από το Άρδην τ. 40-41, Ιανουάριος-Μάρτιος 2003

Ρίο ντε Τ ζ α ν έ ι ρ ο

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΑΚΑΣ “Είναι ένας αγύρτης. Ένας ψεύτης. Ένας αλήτης και ένας πραξικοπηματίας. Να τι είναι!” λέει αγανακτισμένος ένας ξανθός με γαλανά μάτια.

“Δεν ξέρετε τι λέτε. Δεν έχετε ιδέα τι πάει να πει φτώχεια. Δεν γνωρίζετε αυτή τη χώρα. Εγώ, ξέρω, την έχω ζήσει, γνώρισα την πείνα. Θα πέθαινα για χάρη του! Αρνούμαι να ζήσει η οχτάχρονη κόρη μου σε τούτο τον κόσμο που διευθύνεται από αυτή τη διεφθαρμένη ολιγαρχία, αυτούς τους πραξικοπηματίες. Είμαι επιχειρηματίας, ξέρω μέχρι ποιου σημείου είναι διεφθαρμένη αυτή η ελίτ”, του απαντάει κραυγάζοντας μια γυναίκα. Αυτή η παθιασμένη ανταλλαγή απόψεων τραβά την προσοχή κάποιων ατόμων που δειπνούν στο εστιατόριο Λα Τανούλια, στη γειτονιά Καντελάρια, στο Καράκας. Ο γαλανομάτης άνδρας αποσύρεται, η γυναίκα τρέμε, από την οργή της.

Χιλιάδες άτομα ακολούθησαν τον πρόεδρο Ούγο Τσάβες Φρίας, πρώην πραξικοπηματία αντισυνταγματάρχη, εκλεγμένο δημοκρατικά το 1998 με το 56 % των ψήφων, εκλεγμένο και πάλι δύο χρόνια αργότερα με το 60% των ψήφων, θύμα ενός αποτυχημένου πραξικοπήματος τον περασμένο Απρίλιο. Σήμερα, αποτελεί τον στόχο όλο και πιο ισχυρών πιέσεων εκ μέρους της αντιπολίτευσης, που τον χαρακτηρίζει λάίκιστή, τον κατηγορεί για τις αυταρχικές του μεθόδους και απαιτεί να παραιτηθεί από τα τέσσερα χρόνια της θητείας που του απομένουν. “Η χώρα έχει πραγματικά ανάγκη από μια αλλαγή, αλλά ο Τσάβες δεν κάνει τίποτα. Προσπαθούμε να μάθουμε να ζούμε με τις διαφορές μας”, κατευνάζει τα πνεύματα ο Ντομίνγκο Φαλκόν, μηχανικός. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα απειροελάχιστο τμήμα των 24 εκατομμυρίων Βενεζουελάνων στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, μέσα σε μια σπαρασσόμενη χώρα, χτυπημένη από σχιζοφρένεια. Ιδωμένο από τα έξω, αυτό που προβάλλει αδιαμφισβήτητα είναι η διένεξη ανάμεσα στο 80% ίου πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και τις μεσαίες και πλούσιες τάξεις. Στην πραγματικότητα, οι Βενεζουελάνοι ζουν σε δύο εντελώς διαφορετικά σύμπαντα, διαχωρισμένα σε όλους τους τομείς της κοινωνίας.

Στις 2 Δεκεμβρίου του 2002, ημερομηνία που άρχισε η τέταρτη γενική απεργία της χρονιάς, τα περισσότερα καταστήματα παρέμειναν κλειστά, με εξαίρεση τους πλανόδιους μικροπωλητές, που αντιπροσωπεύουν το 53% της μαύρης αγοράς. Οι εργαζόμενοι που δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σε αυτό το κίνημα βρήκαν τις πόρτες της επαγγελματικής τους απασχόλησης κλειστές. Στην πλατεία Μπολίβαρ, ατέλειωτες ουρές σχηματίστηκαν στην είσοδο της αγοράς χονδρικής που συστήθηκε από την κυβέρνηση. “Χάρη στη βοήθεια του θεού, έχουμε τον κομαντά-ντε (Ούγκο Τσάβες). Ποτέ άλλοτε δεν γνωρίσαμε κάτι τέτοιο. 0 Τσάβες είναι ο μοναδικός πρόεδρος που μας έδωσε την ευκαιρία να αγοράσουμε τόσο φτηνά τρόφιμα”, βεβαιώνει ο Χοσέ Αντόνιο Κιχάνο, που δεν δίστασε να σταθεί στην ουρά επί εφτά ώρες. Ένα καλάθι αξίας 40.000 μπολίβαρ (30 ευρώ) πουλιόταν εκεί 16.000 μπολίβαρ (12 ευρώ). Στη συνοικία Αλταμίρα, προπύργιο των στασιαστών στρατιωτικών που μάχονται την κυβέρνηση, οι αντιπολιτευόμενοι κραδαίνουν τη σημαία της Βενεζουέλας. … Στις 8, κάθε βράδυ, σε αρκετές γειτονιές της μεσαίας τάξης, όπως το Τσακάΐτο, εκατοντάδες διαδηλωτές χτυπούν κατσαρόλες και ενώνουν τη φωνή τους στο κάλεσμα της αντιπολίτευσης, με επικεφαλής τον Κάρλος Ορτέγκα, της Συνομοσπονδίας των εργαζομένων της Βενεζουέλας (CTV), και τον Κάρλος Φερνάντες, πρόεδρο των Ομόσπονδων Επιμελητηρίων, του συνδικάτου της εργοδοσίας της Βενεζουέλας.

Για να τελειώνει μια και καλή με το κοινωνικό χάσμα, η κυβέρνηση από τη μεριά της επαγγέλλεται μια ριζοσπαστική αλλαγή, μια επανάσταση “μπολιβαρική” (από το όνομα του Σιμόν Μπολίβαρ) όπως τη λέει, με άμεση παρέμβαση του κράτους σε όλους τους τομείς. Η επανάσταση περιλαμβάνει αγροτικές μεταρρυθμίσεις όπως ο εξαιρετικά επίμαχος νόμος για τη γη, που στοχεύει στο να θέσει τέλος στις μη παραγωγικές μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες (ανακατανέμοντάς τες στους φτωχούς). Είναι βέβαιο ότι οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, η διαφθορά που διαβρώνει όλη την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών, και ο εξευτελισμός της εικόνας των πολιτικών, δεν οφείλονται στην κυβέρνηση του Τσάβες. Δεν είναι παρά η κληρονομιά δεκαετιών μιας εξουσίας μοιρασμένης μεταξύ μιας δικομματικής ολιγαρχίας (Δημοκρατική Δράση, σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και COPEI, χριστιανοδημοκράτες). Αντί να επωφεληθούν από το πετρελαϊκό μπουμ των δεκαετιών του ’70 και του ’80 και να αναπτύξουν τη χώρα, οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις κατασπατάλησαν το μάννα, παρόμοια με τις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου. Η ψευδαίσθηση της ευημερίας έφερε στα πρόθυρα της καταστροφής τη Βενεζουέλα. Οι μεσαίες τάξεις υποχρεώθηκαν να πληρώσουν τον λογαριασμό το 1989, όταν η κυβέρνηση του Κάρλος Αντρές Πέρες πήρε δρακόντεια περιοριστικά μέτρα, που έγιναν η αιτία μιας βίαιης λαϊκής εξέγερσης (του “Καρακάσο”), που συνοδεύτηκε από δύο απόπειρες πραξικοπήματος το 1992 (το πρώτο με επικεφαλής τον Τσάβες), με αποτέλεσμα την εκλογή του πρώην συνταγματάρχη πραξικοπηματία, το 1998, και μια μεγάλη αναστάτωση των θεσμών.

Το ογδόντα τοις εκατό της βενεζουελάνικης οικονομίας στηρίζεται στην παραγωγή πετρελαίου. Με 3,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, η Βενεζουέλα είναι η πέμπτη παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως και εξασφαλίζει το 20% σχεδόν των ημερήσιων εισαγωγών των ΗΠΑ. Σε αυτή τη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, τα Πετρέλαια της Βενεζουέλας (PDV), η πρώτη εθνική πετρελαϊκή επιχείρηση, είναι συνεπώς το κυριότερο που διακυβεύεται. Προκειμένου να αποφευχθεί η όποια διακοπή της παραγωγής, κυβερνητικά στρατεύματα συγκεντρώθηκαν γύρω από τα κυριότερα λιμάνια της λίμνης Μαρακάιμπο. Όμως, την τέταρτη μέρα, ορισμένα πλοία επέλεξαν να πάνε με το μέρος των απεργών, επιδεινώνοντας έτσι την κρίση. “Σημαδεύουν την καρδιά της Βενεζουέλας”, δήλωσε τότε ο Τσάβες. Όταν ο Κάρλος Ορτέγκα, της CTV, διακήρυξε στις 3 Δεκεμβρίου 2002 ότι η απεργία δεν θα είναι πλέον “παθητική” αλλά “ενεργητική”, η αντιπολίτευση κατευθύνθηκε προς το Τσουάο (ανατολικά της πόλης) και οι συγκρούσεις ξεκίνησαν. Η εθνοφυλακή έκανε χρήση δακρυγόνων και κάποιοι δημοσιογράφοι τραυματίστηκαν.

Η αντιπολίτευση διεκδικεί πρόωρες προεδρικές εκλογές

Η αντιπολίτευση, με την οποία έχουν συμμαχήσει πολυάριθμοι πρώην οπαδοί του Τσάβες, κατηγορεί τον πρόεδρο για αυταρχισμό, παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μη σεβασμό της ελευθερίας του Τύπου και στρατιωτικοποίηση. (…) Η κρίση έχει χτυπήσει επίσης τη δικαιοσύνη, το Ανώτατο Δικαστήριο και το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο (CNE), τα οποία αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση του Συντάγματος της χώρας, που ψηφίστηκε το 1999 επί κυβερνήσεως Τσάβες και του οποίου έχουν πουληθεί χιλιάδες αντίτυπα στους δρόμους της πρωτεύουσας. Σύμφωνα με τους όρους του Συντάγματος, ένα δημοψήφισμα -που δεν θα συνεπαγόταν την αποχώρηση του Τσάβες-θα ήταν δυνατό να οργανωθεί τον Αύγουστο του 2003, στο μέσο της θητείας του. Η αντιπολίτευση διεκδικεί, επιπλέον, πρόωρες προεδρικές εκλογές. Η κυβέρνηση απορρίπτει αυτή την ιδέα, που τη θεωρεί αντιδημοκρατική, αφού ο Τσάβες έχει επανεκλεγεί με το 60% των ψήφων. “Η αντιπολίτευση οφείλει να παρουσιάσει ένα εθνικό σχέδιο που θα καταργεί τα μονοπώλια και θα επιλύει το πρόβλημα της συγκέντρωσης των εισοδημάτων. Κανεις εδώ δεν μιλάει για σοσιαλισμό, για καστρισμό. Είμαστε ενσωματωμένα, σε μια οικονομία της αγοράς. Πώς είναι δυνατό να μας κατηγορούν ότι είμαστε κομμουνιστές, όταν διατηρούμε εμπορικές συναλλαγές με όλες τις χώρες και τις πολυεθνικές τους; Πρέπει να σπάσει ο φαύλος κύκλος”, δηλώνει ο Ντομίνγκο Μάσα Σαμπάλα, ο διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας.

Μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek