από το Άρδην τ. 24, Μάρτιος-Απρίλιος 2000

Ηταν ένα γκρίζο κτίριο, χαμηλό και ογκώδες, με τριάντα τέσσερις μόνο ορόφους. Πάνω από την κεντρική του είσοδο έγραφε: ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΩΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ. Και στο θυρεό, το τρίπτυχο του Παγκόσμιου Κράτους: ΚΟΙΝΟΤΗΣ, ΤΑΥΤΟΤΗΣ, ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΣ. Η τεράστια αίθουσα του ισογείου έβλεπε στο βορρά. Ήταν ψυχρή, παρά την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα έξω από τα παράθυρα και την τροπική ζέστη στο εσωτερικό της. Μια εκτυφλωτική λεπτή ακτίνα έπεφτε μέσα από το τζάμι, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο από τα ντυμένα ανδρείκελα, μια από αυτές τις χλωμές φιγούρες που παρήγαγε η φρίκη των ακαδημαϊκών. Μα δεν υπήρχε παρά γυαλί, νικέλιο και η γυαλιστερή πορσελάνη του εργαστηρίου. Παγερή ατμόσφαιρα. Οι φόρμες των εργατών ήταν άσπρες και στα χέρια τους φορούσαν λαστιχένια γάντια στο χλωμό χρώμα που έχουν τα πτώματα. Κυριαρχούσε ένας φωτισμός ανατριχιαστικά κρύος, νεκρικός, κατάλληλος για έναν κόσμο φαντασμάτων. Μόνο από την κιτρινωπή απόχρωση των μπρούτζινων μικροσκοπίων δανειζόταν μια υποψία πλούτου και ζωντάνιας, η οποία απλωνόταν σαν λουρίδες από βούτυρο κατά μήκος των τραπεζιών του εργαστηρίου.

Κι αυτός, είπε ο Διευθυντής, είναι ο Θάλαμος Γονιμοποιήσεως.

Σκυμμένοι πάνω από τα όργανά τους, τριακόσιοι Γονιμοποιοί, ήταν απορροφημένοι, καθώς έμπαινε στην αίθουσα ο Διευθυντής Επωάσεως και Προκαθορισμού Εξαρτημένων Αντανακλαστικών. Βασίλευε νεκρική σιγη την οποία διέκοπτε μονάχα ένα σιγανομουρμούρισμα ή ένα ελαφρό σφύριγμα κάποιου από τους

απόλυτα προσηλωμένους εργαζόμενους. Μια ομάδα από νεοφερμένους σπουδαστές, πολύ νέους, ροδαλούς και πρωτάρηδες, ακολουθούσαν από πίσω τον Διευθυντή, με κινήσεις νευρικές και ύφος αφηρημένο. Ο καθένας τους κρατούσε κι από ένα σημειωματάριο, στο οποίο, όποτε έκανε να μιλήσει ο μεγάλος άνδρας, κατέγραφαν μανιωδώς τα λόγια του. Λες κι επρόκειτο για σπάνιο προνόμιο. Ο Διευθυντής του κέντρου Ε.Π.Ε.Α. του Κεντρικού Λονδίνου ήθελε να ξεναγεί ο ίδιος προσωπικά τους νέους σπουδαστές στα διάφορα τμήματα.

Για να σας δώσω μια γενική ιδέα, τους εξηγούσε. Διότι, φυσικά, η γενική ιδέα τούς ήταν απαραίτητη για να φέρουν έξυπνα εις πέρας την εργασία τους -όμως μόνο στο βαθμό αυτό, τον κατά το δυνατόν ελάχιστο, ώστε να γίνουν καλά και ευτυχισμένα μέλη της κοινωνίας. Διότι, όπως είναι γνωστό, η εξειδίκευση οδηγεί στην αρετή και την ευτυχία. Οι γενικότητες αποτελούν απλώς αναγκαία πνευματικά δηλητήρια. Δεν είναι οι φιλόσοφοι, αλλά οι ψιλολόγοι και οι γραμματοσυλλέκτες που συνθέτουν τη ραχοκοκκαλιά της κοινωνίας.

Αύριο, πρόσθετε, χαμογελώντας τους εύθυμα, αλλά και με ελαφρά απειλητικό τόνο, θα στρωθείτε στη σοβαρή δουλειά. Δεν θα έχετε χρόνο για γενικότητες. Στο μεταξύ…

Στο μεταξύ διέθεταν το προνόμιο να καταγράφουν τις πληροφορίες απ’ ευθείας από την πηγή. Τα παιδιά σημείωναν σαν τρελά.

Ψηλός και σχετικά αδύνατος, αλλά καλοστεκούμενος, ο Διευθυντής προχώρησε στην αίθουσα. Είχε μακρύ και μεγάλο σαγόνι, πεταχτά δόντια, που μόλις καλύπτονταν, όταν δεν μιλούσε, από τα πλούσια, καλλίγραμμα χείλια του.

Ήταν γέρος ή νέος; Τριαντάρης; Πενηντάρης; Δύσκολο να καταλάβεις. Αλλά το ερώτημα, σ’ εκείνη τη χρονιά σταθερότητας, το 632 μ.Φ1., δεν είχε νόημα, δεν περνούσε από το μυαλό κανενός.

Θα ξεκινήσω από την αρχή, είπε ο Διευθυντής, και οι πιο επιμελείς σπουδαστές κατέγραψαν την πρόθεση του: Ξεκίνημα από την αρχή.

Αυτοί, είπε δείχνοντας με το χέρι του, είναι οι εκκολαπτήρες. Ανοιξε μια μονωμένη πόρτα και τους έδειξε σειρές από αριθμημένους δοκιμαστικούς σωλήνες. Περιέχουν το εβδομαδιαίο απόθεμα ωαρίων. Διατηρείται, εξήγησε, σε θερμοκρασία αίματος. Ενώ οι αρσενικοί γαμέτες, κι άνοιξε άλλη μια πόρτα, πρέπει να διατηρούνται στους 35 και όχι στους 37βαθμούς. Πλήρης η θερμοκρασία αίματος, τους στειρώνει. Κριάρια σε συνθήκες υψηλής θερμότητας δεν τεκνοποιούν.

Σκυμμένος πάντα στους εκκολαπτήρες, τους έκανε μια σύντομη περιγραφή της σύγχρονης μεθόδου γονιμοποίησης, ενώ τα μολύβια χοροπηδούσαν στις σελίδες. Μίλησε πρώτα, φυσικά, για το χειρουργικό της μέρος. Η εγχείριση πραγματοποιείται εθελοντικά για το καλό της Κοινωνίας, για να μην αναφέρουμε ότι συνοδεύεται από δώρο ισοδύναμο έξι μηνιαίων μισθών. Συνέχισε αναλύοντας την τεχνική της διατήρησης της αποκομμένης ωοθήκης ζωντανής και λειτουργικής. Πέρασε σε μια εκτίμηση της ιδεώδους θερμοκρασίας, της περιεκτικότητας σε χλωριούχο νάτριο και του ιξώδους. Αναφέρθηκε στο υγρό όπου διατηρούνται τα απομονωμένα και ώριμα ωάρια. Πώς έπεφτε σταγόνα, σταγόνα στα ειδικά θερμασμένα πλακίδια των μικροσκοπίων. Πώς τα ωάρια που περιείχε, εξετάζονται μήπως έχουν κάποια ανωμαλία, καταμετρούνται και μεταφέρονται σε πορώδη δοχεία. Πώς (και πήρε τους σπουδαστές για να παρακολουθήσουν τη διαδικασία) τα δοχεία βυθίζονται σ’ ένα ζεστό υγρό που περιέχει ελεύθερα σπερματοζωάρια -επέμεινε, σε μίνιμουμ συγκέντρωση εκατό χιλιάδων ανά κυβικό εκατοστό, και πώς, ύστερα από δέκα λεπτά τα δοχεία σηκωνόντουσαν από το υγρό και επανεξέταζαν το περιεχόμενο. Πώς, αν κάποιο από τα ωάρια έμενε αγονιμοποίητο, ξαναβυθιζό-ταν, και στην ανάγκη η διαδικασία επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Πώς η γονιμοποιημένη ωοθήκη επέστρεφε στους εκκολαπτήρες, όπου οι Άλφα και οι Βήτα παρέμεναν μέχρι να εμφιαλωθούν οριστικά, ενώ οι Γάμα, οι Δέλτα και οι Έψιλον, ξανάβγαιναν ύστερα από τριανταέξι ώρες, για να περάσουν τη Διαδικασία Μπουκανόφσκυ.

Τη Διαδικασία Μπουκανόφσκυ, επανέλαβε ο Διευθυντής, και οι σπουδαστές υπογράμμισαν τον όρο στα σημειωματάριά τους.

Ένα ωάριο, ένα έμβρυο, ένας ενήλικας -η φυσιολογική διαδικασία. Όμως, ένα ωάριο που έχει περάσει τη Διαδικασία Μπουκανόφσκυ, θα μπολιαστεί, θα πολλαπλασιαστεί, θα διαιρεθεί. Θα προκύψουν από οκτώ μέχρι ενενήντα έξι νέα ωάρια, τα οποία θα μετεξελιχθούν σε τέλεια σχηματισμένα έμβρυα κι αυτά με τη σειρά τους σε πλήρως διαμορφωμένους ενήλικες. Έτσι, αντί για ένα, δημιουργούνται ενενήντα έξι ανθρώπινα όντα. Αυτό ονομάζεται πρόοδος (…) [σελ. 17-20]

(…) Διότι φυσικά, είπε ο κ. Φό-στερ, για τη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, η γονιμοποίηση αποτελεί ανοησία. Μια γόνιμη ωοθήκη στις χίλιες διακόσιες, φθάνει για τους στόχους μας. Θέλουμε όμως να έχουμε τη δυνατότητα της επιλογής. Και ασφαλώς πρέπει να διαθέτει κανείς τεράστια περιθώρια ασφαλείας. Έτσι αφήνουμε το τριάντα τοις εκατό των θηλυκών εμβρύων να αναπτυχθούν φυσιολογικά. Τα άλλα δέχονται μια δόση αρσενικής ορμόνης κάθε είκοσι τέσσερα μέτρα, για το υπόλοιπο της διαδρομής. Αποτέλεσμα: οι επαμφοτερίζουσες. Σωματικά είναι κανονικές (εκτός, αναγκάστηκε να παραδεχτεί, από μια μικρή τάση να βγάζουν γένια), αλλά στείρες. Εγγυημένα στείρες. Γεγονός το οποίο, επί τέλους, συνέχισε ο κ. Φόστερ, μας απελευθερώνει από τη δουλική μίμηση της φύσης και μας εισάγει στον πολύ πιο ενδιαφέροντα κόσμο της ανθρώπινης παρέμβασης.

‘ Ετριψε τα χέρια του. Διότι δεν καταγινόντουσαν απλώς με τη σύλληψη: στο κάτω-κάτω και μια αγελάδα γονιμοποιεί.

Εμείς, επιπλέον, προκαθορίζουμε και προγραμματίζουμε. Αντιμετωπίζουμε τα μωρά σαν κοινωνικά άτομα του αύριο, σαν Αλφα ή Έψιλον, μελλοντικούς καθαριστές υπονόμων ή… Ετοιμαζόταν να πει, Παγκόσμιους Διαχειριστές του Κόσμου, αλλά το διόρθωσε και κατέληξε λέγοντας,… ή Διευθυντές Κέντρων Επωάσεων. Ο Διευθυντής του Κέντρου δέχτηκε τη φιλοφρόνηση με χαμόγελα.

Βάδιζαν στην Θυρίδα 11 και στη Φάση 320. Ένας νεαρός μηχανικός Βήτα – Μείον ήταν σκυμμένος πάνω σε μια φιάλη και επιδιόρθωνε με κατσαβίδι και κλειδιά την αντλία τροφοδότησης αίματος. Γυρίζοντας τη βαλβίδα, ο βόμβος του ηλεκτρικού κινητήρα χαμήλωσε. Χαμήλωσε κι άλλο, μέχρι το τελικό σφίξιμο, μια ματιά στο μετρητή και η δουλειά είχε γίνει. Έπιασε την επόμενη αντλία. Μειώνοντας την ανακύκληση ανά λεπτό, εξήγησε ο κ. Φόστερ, το υποκατάστατο του αίματος κυκλοφορεί πιο αργά, συνεπώς διέρχεται από τους πνεύμονες σε αραιότερα διαστήματα και τροφοδοτεί το έμβρυο με λιγότερο οξυγόνο. Δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος, από την έλλειψη οξυγόνου, για να διατηρηθεί το έμβρυο σε σχέσεις ανισοτιμίας. Έτριψε ξανά τα χέρια του.

Μα γιατί θέλουμε να διατηρήσουμε το έμβρυο κάτω από τέτοιες συνθήκες; ρώτησε ένας ανόητος σπουδαστής.

Βλάκα, είπε ο Διευθυντής, σπάζοντας τη μακριά σιωπή που έπεσε. Δεν σκέφτηκες ότι ένα Έψιλον έμβρυο χρειάζεται ένα Έψιλον περιβάλλον και μια Έψιλον κληρονομικότητα;

Όσο μικρότερης κοινωνικής τάξης είναι το έμβρυο, είπε ο κ. Φόστερ, τόσο λιγότερο το παρεχόμενο οξυγόνο. Το πρώτο όργανο που προσβαλλόταν ήταν ο εγκέφαλος. Ύστερα ο σκελετός. Με εβδομήντα τοις εκατό του φυσιολογικού οξυγόνου, έβγαιναν νάνοι. Με ακόμα λιγότερο, έβγαιναν τυφλά τέρατα.

Τα οποία είναι τελείως άχρηστα, κατέληξε ο κ. Φόστερ.

Παρ’ όλα αυτά αν μπορούσαν ν’ ανακαλύψουν (τους έλεγε με εμπιστευτική, πλέον, και ενθουσιώδη φωνή), μια τεχνική που θα μείωνε την περίοδο ωρίμανσης, τι θρίαμβος, τι κέρδος τεράστιο θα είχε η Κοινωνία!

Πάρτε ένα άλογο. Είναι ώριμο στα έξη, ένας ελέφαντας στα δέκα. Στα δεκατρία ο άνθρωπος είναι σεξουαλικά ανώριμος. Η ανα-πτυξή του έχει ολοκληρωθεί πλήρως στα είκοσι. Το αποτέλεσμα της διαφοράς, βέβαια, είναι η ανθρώπινη ευφυΐα. Για τους Έψιλον όμως, είπε ο κ. Φόστερ με ακριβοδίκαιο ύφος, δεν χρειαζόμαστε την ανθρώπινη ευφυΐα. Δεν την χρειαζόντουσαν και δεν τους την έδιναν. Ενώ όμως, το μυαλό των Έψιλον είχε ωριμάσει στα δέκα, το σώμα τους δεν ήταν κατάλληλο για εργασία μέχρι τα δέκα οκτώ. Χρόνια άχρηστης ανωριμότητας. Αν η φυσική διάπλαση επιταχυνόταν, όπως, ας πούμε, της αγελάδας, τι τεράστιο όφελος θα προέκυπτε για την Κοινότητα!

Τεράστιο, μουρμούρισαν οι σπουδαστές. Ο κ. Φόστερ τους είχε μεταδώσει τον ενθουσιασμό του.

[σελ. 26-28]

1 Ο “Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος” γράφτηκε στην πρώτη του μορφή το 1931 και εκτυλίσσεται στον 7° αιώνα του Μεγάλου Φορντ (632 μετά Φορντ), δηλαδή 632 χρόνια μετά τη θεοποίηση της μηχανής με τη διάδοση των ατμοκίνητων αυτοκινήτων από τον Χένρυ Φορντ. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε στο 2.500 μ. Χ. Τα αποσπάσματα προέρχονται από την ελληνική έκδοση της “Μέδουσας” (Αθήνα 1991, μετάφρ. Ανδρέας Αποστολίδης).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek