Αρχική » cineρήξη: Σημείο βρασμού & Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του

cineρήξη: Σημείο βρασμού & Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του

από Κωνσταντίνος Μπλάθρας

Το Σημείο βρασμού του Φίλιπ Μπαραντίνι δίνει μια καθαρή εικόνα των συνθηκών εργασίας με φόρτο και ένταση σ’ ένα λονδρέζικο κλασάτο εστιατόριο, το «Τζόουνς και υιοί». Μέσα από μια κινηματογράφηση περίτεχνη, και το ίδιο καλά οργανωμένη όπως η κουζίνα του εστιατορίου, εστιάζει στα πρόσωπα των δεκάδων εργαζομένων στο μαγείρεμα, την αίθουσα, τη λάντζα, τη διεύθυνση. Με χαρακτήρα οδηγό τον σεφ Άντι, ο οποίος ζει το δικό του προσωπικό και οικογενειακό δράμα, μας φέρνει κοντά σε έναν τρεχάτο κόσμο, που συνήθως τον βλέπουμε καθισμένοι αναπαυτικά γύρω από ένα τραπέζι, απολαμβάνοντας το δείπνο μας σε κάποια επέτειο ή σε μια ξεχωριστή περίσταση.
Ο Άντι, λοιπόν, ξενυχτισμένος και τσακισμένος από τον χωρισμό του μόλις την προηγουμένη, φτάνει καθυστερημένος στη δουλειά και βρίσκει το αφεντικό του στην τσίτα, αφού μόλις έχει περάσει το υγειονομικό και έχει υποβαθμίσει την αξιολόγηση του εστιατορίου τους, με ευθύνη και του σεφ, που δεν τηρεί κατά γράμμα τους κανονισμούς. Την κατάσταση προσπαθεί να σώσει η βοηθός του Κάρλι. Σαν να μην έφτανε αυτό, τη βραδιά εκείνη το εστιατόριο ήταν φίσκα με κρατήσεις και οι προμήθειες, πάλι με ευθύνη του Άντι, ήταν λειψές. Κερασάκι στην τούρτα της έντασης είναι ένας διάσημος τηλεσέφ, παλιό αφεντικό του Άντι, που έχει κάνει κράτηση και έρχεται συνοδευόμενος από μια ξινή κριτικό εστιατορίων. Κοντά σ’ όλα, ο Άντι έχει να αντιμετωπίσει τον κυνικό τηλεσέφ, που του προτείνει, έναντι ενός χρέους του διακοσίων χιλιάδων λιρών, να ρίξει τους συνεργάτες και τα αφεντικά του για να τους πάρουν το μαγαζί. Το σημείο βρασμού, δηλαδή κατάρρευσης, του Άντι, που πίνει και κάνει χρήση κόκας —πώς αλλιώς;— είναι κοντά. Θα αντέξει, ωστόσο, προσπαθώντας να είναι τίμιος, και σε κάποιες στιγμές πατρικός, με το προσωπικό της κουζίνας, να σταθεί όρθιος σε όλα τα ενενήντα λεπτά της ταινίας. Η Κάρλι, η βοηθός του, που είναι ο δεύτερος πυλώνας της αφήγησης, θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν να μην εκτεθεί ο Άντι, θα φτάσει, όμως αυτή νωρίτερα στα όριά της, με τις συνεχόμενες επιπλήξεις από την προϊσταμένη της αίθουσας, την Μπεθ, που και αυτή, μετά τον καβγά τους, θα αποσυρθεί στο γραφείο της κλαίγοντας…
Ο Μπαραντίνι έχει ο ίδιος δουλέψει σεφ για κάμποσα χρόνια πριν καταπιαστεί με το όνειρό του της σκηνοθεσίας. Βασίζεται εδώ στην ιδέα μιας παλιότερης δικής του μικρού μήκους ταινίας και γυρίζει όλον αυτό τον κυκεώνα ανταγωνισμού σε ένα και μόνο πλάνο, με φινάλε πίσω από μια κλειστή πόρτα. Ο πραγματικός χρόνος της αφήγησης, άρα, με τη διάρκεια της ταινίας, ταυτίζονται. Είναι η μιάμιση ώρα που διαρκεί το έργο. Πράγμα που σημαίνει ότι οι ηθοποιοί παίζουν συνεχόμενα, σαν σε μία και μόνη θεατρική παράσταση, με την κάμερα να κινείται συνεχώς ανάμεσά τους, ως ο ένας και μοναδικός θεατής, που θα πολαπλασιαστεί μετά στις οθόνες, δίνοντας στους θεατές, του κινηματογράφου πλέον, τη μαρτυρία της εικόνας για όσα θα ήταν αδύνατο αλλιώς να δουν και να παρατηρήσουν από κοντά.
Ο Μπαραντίνι, που έχει γράψει και το σενάριο, μαζί με τον Τζέιμς Α. Κάμινγκς, τα καταφέρνει περίφημα. Το ίδιο και οι ηθοποιοί του, ο Στίβεν Γκράχαμ στον ρόλο του Άντι, η Βινέτ Ρόμπινσον στον ρόλο της Κάρλι, η Άλις Φίταμ στον ρόλο της Μπεθ, ο Τζέισον Φλέμινγκ στον ρόλο του τηλεσέφ Άλαστερ Σκάι. Η απαιτητική διεύθυνση φωτογραφίας είναι του Μάθιου Λούις. Αν κάτι μένει στο τέλος, μετά από αυτό το ασθματικό τρέξιμο όλων, τη δύσκολη αυτή βραδιά, ώστε να ανταποκριθούν στα φορτικά τους εργασιακά καθήκοντα, είναι πως την κατάσταση σώζει όχι ο ανταγωνισμός, αλλά η αλληλεγγύη. Χρήσιμη στις μέρες μας υπενθύμιση.

Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του

Ανεπιφύλακτα νομίζω ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να δουν αυτή την ταινία. Κι αν η διάρκειά της —τρεισήμισι ώρες— είναι αποτρεπτική για μια ευχάριστη κινηματογραφική έξοδο, είμαι σίγουρος ότι στο τέλος θα έχουν πολλά να πουν, να σχολιάσουν, να πάρουν ή να αφήσουν από τον κύριο Μπάχμαν και την τάξη του, το 6β του δημοτικού σχολείου στο Σταντάλεντορφ. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους είναι ευκαιρία να δούμε από κοντά πώς «λύνει» το δημογραφικό της η ατμομηχανή της Ευρώπης, Γερμανία. Το Σταντάλεντορφ ήταν ένα αγροτικό χωριό στο βόρειο Χέσε της Γερμανίας, που έγινε μια μικρή βιομηχανική πόλη από τους ναζί, όταν έχτισαν εκεί δύο εργοστάσια όπλων κι έφεραν επιταγμένους εργάτες, που δούλευαν σε συνθήκες στρατοπέδου συγκέντρωσης, από όλη την Ανατολική Ευρώπη —πλην Ελλάδος, ως γνωστόν, ελέω αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Σήμερα το 70% των κατοίκων της πόλης είναι μετανάστες— το ένα τέταρτο μουσουλμάνοι.
Το ντοκιμαντέρ της Μαρίας Σπετ παρακολουθεί τον δάσκαλο και τους μαθητές του, σε μια τάξη εισαγωγής ξένων παιδιών στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα και στη γερμανική κοινωνία, από τα Χριστούγεννα έως το τέλος των μαθημάτων το καλοκαίρι. Ο Ντίτερ Μπάχμαν, ένας πρώην ροκάς και γλύπτης, που έγινε σε ώριμη ηλικία δάσκαλος, πρέπει να συνηχήσει παιδιά από διαφορετικά περιβάλλοντα, που του έρχονται μη ξέροντας λέξη γερμανικά, με τις απαιτήσεις της γερμανικής εκπαίδευσης και τα σουσούμια της γερμανικής κοινωνίας. Παίζοντας μουσική, μαθαίνοντάς τους τραγούδια, κάνοντάς τους μαθηματικά, γερμανικά και αγγλικά, δίνοντάς τους, το πιο αξιοσημείωτο, την αίσθηση μιας κοινότητας, με το σχολείο να γίνεται δεύτερο σπίτι για τους μαθητές που, εκτός του σοκ της μετανάστευσης, ζουν σε ιδιαίτερα οικογενειακά περιβάλλοντα, έξω από τις γερμανικές συνήθειες, με γονείς εργάτες στα δύο εργοστάσια της πόλης, τα οποία έχουν μεταλλαχθεί μεν, ως προς την παραγωγή τους, αλλά όπου η εργασία-σκλαβιά εξακολουθεί, δυστυχώς.
Στο ντοκιμαντέρ αυτό θαυμάζει κανείς την ικανότητα της Σπετ να δώσει στον δάσκαλο, τον κύριο Μπάχμαν —γόνος κι αυτός μεταναστών από την Πολωνία, στον Μεσοπόλεμο— και στους μικρούς μαθητές του τον αέρα πρωταγωνιστών. Τα καταφέρνουν όλοι πολύ καλά μπροστά στην κάμερα, η οποία, προφανώς, μπλεκόταν στα πόδια τους έναν ολόκληρο χρόνο. Ενδιαφέρουσες είναι οι σκηνές που τα παιδιά μεταφέρουν τον απόηχο από τις ποικίλες εθνικές πατρίδες τους — Τούρκοι και Βούλγαροι μουσουλμάνοι, ένας Ρουμάνος εκ Τρανσυλβανίας, δύο κορίτσια από την Ουκρανία κ.λπ. Στο κρίσιμο ερώτημα ποια είναι η πατρίδα σου, τα παιδιά σχεδόν αυθόρμητα απαντούν: η πατρίδα των γονιών τους. Γουστόζικες είναι οι σκηνές που γίνεται συζήτηση περί θρησκείας και συμβόλων, περί φύλου —αριστούργημα η αντίδραση των κοριτσιών— ή όταν μπαίνει θέμα βαθμολόγησης και ανταγωνισμού.
Η φιλία, τα ταλέντα και οι δεξιότητες των παιδιών, οι πρώτες εμπειρίες από μια κοινή ζωή, μέσα στο προστατευτικό περίβλημα του σχολικού περιβάλλοντος, έχουν ενδιαφέρον να τα δει κανείς, όπως τα περιγράφει η ταινία της Σπετ. Ο ίδιος ο κύριος Μπάχμαν, μια γοητευτική και κάπως αντισυμβατική φιγούρα δασκάλου, βρίσκεται ένα βήμα πριν τη συνταξιοδότηση και ζει μοναχικά σ’ ένα σπίτι στις παρυφές της πόλης. Μοιάζει τώρα πια να έχει βρει την ισορροπία ανάμεσα στον μποέμικο βίο της νεότητάς του και τον σημερινό του ρόλο του δασκάλου. Η έξω πραγματικότητα δείχνει, βέβαια, πού και πού τα δόντια της, όταν π.χ. έρχονται στο σχολείο οι γονείς ή μέσα από την αξιολόγηση, όπου κάποιοι δεν θα τα καταφέρουν να περάσουν.
Θα μπορούσε η ταινία, όπως είπα και στην αρχή, να είναι μια καλή βάση για συζήτηση, καθώς μεταφέρει μια εικόνα —ιδεώδη, ίσως, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών στη μικρή αυτή πόλη— όχι μόνο του τωρινού σχολείου, αλλά και της μελλοντικής κοινωνίας στην Ευρώπη. Τα πράγματα, φυσικά, δεν είναι πάντα έτσι καλοβαλμένα, όπως στην τάξη του κυρίου Μπάχμαν, αλλά η αλήθεια είναι πως οι δάσκαλοι δίνουν μεγάλη μάχη σε ένα μέτωπο που είναι σήμερα η πρώτη γραμμή της ολοένα μεταβαλλόμενης κοινωνίας μας. Ή, όπως το λέει σε σημείωμά του ο Ντίτερ Μπάχμαν: «Νομίζω ότι οι μαθητές του σχολείου Georg-Büchner στο Σταντάλεντορφ μού έδειξαν ολοκάθαρα τι είδους δάσκαλο ήθελαν: έναν δάσκαλο που τους ταΐζει μήλα και δημητριακά και κεμπάπ, που παίζει μαζί τους ποδόσφαιρο, μουσική, που ζωγραφίζει μαζί τους· που αποκρυπτογραφεί μαζί τους τον κόσμο και όσα μπορεί κανείς να ανακαλύψει μέσα σε αυτόν· που μπορούν να τον ρωτήσουν ό,τι θέλουν· αλλά, περισσότερο απ’ όλα, έναν δάσκαλο που δεν τους αποθαρρύνει με βαθμούς και λάθη…» Μήπως, τελικά, η παιδεία παραμένει η μόνη και η πιο αποτελεσματική μας άμυνα;
Η ταινία κέρδισε Αργυρή Άρκτο και Βραβείο Κοινού στο Βερολίνο το 2022 και ήταν υποψήφια για το Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Ενισχύστε την προσπάθειά μας κάνοντας μια δωρεά στο Άρδην πατώντας ΕΔΩ.

Ακολουθήστε το Άρδην στο Facebook

Εγγραφείτε στο κανάλι του Άρδην στο Youtube

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: