Του Δημήτρη Παπαμιχαήλ από την Ρήξη φ. 156

Το τέλος της Λιβυκής Τζαμαχιρίγια είχε ως συνέπεια την ανάδυση των παραδοσιακών φυλετικών δικτύων και την ανασυγκρότηση των γεωγραφικών συμπλεγμάτων που αποτελούσαν τα κρατίδια του ομοσπονδιακού βασιλείου της Λιβύης πριν το πραξικόπημα του Μουαμάρ Καντάφι. Ήδη το 2014, τα στρατόπεδα των δυνάμεων που επιβουλεύονταν το μέλλον του κράτους είχαν χωριστεί μεταξύ της ισλαμιστικής Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (ΚΕΣ) στην Τρίπολη και του κοσμικού Εθνικού Λιβυκού Στρατού (ΕΛΣ) στο Τομπρούκ.

Δυτικές ιδεοληψίες, ανατολική ρεαλπολιτίκ

Στην αναγνώριση του ΚΕΣ ως νόμιμης κυβέρνησης της Λιβύης από τον ΟΗΕ και τις δυνάμεις της Δύσης έπαιξαν ρόλο δύο βασικοί παράγοντες. Πρώτον, η υποστήριξη του Κατάρ και της Τουρκίας, καθώς αμφότερες έβρισκαν στο όργανο αυτό έναν θεσμό στον οποίο η ιδεολογία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ήταν, αν όχι κυρίαρχη, αρκετά επιδραστική. Η Λιβύη, υπό τον έλεγχο της Τρίπολης, θα αποτελούσε ένα φιλικό κράτος προς τη Τουρκία και το Κατάρ, με κομβικό ρόλο στους τομείς της διακίνησης ενέργειας, ανθρώπων, όπλων, ναρκωτικών και ιδεολογίας, μεταξύ της Υποσαχάριας Αφρικής και της Ευρώπης.
Επιπλέον, εντός ΚΕΣ, η εξουσία που ασκούν εκπρόσωποι των φυλών της Μισράτα –αστικό κέντρο το οποίο διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Τουρκία και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι– αποτέλεσε πιθανότατα ένα σημαντικό κίνητρο για τον Ερντογάν προκειμένου να επιλέξει στρατόπεδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σημερινός επικεφαλής της ΚΕΣ, πρωθυπουργός Φαγέζ Αλ Σαράτζ, είναι τουρκικής καταγωγής.
Δεύτερον, η Δύση, με πρωτοστάτες τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, στηριζόμενη σε μία ρηχή αφήγηση περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βρέθηκε να ακολουθεί το Κατάρ και την Τουρκία στην τυχοδιωκτική επιχείρηση ανατροπής του καθεστώτος Καντάφι, χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Πιθανότατα, σημαντικός παράγοντας για τη λήψη της απόφασης αυτής υπήρξε η μεγάλη εκστρατεία επενδύσεων του Κατάρ στην Ευρώπη, που κατάφερε να ανατρέψει, στα τέλη της δεκαετίας του 2000, τις φιλικές σχέσεις που ανέπτυσσε επί σειρά ετών το λιβυκό καθεστώς, ιδίως με το Λονδίνο, το Παρίσι και τη Ρώμη.
Εν τω μεταξύ, ο Χαλίφα Χάφταρ, στηριζόμενος στα παραδοσιακά φυλετικά δίκτυα της Κυρηναϊκής, ευθυγραμμίστηκε με το Κοινοβούλιο του Τομπρούκ εκμεταλλευόμενος αφενός τις διαφωνίες μεταξύ του τελευταίου και της κυβέρνησης Σαράτζ και αφετέρου την επιτακτική ανάγκη καταπολέμησης του Ισλαμικού Κράτους που είχε συστήσει βιλαέτια στη Κυρηναϊκή (Ανατολική Λιβύη).
Ο Χαλίφα Χάφταρ, μέλος του κινήματος των στρατιωτικών που έφερε στην εξουσία τον Μουαμάρ Καντάφι το 1969, περιθωριοποιημένος από το 2000 και ύστερα, εμφανίζεται ως σύμμαχος στην μάχη κατά του ισλαμισμού. Διαπιστώνοντας την πλήρη αποτυχία εκδημοκρατισμού μίας κοινωνίας περιχαρακωμένης σε φυλετικά στρατόπεδα και βρισκόμενης ενώπιον του κινδύνου ισλαμιστικής διολίσθησης, οι δυτικές δυνάμεις, τουλάχιστον από το 2015, στρέφονται προς αυτόν. Η αμερικανική του υπηκοότητα, την οποία απέκτησε κατά τη περίοδο αυτοεξορίας του στις ΗΠΑ μεταξύ 1990 και 2010, του προσδίδει ένα ακόμα ισχυρό χαρτί στη νομιμοποίησή του ενώπιον των δυτικών συνομιλητών.
Πιο καθοριστική όμως για τον ίδιο είναι η νομιμοποίηση που διαθέτει από μη δυτικούς παράγοντες. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εφοδιάζουν το στρατόπεδο Χάφταρ από τη πρώτη στιγμή για λόγους γεωπολιτικού και ιδεολογικού ανταγωνισμού με το Κατάρ. Η κυβέρνηση Αλ Σίσι στην Αίγυπτο βλέπει στον Χάφταρ έναν πολύτιμο σύμμαχο στην αντιμετώπιση ισλαμιστικών στοιχείων (κυρίως στην εξουδετέρωση των Αδελφών Μουσουλμάνων). Τέλος, η Ρωσία έχοντας επιτύχει τη σταθεροποίηση του Άσαντ στη Συρία εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να επανεμφανιστεί στην Αφρική για πρώτη φορά από τον Ψυχρό Πόλεμο. Έτσι, από τον περασμένο Νοέμβριο στο πλευρό του Χάφταρ βρίσκονται Ρώσοι στρατιωτικοί σύμβουλοι καθώς και η μισθοφορική «ομάδα Βάγκνερ», η οποία συνδέεται στενά με τον πρόεδρο Πούτιν.

Οι προοπτικές υπέρβασης της λιβυκής κρίσης και η Ελλάδα

Η επέλαση του Χάφταρ στην Τριπολίτιδα από τον περασμένο Απρίλιο είναι γεγονός. Η ΚΕΣ έχει πλέον απωλέσει, εκτός από την ηθική της νομιμοποίηση στη Δύση, το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που ήλεγχε, και, κυρίως, τις περισσότερες πετρελαιοπαραγωγικές της πηγές. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο πρόεδρος του κοινοβουλίου του Τομπρούκ, Αγκίλα Σαλέχ Ισά, ζήτησε την αποπομπή του Σάρατζ, ενώ καθημερινά, αεροπορικές επιδρομές του ΕΛΣ πλήττουν στρατιωτικούς στόχους στην Τρίπολη.
Στο πλαίσιο αυτό, η επίσκεψη Σαράτζ στην Άγκυρα και η σύναψη μνημονίου για τον καθορισμό τον θαλάσσιων συνόρων Τουρκίας-Λιβύης, σε πλήρη ασυμφωνία με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, δεν επαρκεί για να ανατρέψει τα δεδομένα. Ουδείς διεθνής παράγοντας δύναται να πιστεύει αφελώς σε επικράτηση της ΚΕΣ υπό τις παρούσες συνθήκες.
Η Τουρκία επιχειρεί μία παρέμβαση με πολλαπλούς αποδέκτες. Από τη μία πλευρά, ο Ερντογάν στέλνει μήνυμα στην Ελλάδα ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί μόνο σχήμα λόγου. Από την άλλη πλευρά, παρεμβαίνει στον συσχετισμό δυνάμεων εντός της Λιβύης, δίνοντας βάρος σε παράγοντες που θα τον εξυπηρετήσουν σε μία διαπραγμάτευση για το μέλλον της χώρας. Καθώς νικητές και ηττημένοι μίας τέτοιας διαπραγμάτευσης θα κριθούν στις αποχρώσεις του γκρι, η Άγκυρα θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της προκειμένου να διατηρήσει εν ζωή στο λιβυκό πολιτικό σκηνικό τις φίλιες προς αυτήν δυνάμεις. Σε αυτό το σημείο έγκειται η πιο επιτακτική ανάγκη παρέμβασης της ελληνικής διπλωματίας στη λιβυκή κρίση.
Η ανάδειξη του Αγκίλα Σαλέχ Ισά ως συνομιλητή της ελληνικής κυβέρνησης στη Λιβύη ήταν μία κίνηση ελάχιστου ρίσκου, που επαναφέρει έμμεσα την Αθήνα στο παιχνίδι. Ο Αγκίλα Σαλέχ, ως πρόεδρος του λιβυκού κοινοβουλίου στο Τομπρούκ, είναι διεθνώς νομιμοποιημένος πολιτικός παράγοντας, στη βάση της Πολιτικής Συμφωνίας για τη Λιβύη που υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2015. Επιπλέον αποτελεί εδραιωμένη προσωπικότητα της Κυρηναϊκής και ευθυγραμμίζεται με τον Χάφταρ, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την αντίθεσή του με την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν επαρκεί για να εξισορροπήσει την τουρκική παρεμβατικότητα, που αναμένεται πλέον να μεταγραφεί και στρατιωτικά.
Δυστυχώς, η Τουρκία εμβαθύνει την παρέμβασή της σε πολλά επίπεδα: διπλωματικό, στρατιωτικό, οικονομικό, ιδεολογικό. Εάν η Ελλάδα επιθυμεί να ανασχέσει μεσοπρόθεσμα τον έμπρακτο τουρκικό αναθεωρητισμό όσον αφορά την ΑΟΖ, δεν διαθέτει άλλη επιλογή από το να εμπλακεί στο πλευρό του αντιμαχόμενου στρατοπέδου, έστω αφανώς. Η ανυπαρξία ελληνικής εκπροσώπησης δεν αποτελεί πλέον ορθολογική επιλογή. Η απουσία της Ελλάδας στη Λιβύη από το 2012 συνιστά συσσωρευμένη απώλεια χρόνου και γνώσης του πεδίου. Η ελληνική εκπροσώπηση οφείλει κατ’ ελάχιστο να αποκατασταθεί, υπερβαίνοντας ενδεχόμενες επιφυλάξεις σχετικά με την ακεραιότητα των Ελλήνων λειτουργών στις αφιλόξενες συνθήκες της Τρίπολης ή του Τομπρούκ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek