του Γ. Παπαγιαννόπουλου, από το Άρδην τ. 43, Ιούλιος 2003

Με αυ­τή τη φρά­ση κλεί­νει το τελευ­ταί­ο πό­νη­μά του, με τον τί­τλο: “Χι­μά­ρα, το Ά­παρ­το κά­στρο της Βο­ρεί­ου Η­πεί­ρου”, ο ά­ξιος με­λε­τη­τής και συγ­γρα­φέ­ας Κώ­στας Χα­τζη­α­ντω­νί­ου.
Βα­θύς γνώ­στης του ζη­τή­μα­τος, ό­χι μό­νον της Χι­μά­ρας αλ­λά του συ­νό­λου του Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κού, ο συγ­γρα­φέ­ας κε­ντά­ει βε­λο­νιά-βε­λο­νιά τον καμ­βά έ­ως ό­του α­να­δυ­θεί α­νά­γλυ­φα μπρο­στά μας ό­λη η πο­ρεί­α, στο διά­βα του χρό­νου, τού­της της α­κρο­τε­λεύ­τιας γω­νιάς του Ελ­λη­νι­σμού.
Έ­τσι προ­κύ­πτει μπρο­στά μας έ­να βι­βλί­ο πολ­λα­πλής χρη­στι­κής α­ξί­ας: ντο­κου­μέ­ντο, κεί­με­νο ι­στο­ρι­κό, πα­τρι­δο­γνω­σί­α, με στοι­χεί­α α­ριθ­μη­τι­κά και λο­γο­τε­χνι­κές α­να­φο­ρές. Φό­ρος Τι­μής, ύ­μνος Ε­λευ­θε­ρί­ας για τους Χι­μα­ριώ­τες και τη Χι­μά­ρα. Ας προ­σεγ­γί­σου­με το θέ­μα, ε­ντο­πί­ζο­ντας ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά ση­μεί­α:
α. Η Ή­πει­ρος ελ­λη­νι­κή α­πό αρ­χαιο­τά­των χρό­νων. Η Ή­πει­ρος εί­ναι έ­νας α­πό τους αρ­χι­κούς πυ­ρή­νες –αν ό­χι ο αρ­χαιό­τε­ρος– συ­γκρό­τη­σης του ελ­λη­νι­κού έ­θνους και χώ­ρος ε­ξόρ­μη­σης των Ελ­λή­νων προς Νό­τον. Ο η­πει­ρω­τι­κός πο­λι­τι­σμός με­τα­το­πί­στη­κε αρ­γό­τε­ρα στην υ­πό­λοι­πη Ελ­λά­δα, οι δε Σελ­λοί ή Ελ­λοί έ­δω­σαν στον ελ­λη­νι­κό γε­ω­γρα­φι­κό χώ­ρο το ό­νο­μα: Ελ­λάς. Τού­το δια­κη­ρύσ­σει ο Στα­γει­ρί­της φι­λό­σο­φος Α­ρι­στο­τέ­λης: “Αρ­χαί­α Ελ­λάς ε­στίν η πε­ρί την Δω­δώ­νην και τον Α­χε­λώ­ον. ώ­κουν γαρ οι Σελ­λοί ε­νταύ­θα και οι κα­λού­με­νοι τό­τε μεν Γραι­κοί, νυν δ’ Έλ­λη­νες”. (Α­ρι­στο­τέ­λους, Με­τε­ω­ρι­κά 14)
Για την Ή­πει­ρο έ­χουν γρά­ψει πλεί­στοι ό­σοι. Α­να­φέ­ρω ε­πί τρο­χά­δην: Ό­μη­ρος, Πίν­δα­ρος, Προ­κό­πιος, Κλαύ­διος ο Πτο­λε­μαί­ος, Στρά­­­βων, Η­ρό­δο­τος, Θου­κυ­δί­δης, Θε­ό­πο­μπος, Ε­κα­ταί­ος, Παυ­σα­νί­ας, Πλού­ταρ­χος, Στέ­φα­νος Βυ­ζά­ντι­ος, Διο­νύ­σιος ο Πε­ρι­η­γη­τής, Πλί­νιος, Πο­λύ­βιος. Πό­σοι άλ­λοι δεν θα μι­λή­σουν γι’ αυ­τήν στο διά­βα των αιώ­νων.
Κλεί­νω αυ­τή την ε­νό­τη­τα με έ­να α­πό­σπα­σμα του Γάλ­λου ι­στο­ρι­κού, δη­μο­σιο­γρά­φου και συγ­γρα­φέ­α Ρε­νέ Πυώ ο ο­ποί­ος ε­πι­σκέ­φθη­κε την πε­ριο­χή το 1913:
“Το δι­καί­ω­μα της έ­νω­σης της Χεί­­μαρ­ρος με την Ελ­λά­δα τεκ­μη­ριώ­νουν οι πα­ρα­δό­σεις της, ο πα­τριω­τι­σμός της, κα­θώς και η γε­ω­γρα­φι­κή και οι­κο­νο­μι­κή της θέ­ση. Εί­ναι το τε­λευ­ταί­ο ε­πι­κό­σμη­μα στο κο­ντά­ρι της γα­λα­νό­λευ­κης ση­μαί­ας σε αυ­τή τη με­ριά της Η­πεί­ρου και εί­ναι τό­σο κα­λά μπηγ­μέ­νο που κα­μιά θύ­ελ­λα δεν θα μπο­ρέ­σει να το α­πο­σπά­σει. Ό­λο το ύ­φα­σμα να σχι­στεί, αυ­τό θα μεί­νει στην θέ­ση του! Δεν κα­θό­ρι­σε λοι­πόν η Ελ­λά­δα τα ό­ρια της ελ­λη­νι­κής Η­πεί­ρου μέ­χρι την πα­ρα­λί­α, βο­ρεί­ως της Χεί­μαρ­ρος, α­πό κε­νο­δο­ξί­α, για να διευ­ρύ­νει τα σύ­νο­ρά της. Εί­ναι α­δύ­να­το η Χει­μάρ­ρα να μη γί­νει ελ­λη­νι­κή. Διό­τι εί­ναι ή­δη ελ­λη­νι­κή…”
β. Η δη­μιουρ­γί­α του Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κού ζη­τή­μα­τος. Η κα­τάρ­ρευ­ση της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας προ­κα­λεί ό­πως εί­ναι γνω­στό τη γέ­νε­ση του πε­ρί­φη­μου Α­να­το­λι­κού Ζη­τή­μα­τος, το ζή­τη­μα της δια­νο­μής δη­λα­δή των ε­δα­φών της. Οι Έλ­λη­νες, οι νό­μι­μοι κλη­ρο­νό­μοι, έ­χουν να α­ντι­πα­λέ­ψουν τό­σο με τους βαλ­κα­νι­κούς φυ­λε­τι­σμούς, αλ­λά κυ­ρί­ως με τον ε­πε­κτα­τι­σμό και τα συμ­φέ­ρο­ντα της Δύ­σης. Ι­διαί­τε­ρα ε­πι­θε­τι­κές και με ά­με­σες βαλ­κα­νι­κές φι­λο­δο­ξί­ες, ει­δι­κά για τα ε­δά­φη των α­να­το­λι­κών α­κτών της Α­δρια­τι­κής, εμ­φα­νί­ζο­νται, α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να, Ι­τα­λί­α και Αυ­στρί­α. Έ­χουν λοι­πόν αυ­τές οι δύ­ο χώ­ρες ά­με­σο και κοι­νό συμ­φέ­ρον, μα­ζί με την Τουρ­κί­α, να ε­μπο­δί­σουν την ελ­λη­νι­κή και σερ­βι­κή πα­ρου­σί­α στον χώ­ρο αυ­τό και έ­τσι α­να­λαμ­βά­νουν έ­ναν “μαιευ­τι­κό” ρό­λο για να γεν­νη­θεί το πε­ριώ­νυ­μο “αλ­βα­νι­κό” έ­θνος.
Η Ι­τα­λί­α, κα­τά πά­για αρ­χή της ε­ξω­τε­ρι­κής της πο­λι­τι­κής, θε­ω­ρεί χώ­ρο προ­νο­μια­κής δρά­σης και ζω­τι­κών της συμ­φε­ρό­ντων τη Βαλ­κα­νι­κή και ει­δι­κά των πε­ριο­χών με έ­ξο­δο στην Α­δρια­τι­κή.
Η ι­τα­λι­κή πο­λι­τι­κή εί­χε βε­βαί­ως να α­ντι­με­τω­πί­σει την ι­σχυ­ρή αυ­στρια­κή πα­ρου­σί­α στην Α­δρια­τι­κή και τους σο­βα­ρούς τί­τλους της ε­πί της Βο­ρεί­ου Αλ­βα­νί­ας. Με τις συν­θή­κες Κάρ­λο­βιτ­ς (1699), Πα­σά­ρο­βιτ­ς (1718), Βε­λι­γρα­δί­ου (1739) και με το Κον­κορ­δά­το του Βα­τι­κα­νού (1855), η Αυ­στρί­α εί­χε το δι­καί­ω­μα προ­στα­σί­ας των Κα­θο­λι­κών της Αλ­βα­νί­ας.
Η χρή­ση της ι­τα­λι­κής γλώσ­σας, ω­στό­σο, α­πό τα κα­θο­λι­κά σχο­λεί­α στην Αλ­βα­νί­α θα α­νοί­ξει το δρό­μο για τη διεύ­ρυν­ση της ι­τα­λι­κής ε­πιρ­ρο­ής. Οι Ι­τα­λοί αρ­χι­κά έ­χουν μια διτ­τή πο­λι­τι­κή για πνευ­μα­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ε­πιρ­ρο­ή, τό­σο κα­τά των Αυ­στρια­κών ό­σο και κα­τά των Ελ­λή­νων. Οι δεύ­τε­ροι εί­ναι σα­φώς πιο “ε­πι­κίν­δυ­νοι” α­φού τα ε­θνο­λο­γι­κά τους δι­καιώ­μα­τα σε ό­λη τη νο­τί­ως του Γε­νού­σου πε­ριο­χή εί­ναι α­ναμ­φι­σβή­τη­τα.
Ι­τα­λί­α και Αυ­στρί­α συ­νέ­κλι­ναν αρ­χι­κά στην α­πό κοι­νού ο­λό­θυ­μη υ­πο­στή­ρι­ξη της ε­θνι­κι­στι­κής Λί­γκας της Πρίζ­ρε­νης. Τον Μά­ιο του 1897, υ­πο­γρά­φη­κε αυ­στρο­ϊ­τα­λι­κή συν­θή­κη που προ­έ­βλε­πε να υ­πο­στη­ρι­χθεί η δια­τή­ρη­ση της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας στην Ή­πει­ρο και την Αλ­βα­νί­α και, αν αυ­τό κα­θί­στα­το α­δύ­να­το, να υ­πο­στη­ρι­χθεί η αυ­το­νο­μί­α της…
Στις 29 Ιου­λί­ου 1913, η Αλ­βα­νί­α α­να­γνω­ρί­στη­κε α­νε­ξάρ­τη­τη, ου­δέ­τε­ρη και κλη­ρο­νο­μι­κή η­γε­μο­νί­α, την ο­ποί­α διε­θνής Ε­πι­τρο­πή θα ορ­γά­νω­νε διοι­κη­τι­κά, οι­κο­νο­μι­κά, στρα­τιω­τι­κά και α­στυ­νο­μι­κά. Το τε­λευ­ταί­ο έρ­γο α­νέ­λα­βαν Ολ­λαν­δοί α­ξιω­μα­τι­κοί ε­νώ Η­γε­μό­νας ο­ρί­στη­κε ο Γερ­μα­νός συ­νταγ­μα­τάρ­χης Γου­λιέλ­μος Βηδ. Με το Πρω­τό­κολ­λο της Φλω­ρε­ντί­ας, τέ­λος, η τουρ­καλ­βα­νι­κή άρ­χου­σα τά­ξη (τα συμ­φέ­ρο­ντα της ο­ποί­ας ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε το νε­ο­σύ­στα­το κρά­τος) πέ­τυ­χε να πε­ρι­λη­φθεί στα ό­ρια της Αλ­βα­νί­ας η Βό­ρειος Ή­πει­ρος, ό­ρος ά­γνω­στος ως τό­τε, α­φού υ­πάρ­χει μί­α ε­νιαί­α Ή­πει­ρος με ό­ρια α­πό τον Αμ­βρα­κι­κό κόλ­πο ως τον πο­τα­μό Γε­νού­σο, βό­ρεια του ο­ποί­ου άρ­χι­ζε η Αλ­βα­νί­α. Καθ’ ό­λον τον 20ό αιώ­να, με τη σύ­μπρα­ξη και ελ­λη­νορ­θό­δο­ξων στοι­χεί­ων, αρ­γά και με­θο­δι­κά, θα δη­μιουρ­γεί­ται το αλ­βα­νι­κό έ­θνος, με βά­ση πά­ντα την ι­μπε­ρια­λι­στι­κή ε­πι­θυ­μί­α της Δύ­σης να α­πο­κό­ψει την Ελ­λά­δα και τη Σερ­βί­α α­πό την Α­δρια­τι­κή.
Με τη δι­χο­τό­μη­ση της Η­πεί­ρου, δη­μιουρ­γή­θη­κε το Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κό Ζή­τη­μα που ως τις μέ­ρες μας πα­ρα­μέ­νει εκ­κρε­μές (νο­μι­κά, η­θι­κά και δι­πλω­μα­τι­κά) διε­θνές ζή­τη­μα. Εί­ναι καρ­πός της άρ­νη­σης ε­νός λα­ού αυ­τό­χθο­νος, ι­στο­ρι­κού και α­ναμ­φι­σβή­τη­τα ελ­λη­νι­κού, να α­πο­δε­χθεί τα τε­τε­λε­σμέ­να του ι­μπε­ρια­λι­σμού. Ο ι­μπε­ρια­λι­σμός της διε­θνούς ι­σχύ­ος και η α­δυ­να­μί­α του ελ­λα­δι­κού κρά­τους α­πέ­κλει­σαν τους Βό­ρειους Η­πει­ρώ­τες α­πό το ύ­ψι­στο δη­μο­κρα­τι­κό δι­καί­ω­μα της αυ­το­διά­θε­σης και της συμ­με­το­χής τους στον ε­νιαί­ο πο­λι­τι­κό ορ­γα­νι­σμό του ελ­λη­νι­κού έθνους.
Η ί­δρυ­ση του αλ­βα­νι­κού κρά­τους δεν είχε κα­μιά νο­μι­κή δι­καί­ω­ση. Συ­νε­πώς η Αλ­βα­νί­α “κα­τέ­λα­βε τη Βό­ρειο Ή­πει­ρο ό­χι αυ­το­δύ­να­μα ού­τε κα­τό­πιν εκ­φρα­σμέ­νης λα­ϊ­κής βού­λη­σης ού­τε με πα­ρα­χώ­ρη­ση α­πό την κα­τέ­χου­σα τη Βό­ρειο Ή­πει­ρο Ελ­λά­δα ού­τε πο­λε­μι­κώ δι­καί­ω, αλ­λά έ­πει­τα α­πό α­πό­φα­ση των α­ναρ­μο­δί­ων Με­γά­λων δυ­νά­με­ων. Το γε­γο­νός ό­τι η κα­το­χή αυ­τή, σύμ­φω­να με πά­γιες ι­στο­ρι­κές αρ­χές του Δι­καί­ου, δεν νο­μι­μο­ποιεί­ται, α­πο­τε­λεί τον πρώ­το και βα­σι­κό νο­μι­κό τί­τλο της ε­θνι­κής μας διεκ­δί­κη­σης”.1
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τα λόγια του Di San Giulano, υ­πουρ­γού Ε­ξω­τε­ρι­κών της Ι­τα­λί­ας, που δή­λω­σε στον Έλ­λη­να πρε­σβευ­τή στη Ρώ­μη Κα­λα­μά­νο το 1912: “…α­να­γνω­ρί­ζω ό­τι το Αρ­γυ­ρό­κα­στρο, η Κο­ρυ­τσά εί­ναι ελ­λη­νι­κές πε­ριο­χές, αλ­λά τα δι­καιώ­μα­τα ε­νός μι­κρού λα­ού, ό­πως η Ελ­λά­δα, δεν εί­ναι δυ­να­τόν να υ­πε­ρι­σχύ­σουν α­πέ­να­ντι στα συμ­φέ­ρο­ντα μιας με­γά­λης δύ­να­μης ό­πως η Ι­τα­λί­α…”.2
Η Βό­ρειος Ή­πει­ρος, α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη τρεις φο­ρές α­πό τον ελ­λη­νι­κό στρα­τό (Α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοί Βαλ­κα­νι­κοί α­γώ­νες 1912-13, Α΄ Πα­γκό­σμιος 1915-18, Αλ­βα­νι­κό έ­πος 1940-41) και μί­α φο­ρά με τον Αυ­το­νο­μια­κό α­γώ­να των ί­διων των Βο­ρειο­η­πει­ρω­τών το 1913-14, κα­τά­φε­ρε προς στιγ­μήν να κερ­δί­σει κά­ποια προ­νό­μια και μια πε­ριο­ρι­σμέ­νη αυ­το­νο­μί­α με την υ­πο­γρα­φή του Πρω­το­κόλ­λου της Κέρ­κυ­ρας το 1914, που κα­το­χύ­ρω­σε τα δι­καιώ­μα­τά τους στη γλώσ­σα, τη θρη­σκεί­α και τη διοί­κη­ση, κα­θώς και να α­πο­στεί­λει Βο­ρειο­η­πει­ρώ­τες βου­λευ­τές στην Ελ­λη­νι­κή Βου­λή του 1915-20.
Στην συ­νέ­χεια κα­τά­φε­ρε να ε­πι­βιώ­σει ό­πως-ό­πως ε­ντός της Αλ­βα­νί­ας ως τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, ό­που και πά­λι τα παι­διά της ο­δή­γη­σαν τον ελ­λη­νι­κό στρα­τό ε­νά­ντια στους Ι­τα­λούς φα­σί­στες και τους Αλ­βα­νούς Μπαλ­λί­στες. Και ε­νώ οι σύμ­μα­χοι δη­μο­σί­ως δε­σμεύ­θη­καν για την πα­ρα­χώ­ρη­ση της Βο­ρεί­ου Η­πεί­ρου στην Ελ­λά­δα με­τά το τέ­λος του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου –ό­πως άλ­λω­στε και για την Κύ­προ και τα Δω­δε­κά­νη­σα– το θέ­μα πα­ρέ­μει­νε εκ­κρε­μές. Εί­ναι το μο­να­δι­κό εκ­κρε­μές ζή­τη­μα ε­νώ­πιον των 4 νι­κη­τών υ­πουρ­γών των Ε­ξω­τε­ρι­κών Η­ΠΑ, ΕΣ­ΣΔ, Με­γά­λης Βρε­τα­νί­ας και Γαλ­λί­ας α­πό το 1946. Με­τά την ελ­λη­νι­κή προ­σφυ­γή, το­πο­θε­τή­θη­κε κατ’ αρ­χήν για συ­ζή­τη­ση με­τά το Αυ­στρια­κό ζή­τη­μα και στη συ­νέ­χεια με­τά το Γερ­μα­νι­κό, και έ­κτο­τε εκ­κρε­μεί: Το Αυ­στρια­κό λύ­θη­κε, το Γερ­μα­νι­κό ε­πί­σης, με την ε­πα­νέ­νω­ση των δύ­ο Γερ­μα­νιών, το Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κό –θε­ω­ρη­τι­κά– πα­ρα­μέ­νει, μια και κα­μί­α ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν φαί­νε­ται δια­τε­θει­μέ­νη να το θέ­σει.
“Ό­ταν στα μέ­σα του 1990 άρ­χι­σαν συ­νο­μι­λί­ες με­τα­ξύ του Συμ­βου­λί­ου των 4 (νι­κη­τών του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου) και των εκ­προ­σώ­πων των δύ­ο Γερ­μα­νιών, η Ελ­λά­δα έ­πρε­πε α­μέ­σως να προ­σφύ­γει σε αυ­τό. Δυ­στυ­χώς, η ευ­νο­ϊ­κή συ­γκυ­ρί­α χά­θη­κε α­νε­πι­στρε­πτί και το α­νο­σιούρ­γη­μα ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, ό­πως α­να­φέ­ρει ο πρέ­σβυς ε.τ. Α. Κο­ρα­ντής, με την υ­πο­γρα­φή την 21ην Μαρ­τί­ου 1996 του Συμ­φώ­νου φι­λί­ας, συ­νερ­γα­σί­ας και κα­λής γει­το­νί­ας με το ο­ποί­ο η Ελ­λά­δα, με­τά 82 χρό­νια, α­να­γνώ­ρι­ζε την ε­δα­φι­κή α­κε­ραιό­τη­τα της Αλ­βα­νί­ας.”3
“Κλεί­νει” έ­τσι το ζή­τη­μα της ε­δα­φι­κής πτυ­χής που εκ­κρε­μού­σε α­πό το 1912, με ι­σχυ­ρά χαρ­τιά στα χέ­ρια της ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς τη Συμ­φω­νί­α της Κέρ­κυ­ρας του 1914 και τη Συμ­φω­νί­α (Πρω­τό­κολ­λο) της Κα­πε­στί­τσας του 1920.
γ – Η ελ­λη­νι­κή μειο­νό­τη­τα στην Αλ­βα­νί­α. Λί­γο πριν α­πό τη δη­μιουρ­γί­α του αλ­βα­νι­κού κρά­τους, οι τουρ­κι­κές στα­τι­στι­κές α­νέ­βα­ζαν τον ελ­λη­νι­κό πλη­θυ­σμό στην Βό­ρειο Ή­πει­ρο σε 113.000 πε­ρί­που ε­νώ η ελ­λη­νι­κή διοί­κη­ση σε 117.000, σε συ­νο­λι­κό πλη­θυ­σμό 230.000 πε­ρί­που. Τα α­ριθ­μη­τι­κά αυ­τά δε­δο­μέ­να έ­χουν βε­βαί­ως υ­πο­στεί αλ­λοιώ­σεις μέ­σα στα χρό­νια που πέ­ρα­σαν. Ω­στό­σο, κα­τά την διάρ­κεια του με­σο­πο­λέ­μου και πα­ρά την έ­ντο­νη α­φο­μοιω­τι­κή πο­λι­τι­κή του αλ­βα­νι­κού κα­θε­στώ­τος, ο ρυθ­μός πλη­θυ­σμια­κής αύ­ξη­σης της ελ­λη­νι­κής μειο­νό­τη­τας ή­ταν α­νά­λο­γος με αυ­τόν της Αλ­βα­νί­ας. Σύμ­φω­να με τα στοι­χεί­α των ελ­λη­νι­κών προ­ξε­νι­κών αρ­χών της Ν. Αλ­βα­νί­ας, πριν α­πό τον πό­λε­μο α­νερ­χό­ταν σε 200.000-250.000 ά­το­μα.
Οι αλ­βα­νι­κές αρ­χές α­πό την άλ­λη πλευ­ρά έ­χουν τε­λεί­ως α­ντί­θε­τη ά­πο­ψη για το θέ­μα αυ­τό. Υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει μό­νο μια μι­κρή ελ­λη­νι­κή μειο­νό­τη­τα της ο­ποί­ας ο α­ριθ­μός κυ­μαί­νε­ται με­τα­ξύ 50.000-59.000…
Α­πο­τέ­λε­σμα της πο­λι­τι­κής ε­ξαλ­βα­νι­σμού που υ­ιο­θε­τή­θη­κε από το στα­λι­νι­κό κα­θε­στώ­ς ή­ταν:

Ο πε­ριο­ρι­σμός της ε­θνι­κής ελ­λη­νι­κής μειο­νό­τη­τας.

Η α­να­γνώ­ρι­ση σαν πε­ριο­χών “μειο­νο­τι­κών” μό­νο των πε­ριο­χών Βούρ­κου ε­παρ­χί­ας Α­γί­ων Σα­ρά­ντα και Δρό­πο­λης – Αρ­γυ­ρο­κά­στρου –ό­χι ό­μως και οι πό­λεις Αρ­γυ­ρό­κα­στρο και Ά­γιοι Σα­ρά­ντα– των ε­παρ­χιών αυ­τών που εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κές.

Η α­να­φο­ρά στους Έλ­λη­νες της Βο­ρεί­ου Η­πεί­ρου ως μειο­νο­τι­κών, χω­ρίς ε­θνι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό.

Ο ε­ξαλ­βα­νι­σμός ε­πω­νύ­μων και το­πω­νυ­μί­ων με­τά το 1967.

Η μη α­να­γνώ­ρι­ση οποιουδήποτε δι­καιώ­μα­τος στις πε­ριο­χές με συ­ντρι­πτι­κή υ­πε­ρο­χή του ελ­λη­νι­κού στοι­χεί­ου ή πε­ριο­χές με μει­κτό πλη­θυ­σμό ό­πως π.χ. η Χι­μά­ρα, Πρε­με­τή, Κο­ρυ­τσά, Λε­σκο­βί­κι, χω­ριά Αυ­λώ­νας, κ.ά.
Ο­πωσ­δή­πο­τε, η α­δυ­να­μί­α ε­λέγ­χου των αλ­βα­νι­κών στα­τι­στι­κών κα­θώς και η συ­νε­χής προ­σπά­θεια ε­ξαλ­βα­νι­σμού δεν πα­ρέ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα α­κρι­βούς υ­πο­λο­γι­σμού.
Άλ­λω­στε, η ορ­γά­νω­ση Ο­ΜΟ­ΝΟΙΑ της ελ­λη­νι­κής μειο­νό­τη­τας, α­πό την αρ­χή της δρά­σης της, α­νέ­φε­ρε ό­τι η ελ­λη­νι­κή μειο­νό­τη­τα υ­πε­ρέ­βαι­νε κα­τά πο­λύ τις 200.000 και πλη­σιά­ζει τις 300.000, ε­νώ στην ε­πί­ση­μη αλ­βα­νι­κή στα­τι­στι­κή του 1988 κα­τα­γρά­φο­νταν μό­νο 58.000 μέ­λη, στοι­χεί­α τα ο­ποί­α αμ­φι­σβη­τού­σε έ­ντο­να η ορ­γά­νω­ση Ο­ΜΟ­ΝΟΙΑ.
Έ­ντο­νη εί­ναι και η αμ­φι­σβή­τη­ση του χώ­ρου που κα­τοι­κεί­ται α­πό την ελ­λη­νι­κή μειο­νό­τη­τα α­φού οι Αλ­βα­νοί α­να­γνω­ρί­ζουν ως “μειο­νο­τι­κές” μό­νο τις πε­ριο­χές του Βούρ­κου Α­γί­ων Σα­ρά­ντα και Δρό­πο­λης Αρ­γυ­ρο­κά­στρου (δη­λα­δή τα 99 ή 101 χω­ριά), ε­νώ ο χώ­ρος της γε­ω­γρα­φι­κής δια­σπο­ράς των Ελ­λή­νων της Αλ­βα­νί­ας εί­ναι σή­με­ρα ό­λη η Αλ­βα­νί­α (μό­νο στα Τί­ρα­να υ­πάρ­χουν 15.000 Έλ­λη­νες) και ο μη­τρι­κός χώ­ρος τους (ο χώ­ρος προ­έ­λευ­σής τους) εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η Βό­ρειος Ή­πει­ρος.4
Για αυ­τή την υπαρ­κτή ε­θνι­κή ελ­λη­νι­κή μειο­νό­τη­τα α­παι­τού­με ό­λα τα Δι­καιώ­μα­τα που ι­σχύ­ουν για ό­λες τις α­ντί­στοι­χες μειο­νό­τη­τες ό­που γης, ό­πως αυ­τά α­πορ­ρέ­ουν μέ­σα α­πό τις δια­κη­ρύ­ξεις του Ο.Η.Ε., της ΔΑ­ΣΕ, των Ορ­γα­νώ­σε­ων για τα Αν­θρώ­πι­να Δι­καιώ­μα­τα.
δ – Το δι­καί­ω­μα των Βο­ρειο­η­πει­ρω­τών στην αυ­το­διά­θε­ση. “Με βά­ση τό­σο το Διε­θνές Δί­καιο ό­σο και το Δί­καιο των Λα­ών, κα­θο­ρι­στι­κό Δι­καί­ω­μα ύ­παρ­ξης ε­νός λα­ού ή μιας ε­θνό­τη­τας εί­ναι το Δι­καί­ω­μά του στην Αυ­το­διά­θε­ση. Και εί­ναι α­πο­ρί­ας ά­ξιον ότι δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό ή πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται αυ­τό το στοι­χειώ­δες δι­καί­ω­μα για Αυ­το­διά­θε­ση-Ύ­παρ­ξη του Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κού λα­ού, α­να­πό­σπα­στου τμή­μα­τος του Ελ­λη­νι­σμού, α­πό τους ί­διους που ζη­τούν αυ­το­διά­θε­ση για άλ­λους λα­ούς ή ε­θνό­τη­τες. Ι­διαί­τε­ρα η Αλ­βα­νί­α, που ε­πί­ση­μα ή α­νε­πί­ση­μα με κά­θε τρό­πο προ­ω­θεί την Αυ­το­διά­θε­ση-Έ­νω­ση με το Κοσ­συ­φο­πέ­διο (Κό­σο­βο) που κα­τοι­κεί­ται κα­τά πλειο­ψη­φί­α α­πό Αλ­βα­νούς, ο­φεί­λει να σε­βα­στεί τους Βο­ρειο­η­πει­ρώ­τες και τον χώ­ρο στον ο­ποί­ο κα­τοι­κούν α­πό αρ­χαιο­τά­των χρό­νων, στη Β. Ή­πει­ρο. Για­τί μη λη­σμο­νού­με ό­τι:
– Κά­θε λα­ός έ­χει δι­καί­ω­μα ύ­παρ­ξης.
– Κά­θε λα­ός έ­χει δι­καί­ω­μα σε­βα­σμού της ε­θνι­κής και πο­λι­τι­στι­κής του ταυ­τό­τη­τας.
– Κά­θε λα­ός έ­χει το δι­καί­ω­μα να κα­τέ­χει ει­ρη­νι­κά το έ­δα­φός του και να ε­πι­στρέ­φει σ’ αυ­τό ε­άν διω­χθεί.
– Κα­νείς δεν μπο­ρεί ε­ξαι­τί­ας της ε­θνι­κής ή πο­λι­τι­στι­κής του ταυ­τό­τη­τας να γί­νει α­ντι­κεί­με­νο σφα­γής, βα­σα­νι­στη­ρί­ων, κα­τα­δί­ω­ξης, ε­κτό­πι­σης, α­πέ­λα­σης ή να υ­πο­βλη­θεί σε συν­θή­κες δια­βί­ω­σης τέ­τοιες που να θέ­τουν σε κίν­δυ­νο την ταυ­τό­τη­τα ή την ε­νό­τη­τα του λα­ού στον ο­ποί­ο α­νή­κει. (Α­πό την πα­γκό­σμια δια­κή­ρυ­ξη των Δι­καιω­μά­των των Λα­ών, Αλ­γέ­ρι 1976).
Έ­τσι δεν εί­ναι κα­θό­λου ά­και­ρη η α­παί­τη­σή μας για αυ­το­διά­θε­ση των Βο­ρειο­η­πει­ρω­τών και Αυ­το­νο­μί­α στη Βό­ρεια Ή­πει­ρο. Το δι­καί­ω­μα των Βο­ρειο­η­πει­ρω­τών στην Αυ­το­διά­θε­ση-Ύ­παρ­ξη πρέ­πει να υ­πο­στη­ρί­ζε­ται στα­θε­ρά και δυ­να­μι­κά α­πό την Ελ­λά­δα.
Τα ί­δια δι­καιώ­μα­τα ι­σχύ­ουν για τους Κο­σο­βάρους και τους Βο­ρειο­η­πει­ρώ­τες. Μό­νο πά­νω σε αυ­τή τη βά­ση μπο­ρεί να α­να­πτυ­χθεί μια ο­ποια­δή­πο­τε ελ­λη­νο­αλ­βα­νι­κή φι­λί­α. Στη βά­ση της ι­σο­τι­μί­ας, της κα­λής γει­το­νί­ας, των κοι­νών πο­λι­τι­στι­κών σχέ­σε­ων και εκ­φρά­σε­ων, α­φού διευ­κρι­νι­σθεί ό­τι προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι το Δι­καί­ω­μα των Βο­ρειο­η­πει­ρω­τών στην Αυ­το­διά­θε­ση-Ύ­παρ­ξη”5.
Και ως μο­νό­δρο­μος, προ­κει­μέ­νου να φτά­σου­με σε αυ­τό το ε­πί­πε­δο, α­να­δει­κνύ­ε­ται έ­νας: αυ­τός της οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης της πε­ριο­χής και της ά­με­σης σχέ­σης με την Ελ­λά­δα. Ε­πι­βάλ­λε­ται η πα­ρα­μο­νή του ντό­πιου πλη­θυ­σμού στις ε­στί­ες τους. Το ελ­λη­νι­κό κρά­τος και η ελ­λη­νι­κή ι­διω­τι­κή πρω­το­βου­λί­α, ό­πως και οι ε­θνι­κο­το­πι­κοί Σύλ­λο­γοι, κα­λού­νται ά­με­σα σε έρ­γο ε­θνι­κό.


Πα­ρα­πο­μπeς

  1. Κώ­στας Χα­τζη­α­ντω­νί­ου, Χι­μά­ρα, το Ά­παρ­το Κά­στρο της Βο­ρεί­ου Η­πεί­ρου Διό­ρα­σις, Α­θή­να 2002.
  2. Βαγ­γέ­λης Νά­τσιος – Γιώρ­γος Πα­πα­γιαν­νό­που­λος, ει­σή­γη­ση εκ μέ­ρους της Ελ­λη­νι­κής Έ­νω­σης για τα Δι­καιώ­μα­τα και την Αυ­το­διά­θε­ση των Λα­ών στο 5ο Πα­γκό­σμιο Πα­νη­πει­ρω­τι­κό Συ­νέ­δριο, Αύ­γου­στος 1995, με θέ­μα “Βό­ρειος Ή­πει­ρος, το δι­καί­ω­μα ε­νός λα­ού στην Αυ­το­διά­θε­ση”.
  3. Κώ­στας Χα­τζη­α­ντω­νί­ου, όπ.π.
  4. Γιώρ­γος Πα­πα­γιαν­νό­που­λος;: “Βο­ρειο­η­πει­ρω­τι­κό Ζή­τη­μα και ελ­λη­νο­αλ­βα­νι­κές σχέ­σεις” στο συλ­λο­γι­κό έρ­γο Η ελ­λη­νι­κή Ου­το­πί­α, Ε­ναλ­λα­κτι­κές Εκ­δό­σεις και Αι­γαί­ον, Α­θή­να 1993.
  5. Βαγ­γέ­λης Νά­τσιος – Γιώρ­γος Πα­πα­γιαν­νό­που­λος, ει­σή­γη­ση εκ μέ­ρους της Ελ­λη­νι­κής Έ­νω­σης για τα Δι­καιώ­μα­τα και την Αυ­το­διά­θε­ση των λα­ών, όπ.π.
    Γιώρ­γος Πα­πα­γιαν­νό­που­λος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek