Του Γιώργου Καραμπελιά* συνέχεια από το πρώτο μέρος

Το δεύτερο στοιχείο ήταν η «συμπόρευση» της Ελλάδας με την Αντάντ, που πράγματι –προς στιγμήν– επεδίωξε τον διαμελισμό της Τουρκίας, προς όφελός της, λόγω των πετρελαϊκών συμφερόντών της, και η παράλληλη συμμαχία του Κεμάλ με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ανακήρυξε τον τουρκικό στρατό εθνικοαπελευθερωτικό. Ένα δευτερεύον, συγκυριακό στοιχείο της αντιπαράθεσης από την  άποψη των ελληνικών εθνικών συμφερόντων –η συμμαχία με την Αντάντ– αναγορεύεται από την Αριστερά σε πρωταρχικό, επί τη βάσει των πρόσκαιρων διεθνών χαρακτηριστικών της σύγκρουσης, ως εάν, για παράδειγμα, η Επανάσταση του ’21 να ήταν καταδικαστέα γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις παρενέβησαν με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου υπέρ των Ελλήνων.

Μιλάμε δε για πρόσκαιρα χαρακτηριστικά, διότι, πολύ σύντομα οι δυτικές δυνάμεις θα συμμαχήσουν με την Τουρκία σε μια στρατηγική συμμαχία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ενώ η συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση θα παραχωρήσει τη θέση της στη μόνιμη και διαρκή αντιπαλότητα Τουρκίας-Ρωσίας. Οι δυτικές μεγάλες δυνάμεις πάνω από έναν αιώνα ακολουθούσαν τη γραμμή της ακεραιότητας του Οθωμανικού κράτους –από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μόνο για μια ιστορική στιγμή, μετά το 1917, έχοντας πειστεί ότι η Οθωμανική τάξη καταρρέει, θα συνταχθούν –με το αζημίωτο– με τη λογική του διαμελισμού. Τέλος, μετά 1922, θα επιστρέψουν και πάλι στη γνώριμη φιλοτουρκική στάση τους. Το να κρίνεται λοιπόν η φύση του Μικρασιατικού εγχειρήματος με βάση μια και μόνον ιστορική στιγμή στη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μια οπτική μεταπρατική, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με τον «μεταπρατισμό» που καταγγέλλει η ηγεσία της Αριστεράς στους αντιπάλους της. Επρόκειτο για μια οπτική οποία δεν εκκινούσε από την ανάλυση του συγκεκριμένου (στη συγκεκριμένη περίπτωση του εθνικού ζητήματος) για να διερευνήσει στη συνέχεια τη διαπλοκή του με τις διεθνείς σχέσεις και συσχετισμούς, αλλά επιχειρούσε μια αντίστροφη πορεία, θέλοντας να επιβάλει τη λογική της παγκόσμιας συγκυρίας στην εσωτερική πραγματικότητα: με μεταπρατικό τρόπο, θα προκριθούν τα πρόσκαιρα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης έναντι των διαρκών συμφερόντων του ελληνισμού, αλλά και του συνόλου των λαών της περιοχής.

Το τρίτο –και ίσως βαθύτερο, από ιδεολογική άποψη–  ζήτημα είναι η μαρξογενής υπερτίμηση των οικονομικών σχέσεων έναντι των πολιτικών, και εν τέλει η υποτίμηση του εθνικού ζητήματος έναντι των ταξικών αντιθέσεων. Για την κομμουνιστική Αριστερά, οι Έλληνες είναι οι «ιμπεριαλιστές» της Ανατολής˙ το νεοελληνικό έθνος είναι ένα καινοφανές ιστορικό δημιούργημα, που ανεδύθη, σύμφωνα με το πρότυπο της σύγχρονης δυτικής εθνογένεσης, στην τελευταία φάση του Βυζαντίου, και δεν διαθέτει κάποια ιστορική συνέχεια με τον αρχαίο ή τον βυζαντινό ελληνισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γίνεται πολύ πιο εύκολη η αποδοχή τόσο των ιδεολογημάτων που ταύτιζαν την διεκδίκηση ιστορικών χώρων όπου για χιλιάδες χρόνια, βρίσκονταν και εξακολουθούσαν να βρίσκονται Έλληνες, με «ιμπερια­λιστικές» διεκδικήσεις, και αναδείκνυαν τους Νεοτούρκους και τον Κεμάλ σε «εθνικοαπε­λευ­θε­ρωτικούς η­γέ­τες» και όχι σε δημίους των Αρμενίων και των Ελλήνων.

 Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το γεγονός ότι οι Έλληνες επιχειρηματίες της Μικράς Ασίας ήταν ισχυρότεροι κατά πολύ από τους Οθωμανούς μετέβαλε τους Έλληνες σε «εκμεταλλευτές» των Τούρκων, ξεχνώντας πως οι Έλληνες παρέμεναν «ραγιάδες» και πως οι Τούρκοι διατηρούσαν το μονοπώλιο της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Και όταν άρχισαν να κινδυνεύουν να το απολέσουν εγκαινίασαν μια γραμμή εθνικών εκκαθαρίσεων. Εν τέλει αυτό αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση της σύγκρουσης: το ξίφος.

Ο Νίκος Ψυρούκης –που στην κλασική μελέτη του για τη Μικρασιατική Καταστροφή παρουσίασε εκτενώς τη μαρξιστική αντίληψη για το «1922», επιμένοντας τόσο στα διεθνή πετρελαϊκά συμφέροντα όσο και στον ρόλο της ελληνικής αστικής τάξης ως τάξης «εκμεταλλευτικής»– σε πρόλογο που έγραψε τριάντα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του, θα επιχειρήσει μια απαραίτητη αυτοκριτική:

Αλλά εκεί πού εντοπίζεται μονόπλευ­ρη ερμηνεία είναι στον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισε η τότε νεαρή Σοβιετική Ρωσία. Ήταν ρόλος δυνάμει αντι-ιμπεριαλιστικός και δυνάμει ιμπεριαλιστικός (στην αντιφατικότητα αυτή του σοβιετικού κα­θεστώτος στα πρώτα βήματα της ζωής του αναφερόμαστε σ’ άλλα, με­ταγενέστερα έργα μας…)

Στη «Μικρασιατική Καταστροφή» ο συγγραφέας [Ο Ν. Ψ. αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο στο βιβλίο του, Γ.Κ.] δεν ξεκαθαρίζει και δεν αναλύει την πιο πάνω αντιφατικότητα της Σοβιε­τικής Ρωσίας του 1918-1922. Και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να κάνει την πρόβλεψη ότι στο μέλλον ο νεοαποικισμός των ΗΠΑ μπορούσε κάλλιστα να συμπληρωθεί από τον νεοαποικισμό της Σοβιετικής Ρωσίας στη διαδικασία για την κατάλυση των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αυτο­κρατοριών. [ ]

Εκεί όμως, που η μελέτη του παρουσιάζει αδυναμία είναι στο πρό­βλημα του συσχετισμού της αντι-ιμπεριαλιστικής πάλης με το εθνικό ζή­τημα. Ήδη από το 1848, οι Μαρξ – Ένγκελς, σε νεαρή ηλικία τότε, ε­ντόπισαν ότι όταν μέσα στους κόλπους ενός έθνους μια κοινωνική ο­μάδα καταπιέζει μία άλλη (καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις), τό­τε αναπόφευκτα και το έθνος αυτό, ως σύνολο, προσπαθεί να καταπι­έζει άλλα έθνη (Κομμουνιστικό Μανιφέστο).[ ] Και στο στάδιο του ι­μπεριαλισμού, η καταπίεση έθνους από έθνος γίνεται πια καθολικό παγκό­σμιο φαινόμενο. Ο συγγραφέας, αν και σωστά είδε ότι τα γεγονότα στην Εγγύς Ανατολή στα 1918-1922 πήραν τη μορφή ενός ολοκληρω­τικού πολέμου ανάμεσα στο τουρκικό και το ελληνικό έθνος (και εξη­γεί το γιατί), δεν στάθηκε ιδιαίτερα στο εθνικό ζήτημα και δεν εμβά­θυνε στο χαρακτήρα του ελληνικού και του τουρκικού έθνους. [ ]

Εκείνο που εδώ μπορούμε να πούμε είναι ότι το ελληνικό έθνος ολοκληρώθηκε κά­τω από συνθήκες καταπίεσης. Αντίθετα, το τουρκικό έθνος διαμορφώ­θηκε κάτω από συνθήκες που γνωρίζει ένας προνομιούχος και καταπι­εστικός λαός. Είναι κάτι σημαντικότατο. Οι Έλληνες ήταν ραγιάδες και οι Τούρκοι αφεντικά (στρατοκρατικό αντεπαναστατικό φεουδαλι­κό σύνολο, σε μια στιγμή που σε παγκόσμια κλίμακα άρχιζε η αστική τάξη να βρίσκεται σε ανοδική πορεία). Οι Έλληνες ήταν γκιαούρηδες (άπιστοι), ενώ οι Τούρκοι προνομιούχος λαός του Ισλάμ.[1]

***

Η στάση της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς απέναντι στο ’22 θα αποτελέσει το «προπατορικό της αμάρτημα» σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, τον «σκληρό πυρήνα» μιας μεταπρατικής εκδοχής του «προλεταριακού διεθνισμού» και της προσκόλλησης στα κελεύσματα της «πατρίδας του σοσιαλισμού», που στη συνέχεια θα δώσει το έκτρωμα του «Μακεδονικού» ενώ αποτελεί και τον μακρινό πρόγονο της σημερινής «αντιεθνικιστικής» υστερίας της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς.

Για ένα μεγάλο μέρος του μεσοπολέμου, στην ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς, το λαϊκό θα αντιπαρατίθεται με το εθνικό.

 Και μόνο η λαϊκή φύση της αριστεράς, η σύνδεσή της με τους αγώνες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, και η ευτυχής σύμπτωση των κατευθύνσεων της Ελλάδας και της Σοβιετικής Ένωσης στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα την υποχρεώσουν, σε μια τρίτη περίοδο, τόσο στην εγκατάλειψη του παραλογισμού του Μακεδονικού, όσο και στη μεγάλη εθνική στροφή της Κατοχής. Τότε το λαϊκό θα γίνει υποχρεωτικά εθνικό και οι «αντι­εθνικιστές» κομμουνιστές θα υποχρεωθούν να γίνουν «πατρι­ώτες».

Η συνολική αλλαγή πολιτικού προσανατολισμού θα επιτρέψει στο ΚΚΕ να εκμεταλλευτεί την κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος και να μεταβληθεί από ένα πολιτικό «γκρουπούσκουλο» σε κόμμα με σημαντική απήχηση. Μέχρι το 1930 ο αριθμός των μελών του θα κυμαίνεται από 1.320 (το 1920) σε 1.500 το 1930. Το 1934 θα γίνουν 6.000 και το 1936, 17.500! Στις δε εκλογές του 1935 θα πάρει το 9,59% των ψήφων και σε εκείνες του 1936 το 5,76% και θα εκλέξει 15 βουλευτές.[2] Σε αυτές τις νέες συνθήκες χιλιάδες παλιοί βενιζελικοί, κυρίως πρόσφυγες, αλλά ακόμα και προερχόμενοι από το Λαϊκό Κόμμα θα προσεγγίσουν το ΚΚΕ. Τότε θα το προσεγγίσει και ένας σημαντικός αριθμός διανοουμένων, ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Γληνός. Τότε θα γίνουν και οι πρώτες επαφές με τη στρατιωτική και πολιτική αριστερά του βενιζελισμού, προσέγγιση που θα αποδώσει καρπούς στη συγκρότηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Ο Άρης Βελουχιώτης στο «πολιτικό μανιφέστο» του, τον περίφημο «λόγο της Λαμίας» στις 20 Οκτωβρίου 1944, θα εκφράσει αυτή τη νέα ταυτότητα της Αριστεράς, ως της  ηγέτιδας δύναμης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος:

Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας είτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά πάλι λευτερώθηκε.

Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασαν σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε με άλλες φυλές που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή.

Μα ότι και να πούνε, αυτό δεν έχει καμιά αξία. Την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η  χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγίνηκε πάλι λεύτερη…

Μας κατηγορούν ότι θέλουμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρχε μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε.

Ποιος λοιπόν μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας, ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;[3]

Ο αγωνιστικός χαρακτήρας της αριστεράς υπήρξε εκείνο το στοιχείο που τη συνέδεσε με την εθνική-λαϊκή παράδοση σε πείσμα της θεωρητικά α-εθνικής αντίληψης του μεγαλύτερου μέρους της κομμουνιστικής ηγεσίας. Και αυτή η «αγω­νι­στι­κή» γραμμή θα  παραμένει ηγεμονική –σε μια φθίνουσα πορεία– σε ολόκληρη τη μεταπολεμική διαδρομή έως το τέλος της Απριλιανής δικτατορίας. Από την υποστήριξη του αιτήματος για αυτοδιάθεση της Βορείου Ηπείρου[4] και την αυτοδιάθεση-ένωση της Κύπρου, μέχρι την στροφή του 1964-65 με βάση τις σοβιετικές θέσεις για «ανεξαρτησία» της Κύπρου, κ.ο.κ. Πάντως, η πατριωτική  κατεύθυνση θα παραμένει κυρίαρχη έως το 1974.

Σε μια τέταρτη ιστορική φάση, εκείνη της «παγκοσμιοποίησης» και της οργανικής ένταξης της Ελλάδας σε υπερεθνικούς  καπιταλιστικούς μηχανισμούς, η Αριστερά –και κατ’ εξοχήν η αριστερή διανόηση– θα λειτουργήσει ως ο ιδεολογικός προπομπός και φορέας  της προσαρμογής, χρησιμοποιώντας το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μαρξιστικού διεθνισμού και της μεσοπολεμικής ελλαδικής Αριστεράς, χωρίς βέβαια την αγωνιστική της διάσταση. Και ο παροξυσμός του ψευδοεθνικισμού της ελληνικής Δεξιάς με τη δικτατορία των συνταγματαρχών, την «Ελ­λά­δα των Ελλήνων χριστιανών» που θα οδηγήσει στην κυπριακή καταστροφή, θα  προσφέρει το ιδεολογικό άλλοθι για την εγκατάλειψη της εθνικοαπελευθερωτικής συνιστώσας της Αριστεράς. Παραδειγματική, για την επιστροφή της στις μεσοπολεμικές θέσεις της, θα είναι η στάση της στο Μακεδονικό, αλλά κατ’ εξοχήν στο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπως εκφράζεται στο Κυπριακό, το Αιγαίο, τη Θράκη, σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Η Αριστερά, και κυρίως η εκσυγχρονιστική, θα επανέλθει στον «φιλειρηνισμό» της, χωρίς πλέον να διαθέτει το άλλοθι του «αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα» του Κεμάλ ή του κοινωνικού ανταγωνισμού˙ θα έχει μεταβληθεί πλέον σε καθεστωτική δύναμη.

.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1922, Δοκίμιο για την νεοελληνική ιδεολογίαΕναλλακτικές Εκδόσεις, Γ΄ έκδοση 2017.


[1] Βλέπε Νίκου Ψυρούκη, Μικρασιατική Καταστροφή, ό.π., σσ. 14-25.

[2] Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, Ολκός, Αθήνα 1976, σελ. 289, 304. 

[3] Γιάννη Γ. Χατζηπαναγιώτου (καπετάν Θωμά), Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1975, σελ, 491-509.

[4] Πράγματι στην Απόφαση του Π.Γ. του ΚΚΕ της 1ης Ιουνίου 1945, αναφέρεται: «Το ΚΚΕ διακήρυξε πάντα ότι υπάρχει άλυτο το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Το ζήτημα αυτό έχει το δικαίωμα και πρέπει να το λύσει λέφτερα ολόκληρος ο βορειοηπειρωτικός λαός… Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στην Κ.Ε. του ΕΑΜ δηλώνει ακόμα: Για να εξασφαλίσει τη δημοκρατική ενότητα, το ΚΚΕ είνε έτοιμο να δεχτεί και να πραγματοποιήσει την άποψη εκείνη του δημοκρατικού κόσμου για το βορειοηπειρωτικό που θα διατυπώσει η πλειοψηφία του. Αν η πλειοψηφία αυτή αποφανθεί για μια άμεση στρατιωτική κατάληψη της βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό, το ΚΚΕ θα διατυπώσει τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχήσει.» Ριζοσπάστης, 2 Ιουνίου 1945 και  Δέκα Χρόνια αγώνες, ό.π. σελ. 253.

Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek