του Βασίλη Ξυδιά από το Άρδην τ. 2 Μάιος 1996

(απόσπασμα)

 Περικλής Γιαννόπουλος (1870-1910) και ο ίων Δραγούμης (1878-1920) αναζήτησαν το βαθύτερο πεπρωμένο του ελληνικού έθνους μέσα από την ιδέα της ελληνικής ιδιαιτερότητας («αντιφραγκικής» για τον Π. Γιαννόπουλο και «ανατολικής» για τον Ι. Δραγούμη).

Σε μια περίοδο που η σχέση του ελλαδικού κράτους με τον ελληνισμό ήταν ένα ζήτημα εμφανώς ανοικτό, και οι δύο αυτοί έλληνες στοχαστές έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στην ιδέα της κοινότητας και της κοινοτικής διάρθρωσης του ελληνισμού.

Α. Περικλής Γιαννόπουλος (σπόροι ελληνικού πολιτισμού)

Β. Ιών Δραγούμης (ένα κύτταρο,… μια στιγμή του Ελληνισμού)     

Συνέχεια της κοινοτικής ιδέας του Π. Γιαννόπουλου είναι ο κοινοτισμός του Ίωνος Δραγούμη. «Ο Ελληνισμός-γράφει στην Α΄ Προκήρυξη προς τους σκλαβωμένους και τους ελευθερωμένους «΄Ελληνες» που δημοσιεύει το 1908 στον Νουμά-είναι μια οικογένεια από Ελληνικές κοινότητες».

«Και έτσι, είτε υπάρχει είτε λείπει η πολιτική ανεξαρτησία στους Έλληνες, οι πολιτείες τους μένουν πάντα κάπως αυτόνομες και αυτοδιοίκητες. Αυτό πάντα γλύτωσε την ελληνική φυλή από την τελειωτική καταστροφή, και πάλι θα τη γλυτώση».     

Ο Δραγούμης όμως προχωρά σε μια άλλη κατεύθυνση. Η πολιτική του πράξη και σκέψη ήταν απόλυτα συνυφασμένες με την εθνική κρατική υπόσταση την καθημερινότητα και τις προοπτικές του ελλαδικού κράτους.  

Έτσι, η κοινοτική ιδέα του, περισσότερο «προσγειωμένη» απ’ αυτήν του Π. Γιαννόπουλου, ξεκινά από την διοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και φτάνει ως την ομοσπονδιακή συνένωση του ελληνικού κράτους με τους γείτονές του.

Μέσα στις άμεσες προτεραιότητές που έθετε στον εαυτό του για την αντίληψη πολιτικής δράσης, ένας από τους βασικούς του άξονες ήταν η ανασύσταση των κοινοτήτων. Γράφει στις προσωπικές του σημειώσεις:

«Να πολεμήσω για να ξαναφυτρώσουν ελεύθερα οι κοινότητες μέσα στην Ελλάδα και στην Κρήτη, και να συνδεθούν όλες οι κοινότητες του Ελληνισμού : (ομοσπονδία, κοινόν, πολιτεία ελληνική μεγάλη). Γι’ αυτό μπορεί να γίνω, για λίγον καιρό, και πολιτικός στην Ελλάδα».

«Ποιο είδος κοινωνικός οργανισμός έπλασε τη φυλή τέτοια που είναι και τη βάσταξε αιώνες τώρα; Η τοπική αυτοδιοίκηση.»

«Όπου δέκα Έλληνες, εκεί και κοινότητα. Κυβερνούσε τα ιδιαίτερά τους μοναχοί τους, και υποτάζονται κατά τα άλλα στους νόμους του κράτους όπου βρίσκονται. Δηλαδή τι κάνουν οι δέκα Έλληνες που βρέθηκαν μαζί; Πρώτα φέρνουν τις γυναίκες τους ή παίρνουν γυναίκες. Έπειτα χτίζουν το σπίτι τους, μια καλύβα. Ύστερα κάνουν παιδιά και παράδες, και μαζεύουν χρήματα και για το κοινό, και χτίζουν πρώτα ένα εκκλησιδάκι, και τέλος φτειάνουν και το σκολείο για τα παιδιά τους, δηλαδή φέρνουν έναν κουτσοδάσκαλο. Τις μικροδιαφορές πού έχουν μεταξύ τους, μοναχοί τους τις ξεδιαλύνουν. Και ποτέ δεν αμφισβητούν την πολιτική κυριαρχία του κράτους όπου βρέθηκαν».     

Ο Δραγούμης δημοσιεύει κι ένα σχέδιο με τις γενικές γραμμές ενός προγράμματος για την ανασυγκρότηση της κοινοτικής τοπικής αυτοδιοίκησης με παράλληλη αναμόρφωση της κρατικής διοίκησης.

«Δεν είναι ζήτημα-γράφει-ναλλάξουν όνομα οι δήμοι και να ονομαστούν κοινότητες ή κοινά… Το ζήτημα είναι ναλλάξουν τα πράγματα. Να μείνουν δηλαδή οι μικρότερες τοπικές περιφέρειες ιδιοκυβερνήτες, και να μην είναι η κοινότητα μονάχα η μικρότερη υποδιαίρεση του διοικητικού οργανισμού του κράτους».

«Πρέπει όμως να υπάρχει και Ελληνικό κράτος,… για να διατηρεί την ενότητα της φυλής». Γιατί «του Ρωμιού δεν του λείπει η αξιοσύνη να κυβερνιέται πολιτικά ο ίδιος, μα πρέπει πρώτα να νιώσει με τι τρόπο έζησαν και ζούν οι Έλληνες στον κόσμο», γιατί «οι Έλληνες ζουν πάντα σε κοινά ιδιοκυβέρνητα».

«Το έθνος μας ολάκερο πάλι με κοινότητες πρέπει να κυβερνηθεί, και μόνο με κοινότητες θα προκόψει».

Αυτά ως προς την πολιτική. Όμως ο Ι. Δραγούμης εκτός από άνθρωπος της πράξης υπήρξε κι ένας στοχαστής. Η κοινότητα είναι μία από τις έννοιες που ενοποιούν τη σκέψη του συνολικά.

«Η φυσιολογική μορφή, γράφει στα προσωπικά του τετράδια, ο φυσιολογικός σχηματισμός της ελληνικής φυλής είναι κοινοτικός. Οι Έλληνες τι είναι:

α΄) Άνθρωποι, κύτταρα,

β΄) Οικογένεια, σπίτι

γ΄) Κοινότης, χωριό, πολιτεία

δ΄) Ιδέα, Ελληνισμός.

Με βάση τις τέσσερες αυτές διαστάσεις της ελληνικής υπόστασης ο Δραγούμης θα διαμορφώσει μια γενική θεώρηση περί Ελληνισμού (χωρίς-είναι αλήθεια-να την αναπτύξει σε μια συνεκτική θεωρία.)

Σ’ αυτή τη θεώρηση η κοινοτική ιδέα κατέχει έναν κεντρικό ρόλο, καθώς διαπερνά όλα τα επίπεδα της ελληνικής υπόστασης-όπως τα ορίζει και τα ιεραρχεί ο Δραγούμης-και θεμελιώνει το όλο θεωρητικό του σχήμα σε μια ηθική ανθρωπολογία που δίνε στη σκέψη του ευρύτητα και φιλοσοφικό έρεισμα.

Είναι απαραίτητο να εισχωρήσουμε λίγο σ’ αυτή τη σκέψη-έστω και μ’ ένα παράδειγμα. Άς πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά ξεκινώντας από το α΄ δηλ. από την κοινοτιστική αντίληψη του ανθρώπου ως «κυττάρου». Θα βρούμε τον Δραγούμη να λέει:

«… είμαι ένα κύτταρο του μεγάλου τόπου που λέγεται Ελληνισμός. Είμαι και εγώ μια στιγμή του Ελληνισμού».

Θα περίμενε κανείς μια τέτοια σκέψη-που βλέπει το άτομο σαν ένα απλό κύτταρο του  τόπου-να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια  στάση παθητική, συντηρητική, σε μια προσκόλληση στην παράδοση, σε μια στέρηση της προσωπικής ελευθερίας από τον κύκλο των δεσμών που βαραίνουν πάνω στον καθέναν. Αλλά προλαβαίνοντας αυτούς τους συλλογισμούς μας ο Δραγούμης γράφει:

«Δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση; Στον κύκλο περιορισμένοι, πού μας όρισαν οι αποθαμένοι μας, και αναγνωρίζοντας τους δεσμούς μας όλους και ξεχάνοντάς τους έπειτα, γινόμαστε ελεύθεροι να κουνηθούμε και να κάνουμε πράξεις, αδιάφορο αν κάθε μας κίνηση και κάθε πράξη μας θα μοιάζη με των προγόνων μας. Η θύμηση των περασμένων μας κάνει διαφορετικούς από τους προγόνους μας».

Για τον Δραγούμη ο άνθρωπος μπορεί να απελευθερωθεί από το ψυχολογικό βάρος των δεσμών που τον συνέχουν, αποκαθιστώντας με τους δεσμούς αυτούς μια σχέση ελεύθερη ηθικής αποδοχής (η ψυχολογία και η ηθική είναι τα δύο όρια πέρα από τα οποία δεν προχωρά η σκέψη του). Η ελεύθερη αυτή ηθική αποδοχή αφήνει τους φυσικούς δεσμούς να περιπέσουν στη λήθη, έχοντας όμως επιτελέσει το έργο τους, αφού δίνουν τη θέση τους σ’ ένα αίσθημα κοινωνικής πειθαρχίας και αλληλεγγύης:

«Αν με την ανάλυση καταλάβαμε πώς είμαστε σκλάβοι των πεθαμένων και μας ορίζουν αυτοί, είναι βάρος τρομερό, όταν το νιώθουμε αδιάκοπα. Θα ξεφορτωθούμε το βάρος αυτό, άμα το παραδεχτούμε και το ξεχάσωμε πάλι και να ανακατωθούμε θαρρετά με τους συγκαιρινούς μας ανθρώπους, νοιώθοντας μέσα μας μια πειθαρχία κοινωνική και μιάν αλληλεγγύη».

Έτσι οι δεσμοί δεν βαραίνουν πάνω στο άτομο. Αντίθετα, ο Ι. Δραγούμης βλέπει το έθνος ως ζωτικό χώρο για την υπόσταση ανάπτυξη της προσωπικής ενέργειας του ανθρώπου-κυττάρου:

«Για να ζήσω περισσότερο, πρέπει να συνδεθώ με το έθνος μου. Συνδέομαι με το έθνος μου όταν προσπαθώ να το δυναμώσω».

Σ’ αυτή τη σχέση έθνους-ατόμου, ο ενεργητικός πόλος είναι ο άνθρωπος, το «εγώ». «Μεταξύ εμένα και το έθνος μου-λέει είναι κάτι που μας βαστά συχνά, σφιχτά δεμένους: είναι σα να λαχταρώ να του μεταδώσω, να του μεταγγίσω κάτι μαγικό, κάτι που είναι στην ψυχή μου και δεν το έχουν οι πολλοί».

Παρ’ όλο πού ο Ι. Δραγούμης αρνείται την έννοια του προσώπου («Το εγώ μου δεν είναι πρόσωπο» λέει, ταυτίζοντας προφανώς το πρόσωπο με το άτομο), η αντίληψη του ανταποκρίνεται σ’ έναν περσοναλισμό ηθικο-ψυχολογικό (όχι οντολογικό), που θυμίζει πολύ τους σύγχρονους αμερικανούς κοινοτιστές:

«Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πλάσμα ξεμοναχιασμένο ξεκρέμαστο, ουρανοκατέβατο και άτομο, παρά μόνο κύτταρο της ζωντανής μάζας της ανθρωποσύνης, δεμένο με αναρίθμητα νήματα κατά κάθε διεύθυνση, και προς τα περασμένα και προς τα επερχόμενα, πιεζόμενο από δω, σκουντιούμενο από κει και ορίζοντας αλλού. Και αυτό το κάθε κύτταρο της ανθρωποσύνης έχει μέσα του μια πνοή, όμοια και ωστόσο ξεχωριστή από τα άλλα».

«Είναι όμως και άνθρωποι που το άτομο τους το θεωρούν ανεξάρτητο από τ’ άλλα άτομα είτε ζωντανά είτε πεθαμένα, ξεκρέμαστο, σαν κανένα μαργαριτάρι, που έπεσε μετέωρο από τον ουρανό. Και πιστεύουν πώς δεν έχουν χρέος κανένα για τίποτε και σε κανένα».

«Το άτομο δεν υπάρχει, είναι μονάχα αίσθημα των αδύνατων και των κουρασμένων. Είναι το στένεμα της ψυχής τους.»

Ο κοινοτισμός λοιπόν του Ι. Δραγούμη ανοίγεται σε δύο κατευθύνσεις: την πολιτική (όπου το βάρος του πέφτει στην αποκατάσταση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης) και την φιλοσοφική (όπου ο στοχασμός του στρέφεται με οξύτητα εναντίον της ατομοκρατίας, αλλά για χάρη μιάς άλλης, αυθεντικής οργανικής ατομικότητας). Και τους δύο αυτούς δρόμους ο Ι. Δραγούμης τους διάβηκε ως τη μέση, αλλά τα σημάδια που μας άφησε δεν παύουν να αποτελούν πολύτιμους δρομοδείχτες.     

Από τη σύντομη αυτή περιδιάβαση στα γραφτά του Π. Γιαννόπουλου και του Ι. Δραγούμη, ένα πράγμα νομίζω πως γίνεται ολοφάνερο. Πώς η νεοελληνική σκέψη κρύβει μέσα της άγνωστες και ξεχασμένες φλέβες. Το μετάλλευμά τους ίσως να μην είναι πάντα καθαρό κι ανόθευτο. Αλλά πάντως είναι ένα κομμάτι της κληρονομιάς μας που καταχωνιάστηκε στη  λήθη, συσκοτισμένο και συνθλιμμένο ανάμεσα στο δεξιό νεοκαντιανισμό και τον αριστερό πλεχανωφορμαρξισμό της νεώτερης ελλαδικής διανόησης. Ακόμα κι ως άσκηση αυτογνωσίας και μόνο, οφείλουμε να ξαναβρούμε τις φλέβες αυτές, με σεβασμό και χωρίς τις προκαταλήψεις των κατεστημένων αναγνώσεων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek