από το Άρδην τ. 30, Μάιος-Ιούνιος 2001

Τρί­α χρό­νια στη Βιέν­νη
Α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ελ­λη­νί­δας φοι­τή­τριας
Κό­ριν­να Κα­νού­τα
Σει­ρά Μαρ­τυ­ρί­ες
Βι­βλιο­πω­λεί­ο της Ε­στί­ας, Α­πρί­λιος 2001,
σελ. 222.


Σύμ­φω­να με την Πο­θού­λα Κα­ψα­μπέ­λη, κό­ρη της συγ­γρα­φέ­ως: “τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά της αυ­τά η μη­τέ­ρα μου άρ­χι­σε να τα γρά­φει γύ­ρω στο 1940, ό­ταν οι δρό­μοι προς τη Δύ­ση εί­χαν ή­δη κλεί­σει, ό­πως φαί­νε­ται α­πό τις τε­λευ­ταί­ες πα­ρα­γρά­φους της δι­η­γή­σε­ώς της. Έ­τσι, δεν ξα­να­γύ­ρι­σε πο­τέ στην ‘α­γα­πη­μέ­νη της πό­λη’. Το Πά­σχα, ό­μως, του 1967, μα­ζί με την κό­ρη μου, κά­να­με έ­να προ­σκύ­νη­μα στην πό­λη αυ­τή που ή­ταν συ­νυ­φα­σμέ­νη με τα νε­α­νι­κά χρό­νια της μά­νας μου και που τον και­ρό που σπού­δα­ζε ε­κεί­νη βρι­σκό­ταν στις με­γά­λες δό­ξες της, πρω­τεύ­ου­σα μιας με­γά­λης και λα­μπρής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και συ­νά­μα πρω­τεύ­ου­σα της Μου­σι­κής. Διέ­σχι­σα το α­γα­πη­μέ­νο της Stadtpark, χαι­ρέ­τη­σα τ’ α­γάλ­μα­τα του Μπε­τό­βεν και του Στρά­ους και στά­θη­κα με συ­γκί­νη­ση μπρο­στά στο κτή­ριο της Hetzgasse 8, ό­που η “Φρό­σω Κο­μνη­νού” εί­χε μοι­ρα­στεί έ­να δω­μά­τιο με τη “Χρη­στί­να Πα­παρ­ρό­δου”. Ό­μως η Βιέν­νη που α­ντί­κρι­ζα τώ­ρα, πο­λύ α­χνά θύ­μι­ζε την πό­λη που μου πε­ριέ­γρα­φε η μη­τέ­ρα μου. Έ­μοια­ζε σαν μια κομ­ψή α­κό­μα, αλ­λά γη­ρα­σμέ­νη και ξε­πε­σμέ­νη α­ρι­στο­κρά­τισ­σα που νο­σταλ­γού­σε τα νιά­τα της και την πα­λιά της αί­γλη.
Για λό­γους, που τον και­ρό που γρά­φη­καν τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα αυ­τά θα ή­ταν ί­σως σκό­πι­μοι, η μη­τέ­ρα μου έ­κρυ­ψε την ταυ­τό­τη­τα των κύ­ριων χα­ρα­κτή­ρων που εμ­φα­νί­ζο­νται στην α­φή­γη­ση της κά­τω α­πό ψευ­δώ­νυ­μα. Και πρώ­τα πρώ­τα τον ί­διο τον ε­αυ­τό της που δεν ο­νο­μα­ζό­ταν βέ­βαια Φρό­σω Κο­μνη­νού αλ­λά Ευ­φρο­σύ­νη Πα­λαιο­λό­γου (το ό­νο­μα Κό­ριν­να δεν ή­ταν βα­φτι­στι­κό της, της το εί­χε δώ­σει ο αρ­χαιο­λά­τρης πα­τέ­ρας της, της εί­χε α­ρέ­σει- και το εί­χε κρα­τή­σει).. Η “Χρη­στί­να Πα­παρ­ρό­δου”, με την ο­ποί­α εί­χε συ­γκα­τοι­κή­σει η Φρό­σω τον πρώ­το και­ρό της δια­μο­νής της στη Βιέν­νη, ή­ταν η Χα­ρί­κλεια Πα­πα­μό­σχου, κι ο Πά­νος Αρ­γύ­ρης, ο πι­στός θαυ­μα­στής και κα­τό­πιν σύ­ζυ­γος της Χρη­στί­νας, δεν ή­ταν άλ­λος α­πό τον Μα­νό­λη Κα­λο­μοί­ρη. Η φι­λί­α των τριών αυ­τών πα­ρέ­μει­νε θερ­μή σ’ ό­λη τη διάρ­κεια της ζω­ής τους και κα­τέ­λη­ξε σε κου­μπα­ριά, α­φού η Χα­ρί­κλεια κι ο Μα­νό­λης Κα­λο­μοί­ρης έ­γι­ναν νο­νοί μου.
Τέ­λος, η οι­κο­γέ­νεια Κα­νελ­λί­δου, στο φι­λό­ξε­νο αρ­χο­ντι­κό των ο­ποί­ων έ­βρι­σκαν τό­ση θαλ­πω­ρή η Ευ­φρο­σύ­νη και οι άλ­λοι Έλ­λη­νες φοι­τη­τές της ε­πο­χής ε­κεί­νης, ή­ταν η οι­κο­γέ­νεια Γε­ωρ­γί­ου Κε­λα­ϊ­δί­του, η δε πα­νέ­μορ­φη Λευ­κή, που στο κα­μα­ρω­τό κε­φα­λά­κι της ταί­ρια­ζε πρι­γκη­πι­κό στέμ­μα, ή­ταν η Lucie, αρ­γό­τε­ρα μη­τέ­ρα της ω­ραί­ας ε­πί­σης και α­ξέ­χα­στης Α­λέ­κας Κα­τσέ­λη”.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek