Αρχική » Το κρυφό ημερολόγιο μιας σχολικής χρονιάς

Το κρυφό ημερολόγιο μιας σχολικής χρονιάς

από Αναδημοσιεύσεις



Του Αύγουστου Καβάδι από την ιστοσελίδα alfavita.gr

«Για όλα αυτά μπόρεσα να μιλήσω χαμηλόφωνα με κάποιους ιδιαίτερα ευαίσθητους συναδέλφους ή, κατά τις προγραμματισμένες ώρες συνεργασίας, με κάποιους γονείς με τους οποίους υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης» – Γράφει ο Αύγουστο Καβάδι από τη Σικελία
Το παρακάτω κείμενο είναι γραμμένο από τον καθηγητή Αύγουστο Καβάδι από τη Σικελία και δημοσιεύτηκε στην ειδική ένθεση έκδοση «Παλέρμο» που κυκλοφορεί τοπικά η πανιταλικής κυκλοφορίας εφημερίδα «Ρεπούμπλικα» στις 29 Μαΐου του 2005, την τελευταία χρονιά που δίδασκα ως αποσπασμένος από την ελληνική Μέση Εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Με ενθουσίασε η προσέγγισή του, το γνήσιο ενδιαφέρον και πάθος του για τη μόρφωση ειδικά «των λιγότερο προικισμένων και ευνοημένων» και η κριτική του προσέγγιση στη λογική του «σχολείου της αμάθειας» και στη μετατροπή του σχεδόν αποκλειστικά σ’ έναν «παιδότοπο» εκμάθησης «χρήσιμων» δεξιοτήτων όπου οι ποικίλες δραστηριότητες υποκαθιστούν τον μορφωτικό ρόλο του σχολείου. Το μετέφρασα και το δημοσίευσα στο περιοδικό της ΕΛΜΕ της περιοχής μου, της Αργολίδας, «Θρυαλλίς» (τ. 3, Δεκέμβριος 2005). Επειδή πολλές από τις επισημάνσεις του, που αφορούν την ιταλική εκπαίδευση την εποχή που στην εξουσία βρισκόταν ο μεγιστάνας των ΜΜΕ, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, είναι όχι μόνο επίκαιρες αλλά και οικείες στη σημερινή ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, σκέφτηκα να το κοινοποιήσω με αφορμή την έναρξη της σχολικής χρονιάς κι έτσι να …διαιωνιστούν το ήθος και η διάνοια του μάχιμου Σικελιώτη συναδέλφου. Καλή δύναμη σε όλες και όλους, ιδιαίτερα στις νέες και στους νέους συναδέλφους!

Τάσος Χατζηαναστασίου, Φιλόλογος στο 2ο ΓΕΛ Ναυπλίου

Το κρυφό ημερολόγιο μιας σχολικής χρονιάς


Στην αρχή ήταν για μένα όπως και για τα παιδιά: μετά τις καλοκαιρινές διακοπές επέστρεφα στο σχολείο δυσανασχετώντας λιγάκι. Στη συνέχεια, μετά τα πενήντα, δεν ήταν πια έτσι: λίγο επειδή κανείς συνηθίζει, λίγο επειδή ωριμάζει η ιδέα πως η φθινοπωρινή επανέναρξη είναι κάτι σαν την επιστροφή στο δικό σου μετερίζι. Το να γυρίζεις στην τάξη σου σαν να γυρίζεις στο φυλάκιο, στο χαράκωμά σου. Για να βάλεις ένα μικρό λιθαράκι, σαφές, συγκεκριμένο. Ένα λιθαράκι που αποτελεί τη στέρεα βάση για το στήσιμο των πιο φιλόδοξων κατασκευών. Κρίμα που για πολλούς συναδέλφους δεν είναι πια – ή δεν υπήρξε ποτέ – έτσι. Αφιερώνουν γενναιόδωρα τον χρόνο τους σε μαθήματα για την απόκτηση διπλώματος για μηχανάκι, για τη χρήση υπολογιστών, για την προστασία από το AIDS, σε εξετάσεις στην ξένη γλώσσα στη Μεγ. Βρετανία, για αδελφοποιήσεις με σχολεία της Ουγγαρίας… [σ.τ.μ. Αναφέρεται σε επιπλέον κατ’ επιλογήν δραστηριότητες, κάτι σαν τα δικά μας εργαστήρια δεξιοτήτων]. Όλα αυτά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, το δίχως άλλο. Αλλά δεν πρέπει να υποκαθιστούν τους σκοπούς του σχολείου, που παραμένουν: το να μπορεί κανείς να διαβάζει, να γράφει και να κάνει απλές μαθηματικές πράξεις.

Να γιατί κι αυτή τη χρονιά δε συνόδευσα τα παιδιά ανά την Ευρώπη. Το να επισκεφτείς την Ελλάδα είναι μια αξέχαστη εμπειρία⸱ μα τι νόημα έχει να κουβαλάμε εκεί παιδιά στα οποία δεν σταθήκαμε ικανοί να διδάξουμε την αρχιτεκτονική ενός ναού; Το να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο των Συρακουσών μένει κι αυτό ανεξίτηλο στη μνήμη τους. Όχι όμως πριν τη διδασκαλία των στοιχείων που βοηθούν στην κατανόηση μιας τραγωδίας. Η επίσκεψη σ’ ένα πετροχημικό εργοστάσιο είναι επιμορφωτική αλλά άχρηστη αν το σχολείο δεν έχει παράσχει στα παιδιά βασικά στοιχεία της Φυσικής και της Χημείας για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τις επεξηγήσεις των μηχανικών γύρω από την διύλιση του πετρελαίου. Δεν έχω ακόμη ξεπεράσει το σοκ της τελευταίας εκπαιδευτικής εκδρομής που ήμουν συνοδός, πριν από δέκα χρόνια, στη Φλωρεντία: οι νεαροί με παρακαλούσαν να περιορίσουμε τον χρόνο της επίσκεψης στα μουσεία Ούφιτσι για να συμπληρώσουν με ηρεμία τις αγορές τους στην παρακείμενη υπαίθρια αγορά.

Ενθαρρυμένοι από επικείμενες υπουργικές εγκυκλίους (που με τη σειρά τους αποτελούν εμπνεύσεις παιδαγωγών που δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε πραγματική σχολική τάξη), πάρα πολλοί συνάδελφοι αγωνίζονται για να αποφύγουν το κοπιώδες έργο της κατά μέτωπον διδασκαλίας. Και είναι ακριβώς εδώ που θα έπρεπε να δοκιμαστούν η δημιουργικότητα, η καινοτομία, ο πειραματισμός: στο πώς θα εμπεδωθεί καλύτερα το αλφάβητο του ώριμου πολίτη. Διαφορετικά, κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, τους γονείς και – κυρίως – τους μαθητές: θα ήταν σα να μας σερβίριζαν σ’ ένα καλό εστιατόριο, απεριτίφ, μεζέδες, γαρνιτούρες και επιδόρπιο χωρίς πρώτο και χωρίς κυρίως πιάτο.

Για όλα αυτά μπόρεσα να μιλήσω χαμηλόφωνα με κάποιους ιδιαίτερα ευαίσθητους συναδέλφους ή, κατά τις προγραμματισμένες ώρες συνεργασίας, με κάποιους γονείς με τους οποίους υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης. Κατά τα άλλα, είναι δύσκολο να εκφράσει κανείς τη γνώμη του. Ακόμη κι ένας άνθρωπος σαν κι εμένα, που δεν μετάνιωσε ποτέ για το «’68» του [σσ. αναφέρεται στην ιταλική εκδοχή της παγκόσμιας νεολαιίστικης και εργατικής εξέγερσης της περιόδου μεταξύ των τελών της δεκαετίας του ’60 και των αρχών του ’70⸱ αντίστοιχα στην Ελλάδα θα λέγαμε τον αντιδικτατορικό αγώνα και την εξέγερση του Πολυτεχνείου], κινδυνεύει να περάσει για συντηρητικός. Κι όμως είμαι πεπεισμένος ότι καμία επανάσταση πραγματική και με διάρκεια δεν μπορεί να αποφύγει την ανάγκη να μεταδώσει στις επόμενες γενιές την απόλαυση της ανάγνωσης, τη χαρά να θαυμάζεις έναν πίνακα, την ικανοποίηση να λύνεις μόνος σου μία αλγεβρική εξίσωση δευτέρου βαθμού.

Είναι ήδη μακρινές οι συζητήσεις ημών των νέων διδασκόντων με τους μεγαλύτερους στην ηλικία διευθυντές γύρω από τον καλύτερο τρόπο να εκθέσεις ένα ζήτημα ή ν’ αναπτύξεις ένα θέμα. Οι διευθυντές-μάνατζερ που μοιάζουν όλο και περισσότερο με διευθυντές τουριστικών γραφείων και ολοένα λιγότερο με επαγγελματίες της πνευματικής καλλιέργειας, στα σύντομα διαστήματα που βρίσκονται στη θέση τους, αφιερώνουν χρόνο σε οτιδήποτε άλλο παρά σε συζητήσεις σαν τις παραπάνω. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε αυτό το διάστημα, ένας απ’ αυτούς, οι προσφορές των ιδιοκτητών ξενοδοχείων και οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των αεροπορικών εταιρειών δεν τους αφήνουν χρόνο ούτε περιοδικό να ξεφυλλίσουν.

Αυτές τις τελευταίες εβδομάδες πολλαπλασιάζονται στους διαδρόμους τα ονόματα των συναδέλφων που θα βγουν – συχνά πρόωρα – στη σύνταξη. Ο κατάλογος προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα φθόνου και θλίψης. Κι εγώ προκαλώ το σαγηνευτικό τραγούδι των Σειρήνων της συνταξιοδότησης. Αλλά γνωρίζω πως ακόμη κι εγώ, αφού τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, θα έχω διαβάσει τα βιβλία που δεν πρόλαβα τον χειμώνα, θα έχω ξαναπιάσει στα χέρια μου τα χαρτιά μου, θα έχω ακούσει κάποιο δίσκο και θα έχω συναντηθεί με τους φίλους μου, θα γυρίσω στο σχολείο. Θα γυρίσω να σηκώσω τα στόρια του ταπεινού καταστήματος της γνώσης, για να δώσω στους λιγότερο προικισμένους και ευνοημένους τα ελάχιστα εργαλεία για την αποκωδικοποίηση των βιβλίων και πάνω απ’ όλα του πιο βασικού βιβλίου: του κόσμου και της ιστορίας του. Είναι αλήθεια: τυχαίνει να ζω κι αυτή τη χρονιά κάτω από την αιγίδα ενός υπουργού τόσο ειδικού στη μετάδοση στοιχείων πολιτισμού όσο εγώ είμαι ειδικός στο μάρκετινγκ και στη διοίκηση επιχειρήσεων. Επιπλέον, πρόκειται για υπουργό που πρέπει να λογαριαστεί – και με την κυριολεκτική έννοια του όρου – με έναν πρωθυπουργό που σε κάποιες στιγμές συναισθηματικής φόρτισης κατά τις οποίες ανατρέχει στα μαθητικά του χρόνια, αναπολεί με τρυφερότητα τα πρώτα λεφτουδάκια που κέρδισε πουλώντας κάτω από το θρανίο λυμένες εργασίες για το σπίτι στους πιο οκνηρούς συμμαθητές του. Το ξέρω: τα πράγματα θα μπορούσαν να μου πηγαίνουν και καλύτερα.

Μα αυτό δεν καταργεί το γεγονός ότι εγώ έχω την τύχη, θα έλεγε ο Μερλώ-Ποντύ, να εξασκώ ως επάγγελμα το πιο δυνατό μου πάθος. Κι αυτή η τύχη είναι μεγαλύτερη από τις πλημμελώς καθαρισμένες αίθουσες και τα παρατημένα και γεμάτα απορρίμματα προαύλια. Και, τελικά, πιο δυνατή από έναν ταπεινωτικό μισθό, αποτέλεσμα μια άθλιας συμφωνίας: το κράτος μας πληρώνει τρεις κι εξήντα και σε αντάλλαγμα μας βεβαιώνει πως κανένας δε θα ελέγξει ποτέ τον επαγγελματισμό μας ούτε και θα υπολογίσει την ποιότητα της δουλειάς μας. Κι έπειτα, αυτή τη χρονιά, ο νέος κανονισμός για τις Σχολές Επιμόρφωσης Καθηγητών (SISIS) [σσ. διετούς φοίτησης σχολές με εισαγωγικές εξετάσεις για αποφοίτους καθηγητικών σχολών, το πτυχίο των οποίων οδηγεί σε άμεσο διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση] μού δώρισε τρεις νεαρούς αποφοίτους που παρακολουθούν τα μαθήματά μου για να μάθουν να διδάσκουν. Αν πράγματι, πρέπει να επιστρέψω σπίτι, θα θέλω να πάρω μαζί μου την ελπίδα ότι θα παραμείνουν στο σχολείο άνθρωποι σαν κι αυτούς: επιστημονικά καταρτισμένοι, ψυχολογικά ισορροπημένοι και κυρίως ηθικά κινητοποιημένοι. Γιατί όσο θα υπάρχουν καθηγητές που σκέφτονται και διδάσκουν τους άλλους να σκέφτονται, θα αποφύγουν τον αποτρόπαιο κίνδυνο τα τρία «i» που προτείνει – ή με τα οποία απειλεί – η παρούσα κυβέρνηση στην εκπαίδευση [σσ. internet, inglese (=αγγλικά), impresa (=επιχειρηματικότητα) ήταν την περίοδο Μπερλουσκόνι για το Υπουργείο Παιδείας οι βασικές γνώσεις και δεξιότητες που θα έπρεπε να μεταδίδει το σχολείο στην Ιταλία] δε θα μετατραπούν σε τρία «α»: άγνοια, αυθάδεια, ανευθυνότητα.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: