημα γεννιέται…
Αυτοί ήταν οι κυριότεροι λόγοι που ξύπνησαν από τον λήθαργο τις κοινωνικές δυνάμεις του «Όχι» και τις ανέδειξαν –μέσα από μια εντυπωσιακή κοινωνική κινητοποίηση– σε ρυθμιστή του αποτελέσματος της ψηφοφορίας.
Η κινητοποίηση των δυνάμεων του «Όχι», ιδιαίτερα στη Γαλλία, πήρε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κινήματος: Λειτουργούσαν μαζικές επιτροπές βάσης που έκαναν καθημερινή προπαγάνδα στις γειτονιές και οι οποίες με τη σειρά τους εξέλεξαν μια πανεθνική συνέλευση η οποία οργάνωσε τις κεντρικές καμπάνιες. Στο εσωτερικό των επιτροπών, δραστηριοποιήθηκαν σε συνεργασία όλα τα κόμματα της άκρας αριστεράς, η αριστερά των σοσιαλιστών, κοινωνικές οργανώσεις όπως η ATTAC αλλά και συνδικάτα όπως η Αγροτική Συνομοσπονδία του Ζοζέ Μποβέ ή η C.G.T.
Η κοινωνική βάση του κινήματος ήταν κατ’ εξοχήν λαϊκή. Ουσιαστικά, ο σκληρός πυρήνας του «Όχι» ήταν όσοι είδαν τις ζωές τους να υποβαθμίζονται από τις παγκοσμιοποιητικές επιλογές των ελίτ : Οι εργάτες τάχθηκαν κατά 79% υπέρ του «Όχι», οι αγρότες κατά 70%, ενώ οι μισθωτοί υπάλληλοι και οι άνεργοι κατά 69% και 71% αντίστοιχα. Στα ίδια συμπεράσματα μας οδηγούν και η συσχέτιση της ψήφου με το εισόδημα, όπου το «Όχι» ξεπερνάει το 60% στα χαμηλά και τα μεσαία εισοδήματα. Την λαϊκή βάση του κινήματος, επίσης, επιβεβαιώνουν και τα στατιστικά που έχουν να κάνουν με το επίπεδο εκπαίδευσης: Όσοι δεν είχαν δίπλωμα λυκείου τάχθηκαν κατά 72% υπέρ του «Όχι», ενώ στον αντίποδα τοποθετήθηκαν οι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου, οι οποίοι στήριξαν κατά 64% το «Ναι».
Το κίνημα πολιτικά είχε κατ’ εξοχήν προοδευτικό προσανατολισμό – δεν ήταν δηλαδή μια «αντιδραστική» ή «στομαχική» επιλογή, όπως προσπάθησαν να την παρουσιάσουν οι δυνάμεις του «Ναι». Πέρα από την περίπτωση του Εθνικού Μετώπου, το οποίο συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση εξ αιτίας της λαϊκής του βάσης και χρήζει ειδικής ανάλυσης, το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων του «Ναι» προήλθε από το πολιτικό μπλοκ των οπαδών της «παγκοσμιοποίησης», δηλαδή την κυβερνώσα Δεξιά (76%), τους φιλελεύθερους (80%), τη νεοφιλελεύθερη πτέρυγα των Σοσιαλιστών (44%) και των Πρασίνων (40%), ενώ έπεσε κάτω από 10% στα αριστερά κόμματα.

…Η αντίδραση των ελίτ
Αυτός ο πρωτοφανής κοινωνικός δυναμισμός πανικόβαλε τις ελίτ, οι οποίες δεν είχαν συνηθίσει διόλου ν’ αντιμετωπίζουν μια τόσο δυναμική κοινωνική αντίδραση και μάλιστα σε ζητήματα που αφορούν την Ευρώπη. Αξίζει να θυμηθούμε ότι, πριν από ένα χρόνο, τα μεγάλα ποσοστά που σημείωσε η αποχή κατά τις ευρωεκλογές είχαν, αν μη τι άλλο, επιβεβαιώσει την αδιαφορία των ευρωπαϊκών λαών για ό,τι αφορά τους γραφειοκρατικοποιημένους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Όσο δυναμικό, λοιπόν, ήταν το ξέσπασμα της γαλλικής και της ολλανδικής κοινωνίας, άλλο τόσο ακραία υπήρξε και η αντίδραση των ελίτ.
Καθημερινά, τα Μ.Μ.Ε. επιδίδονταν σε έναν αγώνα κατασυκοφάντησης του «Όχι» χρησιμοποιώντας κάθε λογής ασύστατα επιχειρήματα: Από το ότι το «Όχι θα σημάνει το τέλος της Ευρώπης», μέχρι το «Όχι σημαίνει Λεπέν και άκρα Δεξιά». Και φυσικά, αυτοί που πρωτοστάτησαν δεν ήταν άλλοι από τους «συνήθεις ενόχους» της ιδεολογικής παραπλάνησης, αυτά τα πάλαι ποτέ «τρομερά παιδιά» του Μάη του 1968: Πολιτικοί όπως ο «επαναστάτης» Κον-Μπετίτ και διανοούμενοι όπως ο πρώην «τρομοκράτης» και νυν «ρεαλιστής» Αντόνιο Νέγκρι, οι οποίοι έχουν ήδη αποδείξει την ικανότητά τους –μέσα από τα ευφυολογήματα της «ανοιχτής κοινωνίας», του «πολυπολι­τισμού», της «ευρωπαϊκής πολιτοφροσύνης»– να αντιστρέφουν την πραγματικότητα.

Οι πολιτικοί ηγέτες της Ε.Ε. φρόντιζαν να φορτίζουν ακόμα περισσότερο το κλίμα, με εκβιαστικές δηλώσεις και κινήσεις που προσπαθούσαν να προκαταλάβουν τους ψηφοφόρους: το Γερμανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε το Σύνταγμα δύο μέρες πριν το Δημοψήφισμα, ενώ ο Σρέντερ και ο Φίσερ προσπάθησαν να συνδέσουν τις τύχες του Γαλλογερμανικού άξονα με την αποδοχή του Ευρωσυντάγματος. Τέλος, παρόμοιο ρόλο έπαιξαν και οι διάφοροι οικονομικοί παράγοντες, αναλυτές κ.λ.π. που εκφόβιζαν τους ψηφοφόρους.

Στα καθ’ ημάς, αν και η συζήτηση για το ευρωσύνταγμα ξεκίνησε μόνον όταν διαφάνηκε στον ορίζοντα το πατατράκ των ελίτ, βρέθηκαν πολλοί πρόθυμοι να αναπαραγάγουν την κατασυκοφάντηση του «Όχι». Όλως τυχαίως, ήταν πάλι εκείνοι που μόλις πριν από έναν χρόνο επιδίδονταν σ’ έναν ανάλογο «αγώνα» για να μας πείσουν για την «καταστροφικότητα» ενός «Όχι» στο σχέδιο Ανάν και –όλως περιέργως– τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν τότε και τώρα ήταν της ίδιας υφής. Και βέβαια ήδη μία πρώτη δημοσκόπηση στις 30 Μαΐου κατέδειξε πως και στην Ελλάδα η πλειοψηφία των πολιτών συντάσσεται με το όχι, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών.

Σεισμοί και Μετακινήσεις
Παρ’ όλους τους εκβιασμούς όμως το αποτέλεσμα των εκλογών επιβεβαίωσε τη διαφαινόμενη ήττα των ελίτ. Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι τεράστιες:
Α. Το «όχι» των Γάλλων θα παρασύρει και άλλες χώρες στο να καταψηφίσουν το Ευρωσύνταγμα. Ήδη η Ολλανδία ακολούθησε με συντριπτικά ποσοστά συμμετοχής και απόρριψης, αποδεικνύοντας πως οι λαοί δεν είναι αδιάφοροι όταν νιώθουν πως η ψήφος τους μετράει αληθινά, ενώ στην Αγγλία οι δημοσκοπήσεις δείχνουν 89% υπέρ του Όχι. Η τύχη του Ευρωσυντάγματος έχει κριθεί…
Β. Επίσης, είναι σαφές πως η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη. Επιπλέον το «Όχι» δίνει το έναυσμα για μια περίοδο ανανέωσης του προβληματισμού για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα της Ευρώπης καθώς και για τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού μοντέλου που θα συνδυάζει ισότητα, ελευθερία, οικολογική ισορροπία και εθνική αυτεξουσιότητα των λαών.
Ανεξάρτητα, βέβαια, από ό,τι υποστήριζαν οι οπαδοί του «Ναι», η απαρχή αυτής της περιόδου εσωστρέφειας δεν συνιστά παρά μόνο το «τέλος» μιας ορισμένης Ευρώπης, της Ευρώπης των ανεξέλεγκτων γραφειοκρατών των Βρυξελλών, των πολιτικών ελίτ που αποφασίζουν έξω και πάνω από τους πολίτες.
Το «όχι» προέκυψε από εσωτερικές διεργασίες μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες οι οποίες επηρεάζονται αρνητικά από ένα υπερεθνικό μοντέλο οργάνωσης –την Ευρωπαϊκή Ένωση– και αντιδρούν απέναντι σ’ αυτό.
Γ. Προκύπτει λοιπόν ένα νέο ποιοτικά γεγονός. Μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούσε πάνω από τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες – κι αυτό από δύο πλευρές. Αφ’ ενός αποφάσιζε δίχως τη συμμετοχή των πολιτών – κι αυτό συνιστούσε ένα έλλειμμα δημοκρατίας. Αφ’ ετέρου, οι αποφάσεις της ήταν ομογενοποιητικές, εκπορεύονταν δηλαδή από ένα κέντρο το οποίο διηύθυνε όλη την Ένωση δίχως να λαμβάνει υπ’ όψη τις ιδιαιτερότητες και τα προβλήματα της κάθε κοινωνίας. Με λίγα λόγια, αντιμετωπίζαμε μια Ευρώπη η οποία λειτουργούσε ως μία συγκεντρωτική ομοσπονδία, με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τις ελίτ να συνιστούν μια ανεξέλεγκτη ολιγαρχία.
Το «όχι» αποτελεί το τέλος αυτής της Ευρώπης, έτσι όπως την γνωρίσαμε μέχρι σήμερα και της οποίας τα κυριότερα χαρακτηριστικά είχαν καταγραφεί στα άρθρα του ευρωσυντάγματος. Αποτελεί μια ουσιαστική απόπειρα εισβολής του λαϊκού παράγοντα στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο, μια ήττα της νεοφιλελεύθερης λογικής και θα πυροδοτήσει εξελίξεις που θα τείνουν να ανατρέψουν τη λογική της παγκόσμιας ενοποιημένης αγοράς. Τα επόμενα χρόνια θα ενισχυθούν οι τάσεις για αναβάθμιση του εθνικού και τοπικού επιπέδου αποφάσεων και παραγωγής που θα προσφέρουν μεγαλύτερη προστασία στους τοπικούς πληθυσμούς απέναντι στην πλήρη αποδιάρθρωση των κοινωνιών που ευαγγελίζεται ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός.
Κοντολογίς, οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί δεν υπέγραψαν μόνο τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ευρωσυντάγματος και μιας ορισμένης διάρθρωσης της Ευρώπης. Ταυτόχρονα προκάλεσαν την αναγέννηση της λαϊκής βούλησης, που είναι το πραγματικό υποκείμενο της ουσιαστικής δημοκρατίας και του συντάγματος που αντιστοιχεί σ’ αυτή.

…Και στην Ελλάδα
Και προφανώς το ίδιο ισχύει και για μας στην Ελλάδα. Κατ’ αρχάς, θα αναδείξει στο ευρωπαϊκό προσκήνιο το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας και μάλιστα χωρίς να μπαίνει με δική μας πρωτοβουλία, γεγονός που συνιστά μια μεγάλη στροφή στις σχέσεις της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και θα ενισχύσει τις προσπάθειες για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού. [Δεν είναι τυχαίο, ενώ τα προηγούμενα χρόνια στη Γαλλία κυριαρχούσε ένα πνεύμα εχθρικό απέναντι στην Ελλάδα, τώρα ,ένας Γάλλος αρθρογράφος, αναφερόμενος στην ημερομηνία του δημοψηφίσματος –29 Μαΐου, ημέρα αλώσεως της Πόλης–, έφθασε να θέσει ως τίτλο του άρθρου του: «Όχι στη νέα Άλωση».] Και βέβαια θα πρέπει όπως και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι –τουλάχιστον– να αποφασίσει ο ελληνικός λαός με δημοψήφισμα για την ένταξη της Τουρκίας.
Κατά δεύτερο λόγο, θα επικεντρώσει και πάλι τα ζητήματα που αφορούν τους προσανατολισμούς της κοινωνίας μας στο εσωτερικό πεδίο και θα περιορίσει τη λογική της απόλυτης εξάρτησης από τις Βρυξέλλες και την παγκοσμιοποίηση που τα τελευταία χρόνια προπαγανδίζουν τα μεγάλα κόμματα και οι διαπλεκόμενοι. Η Ευρώπη και οι τύχες της Ελλάδας θα εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις δικές μας αποφάσεις και κινητοποιήσεις. Και αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας. Όσο για τις λογικές των τρωκτικών των κονδυλίων πως «θα πάρουμε λιγότερα χρήματα από την Ευρώπη», η μόνη απάντηση είναι πως η λογική των κονδυλίων (παίρνουμε 4- δισ. Ευρώ από τα διάφορα ταμεία) οδήγησε σε ένα έλλειμμα των εμπορικών ανταλλαγών με την Ε.Ε. που ξεπερνάει τα 10 δισ. ευρώ! Δεν μένει λοιπόν παρά να αναπτύξουμε την εσωτερική παραγωγή.
Η Ελλάδα πρέπει να υποστηρίξει την ένταξη των Βαλκανίων και όχι της Τουρκίας στην Ε.Ε., να αναπτύξει αποφασιστικά τις σχέσεις με τους βόρειους γείτονές της. Όσο για τις ευρωπαϊκές σχέσεις, θα πρέπει να προωθηθούν στα πλαίσια συνομοσπονδιακών δομών, που θα περιλαμβάνουν και ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη –δηλαδή και τη Ρωσία– οι οποίες θα συνδυάζουν την ενότητα με την αυτονομία, και όχι ομοσπονδιακών, που εξαφανίζουν πρόωρα τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη, όταν μάλιστα αυτές είναι εξαρτημένες αποκλειστικά από τα συμφέροντα των δυτικών πολυεθνικών.

Οι Γάλλοι χτύπησαν το καμπανάκι της αφύπνισης για όλους τους Ευρωπαίους. Και προπαντός για μας.

2 Ιουνίου 2005

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek