Το απόλυτο πνεύμα μαχητικότητας και αυτοθυσίας

Του Χρόνη Βάρσου από το Άρδην τ. 119

Φιλόλογου – ιστορικού ερευνητή

Όταν τον Ιούνιο του 480 π.Χ. ο βασιλιάς της αχανούς περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, Ξέρξης, περνούσε τον Ελλήσποντο επικεφαλής μιας τεράστιας στρατιάς που όμοιά της δεν είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος, η ελληνoπερσική σύγκρουση άγγιζε την πιο κρίσιμη φάση της.

Η Ιωνική Eπανάσταση και έναρξη των Μηδικών Πολέμων

Ο ελληνικός κόσμος ήρθε σε επαφή πρώτη φορά με τη νέα δύναμη που εμφανιζόταν στην Ανατολή το 546 π.Χ., όταν ο Κύρος Β΄ ο Μεγάλος (559-530 π.Χ.), βασιλιάς της νέας Περσικής Αυτοκρατορίας, κατέκτησε το βασίλειο της Λυδίας στη δυτική Μ. Ασία, νικώντας τον Κροίσο, στην επικράτεια του οποίου ανήκαν οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Η Περσική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε ραγδαία με την υποταγή της Βαβυλώνας το 538 π.Χ. και της Αιγύπτου το 525 π.Χ. στα χρόνια του βασιλιά Καμβύση Β΄ (530-522 π.Χ.).

Πενήντα χρόνια μετά, οι Έλληνες της Ιωνίας, από τον Ελλήσποντο μέχρι την Κύπρο και κατά μήκος της δυτικής μικρασιατικής ακτής, εξεγέρθηκαν ενάντια στον νέο πανίσχυρο βασιλιά Δαρείο Α΄ (522-486 π.Χ.), που είχε επεκτείνει τα όρια του περσικού κράτους μέχρι την Ινδία και τη Σκυθία.

Η σύγκρουση αυτή κράτησε έξι χρόνια (499-493 π.Χ.). Ο ηγέτης της επανάστασης και τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας, ζήτησε τη βοήθεια των μεγάλων ελληνικών μητροπόλεων για να αντιμετωπίσει την Περσική Αυτοκρατορία. Η Σπάρτη υπό την ηγεσία του Κλεομένη Α΄ (520-490 π.Χ.), αρνήθηκε ενώ η Αθήνα και η Ερέτρια έστειλαν μικρές δυνάμεις για βοήθεια.

Οι επαναστάτες αρχικά είχαν επιτυχίες και κατέστρεψαν τις Σάρδεις, πρωτεύουσα της σατραπείας, αλλά η συντριπτική τους ήττα στη ναυμαχία της Λάδης το 494 π.Χ. από τον περσικό στόλο αποτέλεσε την αρχή του τέλους. Η Μίλητος καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ ακολούθησαν σφαγές και εξανδραποδισμοί.

Ο Δαρείος Α΄, αποδεσμευμένος πλέον, μπορούσε να στραφεί κατά των ελληνικών πόλεων που βοήθησαν στην εξέγερση, ιδίως της Αθήνας.

Το 492 π.Χ. μια περσική στρατιά, με επικεφαλής τον γαμπρό του Μαρδόνιο, εξεστράτευσε στη Θράκη και τη Μακεδονία, καθιστώντας τες υποτελείς, αλλά ο στόλος του από 300 πλοία βυθίστηκε ολοσχερώς στο ακρωτήριο του Άθω από τρικυμίες.

Το 490 π.Χ. μια νέα στρατιά με επικεφαλής τους στρατηγούς Δάτη και Αρταφέρνη, αποτελούμενη από τουλάχιστον 50.000 στρατό και 600 πλοία, αφού κατέστρεψε τη Νάξο, υπέταξε τις Κυκλάδες και εξανδραπόδισε την Ερέτρια, αποβιβάστηκε στον Μαραθώνα όπου και υπέστη δεινή ήττα από τον αθηναϊκό στρατό με επικεφαλής τον Μιλτιάδη.

Ήταν σίγουρο ότι οι Πέρσες θα επέστρεφαν ισχυρότεροι για τη ρεβάνς, μη αποδεχόμενοι την απροσδόκητη ήττα. Πραγματικά, ο Δαρείος ξεκίνησε τεράστιες στρατιωτικές και ναυτικές προετοιμασίες για να δώσει ένα οριστικό μάθημα στις ελληνικές πόλεις που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την ισχύ του.

Η άνοδος του Ξέρξη στον θρόνο και οι πολεμικές προετοιμασίες των Περσών

Το 486 π.Χ. ο βασιλιάς Δαρείος Α΄ πέθανε και στον θρόνο ανέβηκε ο 33χρονος Ξέρξης Α΄ (486-465 π.Χ.), γιος του από τη σύζυγό του Ατόσσα, κόρη του Κύρου Β’ του Μεγάλου, ιδιαίτερα σκληρός και φιλόδοξος. Ο Ξέρξης, αφού κατέστειλε με πρωτοφανή βία την επανάσταση στην Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα το 485 π.Χ., συνέχισε με ταχύτερο ρυθμό τις πολεμικές προετοιμασίες του πατέρα του, αποφασισμένος να πετύχει αυτή τη φορά και να υποδουλώσει όλο τον ελληνικό κόσμο, καθιστάμενος έτσι κυρίαρχος της Ανατολικής Μεσογείου.

Υπέρμαχος της εισβολής ήταν ο γαμπρός του Ξέρξη, Μαρδόνιος (από την αδελφή του Αρταζώστρα), έχοντας και την εμπειρία της πρώτης αποτυχημένης εκστρατείας του 492 π.Χ., υπεραισιόδοξος και γεμάτος διάθεση για εκδίκηση.

Αντίθετος ήταν ο θείος του Αρτάβανος, αδελφός του Δαρείου, που προβάλλοντας εμπεριστατωμένα επιχειρήματα για την ποιότητα των Ελλήνων οπλιτών, την ικανότητα του ελληνικού στόλου, τις απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες στο Αιγαίο το καλοκαίρι, τις ανυπέρβλητες δυσκολίες ανεφοδιασμού μιας τέτοιας τεράστιας στρατιάς, το ορεινό του εδάφους και τη μαχητική διάθεση των κατοίκων, προσπάθησε μάταια να μεταπείσει τον Ξέρξη.

Την ίδια εποχή, η περσική διπλωματία για να αποκλείσει το ενδεχόμενο αποστολής ενισχύσεων στην Ελλάδα από τις ελληνικές πόλεις της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας, ιδίως τις ισχυρές Συρακούσες υπό τον τύραννο Γέλωνα, άρχισε επαφές με τους Καρχηδόνιους, που υπό την ηγεσία του Αμίλκα ετοίμαζαν μια τεράστια στρατιά εισβολής στη Σικελία.

Επιπλέον ο Ξέρξης, προβάλλοντας με αλαζονεία τις πυρετώδεις προετοιμασίες του, ξεκίνησε κολοσσιαία έργα στον Ελλήσποντο με την κατασκευή δύο γιγάντιων γεφυρών για τη διέλευση του πολυπληθούς στρατού του, καθώς και τη δημιουργία διώρυγας στη χερσόνησο του Άθω.

Οι Σάρδεις ορίστηκαν το καλοκαίρι του 481 π.Χ ως τόπος συγκέντρωσης των δυνάμεων, που επιστρατεύονταν συστηματικά από όλη την αυτοκρατορία.

Απεσταλμένοι στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πόλεις, πλην Σπάρτης και Αθηνών, που είχαν σκοτώσει τους πρέσβεις του Δαρείου, ζητώντας «γην και ύδωρ», δηλαδή απόλυτη υποταγή. Μακεδόνες, Θεσσαλοί, Βοιωτοί, Αργείοι ήταν έτοιμοι να μηδίσουν μπροστά στον όγκο της ισχύος που επρόκειτο να εισβάλει, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αξιοπρεπούς άμυνας και φυσικά νίκης. Άλλες περιοχές όπως η Κέρκυρα και η Κρήτη έκλιναν προς την ουδετερότητα. Με δεδομένη και την επικείμενη καρχηδονιακή εισβολή στη Σικελία, ο πανικός στον ελληνικό κόσμο ήταν έκδηλος και το τέλος φάνταζε περισσότερο από ποτέ βέβαιο.

Οι ελληνική αντίδραση, οι πολεμικές προετοιμασίες και τα σχέδια άμυνας

Η κατάσταση στην ελληνική πλευρά ήταν απελπιστική. Μόνο η Αθήνα και η Σπάρτη είχαν ξεκάθαρη στάση απέναντι στον μηδισμό και σαφή διάθεση να πολεμήσουν. Παρά την εκατέρωθεν καχυποψία, παραμέρισαν τις διαφορές τους και ηγήθηκαν μιας πανελλήνιας πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση οργανωμένης άμυνας απέναντι στην περσική επίθεση, με στόχο τη σωτηρία του ελληνισμού.

Το φθινόπωρο του 481 π.Χ συγκάλεσαν στον Ισθμό της Κορίνθου, στον ναό του Ποσειδώνα, πανελλήνιο συνέδριο από τριάντα μια ελληνικές πόλεις, για να συζητηθούν τα δεδομένα της εισβολής και τα σχέδια άμυνας.

Ηγετικές μορφές ο 60χρονος βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας (540-480 π.X) και ο 47χρονος Αθηναίος στρατηγός Θεμιστοκλής (527-459 π.Χ).

Ο Λεωνίδας, του οίκου των Αγιαδών, γιος του πρώην βασιλιά Αναξανδρίδα (560-520 π.Χ), συμπλήρωνε ήδη 10 χρόνια στο θρόνο της Σπάρτης. Ήταν ετεροθαλής αδελφός του ανατραπέντος, και μάλλον δολοφονηθέντος, Κλεομένη Α΄ (520-490 π.Χ), παντρεμένος με την κόρη του Γοργώ, 30 χρόνια νεότερή του.

Ο Λεωνίδας συμβασίλευε με τον Λεωτυχίδα (491-469 π.Χ), του οίκου των Ευρυποντιδών, ξάδελφο του εξορισθέντος πρώην βασιλιά Δημάρατου (515-491 π.Χ), που πλέον είχε καταφύγει στην περσική αυλή και θα έπαιρνε μέρος στην εισβολή ως σύμβουλος του Ξέρξη. Οι δύο βασιλείς τηρούσαν σταθερά αντιμηδική στάση και προσπάθησαν όλη τη δεκαετία που προηγήθηκε να οργανώσουν έναν διευρυμένο συνασπισμό για την άμυνα του ελληνικού κόσμου.

Ο Θεμιστοκλής, στρατηγός της δημοκρατικής Αθήνας και η πλέον ισχυρή προσωπικότητα στην άλλη μεγάλη δύναμη του ελληνισμού, κυριάρχησε στον πολιτικό στίβο μετά το 489 π.Χ και τον θάνατο του Μιλτιάδη.

Συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας ενός πανίσχυρου αθηναϊκού στόλου, του μόνου ικανού κατά τη γνώμη του να αντιμετωπίσει μια νέα περσική εισβολή. Το 483 π.Χ. όταν ανακαλύφθηκε στο Λαύριο μία νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων,  προφασιζόμενος τη ναυτική απειλή των Αιγινητών, έπεισε τους συμπολίτες του να διαθέσουν τα έσοδα για τη δημιουργία στόλου και την εκπόνηση ενός γιγαντιαίου προγράμματος ναυτικών εξοπλισμών, που στόχευε στη ναυπήγηση διακοσίων τριηρών.

Στο συνέδριο αποφασίστηκε η ειρήνευση μεταξύ των ελληνικών πόλεων και η παραχώρηση της ηγεσίας στη Σπάρτη, όχι μόνο του στρατού, όπως ήταν αυτονόητο, αφού εξάλλου διέθετε το πλέον ισχυρό και αξιόμαχο στράτευμα, αλλά και του ναυτικού. Ο Θεμιστοκλής, αν και η Αθήνα διέθετε πάνω από τον μισό ελληνικό στόλο, παραχώρησε τη ναυτική ηγεσία στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ευρυβιάδη ως δείγμα ενότητας και φιλίας.

Το ελληνικό σχέδιο ουσιαστικά προέβλεπε τρεις διαδοχικές γραμμές άμυνας: στα Τέμπη, τις Θερμοπύλες και τον Ισθμό.

Προτάσεις να προσελκύσουν στη συμμαχία το Άργος, τις Συρακούσες, την Κέρκυρα και την Κρήτη απέτυχαν. Στο Άργος επικρατούσαν οι οπαδοί του μηδισμού, αν και φόβος της Σπάρτης τους ουδετεροποίησε. Ο Γέλων των Συρακουσών, φοβούμενος την Καρχηδόνα, δεν έστειλε δυνάμεις. Η Κέρκυρα, παρά τα 60 πλοία που διέθετε, δίσταζε μπροστά στην περσική ισχύ όπως και η Κρήτη.

Η έναρξη της εκστρατείας και η εκκίνηση του περσικού στρατού & στόλου

Ο περσικός στρατός, με επικεφαλής τον Ξέρξη, αφού ξεχειμώνιασε και προετοιμάστηκε κατάλληλα, ξεκίνησε από τις Σάρδεις στα μέσα της άνοιξης του 480 π.Χ κινούμενος βόρεια προς την Άβυδο του Ελλησπόντου. Παράλληλα, ο τεράστιος στόλος ακολούθησε κι αυτός την παραλιακή οδό προς τα Στενά.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι ατελείωτες φάλαγγες των στρατιωτών χρειάστηκαν επτά μέρες και νύχτες αρχές Ιουνίου για να περάσουν τις δύο γέφυρες και να πατήσουν το ευρωπαϊκό έδαφος.

Με βραδεία πορεία διαμέσου της Μακεδονίας, ο στρατός θα συναντούσε στα τέλη Ιουλίου στη Θέρμη – απώτατο δυτικό σημείο της αυτοκρατορίας – τον στόλο και μετά, με παραλιακή πορεία, θα κινούνταν νότια, συνεπικουρούμενος από τα χιλιάδες πολεμικά και μεταγωγικά πλοία.

Οι απόψεις σχετικά με το μέγεθος της περσικής δύναμης είναι αντικρουόμενες. Βασική πηγή φυσικά αποτελεί ο ιστορικός των περσικών πολέμων, Ηρόδοτος, στο βιβλίο του «Πολύμνια», που ανεβάζει τον στρατό ξηράς σε 1.700.000 πεζούς και 80.000 ιππικό, συνολικά 47 έθνη και φυλές της αυτοκρατορίας. Ο Κτισίας ο Κνίδιος, Έλληνας γιατρός του μετέπειτα βασιλιά Αρταξέρξη, αναφέρει 800.000 περίπου. Προφανώς οι αριθμοί είναι διογκωμένοι, αλλά σίγουρα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι στις Πλαταιές την επόμενη χρονιά παρατάχθηκαν 300.000 άνδρες υπό τον Μαρδόνιο και  συνυπολογίζοντας κανείς όσους επέστρεψαν στην Ασία με τον Ξέρξη και τις απώλειες μέχρι τότε, σίγουρα ο περσικός στρατός στην αρχή της εκστρατείας θα ξεπερνούσε τις 400.000.

Εξάλλου, αν η μικρή Ελλάδα – και όχι φυσικά όλες οι πόλεις – κατάφερε να επιστρατεύσει 110.000 άνδρες την επόμενη χρονιά στις Πλαταιές υπό τον Παυσανία, τότε είναι λογικό η αχανής Περσική Αυτοκρατορία, μετά από 10ετή μάλιστα προετοιμασία, να ήταν σε θέση να παρατάξει στράτευμα της τάξεως του μισού εκατομμυρίου τουλάχιστον.

Ο περσικός στρατός αποτελούσε εκείνη την εποχή το φόβητρο της Ασίας. Μέσα σε διάστημα 50 ετών είχε κατανικήσει Λυδούς, Βαβυλώνιους, Αιγυπτίους, Ινδούς, Ίωνες και είχε τεράστια πολεμική πείρα και ανεξάντλητα εφόδια. Ξεχώριζαν για την ποιότητά τους οι τοξότες και το ιππικό, ενώ η μονάδα των 10.000 Αθανάτων του στρατηγού Υδάρνη αποτελούσε την ελίτ του στρατού και προσωπική φρουρά του βασιλιά.

Σε επίπεδο πειθαρχίας και ενότητας διοίκησης υπερτερούσε σαφώς έναντι των πολυδιασπασμένων Ελλήνων, αφού τις μεγάλες μονάδες διοικούσαν κατά βάση στενοί συγγενείς του Ξέρξη:

Ανώτατοι αρχηγοί του στρατού ήταν ο γαμπρός του Μαρδόνιος, ο κουνιάδος του Σμερδομένης και ο ξάδελφός του Τριτανταίχμης, γιος του θείου του Αρτάβανου, που έμεινε τοποτηρητής στα Σούσα. Τους Πέρσες διοικούσε ο πεθερός του, Οτάνης, ενώ τους Βάκτρες, Σάκες και Σκύθες ο αδελφός του, Υστάσπης. Μεγάλες μονάδες του στρατού διοικούσαν επίσης τα ετεροθαλή αδέλφια του Αρσάμης, Γοβρίας, Αρσαμένης και Αριομάρδος.

Στον τομέα της περσικής ναυτικής ισχύος ο Ηρόδοτος αναφέρει 1.207 πολεμικά πλοία εκ των οποίων 457 των ελληνικών υποτελών πληθυσμών της δυτικής Μ. Ασίας, της Κύπρου και της Θράκης καθώς και 3.000 μεταγωγικά. Συνολικά 517.000 πληρώματα. Κύρια αιχμή του στόλου αποτελούσαν τα 300 φοινικικά και 200 αιγυπτιακά καράβια. Στην ηγεσία του ναυτικού διορίστηκαν ο αδελφός του βασιλιά Αχαιμένης και ο ετεροθαλής Αριαβίγνης.

Ο αριθμός των 1.207 περσικών πλοίων φαίνεται λογικός αν σκεφθεί κανείς ότι στη Σαλαμίνα οι Έλληνες παρέταξαν περίπου 380 πλοία.

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρουν και οι αρχαίες πηγές, «η Ασία ήταν έτοιμη να ξεχυθεί στην Ευρώπη….» και από όπου περνούσε ο στρατός του Ξέρξη «στέρευαν τα ποτάμια» για να ξεδιψάσουν οι εισβολείς.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek