Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ.58, Αφιερώματα, Περιοδικό Άρδην, Πολιτική, Σόρος και νεοθωμανοί

Η “μέθοδος” της νεοταξικής ιστορίας

Συγγραφέας:

Γιώργος Ρακκάς

Άρδην τ. 58
Το πρόγραμμα πραγματοποίησε αρχικώς δύο εκδόσεις γενικότερου προσανατολισμού, που αφορούν στη μέθοδο της συγγραφής της ιστορίας στα Βαλκάνια και ανακεφαλαιώνουν τα συμπεράσματα σεμιναρίων και συναντήσεων τα οποία προηγήθηκαν της φάσης συζήτησης και συγγραφής των βασικών εγχειριδίων.

«Η Κλειώ στα Βαλκάνια»
Πρόκειται για έναν τόμο 542 σελίδων, ο οποίος περιλαμβάνει ένα μέρος των 14 συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2000-2001, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και ιστορικών από τα Βαλκάνια και αντικείμενο την κριτική επισκόπηση των σχολικών εγχειριδίων της ιστορίας και της ευρύτερης μεθόδου της διδασκαλίας της ιστορίας στα σχολεία.

Στόχος της μελέτης ήταν η επισήμανση και η αποδόμηση των στερεοτύπων που, κατά τους συγγραφείς, κατακλύζουν τα σχολικά εγχειρίδια όλων των Βαλκανίων και ιδιαίτερα σε ό,τι αυτά αφορούν στην αναπαράσταση του «άλλου», της γειτονικής χώρας.
Η οργάνωση του υλικού πραγματοποιήθηκε με βάση δύο σκοπιές, μια «μακροϊστορική» –που εξετάζει το πώς προσεγγίζουν μεγάλης εμβέλειας ιστορικές περιόδους και μεγάλες πολιτικο-κοινωνικές οντότητες (Μεσαίωνας, Βυζάντιο, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 20ος αιώνας, Κομμουνισμός κ.λπ.)– και μια μικροϊστορική, που καταπιάνεται με την προσέγγιση επί μέρους περιπτώσεων και ζητημάτων, που αποτέλεσαν αντικείμενο αντιδικίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων εθνών της περιοχής.
Συνοπτικά, μπορούμε να αναφέρουμε ορισμένα από τα συμπεράσματα της έρευνας που μας αφορούν άμεσα: τα τουρκικά βιβλία επιδεικνύουν υπερβολική προσήλωση στο Οθωμανικό παρελθόν από μια ηγεμονική σκοπιά, υποβαθμίζοντας τη σημασία των άλλων λαών στα πλαίσια της αυτοκρατορίας. Από την άλλη, τα ελληνικά και τα βιβλία των σλαβικών λαών επιμένουν περισσότερο στη συγκρουσιακή διάσταση των εθνικοαπελευθερωτικών τους κινημάτων, παράγοντας μια εχθρική εικόνα για τους Οθωμανούς. Σε αυτή τη δήθεν «αντικειμενική» ανάλυση, ο Οθωμανός θύτης ταυτίζεται με τα θύματα, ενώ βέβαια δεν δίνεται πλήρης εικόνα των τερατολογιών που αναγράφουν τα τουρκικά βιβλία ιστορίας.
Στο ίδιο κλίμα, διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70 στην Κύπρο, δημιούργησαν, τόσο στους Ελληνοκύπριους όσο και στους Τουρκοκύπριους, ιστοριογραφίες που στερεοτυπικά προσδένονται στην ελληνική και την τουρκική ταυτότητα, εξαφανίζοντας την «κοινή κυπριακή ταυτότητα» και τη βάση της «συνύπαρξης» που αυτή διαμορφώνει.

«Διδάσκοντας Ιστορία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη»
Το δεύτερο συμπληρωματικό πόνημα του προγράμματος ονομάζεται Διδάσκοντας Ιστορία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Πρόκειται για μία συλλογική δουλειά που επιμελήθηκε η καθηγήτρια του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, Χριστίνα Κουλούρη, και στην οποία συμμετέχουν πανεπιστημιακοί απ’ όλα τα Βαλκάνια.

Γι’ αυτό, θα αρκεστούμε να παρουσιάσουμε προθέσεις της επιμελήτριας, έτσι όπως εκφράζονται στον πρόλογό της, οι οποίες είναι αρκετά κατατοπιστικές για τους σκοπούς αυτής της έκδοσης, αλλά και τα βασικά επιχειρήματα της Α. Φραγκουδάκη και της Θ. Δραγώνα για τον εθνοκεντρισμό στην ελληνική εκπαίδευση, που θεωρούμε πως σκιαγραφούν τη βασική κατεύθυνση της έκδοσης.
Σε ό,τι αφορά τον σπρόλογο, ο οποίος τιτλοφορείται «Η τυραννία της Ιστορίας» (The Tyranny of History),  η Χ. Κουλούρη μας παρουσιάζει με πολύ συνοπτικό τρόπο το εύρος και τους στόχους της προσπάθειας που πραγματοποιείται μέσα από το πρόγραμμα για τα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας:
«Τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνα για την παραγωγή των εθνικών στερεοτύπων και η αναθεώρησή τους δεν μπορεί να εξαλείψει τον εθνοκεντρισμό και την εθνικιστική ανάγνωση του παρελθόντος. […]. Τα εγχειρίδια δεν μπορούν να εισάγουν καινοτομικές προσεγγίσεις στον βαθμό που η παραγωγή τους είναι κρατική, στις περισσότερες περιπτώσεις των Βαλκανικών χωρών. Αυτές οι προσεγγίσεις δεν μπορούν επιπλέον να είναι αποτελεσματικές, ακόμα και εάν το περιεχόμενό τους είναι ελεύθερο από τα στερεότυπα, εάν δεν βρίσκονται στα χέρια αντιστοίχως εκπαιδευμένων δασκάλων»1.
Επομένως, η αναπαραγωγή του εθνοκεντρισμού δεν αφορά μόνο στο περιερχόμενο των σχολικών εγχειριδίων, αλλά επίσης στο γεγονός ότι η έκδοσή τους αναλαμβάνεται αποκλειστικά από το κράτος καθώς και στον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αξιοποιούν τα βιβλία αυτά. Οι προτάσεις που υιοθετούνται ξεπερνούν και το περιεχόμενο των εγχειριδίων. Ας δούμε μερικές από αυτές:
-Η «νέα ιστορία» πρέπει να επικεντρώνεται στη διαφορετικότητα και την παραγωγή παραστάσεων διαφορετικότητας και όχι να εμμένει στις ομογενοποιητικές εθνικές αναφορές.
-Η διδασκαλία της ιστορίας θα πρέπει να αμφισβητεί την κυρίαρχη αντίληψη περί «μιας ενιαίας ιστορίας» και του ότι η «δική μας ιστορία» είναι «αντικειμενική» κ.λπ.
-Η «νέα ιστορία» δεν θα πρέπει να κατασκευάζει ένα αρμονικό, φανταστικό και εξιδανικευμένο παρελθόν. Αντίθετα, πρέπει να προβάλλει πλήρως τις συγκρούσεις και ιδιαίτερα τις εμφύλιες συγκρούσεις2 οι οποίες υπονομεύουν τον σκληρό πυρήνα της εθνοκεντρικής ιστορίας.
-Η πολιτική και η στρατιωτική ιστορία πρέπει να περιοριστεί έναντι της ανάπτυξης της πολιτιστικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας. Η ιστορία της καθημερινής ζωής πρέπει να προκρίνεται έναντι της αναφοράς σε επικά γεγονότα.
-Η πολιτιστική ιστορία είναι ένα πεδίο το οποίο μπορεί να αναδείξει την πλευρά των κοινών εμπειριών και της συμβίωσης, ακόμα και σε περιόδους κρίσεων και συγκρούσεων.
-Η τοπική ιστορία είναι επίσης μια σημαντική εναλλακτική σκοπιά και θα πρέπει να προωθηθεί κατάλληλα. Η έμφαση στον τόπο καταγωγής του μαθητή δίνει περισσότερο ενδιαφέρον και μια απτή διάσταση στο μάθημα.
-Η κυρίαρχη ιστοριογραφία διδάσκει ιστορία για να προωθήσει τον πατριωτισμό. Μια «εναλλακτική» ιστοριογραφία πρέπει να προωθεί την κριτική σκέψη και την κατανόηση του άλλου.
Πιο σαφές σε σχέση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα ισχύοντα σχολικά βιβλία είναι το άρθρο των Θ. Δραγώνα – Α. Φραγκουδάκη για τον εθνοκεντρισμό στην εκπαίδευση. Το άρθρο τιτλοφορείται «The persistence of ethnocentric school history» (Η επιμονή του σχολικού εθνοκεντρισμού, σε ελεύθερη μετάφραση) και εντοπίζει τους όρους αναπαραγωγής του εθνοκεντρισμού στην ελληνική εκπαίδευση.
Σε αδρές γραμμές, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο εθνοκεντρισμός επιβιώνει μέσα από συγκεκριμένες τάσεις που ενδημούν στα σχολικά εγχειρίδια, όπως είναι: η επιμονή στην ελληνική ιστορία και η υποβάθμιση της ιστορίας των άλλων λαών· η επιμονή στη χρήση των εννοιών Έλληνας, ελληνικός, ελληνισμός, για την ανάλυση ιστορικών περιόδων στις οποίες οι ίδιες οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι το ελληνικό έθνος δεν είχε ακόμη κατασκευαστεί· η εμμονή σε ζητήματα πολιτιστικής συνέχειας του ελληνικού έθνους (!)· η αναπαράσταση των Οθωμανών αποκλειστικά ως βίαιων και τρομοκρατών κατακτητών στα πλαίσια παρουσίασης αυτής της περιόδου· οι αντίστοιχες υποτιμητικές εικόνες των Βουλγάρων που αναδύονται μέσα από τα βιβλία κ.λπ.

Η γενική κατεύθυνση του προγράμματος
Ήδη, από αυτή τη συνοπτική παρουσίαση των βιβλίων, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως το προπαρασκευαστικό υλικό του προγράμματος, μπορούμε να αντιληφθούμε και τις γενικές του κατευθύνσεις. Ο σκοπός του είναι να παραγάγει μια «ουδέτερη» εκδοχή της ιστορίας των Βαλκανίων, αποψιλωμένη από τις ισχυρές συγκινησιακές φορτίσεις των εθνικών ταυτοτήτων των λαών που απαρτίζουν την περιοχή. Η έμφαση δίνεται, φυσικά, στην αποψίλωση της ιστορίας απ’ αυτές τις ταυτότητες και γι’ αυτό οι προσεγγίσεις έχουν ως πρωταρχικό στόχο να αποδομήσουν τα «εθνικά στερεότυπα». Στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης, τα τελευταία βάλλονται παντοιοτρόπως: από την υποβάθμιση της εθνικής ιστορίας και την έμφαση στην ιστορία των άλλων λαών, την προτίμηση στην τοπική ιστορία, που αποσυνθέτουν την ενιαία εθνική, αλλά και στις εμφύλιες διαμάχες, που υπονομεύουν την αίσθηση της εθνικής ενότητας.

Οι προσεγγίσεις, βέβαια, δεν είναι τόσο ουδέτερες όσο προβάλλονται. Δύο είναι οι κύριες ενστάσεις. Η μία αφορά τη διαδικασία του προγράμματος, και συγκεκριμένα το ποιοι είναι οι χρηματοδότες του. Γιατί δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Σόρος και οι σκανδιναβικές ΜΚΟ, που μόλις πριν από μερικά χρόνια παρείχαν την ιδεολογική-ανθρωπιστική βάση του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο, ξαφνικά άρχισαν να… κόπτονται για τη συμφιλίωση της περιοχής, ούτε ότι η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να διασπείρει (πέρα από τα πτώματα και το απεμπλουτισμένο ουράνιο) και την ειρήνη στην περιοχή.
Πρόκειται όμως για ένα παράδοξο; Οι αμφιβολίες ξεκαθαρίζουν μόλις σκεφτούμε τις τωρινές συνέπειες μιας τέτοιας ιστορικής προσέγγισης για την περιοχή: ταιριάζει η υπονόμευση της «εθνικής ενότητας» στον κατακερματισμό και την καντονοποίηση των Βαλκανίων, που προωθεί η Δύση; Αν ναι, τι έχει να πει αυτή η νέα ιστορία σε σχέση μ’ αυτό; Μήπως, πίσω από την κατασίγαση των παθών που προπαγανδίζει, κρύβεται και η αποδοχή των αυτοκρατορικών-πολυπολιτισμικών σχεδίων της Νέας Τάξης για την περιοχή; Η συνύπαρξη είναι  –βέβαια– το ζητούμενο, αλλά το θέμα είναι υπό ποιον θα πραγματοποιηθεί: στα πλαίσια μιας νεο-οθωμανικής κυριαρχίας, τέτοιας που προωθούν οι στρατηγοί της Άγκυρας, ή σ’ ένα κλίμα συνάντησης των βαλκανικών λαών και απόρριψης του ηγεμονικού νεο-οθωμανικού ρόλου της Τουρκίας, που προωθεί η Νέα Τάξη;
Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες στην περιοχή και πάνω σ’ αυτές θα συναντηθούν οι λαοί. Υπάρχουν κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι, δυνατοί και αδύνατοι. Υπάρχουν Τούρκοι στρατηγοί που επιζητούν την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπάρχει και η Δύση, που θέλει να αναπαραγάγει την ηγεμονία στην περιοχή μέσα από τις τακτικές του διαίρει και βασίλευε. Ένα μεγάλο μέρος των παθών και των εντάσεων αναπαράγονται «στερεοτυπικά», στον βαθμό που «στερεοτυπικά» αναπαράγεται η κυριαρχία και η επιθετικότητα αυτών των δυνάμεων στην περιοχή. Τα πάθη δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα «ιστορικής αναπαράστασης» αλλά απτών, πραγματικών παραστάσεων που συντηρούνται στις συνειδήσεις των ανθρώπων από την αναπαραγωγή των ίδιων συνθηκών στην περιοχή.
Υπ’ αυτή την έννοια, η φιλοσοφία του προγράμματος προσιδιάζει στο τρίπτυχο «της ησυχίας, της τάξης και της ασφάλειας», που προωθούν οι δυνατοί της περιοχής. Δίχως την έννοια της εθνικής αυτοδιάθεσης και της ανεξαρτησίας, που θα τροφοδοτηθεί από την ιστορία της αντιστασιακής παράδοσης των βαλκανικών λαών, η οποία χαρακτηρίζεται από την ένταση και το πάθος των αγώνων εναντίον του κατακτητή, οι λαοί δεν μπορούν να συναντηθούν στη βάση των πραγματικών τους αναγκών. Γι’ αυτό, η συνύπαρξη που προπαγανδίζουν είναι η συνύπαρξη των υπόδουλων λαών, οι οποίοι ζουν με κατακερματισμένη τη μνήμη και αποσπασματικές αναφορές στον τόπο και στον χρόνο, «κάπου μέσα» στις εκτάσεις της νέας αυτοκρατορίας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*