από το Άρδην, τ. 36, Μάιος-Ιούνιος 2002

Μέ τά πόδια σπασμέν από τό γόνατο, με τα χέρια κομμέν’ άπό ιόν άγκώνα, κοίτεται μεσα στο μουσεΐον τό παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμενο στο δεξί του πλευρό, γερνώντας ζερβά λίγο το κεφάλι, εΐνε ξαπλωμένο, όλόβολο, άπανω στο ξύλινο στήριγμά του, καί φαίνεται ώσαν να κυτταζη τό ίδιο του τό κορμί. Ακέρηο άπ’ άκρη σ άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σάν κατάλευκ’ όνειροφα-ντασμα ωραιότητας καί γεροσύνης. Της γλυκείας ώσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του τό αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, τοϋ εξαίσιου λαιμοϋ του η χαριτωμένες γραμμές. Απο τό σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φευγουνε πισωθε. άνοιχτές, ή δυνατές πλάτες του· μά απο μπροστά, τα στήθια του όρθόνονται, εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τά βυζά, σα ναν τ άνασηκόνη ό πλούσιος χυμός, πού άναβραζει απο-μέσα τους. Ή ράχη του, μακρυα, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη μέ αύλακι βαθυ, καί τυλίγει, λές και το βλέπεις, άποκάτου άπό τό δέρμα, τό κανονικωτατο φκιάσιμο των κοκκαλων και τό άξεχώριστο δέσιμο τους. Απαλή, μέ τά πλευρά πλεγμεν άρμονικα. τώνα μέ τ’ άλλο, λυγίζεται ή μέση του ή λεπτή, που σέ πάει μαλακά-μαλακά, άπο το άνδρικό τεντωμα των στηθών του, εις τής τρεμάμενης, τής άνθισμε-νης σαρκας τών πισινών του την αφροδίσια έμμορ-φιά, στά ρυθμικά μάγια τών λαγαρών του[…]

Μέ τεθραυσμένας κνήμας έκ τοϋ γόνατος, ήκρωτη-ριασμένους άπό τής ώλένης του βραχίονας, κατα-κειται έν τω μουσείω ό άρχαϊος έφηβος. Ήμικλινης έπί τοΰ δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα άριστερα την κεφαλήν, άπλοΰται κατα μήκος έπι τοΰ ξυλινου βάθρου του, καί φαίνεται ώς να προσ-βλέπη εις το ίδιον σώμα του. Άρτιος κατα παντα. ο κορμος αύτοΰ, έκτείνεται, πάλλευκον όνειρον κάλλους καί ευρωστίας. Τής γλυκείας ώς κόρης και άρρενωπής ώς ήρωος μορφής την έλαφραν έπαρσιν άνέχει τοΰ έξαισίου τραχήλου ή εϋγραμμος χάρις. Εύρειαι φεύγουν οπίσω, άπό τοΰ ήρέμα καμπτο με νου αύχένος, αί ισχυροί ώμοπλάται, ένώ προς τα εμπρός όγκοΰνται τά στέρνα, ρωμαλέα, έντονα, με προεξέχοντας καί σφριγώντας τοΰς μαστούς, ωοει ύπεγειρόμενα έκ τοϋ πλουσίου χυμού, τοϋ κυκλοφορούντος μέσα των. Υπό βαθειας αύλακος τεμνομένη καταβαίνει ή ράχις, μακρα, εύθυτενης. περιβάλλουσα τήν μαντευομένην υπό το δέρμα κανονικωτάτην τών όστών διαπλασιν και την αδια · σπαστον συνδεσιν. Λεπτή, μέ τάς πλευράς συμ-πλεκομένας πρός άλλήλας έν άρμονική διαδοχ-γλαφυρά, κολποϋται ή όσφυς, μαλακώς μεταγουσα άπο τών στέρνων την άνδρώδη έντασιν, προς άναθαλλουσης και παλλομένης σαρκός τών νωτ_ . την έπαφρόδιτον εύμορφιαν, καί τών ισχίων ή τών λαγόνων τά εύρυθμα θέλγητρα […]

Μιχαήλ Μητσάκης, “Η θλιψις τοϋ μαρμάρου”, Αθήνα 1890

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek