Αρχική » Ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα (Γ΄ μέρος)

Ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα (Γ΄ μέρος)

από Σπύρος Κουτρούλης

του Σπύρου Κουτρούλη από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 10 με αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη

Η σημαντικότερη και πλέον ολοκληρωμένη προσέγγιση της στρατηγικής του ελληνικού κράτους με τον τίτλο «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» αποτελεί το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης του σπουδαίου έργου του Κονδύλη, Θεωρία του πολέμου[1]. Στο δοκίμιο αυτό συνοψίζονται, αποκρυσταλλώνονται και ολοκληρώνονται σκέψεις που είχε διατυπώσει σε προηγούμενα έργα του. Όμως, αντί να αναδειχθεί σε αφορμή για μια σοβαρή ανάλυση της εξέλιξης του ελληνισμού, υπήρξε η αιτία για ένα δημόσιο ιδεολογικό λιντσάρισμα του συγγραφέα και η αφετηρία να αποκλειστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από την –ακαδημαϊκή, ιδιαίτερα– πνευματική κίνηση. Δημοσιογράφοι που, όπως είπαμε, γνώριζαν ελάχιστα το έργο του Κονδύλη, ανέλαβαν το έργο της δημόσιας διαπόμπευσης και του σιωπηρού αποκλεισμού του. Βεβαίως, αυτά συνέβαιναν τη στιγμή που στη Γερμανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη γνώριζε σημαντική αποδοχή, αρθρογραφώντας σε μία από τις εγκυρότερες γερμανικές εφημερίδες, ενώ μεταθανάτια γίνεται αντικείμενο μεθοδικής και συστηματικής μελέτης.

Τι, όμως, από όσα υποστήριξε ενόχλησε περισσότερο; Ο Κονδύλης εξέταζε σε ένα σενάριο βέβαιης και αναπόφευκτης ελληνοτουρκικής σύρραξης τι δυνατότητες και τι τρόπους είχε για να αντιδράσει το ελληνικό κράτος και έθνος. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά ισχύος ανάμεσα στα δύο κράτη, τις γεωπολιτικές τους δυνατότητες, τη γεωγραφία του ελληνικού αρχιπελάγους, που αποτελείται από απειράριθμα ευάλωτα νησιά, κατέληγε ότι, για να έχει πιθανότητες επιτυχίας η ελληνική άμυνα, θα έπρεπε αφενός να εξετάσει την πιθανότητα προέλασης στην ανατολική Θράκη και αφετέρου να έχει την ικανότητα να επιτύχει το πρώτο και πιο δραστικό κτύπημα, που θα εκμηδένιζε «τα ζωτικά σημεία του εχθρικού δυναμικού»[2]. Πρόκειται για ένα από τα πιο συνηθισμένα σενάρια, που εφαρμόστηκαν με επιτυχία από διάφορα κράτη σε ανάλογες περιπτώσεις. Μάλιστα, ο Κονδύλης τονίζει ότι «το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια “πολεμοχαρής” διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων»[3], αλλά και το γεγονός ότι είναι διαφορετικά πράγματα ο στόχος της άμυνας και η αμυντική διεξαγωγή του πολέμου, αφού η «καθαρά αμυντική διεξαγωγή του πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη»[4]. Επ’ αυτού, ενδεικτικό είναι ότι οι Στάλιν, Ρούσβελτ και Τσώρτσιλ δεν σταμάτησαν τα στρατεύματά τους στα γερμανικά σύνορα, αφού εκδίωξαν τις γερμανικές-ναζιστικές δυνάμεις από τα ξένα εδάφη που κατείχαν, αλλά τις κυνήγησαν ώς την καρδιά του Βερολίνου, ώστε να πετύχουν την πλήρη και συντριπτική νίκη επί του εχθρού.

Η προσέγγιση αυτή, που, υποτίθεται, θα ωθούσε το ελληνικό κράτος να ξεκινήσει πρώτο μια πολεμική περιπέτεια με την Τουρκία, δεν είναι ο λόγος που οι «ειρηνιστές» και η ιθύνουσα τάξη οδηγήθηκαν από κοινού στη θορυβώδη καταδίκη του Κονδύλη και, στη συνέχεια, στον σιωπηρό αποκλεισμό του από τη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, οι λόγοι είναι εντελώς διαφορετικοί.

Στο δοκίμιο και στα άρθρα που ακολούθησαν, ο Κονδύλης τονίζει ότι οι πολεμικές ενέργειες που περιγράφει αναφέρονται σε έναν χρόνο όπου όλα τα άλλα μέσα έχουν εξαντληθεί και ο πόλεμος πλέον είναι αναπόφευκτος, ενώ τονίζει ότι «η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή»[5]. Όμως, έπραξε κάτι άλλο, που δεν μπορούσε να του συγχωρεθεί. Τόνισε, σε μια εποχή που τα ευρωπαϊκά ιδεολογήματα είχαν υπαρξιακή σημασία για τις ελληνικές ελίτ, ότι η Ευρώπη απέχει πολύ από το να είναι η οριστική λύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος, όπως και ότι είναι εξωπραγματικό να πιστεύουμε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε στρατιωτική απειλή από το γεγονός και μόνο ότι συμμετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιλογή της Ευρώπης δεν υπήρξε μια προσπάθεια για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας αλλά «η διαφοροτρόπως καρυκευμένη και μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας»[6].

Επιπρόσθετα, αποδόμησε τα ιδεολογήματα που διακινούνταν από σοβαρές ελληνικές εφημερίδες, αφού τόνισε ότι ούτε το εμπόριο αντικαθιστά τον πόλεμο, ούτε ο υποτιθέμενος εξευρωπαϊσμός και εκδημοκρατισμός της Τουρκίας θα ακυρώσει τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες. Η τουρκική αστική τάξη δεν έχει λόγο να μην υποστηρίξει τη γεωπολιτική εξόρμηση του τουρκικού κράτους, ενώ το τουρκικό προλεταριάτο, όπως έπραξε και το ευρωπαϊκό προλεταριάτο στο παρελθόν, δεν πρόκειται να συμμεριστεί την αρχή «οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε», αλλά μπορεί εξίσου ένθερμα να ακολουθήσει μια πολεμική περιπέτεια από τη λεία της οποίας να προσδοκά οφέλη.

Ο Κονδύλης επαναλαμβάνει τη διαπίστωση της συρρίκνωσης του ελληνισμού στον τελευταίο αιώνα, όπου το έθνος σταδιακά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα εκτεταμένα εδάφη στα οποία απλωνόταν και περιορίστηκε σε ένα μικρότερο κράτος. Γράφει:

Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη – εβδομήντα μόλις χρόνια[7].

Στην τραγική αυτή εξέλιξη:

Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας, μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε, άμεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηματική ενέργεια που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος –δηλαδή να επιτελέσει την κατ’ εξοχήν αποστολή του– συνιστά το πιο δυσοίωνο σημάδι για το μέλλον. Γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του[8].

Το τουρκικό κράτος μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περιορίστηκε και αυτό σημαντικά, χάρη όμως στην προσωπικότητα του Κεμάλ δεν οδηγήθηκε στον μαρασμό, ούτε στον αποκλεισμό μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, αλλά τράφηκε από «ένα αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία»[9]. Η ραγδαία δημογραφική αύξηση της Τουρκίας συνιστά μια αχαλίνωτη στοιχειακή δύναμη, που την ωθεί προς την επέκταση. Τα ίδια χαρακτηριστικά έχει στα Βαλκάνια ο αλβανικός πληθυσμός, γεγονός που θα το οδηγήσει σε μια αντίστοιχη συμπεριφορά. Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι το ΑΕΠ της Ελλάδος, όπως και της Κύπρου, διαχρονικά περιορίζεται με δραματικούς ρυθμούς έναντι της Τουρκίας, αλλά και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την ανισορροπία αυτή. Η τουρκική οικονομία έχει παραγωγικά χαρακτηριστικά –με αιχμή τις πολεμικές της βιομηχανίες–, ενώ η ελλαδική και κυπριακή επικεντρώνονται στην παροχή υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να καλλιεργούν τον παρασιτισμό και την εξάρτηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο μοναδικός παράγοντας που θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να αναστείλει την τουρκική γεωπολιτική επέκταση είναι «μονάχα μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία»[10]. Η Ε.Ε. δεν πρόκειται να υπερασπιστεί την Ελλάδα, αλλά, αντίθετα, επειδή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας, «θα επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο»[11]. Έτσι:

Ενώ η Ελλάδα προσανατολίστηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά –κάπως μετριασμένη– μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικάνικων αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν’ αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της – αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα. Μήπως αυτά σημαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις σημερινές της συμμαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν υπάρχει[12].

Αντιστοίχως, σημειώνει πως «καμμιά συμμαχία και καμμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης[13].

Με βάση αυτή την οπτική, η Ελλάδα μεταβάλλεται σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας, ενώ θα είναι κέρδος –γράφει το 1998– αν δεν χάσει εδάφη. Ο ελληνικός λαός βυθίζεται στις απαιτήσεις της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησής του και αποδέχεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο της ύπαρξής του τον παρασιτικό καταναλωτισμό:

Mετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναρπατίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο∙ γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική[14];

Ο μοναδικός, κατά τον Κονδύλη, Έλληνας πολιτικός που μπορούσε να εκμεταλλεύεται με αριστοτεχνικό τρόπο τις διεθνείς συγκρούσεις και αντιφάσεις ώστε να κερδίζει το μέγιστο όφελος για τη χώρα του υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Ο Κονδύλης θα απαντήσει στις αιτιάσεις και επικρίσεις που δέχθηκε, με άρθρο που είχε τίτλο «Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική», που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βήμα στις 4.1.1998[15]. Επισήμανε την απουσία ενός αξιόπιστου θεσμικού πλαισίου, που να αποτρέπει την κομματική εκμετάλλευση των εθνικών θεμάτων και συμπέρανε ότι:

Oι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική – όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα∙ είναι βέβαια γνωστό πως τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη πολέμου[16].

Επιτέθηκε τόσο κατά των «ειρηνιστών», των οικουμενιστών, των ευρωπαϊστών όσο και κατά των εθνικιστών. Οι τελευταίοι βύθισαν τη χώρα στον παρασιτικό καταναλωτισμό και, μοιραία, στην εξάρτηση από τους ξένους δανειστές. Οι «ειρηνιστές», αν ήταν συνεπείς προς όσα ισχυρίζονται, θα έπρεπε «να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του ‘‘διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων’’. Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες»[17].

 Η εθνική στρατηγική, κατά τη βεμπεριανή αξιολογική ουδετερότητα, «δεν είναι ούτε “δεξιά”, ούτε “αριστερή”, ούτε “εθνικιστική”, ούτε “διεθνιστική”. Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση “δεξιές” ή “αριστερές” προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης»[18].

Αναφερόμενος δε στο αποφασιστικό πρώτο πλήγμα, γράφει:

Στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προ παντός βλάπτει τον τόπο[19].

Βεβαίως, δεν είναι αντίθετος να εξετάσουμε τη δυνατότητα ενός έντιμου συμβιβασμού με την Τουρκία, αρκεί «ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν»[20].

Σε συνέντευξη του Π. Κονδύλη στον γράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία (τ. 25, Άνοιξη 1998)[21], συνοψίζει και επαναλαμβάνει σκέψεις και συμπεράσματα που είχε εν πολλοίς διατυπώσει σε άλλα έργα του. Θεωρεί το δημογραφικό ως το σημαντικότερο πρόβλημα του ελληνισμού. Αξιολογεί τον αλβανικό εθνικισμό ως πιο επικίνδυνο από εκείνον της FYROM και με αναθεωρητικές στο μέλλον προθέσεις, ακριβώς διότι θεμελιώνεται στη γοργή δημογραφική μεγέθυνση. Θεωρεί ανέφικτη τη βαλκανική συνεργασία, διότι αυτή προϋποθέτει κατασταλαγμένες κρατικές οντότητες, που όμως δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα καθεμία από αυτές να αναζητά εξωβαλκανικά στηρίγματα. Βεβαίως, δεν εξετάζει το ενδεχόμενο συνεργασίας ορισμένων και όχι όλων των βαλκανικών κρατών, υπό την πίεση της τουρκικής επιθετικότητας. Σε ερώτημα για τη μελλοντική ανάδυση του πολιτισμού των κοινοτήτων –κοινού στα περισσότερα βαλκανικά κράτη σε κάποιες περιόδους της ιστορίας τους– αντιλέγει, αν και αποδέχεται τη σημασία της αποκέντρωσης ορισμένων εξουσιών, ότι μια τέτοια εξέλιξη προϋποθέτει την παρουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας.

Κατακεραυνώνει για πολλοστή φορά τον παρασιτικό καταναλωτισμό, που υποθηκεύει μακροπρόθεσμα την ανεξαρτησία του ελληνισμού, ενώ τονίζει πως «ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους»[22]. Αυτό που ίσως δεν μπορούσε να προβλέψει είναι ότι μπορεί οι δύο τάσεις να ενσαρκώνονται κάποτε στο ίδιο πρόσωπο, στον ίδιο στοχαστή. Συγκρίνοντας επίσης τον αντικαπιταλισμό που αρχικά είχε ο συντηρητισμός στις δυτικές κοινωνίες, με τον αντίστοιχο που εμφανίζεται ιστορικά στην ελληνική κοινωνία, συμπεραίνει ότι ο ελληνικός συντηρητικός αντικαπιταλισμός έλαβε τη μορφή είτε του βυζαντινού κοινοβιακού-μοναστικού ιδεώδους, είτε του ρομαντικού αντικαπιταλισμού, που εκπροσώπησαν στοχαστές σαν τον Ι. Δραγούμη.

Ο Κονδύλης επαναλαμβάνει ότι η ενίσχυση της Ρωσίας μπορεί να συγκρατήσει τις τουρκικές φιλοδοξίες, ενώ τονίζει ότι δεν είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα αποτελεί για την Ευρώπη «αναπόσπαστο τμήμα ή διαπραγματεύσιμη επαρχία»[23]. Τελειώνει με την εξής απόφανση:

Δεν είμαι «εθνικιστής», και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο[24]

Στο διάστημα που πέρασε από τότε που ο αναπάντεχος φυσικός θάνατος αναγκαστικά διέκοψε το έργο του Κονδύλη, πολλές τάσεις κινήθηκαν με τον τρόπο που αυτός επεσήμανε. Επιπλέον, πολλά γεγονότα έγιναν με τον τρόπο που αυτός ανέμενε. Η ελληνική πολιτική τάξη χρεωκόπησε, παρασύροντας στην πτώση της και τη χώρα μας. Οι ευθύνες όσων την ανέχτηκαν δεν είναι ευκαταφρόνητες. Συγχρόνως, η δημόσια διοίκηση, παρά τις θορυβώδεις φιλοευρωπαϊκές διακηρύξεις τής εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό, από την ανώτερη μέχρι την κατώτερη βαθμίδα, αναποτελεσματικά, με τα οθωμανικά πρότυπα του δοσίματος και της μίζας. Η οικονομία διατήρησε τον παρασιτικό της χαρακτήρα, γι’ αυτό και στην κορύφωση της κρίσης, το 2099, το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών ανήλθε στο 15% του ΑΕΠ.

Φυσικά, το ελληνικό κράτος αγνόησε επιδεικτικά το έργο του Κονδύλη και δεν διαμόρφωσε ένα αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο, δίχως κομματικές ή άλλες δεσμεύσεις, για να είναι σε θέση να παράγει επιτυχή και αποτελεσματική πολιτική. Εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένο στην κομματοκρατία και σε ιδεοληψίες που παράγουν ιδρύματα που εν μέρει χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό, όπως είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ, ώστε ο καθορισμός στόχων και αποστολής και η επιλογή των κατάλληλων μέσων για την επίτευξή τους να παραμένει γι’ αυτό ένα πολύ μακρινό ενδεχόμενο.

Η νεο-οθωμανική Τουρκία διεύρυνε, σε όλα τα μεγέθη, τη διαφορά ισχύος από το ελλαδικό και το κυπριακό κράτος. Όμως, οι υπερφίαλες φιλοδοξίες της τη φέρνουν σε σύγκρουση με άλλες δυνάμεις της περιοχής, όπως είναι οι Κούρδοι και το Ισραήλ. Η χώρα μας δεν απώλεσε μέρος της εδαφικής της ακεραιότητας, αλλά μεταβλήθηκε συνολικά σε κράτος με περιορισμένη κυριαρχία. Η οικονομία και η πολιτική της υπαγορεύονται από αλλότριες δυνάμεις, καταστρατηγώντας πολλαπλά το σύνταγμά της και λειτουργώντας πολιτικά υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ο νεο-οθωμανισμός απέκτησε ερείσματα οικονομικά και πολιτικά, εξαγόρασε λιμάνια, ξενοδοχεία, ελληνικές επιχειρήσεις, κατέκτησε συμπάθειες και προσβάσεις στον χώρο του πολιτισμού και των επιχειρήσεων και έγινε σε μεγάλο βαθμό εσωτερική ελληνική υπόθεση.

Το δημογραφικό εξακολουθεί να έχει την ίδια δραματική τροπή από τον χρόνο που ο Κονδύλης είχε εντοπίσει το πρόβλημα, αλλά και την ίδια αμέριμνη, ανεύθυνη και αδιάφορη αντιμετώπιση από τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις.

Οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρέθηκαν στην Κύπρο και αυτά που ενδεχομένως υπάρχουν στην ελλαδική ΑΟΖ φέρνουν νέες γεωπολιτικές δυνατότητες αλλά και νέους κινδύνους για τη χώρα μας. Για παράδειγμα, η επιλογή από την Ελλάδα να διέλθει από τη χώρα μας ο αζέρικος αγωγός ΤΑR ενίσχυσε τη θέση της Τουρκίας, αλλά και των ΗΠΑ, έναντι της Ρωσίας. Στην περίπτωση της Κύπρου, οι ΗΠΑ πιέζουν να μεταβιβάζεται το φυσικό αέριο με αγωγό προς την Τουρκία και όχι διαμέσου του ελληνικού χώρου. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, υποβιβάζεται περαιτέρω ο γεωπολιτικός ρόλος της χώρας μας έναντι της Τουρκίας, ενώ η Κύπρος και το Ισραήλ καθίστανται όμηροι των τουρκικών προθέσεων.

Στον ευρωπαϊκό χώρο, η Γερμανία νοιώθει αρκετά ισχυρή ώστε να μην την απασχολεί αν οι επιλογές της μπορεί να οδηγήσουν σε διάλυση της Ευρώπης. Προφανώς και δεν έχει πλέον λόγους να τροφοδοτεί τον ελληνικό παρασιτισμό και ευδαιμονισμό. Οι γερμανικές εταιρείες έπαιξαν βασικό ρόλο στον εκμαυλισμό των Ελλήνων πολιτικών, γεγονός που, άλλωστε, επέτεινε την εξάρτηση από τη γερμανική πολιτική, και την αδιαμαρτύρητη αποδοχή της, όσο και αν αυτή έβλαπτε τα ελληνικά συμφέροντα. Παραμένει ορθή η σκέψη του Κονδύλη ότι, έναντι της διεθνούς παρεμβατικότητας και ανομίας, τα εθνικά κράτη είναι το σταθερότερο, ίσως και μοναδικό, ανάχωμα.

Συνοψίζοντας και επισκοπώντας το έργο του Κονδύλη όσον αφορά στο εθνικό ζήτημα, καταλήγουμε ότι αυτό δεν αποτελεί ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μνημείο ή θρησκευτικό κειμήλιο, αλλά ως μια κληρονομιά υψηλού πνευματικού ήθους και μια απαραίτητη μέθοδος για να αντιμετωπίζουμε και να ερμηνεύουμε τη συγκεκριμένη πραγματικότητα αξιολογικά ουδέτερα, χωρίς κανενός είδους ιδεοληπτικές δεσμεύσεις ή φορτίσεις.


[1] Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 435.

[2] Ό.π., σελ. 397.

[3] Ό.π., σελ. 397.

[4] Ό.π., σελ. 398.

[5] Ό.π., σελ. 410.

[6] Ό.π., σελ. 389.

[7] Ό.π., σελ. 384.

[8] Ό.π., σελ. 385.

[9] Ό.π., σελ. 385.

[10] Ό.π., σελ. 392.

[11] Ό.π., σελ. 408.

[12] Ό.π., σελ. 409.

[13] Ό.π., σελ. 409.

[14] Ό.π., σελ. 411.

[15] Περιλαμβάνεται στο Π. Κονδύλης, Από τον 20ό στον 21ο αιώνα – Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 181-188.

[16] Ό.π., σελ. 182, 183.

[17] Ό.π., σελ. 187.

[18] Ό.π., σελ. 184.

[19] Ό.π., σελ. 185.

[20] Ό.π., σελ. 186.

[21] Απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του Σπύρου Κουτρούλη, στο Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σελ. 87-144.

[22] Ό.π., σελ. 125.

[23] Ό.π., σελ. 143.

[24] Ό.π., σελ. 143, 144.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ