Αρχική » Το «Μεγάλο Πράσινο Τείχος»του Σαχέλ

Το «Μεγάλο Πράσινο Τείχος»
του Σαχέλ

από Άρδην - Ρήξη

Η προσπάθεια πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη φύτευση ενός τείχους από δέντρα μήκους 4.000 μιλίων προσέκρουσε σε ορισμένα εμπόδια, αλλά η ελπίδα υπάρχει ακόμα.

Του Τζίμ Μόρισον* από το Άρδην τ. 122

Ήταν ένα απλό σχέδιο για την αντιμετώπιση ενός πολύπλοκου προβλήματος: Τo σχέδιο; Να φυτευτεί ένα πράσινο τείχος δένδρων, σε βάθος 10 μιλίων και μήκος 4.350 μιλίων, που θα διέσχιζε καμιά ντουζίνα χώρες από τη Σενεγάλη, στα δυτικά, μέχρι το Τζιμπουτί, στα ανατολικά. Το πρόβλημα: η καλπάζουσα ερημοποίηση της Αφρικής.
«Η έρημος είναι ένας καρκίνος που εξαπλώνεται», λέει ο Αμπντουλαγέ Γουέιντ, πρόεδρος της Σενεγάλης και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές του πράσινου τείχους: «Πρέπει να την καταπολεμήσουμε, και γι’ αυτό αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας σε αυτήν την τιτάνια μάχη». Αλλά υπάρχουν ορισμένα προβλήματα…
Το να φυτέψει κανείς δένδρα κατά μήκος του Σαχέλ, στην άνυδρη σαβάνα που βρίσκεται στα νότια σύνορα της Σαχάρας, δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας. Η χρηματοδότηση του έργου ήταν πενιχρή. Καμία επιστημονική προσέγγιση δεν εγγυόταν ότι θα αποδώσει. Αντίθετα, η εντατική δραστηριότητα συνέβαλλε στην ερημοποίηση. Μεγάλες περιοχές από τις οποίες θα περνούσε το προτεινόμενο «τείχος» ήταν ακατοίκητες, πράγμα που σήμαινε ότι κανείς δεν θα βρισκόταν εκεί για να φροντίσει τα δενδρύλλια.
Πολύ σύντομα, από τη στιγμή που ο Γουέιντ εξήγγειλε το σχέδιο του τείχους, οι επιστήμονες άρχισαν να εγείρουν αμφιβολίες.
«Αυτός ήταν ένας χαζός τρόπος για την αποκατάσταση των εδαφών στο Σαχέλ», λέει ο Ντένις Γκέριτι, ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης του Παγκόσμιου Κέντρου Δασοπονίας.
«Εάν όλα τα δένδρα που είχαν φυτευθεί στη Σαχάρα από τις αρχές του 1980 είχαν επιβιώσει, θα έμοιαζε με την Αμαζονία», λέει ο Chris Reij, που ειδικεύεται στην βιώσιμη διαχείριση της γης, είναι ανώτερος συνεργάτης του «Ινστιτούτου για τους Παγκόσμιους Πόρους», και δουλεύει πάνω στην Αφρική από το 1978. «Στην πραγματικότητα, πάνω από το 80% ή περισσότερο των δένδρων που φυτεύτηκαν έχουν πεθάνει».
Ο Reij, ο Γκέριτι και άλλοι επιστήμονες πεδίου γνωρίζουν αυτά που ο Γουέιντ και οι υπόλοιποι πολιτικοί ηγέτες αγνοούσαν: ότι οι αγρότες, του Νίγηρα και της Μπουργκίνα Φάσο συγκεκριμένα, είχαν ανακαλύψει έναν αποτελεσματικό τρόπο για να πρασινίσουν ξανά το Σαχέλ. Το πέτυχαν αυτό χρησιμοποιώντας απλές τεχνικές συγκομιδής και προστασίας των δένδρων που φύονταν με φυσικό τρόπο στις φάρμες τους.


Σταδιακά, η ιδέα ενός Μεγάλου Πράσινου Τείχους μετατοπίστηκε προς ένα πρόγραμμα που επικεντρώθηκε στις ντόπιες τεχνικές διαχείρισης των εδαφών. Η Αφρικανική Ένωση και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ αναφέρονται πλέον σε αυτό το εγχείρημα ως την «εμβληματική πρωτοβουλία της Αφρικής για την αποτροπή της υποβάθμισης των εδαφών, της ερημοποίησης και της ξηρασίας». Παραδόξως, το Πράσινο Μεγάλο Τείχος –ή κάποια εκδοχή του– φαίνεται ότι δουλεύει.
«Αλλάξαμε το όραμα για ένα Μεγάλο Πράσινο Τείχος, από κάτι που δεν ήταν πρακτικό σε κάτι εφικτό», λέει ο Μοχάμεντ Μπακάρ, περιβαλλοντολόγος, επικεφαλής της Παγκόσμιας Υπηρεσίας για το Περιβάλλον, του οργανισμού που εξετάζει την οικολογική ωφέλεια των έργων που υλοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα. «Δεν είναι πια ένα φυσικό τείχος, αλλά ένα μωσαϊκό πρακτικών διαχείρισης των εδαφών που εν τέλει μπορεί να οδηγήσουν σε κάτι που θα μοιάζει με τείχος. Το τελευταίο, ωστόσο, χρησιμοποιείται πλέον μεταφορικά».
Το Σαχέλ καταλαμβάνει μια έκταση 6.000 χιλιομέτρων από τον Ατλαντικό στον Ινδικό Ωκεανό, και είναι μια ζώνη που εκτείνεται κατά μήκος του νοτίου άκρου της Σαχάρας. Οι βροχοπτώσεις κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, από 10 εκατοστά/ έως 110 εκατ./έτος, ενώ οι ξηρασίες είναι συχνό φαινόμενο. Η κλιματική αλλαγή τις επιτείνει ενώ, παράλληλα, ο πληθυσμός της περιοχής –που είναι μια από τις φτωχότερες του κόσμου– εκτοξεύεται. Η διατροφική ασφάλεια αποτελεί πηγή ύψιστης ανησυχίας. Μέχρι το 2050, ο πληθυσμός θα φτάσει τα 340 εκατομμύρια, από τα 30 που ήταν το 1950, και τα 135 που είναι σήμερα.
Ο Reij, ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στο Σαχέλ σε μια περίοδο όπου κατά κυριολεξία ο αέρας έπαιρνε μαζί του το έδαφος όταν ξέσπαγαν οι αμμοθύελλες. Μετά από χρόνια απουσίας, επέστρεψε στον Νίγηρα και την Μπουρκίνα Φάσο, το καλοκαίρι του 2004. Εντυπωσιάστηκε από αυτό που είδε: πράσινο εκεί όπου δεν υπήρχαν παρά αχανή τοπία σκουρόχρωμης, αποψιλωμένης γης. Ταχύτατα βρήκε και εξασφάλισε χρηματοδότηση για την πραγματοποίηση πολλών ερευνών πάνω στις καλλιεργητικές πρακτικές των χωριών της Μπουρκίνα Φάσο και του Νίγηρα.
Για βοήθεια, προσέτρεξε σε έναν άλλο βετεράνο της Αφρικής, τον Gray Tappan, γεωγράφο που δουλεύει στο «Ίδρυμα του Αμερικανικού Γεωλογικού Ινστιτούτου για τις Χρήσεις και την κάλυψη της Γης στη Δυτική Αφρική». Πετώντας πάνω από χωριά και οδηγώντας από το ένα στο άλλο, ο Tappan λέει ότι «γοητεύτηκε» από αυτό που είδε. Στο έδαφος, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα χωριά από απόσταση, εξαιτίας της υπερβολικής βλάστησης.
Οι δυο τους, ταξιδεύοντας πάνω από δύο χρόνια στην Μπουρκίνα Φάσο και το Νίγηρα, αποκάλυψαν μια αξιοσημείωτη μεταμόρφωση. Εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες είχαν αγκαλιάσει τις ευφυείς τροποποιήσεις των παραδοσιακών γεωργικών πρακτικών, μετατρέποντας μεγάλες εκτάσεις σε παραγωγική γη, βελτιώνοντας την παραγωγή τροφίμων και καυσίμων για περίπου 3 εκατομμύρια ανθρώπους.
«Αυτό το ξαναπρασίνισμα εξελίχθηκε δίχως να το αντιληφθούν τα ραντάρ τα δικά μας και των υπολοίπων, επειδή δεν χρησιμοποιούσαμε αρκετά λεπτομερείς δορυφορικές εικόνες. Εξετάζαμε γενικά πρότυπα χρήσης γης, αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε τα δέντρα», λέει ο Tappan. «Όταν αρχίσαμε να κάνουμε αεροφωτογραφίες και επιτόπιες έρευνες, τότε συνειδητοποιήσαμε πως κάτι πολύ, πολύ αξιόλογο συμβαίνει εδώ ».
Πολλοί αγρότες της Μπουρκίνα Φάσο είχαν προσαρμόσει καινοτομίες στις πρακτικές τους χρόνια νωρίτερα, από ανάγκη. Κατασκεύασαν το ζάι, ένα δίκτυο βαθιών λάκκων φύτευσης σε βραχώδη εδάφη, που συνέβαλε στη διείσδυση και τη συγκράτηση του νερού κατά τις περιόδους ξηρασίας. Κατασκεύασαν πέτρινα φράγματα γύρω από τα χωράφια για να περιορίσουν την απορροή και να αυξήσουν τη διείσδυση από τη βροχή.
Στο Νίγηρα, ο Reij και ο Tappan ανακάλυψαν αυτό που έχει πλέον καταστεί κεντρικό κομμάτι της νέας εκστρατείας για το Πράσινο Μεγάλο Τείχος: η διαχείριση της φυσικής αναγέννησης από τους αγρότες, μια μέση λύση μεταξύ της αποψίλωσης της γης και της εγκατάλειψής της στην άγρια βλάστηση.
Οι αγρότες του Σαχέλ είχαν μάθει από Γάλλους αποίκους να καθαρίζουν τη γη για να την καλλιεργήσουν, και να διαχωρίζουν τις καλλιέργειες από τα δέντρα. Σύμφωνα με το γαλλικό αποικιακό δίκαιο το οποίο υιοθέτησαν οι χώρες μετά την ανεξαρτησία, τα δέντρα που βρίσκονται στα χωράφια ενός αγρότη ανήκουν στην κυβέρνηση. Οι αγρότες που έκοβαν ένα δέντρο για καύσιμα απειλούνταν με φυλάκιση. Η ιδέα ήταν υπέρ της διατήρησης των δασών, ωστόσο είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.
«Αυτό ήταν ένα τρομερά αρνητικό κίνητρο για να αποκτήσει κανείς κάποιο δέντρο», λέει ο Γκέριτι, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης στο γραφείο του στο Ναϊρόμπι. «Επί χρόνια και χρόνια, ο αριθμός των δέντρων μειωνόταν».
Αλλά, μετά από δεκαετίες, χωρίς το καταφύγιο των δέντρων, το φυτικό χώμα άρχισε να στεγνώνει και να εξαφανίζεται. Το νερό της βροχής κατέληγε στη θάλασσα αντί να ποτίσει τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Όταν ο Reij έφτασε στην Αφρική, οι αποδόσεις των καλλιεργειών ήταν μικρότερες από 180 κιλά ανά στρέμμα (σε σύγκριση με 5.600 λίβρες ανά στρέμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες) και τα επίπεδα του νερού στα πηγάδια έπεφταν κατά τρία πόδια τον χρόνο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καθώς οι πληθυσμοί των χωριών αυξάνονταν και η παραγωγικότητα της γης μειωνόταν, ο Reij λέει ότι οι αγρότες στράφηκαν σε έναν τρόπο καλλιέργειας δέντρων και θάμνων χαμηλού κόστους, χρησιμοποιώντας το ριζικό απόθεμα των χωραφιών τους. Τα δέντρα παρείχαν καύσιμα, ζωοτροφές, τροφή ενώ παράλληλα βελτίωναν το έδαφος.
Όταν ο Tappan συνέκρινε τις εναέριες εικόνες που τράβηξε το 2004 με αυτές από το 1950, έμεινε έκπληκτος. Οι τεράστιες επιφάνειες, που κάποτε ήταν γυμνές, ξαναπρασίνισαν. Η κοιλάδα Zinder του Νίγηρα είχε 50 φορές περισσότερα δέντρα από ό,τι το 1975.
Για να καταλάβουν πώς η πρακτική διαδόθηκε ευρέως, ο Reij και ο Tappan έμαθαν ότι οι ντόπιοι γνώρισαν την πρακτική από τον Tony Rinaudo, έναν Αυστραλό που βρέθηκε στην περιοχή με το Serving in Mission, μια θρησκευτική μη κυβερνητική οργάνωση. Η συνεργασία του Rinaudo με ντόπιους αγρότες βοήθησε τους τελευταίους να εντοπίσουν χρήσιμα είδη δέντρων στα πρυμνά των χωραφιών τους, να τα προστατεύσουν και στη συνέχεια να τα κλαδέψουν για να ενισχύσουν την ανάπτυξή τους.
Ο Rinaudo επέστρεψε στην Αυστραλία το 1999, αγνοώντας την ευρεία απήχηση που είχε η δουλειά του (ο Reij δεν θα τον συναντούσε μέχρι το 2006, όταν άρχισαν να εργάζονται σε πρωτοβουλίες αναζωογόνησης). Μέχρι τη στιγμή που ο Reij και ο Tappan έκαναν το πρώτο τους ταξίδι, διασχίζοντας ορισμένες περιοχές του Νίγηρα, οι πρακτικές αυτές μεταφέρονταν ήδη από αγρότη σε αγρότη, για περίπου τρεις δεκαετίες. «Μαγευτήκαμε από αυτό που βλέπαμε», θα πει ο Tappan για εκείνο το πρώτο ταξίδι. «Ήταν εκπληκτικό να βλέπεις τον όγκο της εργασίας όσον αφορά τη διατήρηση του εδάφους και του νερού, τις πρακτικές συγκράτησης του νερού, καθώς και τη φυσική αναγέννηση των δέντρων».
Ο Γκέριτι θυμάται ότι περπατούσε μέσα σε αγροκτήματα του Νίγηρα, σε χωράφια που εκτείνονταν μέχρι τον ορίζοντα, σπαρμένα με σιτηρά, όπως το κεχρί και το σόργο, φυτεμένα γύρω από δέντρα. Οι καλλιέργειες μπορούσαν να είναι, από λίγες, μέχρι 80 ανά στρέμμα. «Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα δέντρα βρίσκονται σε τυχαίες τοποθεσίες επειδή φύτρωσαν και ο αγρότης τα προστάτεψε αφήνοντάς τα αναπτυχθούν», λέει. Τα δέντρα μπορούν να κοπούν για καυσόξυλα, απελευθερώνοντας γυναίκες από τον υπέρμετρο μόχθο καθώς κάποτε περνούσαν δυόμισι ώρες την ημέρα συλλέγοντας ξύλα. Τα δένδρα, επίσης, κλαδεύονται για ζωοτροφές, καθώς τα φυλλώματα και οι καρποί τους είναι θρεπτική τροφή.
Ένα δέντρο, το Faidherbia albida, παραμένει αδρανές κατά τη διάρκεια της υγρής περιόδου, όταν τα περισσότερα δέντρα μεγαλώνουν. Όταν αρχίζουν οι βροχές, τα δέντρα φυλλορροούν, με τα φύλλα τους να γονιμοποιούν το έδαφος. Επειδή έχουν πέσει τα φύλλα τους, τα δέντρα δεν σκιάζουν τις καλλιέργειες κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Η αξία τους είχε αναγνωριστεί από καιρό από τους αγρότες, λέει, αλλά ποτέ δεν ενθαρρύνθηκαν να τα χρησιμοποιήσουν.
Ο Tappan θυμάται ότι έκανε μια παρουσίαση στην πρεσβεία των ΗΠΑ, στο Νιαμέϋ του Νίγηρα, προβάλλοντας εναέριες φωτογραφίας της μίας πράσινης ζώνης μετά την άλλη. «Τα σχόλια ήταν “αυτό δεν μπορεί να είναι ο Νίγηρας, μοιάζει με την Ιρλανδία”», θυμάται.
Ο Reij λέει ότι, μέχρι το 2011, είχαν αποκατασταθεί περισσότερα από 12 εκατομμύρια στρέμματα μόνο στον Νίγηρα. Περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια αποκαταστάθηκαν στο Μάλι αλλά, μέχρι το 2010, κανείς δεν το είχε συνειδητοποιήσει αυτό, γιατί κανείς δεν είχε ερευνήσει τη χώρα.
Το κλειδί, λέει ο Reij, είναι η κλιμάκωση της προσπάθειας στις ξηρές χώρες με τη δημιουργία πρωτοβουλιών στη βάση της κοινωνίας, την αντιμετώπιση των νομικών ζητημάτων (όπως η ιδιοκτησία δέντρων) και τη δημιουργία αγορών για τα προϊόντα της αγροδασοκομίας. «Δεν έχουμε δει πουθενά στη Δυτική Αφρική κάτι, αντίστοιχου μεγέθους και αντίκτυπου για το περιβάλλον», προσθέτει ο Tappan. «Στο μυαλό μας, ο Νίγηρας έχει ήδη το μεγάλο πράσινο τείχος του. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το διευρύνουμε ώστε να επεκταθεί».
Ο Reij λέει ότι η Παγκόσμια Τράπεζα –η οποία έχει δαπανήσει στην προσπάθεια 1,2 δισ. $–, η Παγκόσμια Υπηρεσία για το Περιβάλλον και άλλοι οργανισμοί είναι πεπεισμένοι ότι η φυσική αναγέννηση είναι ένας σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, αλλά οι προσεγγίσεις εξαρτώνται από την κάθε χώρα. Στην Αφρικανική Ένωση, ο Έλβις Πωλ Τάνγκεμ, συντονιστής της «Πρωτοβουλίας Για ένα Μεγάλο Πράσινο Τείχος στη Σαχάρα και το Σαχέλ», λέει σήμερα ότι περί τις 21 χώρες έχουν αναπτύξει έργα στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας.
Ο Τάνγκεμ παραδέχεται ότι τα έργα σε χώρες όπως ο Νίγηρας, η Σενεγάλη, η Μπουρκίνα Φάσο και το Μάλι είναι πολύ πιο προχωρημένα από ό,τι στις υπόλοιπες χώρες. Το Καμερούν και η Γκάνα, προσθέτει σε μια συνέντευξη από το γραφείο του στην Αντίς Αμπέμπα, άρχισαν μόλις φέτος να κινητοποιούνται.
Ο Reij λέει ότι το κλειδί βρίσκεται στο να βοηθάει κανείς τους αγρότες να κάνουν αυτό που ήδη κάνουν, αλλά και να διαδώσουν αυτές τις πρακτικές. «Εάν θέλουμε η αναζωογόνηση να επέλθει γρήγορα, αποτελεσματικά και με λογικό κόστος, ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε είναι η πρακτική της φυσικής αναγέννησης στα αγροκτήματα», λέει ο Reij. «Ας αφήσουμε την ευθύνη στα χέρια των αγροτών. Ξέρουν ποιο είναι το συμφέρον τους. Τα συμβατικά έργα δεν θα κάνουν εδώ τη διαφορά».
Λυπάται, συνεχίζει, που η δουλειά προχωρά πολύ αργά. Με τον πληθυσμό του Σαχέλ να διπλασιάζεται σε 20 χρόνια, ο Reij λέει ότι η αναζωογόνηση πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε 10 έως 15 χρόνια.
«Αλλά κοιτάζοντας τι έχει επιτευχθεί τα τελευταία 20 χρόνια στο Σαχέλ, την μεγάλη κλίμακας αποκατάσταση στον Νίγηρα, την Μπουρκίνα Φάσο και το Μάλι», προσθέτει, «είμαι πιο αισιόδοξος τώρα από ό,τι όταν άρχισα να εργάζομαι στο Σαχέλ το 1978».

Πηγή:
www.smithsonianmag.com, 23 Αυγούστου 2016
Μετάφραση: Αναστάσης Μπαλτατζής

*Ο Jim Morrison είναι ένας ανεξάρτητος δημοσιογράφος του οποίου τα ρεπορτάζ, που αφορούν το τι συμβαίνει σε πάνω από 24 χώρες, έχουν εμφανιστεί σε πολυάριθμα Μέσα, όπως το Smithsonian.com, οι Νιου Γιορκ Τάιμς και το National Wildlife.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: