του Κ. Ψυχοπαίδη, από το Άρδην τ. 52, Ιανουάριος-Μάρτιος 2005

Στις 13 Δεκεμβρίου του 2004 κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου μου, Η θεμελιώδης παρέκκλιση, Ρομαντισμός και Διαφωτισμός στον 21ο αιώνα, απεβίωσε αιφνίδια και τραγικά, την ώρα που βρισκόταν στο βήμα και ολοκλήρωνε την εισήγησή του, ο φίλος, και συναγωνιστής από τα προδικτατορικά χρόνια, Κοσμάς Ψυχοπαίδης. Ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης, καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπήρξε από τους σπουδαιότερους νεώτερους φιλοσόφους μας, ενώ το συγγραφικό του έργο ήταν εκτενές και σημαντικό. Εις ανάμνησιν του και για να τον τιμήσουμε, δημοσιεύουμε την απομαγνητοφωνημένη ημιτελή ομιλία του από αυτό το τραγικό βράδυ.
Στον φίλο Κοσμά…
Γ. Καραμπελιάς


Ευ­χα­ρι­στώ.

Κλεί­νω αυ­τόν τον κύ­κλο των ει­ση­γή­σε­ων και μπο­ρώ έ­τσι να πε­ριο­ρί­σω κά­πως την ει­σή­γη­σή μου διό­τι έ­χουν προ­η­γη­θεί οι συ­νά­δελ­φοι και έ­χουν κα­λύ­ψει αρ­κε­τά απ’ αυ­τά που ή­θε­λα να πω.

Θα συμ­φω­νή­σω και ε­γώ ό­τι (το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά) εί­ναι έ­να έρ­γο που κα­λύ­πτει πά­ρα πολ­λά πε­δί­α και εί­ναι α­δύ­να­το, αν δεν υ­πάρ­ξει συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη και με­γά­λος χρό­νος, να κα­λυ­φθούν συ­στη­μα­τι­κά έ­στω και με­ρι­κά απ’ αυ­τά τα πε­δί­α. Θα στα­θώ ό­μως σε με­ρι­κά πράγ­μα­τα που μου έ­κα­ναν ε­μέ­να ε­ντύ­πω­ση και που νο­μί­ζω ό­τι αρ­κούν για να πει­στεί κά­ποιος ό­τι πρέ­πει να δια­βά­σει αυ­τό το βι­βλί­ο και να προ­βλη­μα­τι­στεί α­πό ό­σα γρά­φει, και να προ­σπα­θή­σει να σχη­μα­τί­σει μια γνώ­μη δι­κή του σε σχέ­ση με αυ­τά που λέ­ει ο Γιώρ­γος ο Κα­ρα­μπε­λιάς.

Το βα­σι­κό πρό­βλη­μα που θέ­τει, ό­πως λέ­ει και στον υ­πό­τι­τλο, εί­ναι η α­ντι­πα­ρά­θε­ση ρο­μα­ντι­σμού και δια­φω­τι­σμού και αυ­τή η ί­δια η α­ντι­πα­ρά­θε­ση εί­ναι έ­να πρό­βλη­μα, δεν εί­ναι κά­τι αυ­το­νό­η­το. εί­ναι μια ό­ξυν­ση, ί­σως μια α­κρό­τη­τα ό­τι, δη­λα­δή, α­πό τη μια με­ριά έ­χου­με τον δια­φω­τι­σμό που ρί­χνει φως στα πά­ντα και έ­χει την πλή­ρη γνώ­ση, και α­πό την άλ­λη έ­χου­με τον ρο­μα­ντι­σμό, ο ο­ποί­ος πη­γαί­νει στο ι­διαί­τε­ρο, στην α­πό­κλι­ση, στην ι­διαι­τε­ρό­τη­τα. Αυ­τό το σχή­μα θα πρέ­πει ο­πωσ­δή­πο­τε να αρ­θεί στη συ­νέ­χεια, για να το πού­με ε­γε­λια­νά, έ­τσι ώ­στε να φα­νού­νε οι δια­με­σο­λα­βή­σεις. Και να φα­νεί ό­τι αυ­τές οι έν­νοιες δεν μπο­ρούν να μεί­νουν σ’ αυ­τήν την ό­ξυν­ση διαρ­κώς αλ­λά θα πρέ­πει να δού­με πως πλη­σιά­ζο­νται και που πλη­σιά­ζο­νται, και που α­ντι­πα­ρα­τί­θε­νται και πώς α­ντι­πα­ρα­τί­θε­νται, και αυ­τό εί­ναι έ­να σο­βα­ρό θε­ω­ρη­τι­κό, φι­λο­σο­φι­κό αλ­λά και πο­λι­τι­κό πρό­βλη­μα. Και αυ­τό εί­ναι το θέ­μα που θέ­τει ο Κα­ρα­μπε­λιάς λέ­γο­ντας ό­τι τον εν­δια­φέ­ρει μια νέ­α σύν­θε­ση. Μια νέ­α σύν­θε­ση των πνευ­μα­τι­κών αυ­τών στά­σε­ων που έ­χει ση­μα­σί­α ό­χι μό­νο θε­ω­ρη­τι­κή αλ­λά και πο­λι­τική.

Πράγ­μα­τι, η κρι­τι­κή στρέ­φε­ται κα­τά αυ­τού που λέ­γε­ται ερ­γα­λεια­κός ορ­θο­λο­γι­σμός. Εί­ναι ο ορ­θο­λο­γι­σμός στον ο­ποί­ο έ­κα­νε κρι­τι­κή ο Χορ­κχά­ι­μερ, και οι Α­ντόρ­νο και Χορ­κχά­ι­μερ στη Δια­λε­κτι­κή του Δια­φω­τι­σμού. Εί­ναι ο ορ­θο­λο­γι­σμός που ό­πως λέ­γε­ται, με μια κα­ντια­νή έν­νοια, εί­ναι υ­πο­θε­τι­κές προ­στα­κτι­κές του Λό­γου. Δη­λα­δή αν θέ­λεις Α κά­νε Β για να πε­τύ­χεις αυ­τό το Α. Χω­ρίς να εν­δια­φε­ρό­με­θα αν αυ­τό το Α μπο­ρεί να α­ξιο­λο­γη­θεί αρ­νη­τι­κά ή θε­τι­κά. Δη­λα­δή, ά­μα θέ­λω να σκο­τώ­σω κά­ποιον πρέ­πει να βά­λω μια σφαί­ρα στο πι­στό­λι, διό­τι δια­φο­ρε­τι­κά, αν πά­ρω έ­να νε­ρο­πί­στο­λο η πρά­ξη μου θα εί­ναι μη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, δεν θα έ­χει την προ­σφο­ρό­τη­τα, δεν θα εί­ναι πρό­σφο­ρα τα μέ­σα σε σχέ­ση με τον σκο­πό. Ή ό­πως λέ­γε­ται στην γλώσ­σα του Max Weber, του με­γα­λύ­τε­ρου κοι­νω­νιο­λό­γου του ει­κο­στού αιώ­να: ορ­θο­λο­γι­σμός κα­τά τον σκο­πό.

Ω­στό­σο ο δια­φω­τι­σμός, ο κλα­σι­κός δια­φω­τι­σμός, γνω­ρί­ζει και μια άλ­λη διά­στα­ση του δια­φω­τι­σμού που θα τη λέ­γα­με Λό­γο, δη­λα­δή σε α­ντί­θε­ση με τη διά­νοια, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει τη διά­νοια στον Λό­γο. Δη­λα­δή στο ό­τι α­ξιο­λο­γώ και α­να­ρω­τιέ­μαι για τους στό­χους, για τους σκο­πούς. Πέ­φτει έ­να παι­δί στο νε­ρό, λέ­ει ο Χορ­κχά­ι­μερ, το να πέ­σω στο νε­ρό να το βγά­λω εί­ναι ρο­μα­ντι­σμός; Εί­ναι έλ­λο­γο. Εί­ναι έλ­λο­γο σε α­ντί­θε­ση με το ερ­γα­λεια­κό. Αυ­τή λοι­πόν ό­λη η πε­ριο­χή του ελ­λό­γου το ο­ποί­ον δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το λει­τουρ­γι­κό και α­πό το ερ­γα­λεια­κό, αυ­τή η πε­ριο­χή μας λέ­νε οι Χορ­κχά­ι­μερ, Α­ντόρ­νο και ο Κα­ρα­μπε­λιάς –στην συ­νέ­χεια της σκέ­ψης πολ­λών θε­ω­ρη­τι­κών μέ­χρι το βι­βλί­ο αυ­τό– ό­τι α­πορ­ρο­φά­ται, ό­τι έ­χει α­πορ­ρο­φη­θεί στην ε­πο­χή μας α­πό τη Διά­νοια, α­πό την ερ­γα­λεια­κό­τη­τα. Α­πορ­ρο­φά­ται η δια­φο­ρά του Λό­γου, που εί­ναι ό­τι δεν εί­ναι ο­ποιοσ­δή­πο­τε στό­χος ε­πι­λέ­ξι­μος, αλ­λά ό­τι πρέ­πει να μι­λή­σου­με και για στό­χους, ό­τι εί­ναι έλ­λο­γο να μι­λή­σου­με και για στό­χους. (Και μου έ­κα­νε ε­ντύ­πω­ση ο Γιώρ­γος (ο Στα­μα­τό­που­λος) που έ­λε­γε προ­η­γου­μέ­νως: «Θύ­μω­σε ο Κα­ρα­μπε­λιάς, αλ­λά εί­ναι έλ­λο­γος ο θυ­μός του», δεν εί­πε εί­ναι ρο­μα­ντι­κός ο θυ­μός του. -Έ­τσι δεν εί­πες; Δεν εί­πες εί­ναι έλ­λο­γος ο θυ­μός του;
Λέ­ω λοι­πόν μή­πως πλη­σιά­ζει σ’ αυ­τό το ση­μεί­ο το έλ­λο­γο και το ρο­μα­ντι­κό; Αυ­τά εί­ναι προ­βλή­μα­τα τα ο­ποί­α, πέ­ρα α­πό το ό­τι τα θέ­τω ε­γώ, τί­θε­νται στο βι­βλί­ο τε­λεί­ως κε­ντρι­κά και εί­ναι πο­λύ στρα­τη­γι­κά.

Αν πά­ρε­τε τους ρο­μα­ντι­κούς… Πάρ­τε τον με­γά­λο ρο­μα­ντι­κό Kleist στην «Σπα­σμέ­νη Στά­μνα», που την έ­χου­με δει ε­δώ στην Α­θή­να: έ­χει τους δύ­ο δι­κα­στές: τον ερ­γα­λεια­κό δι­κα­στή, που κά­νει για το συμ­φέ­ρον του διά­φο­ρες α­νή­θι­κες και πα­ρά­νο­μες πρά­ξεις και τον έλ­λο­γο, τρό­πον τι­νά, δι­κα­στή ο ο­ποί­ος έρ­χε­ται για να διορ­θώ­σει και να κά­νει μια α­πο­δε­κτή και α­πό την η­θι­κή δρά­ση (που βέ­βαια ε­δώ μπαί­νει και η ρο­μα­ντι­κή ει­ρω­νεί­α για να ντου­μπλά­ρει …το άλ­λο ντου­μπλά­ρι­σμα ελ­λό­γου και ερ­γα­λεια­κού, το ο­ποί­ο πε­ριέ­χει το μο­ντέ­λο).

Πάρ­τε τον με­γά­λο δια­φω­τι­στή Μπε­τό­βεν ο ο­ποί­ος στον «Φι­ντέ­λιο» έ­χει πά­λι και αυ­τός τα δύ­ο ε­πί­πε­δα: τον διευ­θυ­ντή της φυ­λα­κής, που εί­ναι, τρό­πον τι­νά, ο ερ­γα­λεια­κά σκε­πτό­με­νος ε­γω­ι­στής, και τον ε­πι­θε­ω­ρη­τή –τον Λό­γο– ο ο­ποί­ος θα τον ε­λέγ­ξει. Ό­λα αυ­τά σε μια διά­σπα­ση, η ο­ποί­α εί­ναι διά­σπα­ση της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τος. Να σκε­φτού­με άρ­ση της διά­σπα­σης και προ­νε­ω­τε­ρι­κό Λό­γο; που θα χά­σει τα κρι­τή­ριά του; Διό­τι αν χά­σει τα κρι­τή­ριά του, τό­τε πλέ­ον δεν μπο­ρώ να τον ε­πι­λέ­ξω. Διό­τι αν ε­πι­λέ­ξω έ­να ρο­μα­ντι­κό πρό­γραμ­μα, ό­χι για την τέ­χνη αλ­λά για την πο­λι­τι­κή, θα κα­τα­ντή­σω να κα­τα­λή­ξω στη θε­ω­ρί­α του άλ­λου φί­λου του Kleist, του με­γά­λου ρο­μα­ντι­κού, του Adam Μüller, για τον ο­ποί­ο έ­γρα­ψε ο Carl Schmitt τον Πο­λι­τι­κό Ρο­μα­ντι­σμό, ο ο­ποί­ος έ­παιρ­νε θέ­σεις πο­λι­τι­κές του ε­πι­πέ­δου να γυ­ρί­σου­με στο Ancien Régime, να έ­χου­με κλη­ρο­νο­μι­κό δί­καιο να παίρ­νει μό­νο ο πρω­τό­το­κος και οι άλ­λοι να μην παίρ­νουν τί­πο­τε, να έ­χου­με τον α­νε­ξέ­λε­γκτο μο­νάρ­χη κ.λπ. κ.λπ.

Ας πά­ρου­με τον Ρουσ­σώ που τον διεκ­δι­κούν οι δύ­ο πα­ρα­δό­σεις, και η ρο­μα­ντι­κή και η δια­φω­τι­στι­κή. Αυ­τός, σε συ­ζή­τη­ση που εί­χε με τον Βολ­ταί­ρο για τον σει­σμό της Λισ­σα­βώ­νας, έ­λε­γε ό­τι για τον σει­σμό δεν φταί­ει ο Θε­ός, αλ­λά οι άν­θρω­ποι φτιά­χνουν χά­ριν του κέρ­δους –του ερ­γα­λεια­κού ορ­θο­λο­γι­σμού– με­γά­λα σπί­τια και βά­ζουν λί­γα υ­λι­κά μέ­σα (για να έ­χουν πιο πολ­λά κέρ­δη) και γι’ αυ­τό γκρε­μί­ζο­νται και σκο­τώ­νο­νται. Και του λέ­ει ο Βολ­ταί­ρος: “Ά­ρα θέ­λεις να πά­με πί­σω στη Φύ­ση να φτιά­χνου­με κα­λύ­βες; Που ση­μαί­νει ό­μως ό­τι δεν θα υ­πάρ­χουν και ε­πι­στή­μες, δεν θα υ­πάρ­χει και Χη­μεί­α, και α­φού δεν θα υ­πάρ­χει Χη­μεί­α δεν θα υ­πάρ­χουν και τα φάρ­μα­κα που παίρ­νω ε­γώ και ζω πε­ρισ­σό­τε­ρο, α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας τις α­σθέ­νειες που ο Πο­λι­τι­σμός –πα­ρα­δέ­χο­μαι– μου έ­χει προ­ξε­νή­σει”.

Για τον Κα­ντ, τον με­γά­λη φορ­μα­λι­στή, λί­γοι γνω­ρί­ζουν ό­τι εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος κρι­τι­κός του τε­χνι­κού ορ­θο­λο­γι­σμού, και ο με­γα­λύ­τε­ρος θε­ω­ρη­τι­κός της α­προσ­διο­ρι­στί­ας. Η έν­νοια του Θε­ού στον Κα­ντ α­κρι­βώς α­πό ε­κεί προ­έρ­χε­ται. Α­πό το ό­τι θέ­τει ως α­προσ­διό­ρι­στο το ε­γω­ι­στι­κό και ερ­γα­λεια­κό πράτ­τειν, και λέ­ει ό­τι δρώ­ντας οι άν­θρω­ποι έ­τσι ερ­γα­λεια­κά το ό­τι δεν κα­τα­στρέ­φε­ται ο κό­σμος εί­ναι υ­πό­θε­ση του Θε­ού. (Αυ­τό εί­ναι στην Τρί­τη Κρι­τι­κή αλ­λά και στην Πρώ­τη Κρι­τι­κή του Κα­θα­ρού Λό­γου).

Δεν θα ε­πι­μεί­νω σ’ αυ­τήν την προ­σπά­θεια διά­νοι­ξης της δια­με­σο­λά­βη­σης με­τα­ξύ των πα­ρα­δό­σε­ων, το ο­ποί­ο εί­ναι α­πο­λύ­τως ση­μα­ντι­κό, αλ­λά θα δεί­ξω μέ­σα στο έρ­γο του Κα­ρα­μπε­λιά τέ­τοιες προ­σπά­θειες.

Κατ’ αρ­χήν εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό ό­τι ο Κα­ρα­μπε­λιάς μας λέ­ει κά­τι για τον Μαρ­ξ το ο­ποί­ο έ­χει πα­ρα­γνω­ρι­στεί: το ρο­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο στον Μαρ­ξ. Το ρο­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο του Μαρ­ξ το ε­ντο­πί­ζει στα Χει­ρό­γρα­φα του 44, ό­που λέ­ει ό­τι εί­ναι ο άν­θρω­πος ο ο­ποί­ος α­να­πτύσ­σει ό­λες του τις δυ­νά­μεις και ο ο­ποί­ος την μια μέ­ρα ψα­ρεύ­ει, την άλ­λη φι­λο­σο­φεί, την άλ­λη δια­βά­ζει, την άλ­λη α­κού­ει μου­σι­κή κ.λπ. κ.λπ. Αυ­τό για το νε­α­νι­κό του έρ­γο. Μα υ­πάρ­χει και σε ό­λο του το έρ­γο και μέ­χρι το Κε­φά­λαιο. Στο Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο γρά­φει ο Μαρ­ξ κα­τά λέ­ξη: «Οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις αι­σθά­νο­νται δε­σμευ­μέ­νες και θέ­λουν να δια­σπά­σουν τα δε­σμά τους» (προ­σω­πο­ποιεί και βά­ζει την έν­νοια του πώς αι­σθά­νο­νται), ή λέ­ει: empören sich die Produktivkräfte δη­λα­δή α­γα­να­κτούν, ε­ξα­νί­στα­νται οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις οι ο­ποί­ες δε­σμεύ­ο­νται και θέ­λουν να σπά­σουν τα δε­σμά κ.λπ. Αυ­τά υ­πάρ­χουν και στο Κε­φά­λαιο και στα Grundrisse. Και στο Κε­φά­λαιο υ­πάρ­χει και το πρό­βλη­μα του βα­μπι­ρι­σμού του κε­φα­λαί­ου, δη­λα­δή το κε­φά­λαιο εί­ναι έ­να βα­μπίρ, έ­νας δρά­κου­λας που πί­νει το αί­μα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης – μια πο­λύ ρο­μα­ντι­κή ι­δέ­α.

Τώ­ρα, θα μου ε­πι­τρέ­ψε­τε να μεί­νω σε με­ρι­κά ση­μεί­α που εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κά στη δου­λειά του Κα­ρα­μπε­λιά. Πρώ­τα απ’ ό­λα ξε­κι­νά α­πό τη θε­ω­ρί­α της α­πό­κλι­σης. (ει­πώ­θη­κε α­πό τους προ­η­γού­με­νους ο­μι­λη­τές) α­πό­κλι­ση α­πό τον ερ­γα­λεια­κό λό­γο και ταυ­τό­χρο­να υ­πέρ­βα­ση του μεσ­σια­νι­σμού, δη­λα­δή της τε­λε­ο­λο­γί­ας, η ο­ποί­α με έ­ναν α­να­γκαί­ο τρό­πο μάς ο­δη­γεί α­πό την τω­ρι­νή μας κα­τά­στα­ση, που δεν εί­ναι ε­πι­θυ­μη­τή, στην μελ­λο­ντι­κή που εί­ναι: τέ­λος της Ι­στο­ρί­ας, Κομ­μου­νι­σμός, Θε­ο­φά­νεια κ.λπ.

Εν συ­νε­χεί­α προ­χω­ρά­ει στην κρι­τι­κή της ύ­βρε­ως, να υ­περ­βού­με αυ­τό που έ­χει υ­πάρ­ξει σή­με­ρα ως άν­θρω­πος και να πε­ρά­σου­με στον με­τάν­θρω­πο της νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας (ο ο­ποί­ος θα εί­ναι σαν και αυ­τά που βλέ­που­με στην τη­λε­ό­ρα­ση, τους Ρό­μπο­κοπ και αυ­τούς που εί­ναι μι­σοί μη­χα­νή και μι­σοί άν­θρω­πος). Α­ντι­πα­ρα­θέ­τει σ’ αυ­τή την τε­ρα­τώ­δη, τρό­πον τι­νά, αρ­νη­τι­κή ου­το­πί­α την α­να­φο­ρά στο μέ­τρο, στην ι­σορ­ρο­πί­α, οι ο­ποί­ες βέ­βαια εί­ναι αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές ι­δέ­ες, αλ­λά σή­με­ρα εκ­φρά­ζο­νται και εκ­δη­λώ­νο­νται μέ­σα α­πό κι­νή­μα­τα ό­πως τα οι­κο­λο­γι­κά, ή πο­λι­τι­κά κι­νή­μα­τα που αμ­φι­σβη­τούν την ερ­γα­λεια­κό­τη­τα, ό­πως ή­ταν του Μά­η του ’68.

Στρο­φή λοι­πόν προς τη φύ­ση, προς την το­πι­κό­τη­τα, προς την πο­λι­τι­σμι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, προς τη θρη­σκευ­τι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα. Σε ό­λες αυ­τές τις πα­ρα­δο­σια­κές α­ξί­ες τι θα κά­νου­με; Α­πλώς θα τις υ­ιο­θε­τή­σου­με; Θα συ­μπε­ρι­φε­ρό­μα­στε δη­λα­δή ό­πως βλέ­που­με κά­ποιους πα­λιούς να κά­νου­νε; Πρέ­πει να τις υ­ιο­θε­τή­σου­με αλ­λά­ζο­ντάς τες και προ­σαρ­μό­ζο­ντάς τες σε άλ­λες α­ξί­ες κα­θώς και σε στοι­χεί­α που θε­με­λιώ­νου­με έλ­λο­γα, ό­πως εί­ναι π.χ. οι δη­μο­κρα­τι­κοί θε­σμοί, και α­κό­μα και σε ερ­γα­λεια­κές κα­τα­σκευές α­πό τις ο­ποί­ες δεν μπο­ρού­με να πα­ραι­τη­θού­με – για πα­ρά­δειγ­μα αν χρειά­ζε­ται (ό­πως αυ­τό που εί­πε ο Βολ­ταί­ρος) κά­ποιο φάρ­μα­κο για την υ­γεί­α.

Αυ­τό λέ­γε­ται λοι­πόν στην ε­γε­λια­νή γλώσ­σα Προσ­διο­ρι­σμέ­νη Άρ­νη­ση ή Aufhebung ό­πως γρά­φει μέ­σα στο βι­βλί­ο. Μας προ­τεί­νει ά­ρα έ­να ε­γε­λια­νό δρό­μο. Φο­βά­ται ταυ­τό­χρο­να ο ί­διος ό­τι εί­πε αυ­τό, διό­τι φεύ­γει α­πό το ρο­μα­ντι­σμό, και λέ­ει: Έ­στω και μια φο­ρά να γί­νει (αυ­τό το λέ­ει δυο-τρεις φο­ρές μες στο βι­βλί­ο). Ό­χι έ­στω και μια φο­ρά. Αυ­τό πρέ­πει να γί­νε­ται διαρ­κώς. Διαρ­κώς να γί­νε­ται αυ­τή η Aufhebung, η ο­ποί­α εί­ναι το πέ­ρα­σμα, και ο Έ­γε­λος εί­ναι ταυ­τό­χρο­να ρο­μα­ντι­κός και δια­φω­τι­στής και αί­ρει και τα δύ­ο. Υ­πάρ­χει το με­γά­λο κε­φά­λαιο (πο­λύ ση­μα­ντι­κό) στη Φαι­νο­με­νο­λο­γί­α του Πνεύ­μα­τος ό­που έ­χει να μα­λώ­νουν ο δια­φω­τι­στής αφ’ ε­νός και ο πι­στός α­πό την άλ­λη. Σ’ αυ­τή την τρο­μα­κτι­κή α­νά­λυ­ση αί­ρο­νται τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα και των δύ­ο. Και υ­περ­βαί­νει την α­νά­λυ­ση αυ­τή σε μια α­νά­λυ­ση τέ­λους της Ι­στο­ρί­ας που δεν εί­ναι μεσ­σια­νι­κή αλ­λά έ­χει α­νοι­χτό το στοι­χεί­ο, τη δυ­να­τό­τη­τα για κα­τα­στρο­φή. Βέ­βαια αυ­τά εί­ναι, ό­πως πο­λύ σω­στά μας λέ­ει ο Γιώρ­γος στο βι­βλί­ο του…

Μπο­ρεί να έ­χου­με την πα­τρί­δα μας, έ­χου­με το χω­ριό μας, έ­χου­με τις συ­νή­θειές μας κλπ. Ό­ταν πά­ω στο χω­ριό μου… –έ­χω λεί­ψει βέ­βαια– νό­στος ση­μαί­νει ό­τι έ­χω φύ­γει και ξα­να­γυρ­νά­ω, δεν ση­μαί­νει ό­τι εί­μαι ε­κεί, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα θέ­σω καν το ζή­τη­μα αυ­τό… τι θα πει τό­πος;– Έ­χω λοι­πόν φύ­γει και γυρ­νά­ω και, γυρ­νώ­ντας, σκέ­φτο­μαι ό­λα αυ­τά που τό­σα χρό­νια θυ­μό­μου­να στην ξε­νι­τιά: Πώς α­γα­πιό­μα­στε, πώς συ­νεν­νο­ού­με­θα με­τα­ξύ μας, πώς βό­η­θα­γε ο έ­νας τον άλ­λον κ.λπ. Δεν θέ­λω να α­πο­κα­τα­στα­θούν και τα πράγ­μα­τα που η πα­ρά­δο­ση εί­χε, χω­ρίς να το σκε­φτεί, κρα­τή­σει α­πό α­γριό­τη­τα, α­πό βιαιό­τη­τα, α­πό α­νι­σό­τη­τα μέ­σα στο πα­ρα­δο­σια­κό. Αλ­λά θέ­λω μια κοι­νω­νί­α στην ο­ποί­α να δια­σώ­ζε­ται, μέ­σα α­πό αυ­τή την α­γά­πη και την αλ­λη­λεγ­γύ­η και την α­με­σό­τη­τα, η α­ξιο­πρέ­πεια, η ε­λευ­θε­ρί­α, η α­νά­πτυ­ξη των αν­θρώ­πων. Ά­ρα δη­λα­δή, στην ου­σί­α, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βω, φέ­ρω στη βα­λί­τσα μου έ­να δια­φω­τι­στι­κό πρό­γραμ­μα με την έν­νοια του ελ­λό­γου για να δια­με­σο­λα­βή­σω το το­πι­κό.

Ά­νευ αυ­τής της δια­με­σο­λα­βή­σε­ως θα ξα­να­του­μπά­ρει πί­σω σε τε­ρα­τώ­δη τα ο­ποί­α εί­ναι συν­δε­δε­μέ­να με την πα­ρά­δο­ση. Δεν εί­ναι συν­δε­δε­μέ­να με την πα­ρά­δο­ση μό­νο τα α­γα­πη­τι­κά, αλ­λά και τα τε­ρα­τώ­δη. Βε­βαί­ως με αυ­τό που λέ­ω ε­γώ δεν θα δια­φω­νή­σει ο Κα­ρα­μπε­λιάς, ο ο­ποί­ος πράγ­μα­τι γρά­φει: «Χώ­ρος, με την ευ­ρυ­τέ­ρα έν­νοια της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τος, του βιώ­μα­τος, της πε­ρι­φέ­ρειας, του έ­θνους, της η­πεί­ρου, του πλα­νή­τη γη». Αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι.
Έ­να ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο εί­ναι για την κρί­ση της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τος, α­να­φέ­ρε­ται στην κυ­ριαρ­χί­α της φύ­σης, ό­πως εί­πε ο κ. Με­ρα­κλής… βέ­βαια α­ντι­πα­ρα­θέ­τει τις νέ­ες ε­πι­στή­μες την ψυ­χα­νά­λυ­ση, την κρι­τι­κή της με­τα­φυ­σι­κής, την αν­θρω­πο­λο­γί­α, το σου­ρε­α­λι­σμό κ.λπ και βλέ­πει τον κίν­δυ­νο του σχε­τι­κι­σμού…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek