του Φ. Μαλκίδη, από το Άρδην τ. 25-26, Μάιος-Ιούλιος 2000

Είναι διαπιστωμένο ότι οι ελλαδικές αναλύσεις για την Τουρκία έχουν σοβαρά μειονεκτήματα, αφού οι πηγές άντλησης των στοιχείων τους προέρχονται από τις μεταφράσεις των αγγλοσαξονικών ή υπερατλαντικών ερευνητικών ινστιτούτων ενώ οι συνεντεύξεις ιθυνόντων από τη γειτονική χώρα, στην προσπάθεια στήριξης των γραφόμενων, περιορίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, στους παράγοντες που αποτελούν το κατεστημένο. Δηλαδή διπλωμάτες της κεμαλικής σχολής, οικονομικούς παράγοντες, τύπου Κοτς και Τάρα, στρατιωτικούς (για μια περίοδο μάλιστα οι δηλώσεις του Καρανταγί καθόριζαν τις ειδικές στήλες στον αθηναϊκό τύπο), δημοσιογράφους σαν τον Αχμέτ Αλί Μπι-ράντ, τον Οκτάι Εκσί, τον Τουφάν Τουρέντς και τον Αχμέτ Τανέρ Κισλαλί, από τους χαρακτηριστικούς κεμαλιστές, και εσχάτως ερευνητικές πηγές είναι οι (διορισμένοι) νομάρχες και δήμαρχοι. Διορισμένοι ή «μη», οι ηγέτες της αυτοδιοίκησης, που όλως τυχαίως προέρχονται από την περιοχή που συνορεύει με την Ελλάδα, αποκλείοντας για παράδειγμα τον δήμαρχο του Ντιγιαρμπακίρ, που τυγχάνει να είναι Κούρδος, αποτελούν την πηγή για «σοβαρές» ή σοβαροφανείς αναλύσεις για την Τουρκία. Και όλα αυτά υπό τις ευλογίες του πανταχού Κεμάλ και της παρακαταθήκης που άφησε στους λαούς, «ειρήνη στην Τουρκία ειρήνη στον κόσμο…..»

Για να αναφέρουμε ένα ελάχιστο και μικρό δείγμα αυτών των πηγών των εγχώριων αναλυτών, ο Οκτάι Εκσί, εκ των κυριοτέρων αρθρογράφων της Χουριέτ, πρόεδρος του συμβουλίου Τύπου, το οποίο όπως όλα άλλωστε ελέγχεται από το κεμαλικό κράτος, συμπεριφέρεται σαν προαγωγός ειρήνης και φιλίας στην Αθήνα. Είναι ο ίδιος που πριν λίγο καιρό (εφημερίδα Χουριέτ 6/6/1998) τόνιζε ότι «νομίζουν οι Έλληνες ότι με δύο πολεμικά αεροπλάνα, θα φοβίσουν την Τουρκία. Μα με αυτά γελάνε ακόμα και τα μωρά και οι κάργες. Και τι θα γίνει αν στα δύο αεροπλάνα προσθέσουν και άλλα δώδεκα; Αν δεν υπάρξει διπλωματικός διάλογος των ενόπλων δυνάμεων, τότε θα δουν και αυτοί αυτό που γνωρίζει όλος ο κόσμος. Δίχως υπερωρίες του τουρκικού στρατού θα γεμίσει η Κύπρος με τουρκικές σημαίες και όλη η Ελλάδα θα τελειώσει από το ένα Σαββατοκύριακο έως το άλλο».

Ο αρχισυντάκτης της Χουριέτ, Τουφάν Τουρέντς, γράφοντας στην ίδια εφημερίδα, επισήμαινε ότι «τη μεγαλύτερη ανθρώπινη αμαρτία κάνει πράξη το αιμοδιψές ΡΚΚ και ο αιώνια εχθρός της Τουρκίας η Ελλάδα. Πάντα αντίθετη με την Τουρκία η Ελλάδα. Μοναδικός τους σκοπός να βρωμίσουν την πατρίδα. Να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι η Τουρκία είναι ένα θηρίο που βασανίζει τους πολίτες της. Πρώτη η Ελλάδα που στοχεύει να μας διασύρει παγκόσμια υποστηρίζοντας ότι εμείς κάνουμε δουλεμπόριο. Αλλά μια μέρα η Ελλάδα θα τον πληρώσει τον λογαριασμό» (εφημερίδα Χουριέτ 5/1/1998). Τώρα (εφημερίδα Χουριέτ 28/1/2000) ο Εκσί γράφει ότι «είναι για φρενοκομείο όποιος ισχυρίζεται ότι οι Έλληνες πρόκειται να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη ή ότι η Τουρκία θέλει να πάρει πίσω τα Δωδεκάνησα. Το κλίμα που κυριάρχησε επί χρόνια ήταν κατασκεύασμα πολιτικών, οι οποίοι επιδιώκουν πολιτικά οφέλη από την εχθρική στάση ανάμεσα στις χώρες…». Και ο Εκσί και ο Τουρέντς, υπάλληλοι του κράτους, όπως τους αποκάλεσε ένας άλλος υπάλληλος του κεμαλισμού, ο δημοσιογράφος Σουλεϊμάν Γιεντσέλ (εφημερίδα ΓενίΑ-σίρ 17/1/2000). πήραν μέρος στην ελληνοτουρκική συνάντηση δημοσιογράφων στην Αθήνα , η οποία πραγματοποιήθηκε στις 5 και 6 Φεβρουαρίου…

Φυσικά ουτε λόγος από τους νεόκοπους και παλιούς ειδικούς για την πραγματική ταυτότητα των δημοσιογράφων, όπως βεβαίως και πολλών άλλων, που έλαβαν κατά καιρούς μέρος σε διάφορα ελληνοτουρκικά φόρουμ και συναντήσεις, υπό τη σκέπη του Ατατούρκ.

Για να είμαστε απόλυτα σύμφωνοι με την ιστορική αλήθεια, αυτοί οι οποίοι μιλούν κα: γράφουν για την Τουρκία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ή αδυνατούν να κατανοήσουν τη φύση της δομής του τουρκικού επεκτατισμού, παρασυρόμενοι σε λανθασμένα συμπεράσματα, διοχετεύοντάς τα στην κοινή γνώμη στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή σε γνώση τους αποτελούν τον εγχώριο μεταφορέα των ξένων ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων που δεν διακρίνονται για τα αγαθά τους κίνητρα και προθέσεις, αυτών που υποστηρίζουν την ηγεμονική παρουσία της Τουρκίας στην περιοχή.

Εδώ και 20 περίπου χρόνια, η κρίση που περνά η γειτονική χώρα μπορεί να συγκριθεί μόνο με συνθήκες αποσύνθεσης μιας χώρας σε πολεμική περίοδο. Το κουρδικό κίνημα, παρ’ ότι οι εγχώριοι «δημοσιογράφοι» και άλλοι «ειδικοί αναλυτές» το θεωρούν λίγο πολύ ως μια τελειωμένη υπόθεση ή μια προσπάθεια λίγων ανθρώπων, που θα συνεχίσουν τη δράση τους ή μη, αναλόγως της εξέλιξης της υπόθεσης του Οτζαλάν, αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα της τουρκικής κοινωνίας, οικονομίας και ειδικώς του κατεστημένου, που είναι κάτι παραπάνω από μια δια- πλεκόμενη σχέση στρατού, ισλαμικών ομάδων, γκρίζων λύκων και πολιτικών που αντλούν δύναμη και χρήμα από το ναρκοεμπόριο και το αίμα. Το κουρδικό κίνημα εξακολουθεί να αποτελεί ένα μεγάλο ζητημα απελευθέρωσης τόσο του ίδιου κουρδικού έθνους, όσο και των άλλων εθνοτήτων, που παραμένουν δέσμιες ενός ρατσιστικού καθεστώτος, που μπορεί να μπήκε με ελληνική υπογραφή στην αναπτυγμένη Ευρώπη, αλλά οι εσωτερικές του συνθήκες και δομές παραμένουν στο Μεσαίωνα.

Στο κουρδικό κίνημα θα πρέπει να προστεθεί και η νέα έξαρση της βίας από ισλαμικές ομάδες που αντιδρούν φανερά ή κρυφά στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, ένα άλλοθι που το χρησιμοποιεί ως μπαλαντέρ το γειτονικό μόρφωμα. Η περίπτωση της Χεσμπολάχ, της οργάνωσης που ανδρώθηκε από το πανταχού παρόν κράτος, στην προσπάθεια καταστολής της κουρδικής επανάστασης, είναι χαρακτηριστική. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις για δολοφονίες δεκάδων ανθρώπων από μέλη της και των στελεχών της που δρούσαν ελεύθερα μέσα στο γραφείο του προέδρου της «δημοκρατίας», του πρωθυπουργού και στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων είναι ενδεικτικές. Φυσικά όλοι αυτοί που στήριξαν δυνάμεις που αντιτίθενται στο λαϊκό αίτημα στην Τουρκία για εξέλιξη και ανάπτυξη, ελευθερία, δικαιώματα και αξιοπρέπεια τώρα στρέφουν αλλού το βλέμμα τους ή σφυρίζουν αδιάφορα. Η ανακοίνωση του τουρκικού ΓΕΕΘΑ ότι «δεν ενεθάρρυνε την οργάνωση» και η δήλωση του Ντεμιρέλ ότι «εάν τέτοιου είδους εγκλήματα έχουν διαπραχθεί με την συνδρομή των κρατικών υπηρεσιών θα τιμωρηθούν» μόνο γέλιο προκαλεί. Φυσικά όλα αυτά απουσιά ζουν από τις «έγκυρες αναλύσεις» και τκ; καθώς πρέπει ανταποκρίσεις.

Επιχειρείται ταυτόχρονα μια εγχώρια ανάλυση για την τουρκική οικονομιία ότι μπορεί να αποτελέσει το πεδίο δράσης της ελληνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας;, αποσιωπώντας ότι η Τουρκία σήμερα βρίσκεται, σύμφωνα με δήλωση του Ντεμιρέλ, στην κατάσταση που βρισκόταν η Οθωμανική αυτοκρατορία στα τελευταία της χρόνια. Τότε η Πύλη δανειζόταν από τους σαράφηδες του Γαλατά, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, ενώ τώρα από επιχειρηματίες και τους λοιπούς εμπόρους ναρκωτικών, με επιτόκια που φτάνουν μέχρι και το 145%. Οι πάρα πολλές τράπεζες δέχονται καταθέσεις δίνοντας 85% επιτόκιο και αγοραζουν κρατικά χρεόγραφα με επιτόκιο 130%. Οι τράπεζες αποφεύγουν να δανείζουν τις επιχειρήσεις με επιτόκιο έστω και 120%, αφού δεν γνωρίζουν αν ποτέ θα πάρουν πίσω αυτά τα χρήματα. Η τουρκική κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να δεχθεί αυτούς τους όρους, διαιωνίζοντας έτσι την οικονομική εξαθλίωση και τη στενή της σχέση με αυτού του είδους το κεφάλαιο. Το εσωτερικό χρέος, στις αρχές του 1999, ήταν 17 δισεκατομμύρια δολάρια και σήμερα έχει φθάσει τα 23 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ κάθε μήνα το χρέος αυξάνεται κατά ένα δισεκατομμύριο δολάρια! Σήμερα η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση “σταθεροποίησης”, το κράτος δηλαδή έχει κάνει συμφωνία με τους πάμπολλους δανειστές του να πληρώσει μόνο ένα μέρος από το χρέος του, αφού δεν είναι δυνατόν να το αποπληρώσει όλο, και για το υπόλοιπο να αναβάλει την πληρωμή του. Στην τωρινή του και ά στάση προστίθεται ο επίσημος πληθωρισμός που κυμαίνεται στο 65%, και η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που προτείνει σκληρά μέτρα με ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα λιτότητας. Φυσικά λέξη για όλα αυτά σε Ελλάδα και Κύπρο αφού οι πηγές, κατά δήλωση, προέρχονται από τη βιβλιοθήκη του αμερικανικού Κογκρέσου!

θεωρούμε ότι έχει φτάσει πλέον η στιγμή να ανοίξει μια μεγάλη, ειλικρινής και δημόσια συζήτηση για την Τουρκία, που θα πληροφορήσει τον ελληνικό λαό στον ελλαδικό χώρο και την Κύπρο. Έστω και τώρα, και μετά από τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Ιωνίας και της Θράκης, το διωγμό της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και Τενέδου, το βιασμό της Κύπρου, τα Ίμια, ήρθε η ώρα για να υπάρξει πληροφόρηση για την Τουρκία. Φυσικά οι συνομιλητές και οι πηγές είναι το ζητούμενο, αν και ο άνεμος απελευθέρωσης που πνέει στη γειτονική χώρα από τους καταπιεσμένους λαούς και εθνότητες έχει ανοίξει τον δρόμο.

Φάνης Μαλκίδης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek