Άρδην τ. 30, Περιοδικό Άρδην

ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Οι εκ­δό­σεις “Κάλ­βος” το 1980 κυ­κλο­φό­ρη­σαν έ­να βι­βλί­ο με τον τί­τλο “η Φω­νη­τι­κή Γρα­φή” στο ο­ποί­ο συγ­γρα­φείς ό­πως ο Μέ­νος Φι­λή­ντας, ο Δη­μή­τρης Γλη­νός, ο Γιάν­νης Σι­δέ­ρης, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Νίκος Χατζηδάκης, ο Κώστας Προύσης, ο Κώστας Καρθαίος, ο Γιάννης Μπενέκος κ.ά, υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται τη φω­νη­τι­κή και μά­λι­στα τη λα­τι­νι­κή γρα­φή της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Τα κεί­με­να αυ­τά εί­ναι της ε­πο­χής του με­σο­πο­λέ­μου, ε­κτός α­πό το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο που συ­ντά­χθη­κε το 1980.
Σή­με­ρα, δεδομένου ότι το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα είναι σε γενικές γραμμές γνωστό στους α­να­γνώ­στες του Άρ­δην, θε­ω­ρού­με ι­διαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κό να κα­τα­νο­ή­σου­με για­τί και πώς ο πα­λιός και “προ­ο­δευ­τι­κός” δη­μο­τι­κι­σμός, στην α­ντί­θε­σή του με τον γλω­σσ­α­μυ­ντο­ρι­σμό και την ε­πι­βο­λή μιας γλώσ­σας α­κα­τα­νό­η­της για τις ευ­ρύ­τε­ρες λα­ϊ­κές μά­ζες, ο­δη­γή­θη­κε σε μια α­κραί­α λο­γι­κή και μια ερ­γα­λεια­κή α­ντί­λη­ψη για τη γλώσ­σα. Δηλαδή μια λο­γι­κή η οποία δεν εκ­φρά­στη­κε μό­νο με τον ψυ­χα­ρι­σμό και τον α­πο­κλει­σμό κά­θε λό­γιας και “κα­θα­ρευου­σιά­νι­κης” λέ­ξης α­πό τη δη­μο­τι­κή, αλ­λά και με την υ­ιο­θέ­τη­ση της α­ντί­λη­ψης της γλώσ­σας-ερ­γα­λεί­ου.
Ε­πρό­κει­το για μια ακραία μορ­φή α­πόρ­ρι­ψης της λο­γι­κής του αρ­χα­ϊ­σμού, ο ο­ποί­ος, α­πό την α­ντί­πε­ρα ό­χθη, με βά­ση το ε­πι­χεί­ρη­μα της ι­στο­ρι­κό­τη­τας της γλώσ­σας και της “α­νω­τε­ρό­τη­τάς” της έ­να­ντι της δη­μο­τι­κής, κήρυττε μια πο­ρεί­α “ε­πι­στρο­φής” στην αρ­χαί­α γλώσ­σα, η ο­ποί­α δή­θεν θα α­να­βάθ­μι­ζε και τους σύγ­χρο­νους Έλ­λη­νες στο ε­πί­πε­δο των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων.
Α­πέ­να­ντι σε μια τέτοια ε­ξάρ­τη­ση της ι­στο­ρι­κής πο­ρεί­ας των νεο-ελ­λή­νων α­πό την ε­πι­στρο­φή στην κα­θα­ρό­τη­τα της γλώσ­σας, οι α­κραί­οι δη­μο­τι­κι­στές, οι «μαλ­λια­ροί», θα φθά­σουν σε μια ε­ξί­σου α­κραί­α α­πόρ­ρι­ψη της δια­χρο­νι­κό­τη­τας της γλώσ­σας. Αυ­τό που έ­χει ση­μα­σί­α, κα­τά την ά­πο­ψή τους, εί­ναι η α­πό­λυ­τη αντιστοιχία της με τη ση­με­ρι­νή λα­ϊ­κή λα­λιά, με τη μι­κρό­τε­ρη δυνατή κατανάλωση χρόνου και ενέργειας για την εκ­μά­θη­σή της, την «οι­κο­νο­μι­κό­τε­ρη α­να­πα­ρα­γω­γή» της, κ.ο.κ. Κα­τά συ­νέ­πεια, για­τί ό­χι η ά­το­νη ή α­κό­μα και η λα­τι­νι­κή γρα­φή;!
Σή­με­ρα, πλέον, που τα με­γά­λα εκ­δο­τι­κά οι­κο­νο­μι­κά συμ­φέ­ρο­ντα και η του­ρι­στι­κο­ποί­η­ση των πά­ντων ενισχύουν τη ρα­γδαί­α λα­τι­νο­ποί­η­ση της γρα­φής, το greeklish, στους υ­πο­λο­γι­στές αλ­λά και στην τρέ­χου­σα ο­μι­λί­α των νέ­ων, μπο­ρού­με επί τέλους να κα­τα­νο­ή­σου­με πως ο δρό­μος προς την κό­λα­ση εί­ναι στρω­μέ­νος με τις κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις. Η «φι­λο­λα­ϊ­κή» α­ντί­λη­ψη των «μαλ­λια­ρών» ά­νοι­ξε ι­δε­ο­λο­γι­κά το δρό­μο ή χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για την ε­πι­βο­λή των συμ­φε­ρό­ντων της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και ενσωματώθηκε αυτούσια στη λο­γι­κή της α­πο­ε­θνι­κο­ποί­η­σης και της ι­σο­πέ­δω­σης, όπως συνέβη με τόσα άλλα αιτήματα και συνθήματα της παλιάς Αριστεράς. Αν στο πα­ρελ­θόν ο γλωσ­σ­αμυ­ντο­ρι­σμός λει­τουρ­γού­σε τωόντι ως μια μορ­φή α­πο­κλει­σμού των λα­ϊ­κών μα­ζών α­πό την πο­λι­τι­κή και πο­λι­τι­στι­κή ζω­ή, σή­με­ρα είναι η γλωσ­σι­κή ι­σο­πέ­δω­ση που επιδιώκει κά­τι το α­νά­λο­γο, την ε­κρί­ζω­ση της λα­ϊ­κής ταυ­τό­τη­τας και την ε­πι­βί­ω­ση μόνον των πο­λύ­γλωσ­σων και κα­τε­ξο­χήν αγ­γλό­φω­νων ε­λίτ.
Πιστεύουμε πως ο σύγ­χρο­νος α­να­γνώ­στης θα πρέ­πει να έ­χει μια ό­σο το δυ­να­τό σφαι­ρι­κό­τε­ρη ει­κό­να για τις θέ­σεις και τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα αυ­τής της ά­πο­ψης στην εποχή που διατυπώθηκαν, διότι πράγματι, σήμερα, είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστα. Γι’ αυτό και παραθέτουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο που προαναφέραμε.
Τα κεί­με­να έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί ά­το­να και τα α­να­πα­ρά­γου­με αυ­τού­σια. Ορισμένα είχαν δημοσιευτεί μάλιστα και σε λατινική γραφή, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε τον χώρο να τα εντάξουμε σε αυτήν την μικρή ενότητα.

(…) 3. Η εμ­μο­νη στη χρη­σι­μο­ποι­η­ση ε­νος α­κα­ταλ­λη­λου ορ­γα­νου για τη γρα­φτη ε­πι­κοι­νω­νια και οι ο­δυ­νη­ρες συ­νε­πειες του γε­γο­νο­τος αυ­του, κυ­ριως πα­νω στους πολ­λους και α­θω­ους, ει­ναι ορ­γα­νι­κα συ­μπτω­μα­τα του τρο­που σχη­μα­τι­σμου και του ει­δους ορ­γα­νω­σης της κοι­νω­νι­κης μας ζω­ης. Η κοι­νω­νια που γεν­νη­θη­κε υ­πο ι­διο­μορ­φες ι­στο­ρι­κες συ­γκυ­ριες και στη­ρι­ζει τη λει­τουρ­γι­κο­τη­τα της στη δια­κρι­ση, την ε­ξαι­ρε­ση, την ε­πι­βο­λη, την υ­πο­κρι­σια και την εκ­με­ταλ­λευ­ση δεν μπο­ρει να ε­χει ου­σια­στι­κη “παι­δεια”. Καλ­λιερ­γει και τρε­φε­ται α­πό την τυ­πο­λα­τρεια, το λε­γο­με­νο γλωσ­σι­κο φορ­μα­λι­σμο. Η “ι­στο­ρι­κη” ορ­θο­γρα­φια ε­γι­νε και πα­ρα­με­νει ου­σια­στι­κος πα­ρα­γο­ντας για την α­να­πα­ρα­γω­γη και τη διαιω­νι­ση της κοι­νω­νι­κης και πο­λι­τι­στι­κης δια­κρι­σης με­σα στη νε­ο­τε­ρη και τη συγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κη συλ­λο­γι­κη ζω­η. Η “μα­θη­ση” και η κοι­νω­νι­κα πα­ρα­δε­κτη ε­πι­δο­ση στην “ορ­θο­γρα­φια” α­παι­τει κο­πο, χρο­νο, ει­σο­δη­μα και αλ­λα κοι­νω­νι­κα (ο­χι πνευ­μα­τι­κα) ε­φο­δια που δεν τα δια­θε­τουν οι “α­πο-κα­τω”. Ε­τσι χα­νουν, βε­βαια, μια ευ­και­ρια κοι­νω­νι­κης δια­φο­ρο­ποι­η­σης, αλ­λα το σπου­δαιο­τε­ρο ει­ναι ο­τι ε­πι­διω­κε­ται να δια­μορ­φω­σουν ε­να αι­σθη­μα πνευ­μα­τι­κης α­να­ξιο­τητας. Τα θε­σμο­ποι­η­με­να πο­λι­τι­στι­κα κε­ντρα της κυ­ριαρ­χης ι­δε­ο­λο­γιας με­τα­τρε­ψαν τον φορ­μα­λι­σμο της γρα­φης σε κρι­τη­ριο και τεκ­μη­ριο για τη μορ­φω­ση, την καλ­λιερ­γεια, την ε­ξυ­πνα­δα και αλ­λες ου­σια­στι­κες α­ξιες του α­το­μου και του πο­λι­τη. Ε­νω πρoκει­ται για κοι­νω­νι­κο προ­κρου­στη και για πα­ρα­μορ­φω­τι­κη πρεσ­σα που στρε­βλω­νει τα πνευ­μα­τα στα α­παν­θρω­πα με­τρα της “χρη­σι­μο­θη­ριας” και των σκο­πι­μο­τη­των του μη­χα­νι­σμου. Τα χει­ρο­γρα­φα του Ι. Μα­κρυ­γιαν­νη και του Δ. Σο­λω­μου θα­ναι η α­πο­δει­ξη της δια­μαρ­τυ­ριας και της α­ντι­στα­σης στην κα­τα­πιε­ση που α­σκη­σε η “ορ­θο­γρα­φια” πα­νω στη γλωσ­σα, στην ευαι­σθη­σια και στον στο­χα­σμο του νε­ο­τε­ρου Ελ­λη­να.
4. Το κα­θε­στως της ι­στο­ρι­κης “ορ­θο­γρα­φιας” δεν κα­τα­στρε­φει μο­νο μυα­λα, αλ­λα δη­μιουρ­γει και συμ­φε­ρο­ντα. Πε­ριτ­το να μι­λη­σου­με για τη βιο­μη­χα­νια του τυ­πω­με­νου “λο­γου”, και δεν χρεια­ζε­ται να υ­πο­μνη­σου­με τις εκ­δο­τι­κες ε­πι­χει­ρη­σεις. Ας α­να­λο­γι­στει κα­νεις μο­να­χα τον α­ριθ­μο και τον “τζι­ρο” των ορ­θο­γρα­φι­κων λε­ξι­κων, και φτα­νει. Φτα­νει για να κα­τα­λα­βει ο­τι και πι­σω α­πο το στοκ των πα­ρα­γω­γων και των ε­μπο­ρων του “ορ­θο­γρα­φη­με­νου” λο­γου κα­ρα­δο­κει η ε­θνι­κη συ­νει­δη­ση και ο πα­τριω­τι­σμος κα­θε γλωσ­σα­μυ­ντο­ρα. Το κυ­κλω­μα αυ­το ει­ναι α­ναι­σθη­το ή και μα­χε­ται ε­νερ­γη­τι­κα κα­θε α­πλο­ποι­η­ση της γρα­φης, ε­πει­δη τα ε­πεν­δυ­με­να συμ­φε­ρο­ντα-του ει­ναι η μο­νη-του “α­λη­θεια”. Α­πο την αλ­λη, ο “κα­ρε­κλο­κε­νταυ­ρος” των δη­μο­σιων υ­πη­ρε­σιων (και ο­χι μο­νο αυ­τος) που χα­ρη και στην “ορ­θο­γρα­φια” σκαρ­φα­λω­σε σε κα­ποιο πο­στο, αυ­το­πα­ρη­γο­ρει­ται και α­να­κου­φι­ζε­ται διο­χε­τευο­ντας την ε­πι­θε­τι­κο­τη­τα-του προς τα ε­ξω, “διορ­θω­νο­ντας” και ε­πι­τι­μω­ντας τον α­νορ­θο­γρα­φο “λα­ου­τζι­κο” που ερ­χε­ται σε υ­πο­χρε­ω­τι­κη σχε­ση μα­ζι-του. Και ει­ναι γνω­στο πως κα­θε τε­τοια σχε­ση αρ­χι­ζει και τε­λειω­νει με τα χαρ­τια. Στην ι­δια πα­ρε­α α­νη­κει και ο “δια­νο­ου­με­νος”, δηλ. ο δια­νο­η­τι­κα ερ­γα­ζο­με­νος στα εκ­παι­δευ­τι­κα και τα αλ­λα πο­λι­τι­στι­κα κα­θι­δρυ­μα­τα της κοι­νω­νιας-μας. Του­τος ο μι­κρο­ϊ­διο­κτη­της της γνω­σης ε­χει “πε­ρι πολ­λου” τους γραμ­μα­τι­κους και ορ­θο­γρα­φι­κους “κα­νο­νες”. Ε­ξοι­κειω­νε­ται μα­λι­στα σε τε­τοιο βαθ­μο με την ο­πτι­κη ει­κο­να των λε­ξε­ων, ω­στε στιγ­μες-στιγ­μες φτα­νει να δια­κη­ρυσ­σει ο­τι η ει­κο­να αυ­τη ει­ναι η μο­νη πραγ­μα­τι­κη υ­παρ­ξη-τους!… Ει­τε σαν “κλη­ρο­νο­μος και δια­χει­ρι­στης” των πνευ­μα­τι­κων α­ξιων του πα­ρελ­θο­ντος, ει­τε ως νε­ο­κο­πος γραμ­μα­τι­ζου­με­νος, α­σφα­λεια αι­σθα­νε­ται μο­να­χα με­σα στα ζε­στα νε­ρα της “συ­νη­θειας”.
Η εκ­δο­τι­κή ο­μά­δα “Κάλ­βος” (σελ. 10-11 του βιβλίου)

Μέ­νος Φι­λή­ντας
Ει­ναι ντρο­πη για την αν­θρω­πι­νη δια­νο­η­ση ε­θνη πο­λι­τι­σμε­να, σαν το Γαλ­λι­κο, σαν το Αγ­γλι­κο κτλ. να­χου­νε α­κο­μα στη γρα­φη-τους α­φτα τα πε­ριτ­τα στο­λι­δα­κια της ι­στο­ρι­κης ορ­θο­γρα­φιας, που τα βα­στουν οι ο­ψι­πλου­τοι των γραμ­μα­των για να κρα­τουν τους λα­ους δια­νο­η­τι­κα σε α­πο­στα­ση α­πο τον ε­αυ­το-τους. Ε­να α­πο τα με­γα­λυ­τε­ρα προ­βλη­μα­τα των ε­θνων εί­ναι να με­ταρ­ρυθ­μι­σου­νε τη γρα­φη-τους, η α­να­γκη ει­ναι πα­νε­θνι­κη· μα ε­μεις δεν πρε­πει να λε­με: ας το κα­μουν πρω­τυ­τε­ρα αλ­λοι α­πο μας πιο πο­λι­τι­σμε­νοι, (που τους λε­με πο­λι­τι­σμε­νους ο­ταν μας συμ­φε­ρει, και ο­ταν δεν μας συμ­φε­ρει κο­ροι­δευ­βου­με ε­κει­νους που τους λε­νε πο­λι­τι­σμε­νους). Δεν πι­στε­βω ο­μως να βα­σι­ζε­ται σε λο­γο σο­βα­ρο το να­χου­με κε­μεις ορ­θο­γρα­φι­κα ση­μα­δα­κια, μο­νο και μο­νο ε­πει­δη τα­χου­νε οι Εγ­γλε­ζοι και οι Φρα­ντζε­ζοι, οι πο­λι­τι­σμε­νοι να που­με. Ε­μεις πρε­πει να κα­μου­με ο­σο μπο­ρου­με πιο κα­λο το ορ­θο­γρα­φι­κο-μας συ­στη­μα για να μη μας βλα­στη­μουν οι με­τα­γε­νε­στε­ροι.
Πρε­πει ο­μως να μη φυ­γου­με κι απ τις λε­ξι­κες ει­κο­νες της αρ­χαιας Ελ­λη­νι­κης κι α­φτη εί­ναι η μο­νη αι­τια που προ­τει­νω ε­γω το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το για την Ελ­λη­νι­κη γλωσ­σα που­ναι κι α­φτο, κα­θως ει­πα­με, Ελ­λη­νι­κο. Τι ε­γκε­φα­λι­κο ξε­κου­ρα­σμα ε­χει να γι­νει στα παι­δια! Η­θε­λα να φα­ντα­στει­τε πο­σο θαλ­λα­ξει ο­λα­κε­ρη η αρ­χι­τε­κτο­νι­κη του ε­γκε­φα­λου-τους, τι ξα­λα­φρω­μα κυτ­τα­ρων ε­χει να γι­νει και τι δια­θε­ση α­φτο­νων για ε­πι­στη­μη και για θε­τι­κη ερ­γα­σια! Δυ­να­μη α­γνω­στη θα λα­βει η δια­νο­η­ση-μας, νε­α α­νοι­ξη θα λαμ­ψει για τη δια­νοια-μας, αιω­νων σκου­ρια θα ξε­κα­θα­ρι­στει α­πο τα πνεβ­μα­τι­κα-μας κα­τα­κα­θια, χα­ρα θε­ου για το πνεβ­μα-μας και τι­μη-μας, ο­ταν γλυ­τώ­σου­με α­πο τις βλα­βε­ρες προ­λη­ψες, που μας ε­μπο­δι­ζουν την προ­ο­δο, για­τι ση­με­ρα τη νε­α γλωσ­σα, ο­χι μο­νο τη δη­μο­τι­κη μα και την κα­θα­ρε­βου­σα, κα­θε­νας τη γρα­φει με δι­κη-του ορ­θο­γρα­φια. Μο­λα τα­φτα ει­ναι α­δυ­να­το να γι­νει αλ­λιως στην πρα­ξη, ο­σο και να κο­πα­νουν με δελ­τια και μα­νι­φε­στα. Πρε­πει να ξε­κα­θα­ρι­στουν οι προ­λη­ψες που μας φορ­τω­σε η πα­ρα­δο­ση και θο­λω­νου­νε την κρι­ση-μας. Αλ­λο ει­ναι γλωσ­σα κι αλ­λο η γρα­φη-της, δηλ. η πα­ρα­στα­ση των φθογ­γων-της με γρα­φτα ση­μα­δια.
Θα­στειε­βε­ται βε­βαια ο κ. Δρα­γου­μης λε­γο­ντας πως με τη βα­ση που παιρ­νω, μα­ζι με την αλ­λα­γη του αλ­φα­βη­του, πα­ω ναλ­λα­ξω και τη γλωσ­σα, και σε λι­γο θα προ­τει­νω δα να δε­χτου­με, λε­ει, ως γλωσ­σα ε­θνι­κη την Ε­σπε­ρα­ντο. Ο­χι δα δεν ει­πα­με μεις τε­τοια πρα­μα­τα, δεν ει­χα­με καν ου­τε την Τουρ­κι­κη με­ταρ­ρυθ­μη­ση υ­πο­ψη-μας προ­τει­νο­ντας το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το. Ε­κει­νη την α­να­φε­ρα­με, μο­νο για­τι ε­γι­νε, κε­τσι δω­σα­με α­φορ­μη στον κ. Δρα­γου­μη να πει ο,τι η­ξαι­ρε για τα τουρ­κι­κα, που δεν ει­πα­με βε­βαια ε­μεις πως ται­ρια­ζουν για τα ελ­λη­νι­κα. Να γι­νου­με ο­μως δι­χτα­το­ρες του Ελ­λη­νι­σμου ο­πως ο Κε­μαλ βε­βαια ου­τε το φα­ντα­στη­κα­με, ου­τε το ε­πι­διω­ξα­με, μα ου­τε και το Ελ­λη­νι­κο Ε­θνος μοια­ζει κα­θο­λου με το Τουρ­κι­κο, για να α­νε­χτει τε­τοια πρα­μα­τα, που λε­ει στο αρ­θρο-του ο κ. Δρα­γου­μης.
Η πιο ε­φκο­λη γρα­φη κρα­τει πιο α­συγ­χι­στη τη γλωσ­σα. Η πιο σω­στη γρα­φη ει­ναι και η πιο ε­φκο­λη, κι α­φου η αρ­χαια προ­φο­ρα δε μας ε­μει­νε, η αρ­χαια γρα­φη ει­ναι βα­ρος πε­ριτ­το, αλ­λα στη νε­α γλωσ­σα μας ε­μει­ναν πολ­λες αρ­χαιες λε­ξεις. Α­μα λοι­πον γρα­ψου­με την αρ­χαια γρα­φη στη νε­α γλωσ­σα, ει­μα­στε υ­πο­χρε­ω­με­νοι να κρα­τη­σου­με και την αρ­χαια ορ­θο­γρα­φια ει­δε­μη βαλ­του ρι­γα­νη, ο­ταν με τα ι­δια ψη­φια γρα­φου­με την ι­δια λε­ξη αλ­λιως στην αρ­χαια και αλ­λοιως στη νε­α γλωσ­σα. Σκο­πος της γρα­φης ει­ναι να­πο­τυ­πω­νει την ο­μι­λια-μας, κε­τσι να ε­ξυ­πη­ρε­τει πρα­χτι­κα τις α­να­γκες-μας μα­λι­στα τις κοι­νω­νι­κες. Πρε­πει τε­λος πα­ντων μια γε­νε­α (και για­τι ο­χι η ση­με­ρι­νη;) να κα­νει με­ρι­κες θυ­σιες των συ­νη­θειων-της για χα­ρη των μελ­λου­με­νων γε­νε­ων και για της φυ­λης την προ­κο­πη και το με­γα­λειο. Ει­ναι ω­ραιο να κα­νουν οι δια­λε­χτοι θυ­σιες για τους πολ­λους. Ει­ναι η αιω­νια ψυ­χορ­μη­τη η­θι­κη, για του­το πι­στε­βω και οι Σλα­βοι θα μας α­κο­λου­θη­σουν στη με­ταρ­ρυθ­μι­ση, αν δεν ει­ναι πο­λυ συ­ντη­ρη­τι­κοι.
Τω­ρα με τι σκο­πο οι Φρα­γκοι κα­λο­γε­ροι ε­γρα­ψαν τα νε­α ελ­λη­νι­κα με λα­τι­νι­κους χα­ρα­χτη­ρες, βε­βαια κα­νε­νας-μας δεν το α­γνο­ει. Ω­στο­σο ου­τε η ε­πο­χη το­τε ει­τα­νε κα­ταλ­λη­λη να ε­πι­κρα­τη­σει το συ­στη­μα-τους, ου­τε ο ελ­λη­νι­σμος ει­ταν προ­ο­δε­με­νος ο­πως ση­με­ρα που αι­στα­νε­ται την α­να­γκη να με­ταρ­ρυθ­μι­στει η ορ­θο­γρα­φια-μας.
[Σελ. 28-30 (Πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό Πρω­το­πο­ρί­α, τομ. 1929, σελ 102-105)]

το λα­τι­νι­κο αλφαβητο απο οικονομικη αποψη

Μέ­νος Φι­λή­ντας
Στα πρω­τα δυο αρ­θρα-μας για την α­ντι­κα­τα­στα­ση στη Νε­α Ελ­λη­νι­κη γλωσ­σα του αρ­χαιου ελ­λη­νι­κού αλ­φα­βη­του με το Λα­τι­νι­κο μι­λη­σα­με προ­πα­ντων για τους ι­στο­ρι­κους και για τους ορ­θο­γρα­φι­κους κτλ. λο­γους, που ε­πι­βαλ­λουν αυ­τη τη με­τα­βο­λη. Ας τη δου­με τω­ρα και στο οι­κο­νο­μι­κό με­ρος, που ει­ναι η βα­ση κα­θε με­ταρ­ρυθ­μι­σης κοι­νω­νι­κης και κα­θε ε­πα­να­στα­σης πο­λι­τι­κης. Λοι­πον η πα­ρα­δο­χη της Λα­τι­νι­κης γρα­φης α­πο κα­θε ε­θνος ε­χει τους λο­γους-της προ­πα­ντων στην οι­κο­νο­μι­κη α­να­γκη, α­πο την ο­ποια δεν μπο­ρει να α­πο­φυ­γει κα­νε­να ε­θνος, ο­σο με­γα­λο ή ο­σο συ­ντη­ρη­τι­κο κι αν ει­ναι- κι ε­μεις λοι­πον ο­σο και να­μα­στε οι α­πο­γο­νοι των αρ­χαιων Ελ­λη­νων, ει­μα­στε ο­μως οι­κο­νο­μι­κα ε­ξηρ­τη­με­νοι και μαλ­λον υ­πο­δου­λοι στους Ευ­ρω­παιους, που γρα­φου­νε ο­λοι τις γλωσ­σες-τους με το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, ει­τε ει­ναι ει­τε δεν ει­ναι α­πο­γο­νοι των αρ­χαιων Λα­τι­νων, ή Ρω­μαιων. Κι ο­πως πα­ρα­δε­χτη­κα­με τον πο­λι­τι­σμο-τους με τα ο­λα-του, και τω­ρα τε­λευ­ταια και το η­με­ρο­λο­γιο-τους, ε­τσι, θε­λου­με δε θε­λου­με, θα πα­ρα­δε­χτου­με και τη γρα­φη-τους στη γλωσ­σα-μας, για­τι αυ­τοι κα­νουν τις μη­χα­νες, που βο­η­θου­νε τον πο­λι­τι­σμο και με­ρος του πο­λι­τι­σμου ει­ναι και το αλ­φα­βη­το.
Ε­χου­με πρω­τα τη λι­νο­τυ­πι­κη μη­χα­νη, που η χρη­ση-της εί­ναι 50 στα 100 φτη­νο­τε­ρη και ευ­κο­λο­τε­ρη και προ­πα­ντων γρη­γο­ρο­τε­ρη α­πο την αλ­λη χρη­ση, δη­λα­δη να παιρ­νου­με τα γραμ­μα­τα α­πο τα τυ­πο­γρα­φι­κα σπι­το­που­λα ε­να ε­να και να τα βα­ζου­με στην κα­νο­νι­κη-τους σει­ρα, για να φτεια­σου­με λε­ξες, προ­τα­σες, πε­ριο­δες, κτλ. Α­φου λοι­πον η λι­νο­τυ­πι­κη μη­χα­νη ει­ναι πο­λυ γρη­γο­ρο­τε­ρη και φτη­νο­τε­ρη α­πο κα­θε αλ­λο ει­δος της τυ­πο­γρα­φιας, χω­ρις αλ­λο αυ­τη ει­ναι η τυ­πο­γρα­φι­κη μη­χα­νη του μελ­λο­ντος, α­φου μα­λι­στα ο­λοι οι με­γα­λοι πο­λι­τι­σμε­νοι λα­οι ε­χου­νε το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, κι οι Γερ­μα­νοι α­πο και­ρο α­φη­κα­νε στην α­κρη το Γοτ­θι­κο σκη­μα των γραμ­μα­των-τους, που ει­τα­νε κι ε­θνι­κη φι­λο­τι­μια γι αυ­τους, και πα­ρα­δε­χτη­κα­νε το Λα­τι­νι­κο, ως πιο ευ­κο­λο για τους ξε­νους και ως πιο φτη­νο στη λι­νο­τυ­πια. Ε­πει­τα με τη λι­νο­τυ­πι­κη μη­χα­νη κα­νεις ο,τι ει­δος και ο,τι σκη­μα γραμ­μα­τα θε­λεις, πρα­μα που ει­ναι δυ­σκο­λο και α­κρι­βο για την αλ­λη χρη­ση της τυ­πο­γρα­φιας. Ε­μεις λοι­πον ε­να μι­κρο και φτω­χο ε­θνος δεν μπο­ρου­με να α­παι­τη­σου­με α­πο τους ευ­ρω­παιους ερ­γο­στα­σιαρ­χες να μας κα­νου­νε στο δι­κο-μας αλ­φα­βη­το φτη­νες λι­νο­τυ­πι­κες μη­χα­νες. Τα ι­δια και χει­ρο­τε­ρα συμ­βαι­νουν και με τις γρα­φο­μη­χα­νες, που ει­ναι πο­λυ α­κρι­βες και πο­λυ α­τε­λες, ο­σες ε­χουν το ελ­λη­νι­κο αλ­φα­βη­το, ε­νω ει­ναι στην ε­ντε­λεια συ­μπλη­ρω­με­νες και φτη­νες ο­σες ε­χουν το Λα­τι­νι­κο. Κι ε­γώ βε­βαια ει­μαι Ελ­λη­νας κι α­πο­γο­νος των αρ­χαιων ο­σο κι οι α­να­γνω­στες-μου του­λα­χι­στο, κι ο­λα-μου τα βι­βλια ει­ναι βγαλ­με­να με το ελ­λη­νι­κο αλ­φα­βη­το, ε­χω λοι­πον κι ε­γω τον ε­θνι­κο ε­γω­ϊ­σμο-μου και την προ­σω­πι­κη-μου φι­λο­τι­μια, μα τι βγη­κε α­πο αυ­τα; Μη­πως για­τι ει­ναι τα συγ­γραμ­μα­τα-μας κτλ. τυ­πω­με­να με το ελ­λη­νι­κο αλ­φα­βη­το και την αρ­χαια λι­γο πο­λυ ορ­θο­γρα­φια θα τα σε­βα­στει η οι­κο­νο­μι­κη α­να­γκη των ο­μο­ε­θνων-μας, και μα­λι­στα των με­τα­γε­νε­στε­ρων, και δε θα ει­σα­γα­γει στη γλωσ­σα-μας το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, που ει­ναι και φτη­νο­τε­ρο κι ευ­κο­λο­τε­ρο! Υ­παρ­χει η στρα­βη ι­δε­α πως α­μα πα­ρα­δε­χτου­με το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, θα αλ­λα­ξου­με κι ε­θνο­λο­γι­κα.
Αυ­το ει­ναι, να που­με, φα­νι­σμα στε­νο­κε­φα­λιας. Ε­συ, α­δερ­φε-μου, ση­με­ρα φο­ρεις τα ι­δια ρου­χα που φο­ρου­σε ο πα­που­λης-σου; — Ο­χι βε­βαια· και ο­μως δεν ει­σαι λι­γο­τε­ρο ελ­λη­νας α­πο κει­νο­νε. Με­ρι­κοι θα μου που­νε πως η εν­δυ­μα­σια δε μοια­ζει με το αλ­φα­βη­το, μοια­ζει ο­μως το αλ­φα­βη­το με τους α­ριθ­μους, αι; Οι α­ριθ­μοι λοι­πον που με­τα­χει­ρι­ζου­μα­στε ση­με­ρα 1, 2, 3 κτλ. αρ­χαιοι ελ­λη­νι­κοι βε­βαια και δεν ει­ναι, αρ­χαιοι ελ­λη­νι­κοι ει­ταν οι α΄, β΄, γ΄, κτλ. και τους ει­χα­με ως τα προ­χτες α­κο­μα για τους νο­μους-μας, μα και τους νο­μους ση­με­ρα τους γρα­φου­με με τους κοι­νους α­ριθ­μους και κα­νεις δε δια­μαρ­τυ­ρη­θη­κε για του­το, αν και τους κοι­νους α­ριθ­μους τους λε­με Α­ρα­βι­κους μα ει­ναι κα­θαυ­το Ιν­δι­κοι· αυ­τοι ο­μως, που τους γρα­φου­νε, τους θαρ­ρουν ελ­λη­νι­κους, για­τι οι ι­διοι ει­ναι ελ­λη­νες- οι α­πλο­ϊ­κο­τε­ροι μα­λι­στα λε­νε πως και οι Φρα­γκοι τους α­ριθ­μους-τους τους γρα­φου­νε Ελ­λη­νι­κα. Ε­τσι κι α­μα πα­ρα­δε­χτου­με το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το οι με­τα­γε­νε­στε­ροι α­πλο­ϊ­κοι-μας θα θα­ρου­νε πως κι οι Φρα­γκοι γρα­φουν το ελ­λη­νι­κο αλ­φα­βη­το. Σε αυ­το ο­μως δε θα­χουν και το­σο α­δι­κο, για­τι, κα­θως ει­δα­με στο πρω­το-μας αρ­θρο, το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το δεν ει­τα­νε αλ­λο α­πο το δυ­τι­κο ελ­λη­νι­κο των Χαλ­κι­δε­ων, που απ αυ­τους το πη­ρα­νε οι Ι­τα­λοι. Ω­στο­σο, ο­πως κα­θο­λου δε χα­σα­με τον ελ­λη­νι­σμο-μας κι ει­μα­στε και θα­μα­στε βε­ροι Ρω­μιοι αν και γρα­φου­με ε­πι­ση­μα κι α­νε­πι­ση­μα τους Α­ρα­βι­κους ή Ιν­δι­κους α­ριθ­μους που­ναι ση­με­ρα πα­νε­θνι­κοι, δηλ. οι ι­διοι για ο­λα τα ε­θνη, ω­στο­σο το κα­θε ε­θνος ξε­χω­ρι­ζει α­πο το αλ­λο, ο­χι βε­βαια κα­τα τους α­ριθ­μους-του και τα γραμ­μα­τα του αλ­φα­βη­του-του, αλ­λα κα­τα τον ε­θνι­κο-του χα­ρα­κτη­ρα και τη γλωσ­σα-του κτλ. Ε­τσι κι ε­μεις, αν πα­ρα­δε­χτου­με τα ψη­φια του Λα­τι­νι­κου αλ­φα­βη­του, δεν ε­χει να χα­σου­με τι­πο­τες α­πο τον εθνι­σμο-μας, ου­τε θα πα­ψου­με να μι­λου­με τη γλωσ­σα-μας και να­μα­στε α­πο­γο­νοι των αρ­χαιων Ελ­λή­νων, α­φου δεν πα­ψα­με να­μα­στε και ο­ταν αλ­λα­ξα­με τους θε­ους-τους, τη φο­ρε­σια-τους κτλ. κι απ τα γρα­φτα τους α­ριθ­μους-τους. Αυ­τα βε­βαια ει­ναι γνω­σες για πο­λυ μι­κρα παι­δια, και δεν ε­πρε­πε να­νοι­χτου­με με το­ση α­φε­λεια σε τε­τοια ζη­τη­μα­τα. Μα οι πε­ρισ­σο­τε­ροι γραμ­μα­τι­σμε­νοι-μας, αλ­λα και οι ο­πα­δοι της δη­μο­τι­κης ει­ναι α­πλο­ϊ­κοι κι ε­γω­ϊ­στα­δες σαν τα παι­δια, και γι αυ­το α­να­γκα­στη­κα να τα πω ε­δω, λι­γο φαρ­δια. Δεν τα λέ­ω βε­βαια για τους συ­στη­μα­τι­κα ο­πι­στο­δρο­μι­κους δη­μο­σιο­γρα­φους, ου­τε για τους παι­δια­τι­κα ε­γω­ι­στες γραμ­μα­τι­σμε­νους. Τα λε­ω για τους πρω­το­πο­ρους-μας και για τα α­γνα και λε­φτε­ρα πνευ­μα­τα του ε­θνους-μας. Ο­ταν ε­γρα­φα στην Πρω­το­πο­ρια στα φυλ­λα­δια του Γε­να­ρη και του Α­πρι­λη 1929 τα δυο-μου αρ­θρα για να πα­ρα­δε­χτου­με στη γρα­φη-μας το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, δεν πι­στευα πως θα γι­νο­τα­νε το­σος θο­ρυ­βος στη διε­θνη γραμ­μα­τεια, πι­στευα μο­νο πως θα κα­μνα­νε σου­σου­ρο οι Ρω­μιοι-μας, το­σο οι δη­μο­σιο­γρα­φοι ο­σο και οι δα­σκα­λοι-μας, για­τι οι γραμ­μα­τι­σμε­νοι Ρω­μιοι εί­ναι 99 τις 100 δη­μο­σιο­γρα­φοι και δα­σκα­λοι. (Ο­ταν λε­γω δη­μο­σιο­γρα­φους και δα­σκα­λους δεν εν­νο­ω βε­βαια τις λι­γες ω­ραιες δια­νοιες των γραμ­μα­τι­σμε­νων που ε­τυ­χε να δη­μο­σιο­γρα­φουν ή να δι­δα­σκουν παι­δια, μα εν­νο­ω τις στα­σι­μες δια­νοιες των μι­κρο­συ­ζη­τη­των που μπο­ρει κα­θο­λου να μην δι­δα­σκουν παι­δια, ου­τε να δη­μο­σιο­γρα­φου­νε συ­στη­μα­τι­κα, που μπο­ρει α­κο­μα να ει­ναι πο­λυ α­νε­ξαρ­τη­τοι οι­κο­νο­μι­κα και ο­μως να ει­ναι σχο­λα­στι­κοι). Ω­στο­σο ο­λα τα πε­ριο­δι­κα της Ευ­ρω­πης και της Α­με­ρι­κης που σχε­τι­ζο­νται με μας και με τη γλωσ­σα-μας ο­πωσ­δη­πο­τε, γρα­ψα­νε γι αυ­το το ζη­τη­μα, ο­χι βε­βαια α­στειευο­με­νοι νε­ρο­βρα­στα μη­δε που­λω­ντας πνευ­μα α­νο­στο, αλ­λα γρα­ψα­νε και συ­ζη­τη­σα­νε σο­βα­ρα. Α­κο­μα και οι Σλα­βοι δηλ. Ρωσ­σοι και Σερ­βοι αρ­χι­σα­νε να σκε­πτου­νται σπου­δαια για την α­ντι­κα­τα­στα­ση της αλ­φα­βη­τας-τους με τα λα­τι­νι­κα στοι­χεί­α. Κι α­μα πα­ρα­δε­χτου­νε κι αυ­τοι το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το θα μει­νου­με ε­μεις μο­να­χοι ε­χο­ντας τα 19 μο­νο ψη­φια του αρ­χαιου Ατ­τι­κου αλ­φα­βη­του για τους 32 φθογ­γους της Νε­ας Ελ­λη­νι­κης γλωσ­σας. Ει­πα 19 ψη­φια, για­τι τα η, ι και υ στη Νε­α Ελ­λη­νι­κη ει­ναι ι­διος φτογ­γος, τα ο και ω ει­ναι ε­πι­σης ι­διος, το ξ ει­ναι κ και σ, το ψ εί­ναι π και σ, που υ­παρ­χου­νε ψη­φια γι αυ­τους τους φτογ­γους ει­ναι λοι­πον και τα ξ και ψ πε­ριτ­τα, για­τι μα­ζι με τους πε­ριτ­τους αρ­χαιους δι­φτογ­γους φερ­νουν με­γα­λη συγ­χυ­ση στην ορ­θο­γρα­φια-μας, κι ει­ναι το μι­σο του­λα­χι­στο κυ­μα της α­γραμ­μα­το­συ­νης της νε­ο­λαιας-μας, (και της δη­μο­σιο­γρα­φιας-μας), που τό­σος λό­γος έ­γι­νε τώ­ρα τε­λευ­ταί­α γι αυ­τό. Άλ­λα, κα­θώς φαί­νε­ται, και των τυ­πο­γρα­φων-μας για­τι στο πρω­το αρ­θρο που δη­μο­σιε­ψα στην “Πρω­το­πο­ρια” για το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, το Λα­τι­νι­κο Υ, y=yj ή και α­πλό j το ει­χα­νε=ι. Ε­πι­σης το θ ε­γω στο χει­ρο­γρα­φο το ει­χα γλωσ­σο­λο­γι­κο Φ, που κιαν δεν ει­χα­νε στοι­χειο, μπο­ρου­σα­νε να φτεια­σου­νε σπα­νο­ντας α­πο α­ρι­στε­ρα το μι­σο το Φ- ε­πι­σης μπο­ρου­σα­νε να οι­κο­νο­μη­σου­νε και το δ, που τους το ει­χα ο­πωσ­δη­πο­τε ση­μειω­με­νο ξε­χω­ρι­στα πα­ρα το Λα­τι­νι­κο D d.
Ε­πει­δη αρ­γα ή γρη­γο­ρα ε­μεις ε­να μι­κρο και κα­θυ­στε­ρη­με­νο στον πο­λι­τι­σμο ε­θνος πα­ρα­δε­χου­μα­στε ο,τι μας ε­πι­βαλ­λουν οι Ευ­ρω­παιοι, και το πα­ρα­δε­χου­μα­στε πα­ντο­τε α­πο α­να­γκη οι­κο­νο­μι­κη μα­λι­στα, χω­ρις να κα­λο­ξαι­ρου­με την αι­τια, θα πα­ρα­δε­χτου­με μια με­ρα και το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, για του­το λε­ω ε­δω δια­πλα­τα τη γνω­μη-μου για να ξαι­ρου­νε οι κα­το­πι πως α­να­με­σα στη συγ­χυ­ση της προ­λη­ψης και της εκ­με­τα­λε­ψης του κα­θε­τι υ­παρ­χαν και με­ρι­κοι Ελ­λη­νες, που ει­χα­νε ορ­θη α­ντι­λη­ψη και για του­το το ζη­τη­μα.

[Σε­λ. 32-35 (Α­πό το πε­ριο­δι­κό Πρω­το­πο­ρί­α, τομ. 1930, σελ. 74-76)]

η απλοποιηση της γραφης με το λατινικο αλφαβητο*

Φώτος Γιο­φίλ­λης
Ξε­ρου­με πως ε­βα­λα­με ε­μπρος δυ­σκο­λον α­γω­να. Ξε­ρου­με πως βρι­σκο­νται μπρο­στα-μας με­γα­λα ε­μπο­δια και α­με­τρη­τοι ε­χθροι της ι­δε­ας-μας. Ω­στο­σο θα ξα­κο­λου­θη­σου­με τον α­γω­να-μας, την προ­σπα­θεια-μας για να πει­σου­με τον Ελ­λη­νι­κο λα­ο πως πρε­πει να γρα­φη με το συγ­χρο­νο Ευ­ρω­πα­ϊ­κο αλ­φα­βη­το, που το λε­με Λα­τι­νι­κο, θα ε­πι­μει­νου­με, για­τι ο α­γω­νας-μας αυ­τος ει­ναι γε­ρα θρο­νια­σμε­νος α­πα­νω στην Α­λη­θεια. Α­γω­νι­ζο­μα­στε για να γε­νη ε­να πραμ­μα σω­στο και ω­φε­λι­μο α­πό κα­θε α­πο­ψη-του.
Η ε­φαρ­μο­γη και σ’ ε­μας του λα­τι­νι­κου αλ­φα­βη­του ε­χει δι­πλο σκο­πο: την ε­πι­στη­μο­νι­κη α­λη­θεια και την πρα­χτι­κη ω­φε­λεια.
Με το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το θα κερ­δι­ση η ε­πι­στη­μο­νι­κη α­λή­η­θεια, για­τι μ’ αυ­το θα κα­τα­φε­ρου­με να γρα­φου­με πιο σω­στα και με πε­ρισ­σο­τε­ρη α­κρι­βεια ο­πως μι­λου­με τη γλωσ­σα-μας και δεν θα ση­μειω­νου­με ο­πως ση­με­ρα το­σα και το­σα πε­ριτ­τα ψη­φια και το­σα αλ­λα α­χρη­στα μπι­χλι­μπι­δια. Η ορ­θο­γρα­φια-μας θα­ναι σω­στη, πραγ­μα­τι­κη και ση­με­ρι­νη. Δεν θα γρα­φου­με πια πραμ­μα­τα που δεν τα προ­φε­ρου­με, που δεν υ­παρ­χου­νε κα­θο­λου στη γλωσ­σα-μας, ο­πως οι δι­φτογ­γες, τα πνευ­μα­τα, τα δια­φο­ρα ει­δη των το­νων, τα δια­φο­ρε­τι­κα και α­τε­λειω­τα ει­δη των ι κ’ ε­να πλη­θος αλ­λα μα­ρα­φε­τια. Μα θα γρα­φου­με ο­πως μι­λου­με, κα­θα­ρα και ξα­στε­ρα. Αυ­τα θα γε­νου­νε συμ­φω­να με την ε­πι­στη­μο­νι­κη α­λη­θεια και θα πα­ψου­νε πια οι προ­λη­ψες, που μας κα­τα­βα­σα­νι­ζου­νε ως τα ση­με­ρα χω­ρις αι­τια κι α­φορ­μη…
Α­πο ταλ­λο με­ρος, γρα­φο­ντας με το Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το, θα­χου­με α­φα­ντα­στα με­γα­λη πρα­χτι­κη ω­φε­λεια. Τα παι­δια θα μα­θαι­νου­νε πο­λυ γρη­γο­ρα να δια­βα­ζουν και να γρα­φουν, κι ε­τσι θα τους πε­ρισ­σευει αρ­κε­τος και­ρος, που πε­τιε­ται τω­ρα α­δι­κα, για να μα­θου­νε ε­να πλη­θος χρη­σι­μα πραμ­μα­τα κι ο­χι μο­να­χα την α­χρη­στη ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φια. Ε­πει­τα οι νε­ω­τε­ροι-μας, ο­ταν ε­φαρ­μο­σου­νε τη νε­α αυ­τη γρα­φη, θα γρα­φου­νε πο­λυ πιο γρη­γο­ρα α­πό μας που με­τα­χει­ρι­ζο­μα­στε την τρο­με­ρη αυ­τη ορ­θο­γρα­φια. Βε­βαια για μας στην αρ­χη το πραμ­μα θα μας δυ­σκο­λέ­ψει. Μα κι ε­μεις σι­γα-σι­γα θα συ­νη­θι­σου­με. Πρε­πει ο­μως να συλ­λο­γι­ζο­μα­στε το­σο πο­λυ μο­να­χα τη δι­κη-μας ευ­κο­λί­α; Πρε­πει τα­χα να­μα­στε το­σο στε­να και α­δι­κα ε­γω­ι­στες; Να μην κοι­τα­ζου­με το κα­λο που θα κα­μει η με­τα­βο­λη στους αυ­ρια­νους, μα να βλε­που­με μο­να­χα τον ε­αυ­του­λη-μας;
Ο­χι, ο­χι! το ζη­τη­μα ει­ναι αιω­νιο, θα γλυ­τω­σει γε­νιες και γε­νιες α­πο α­δι­κα βα­σα­να. Μια ευ­κο­λια ο­χι μι­κρο­τε­ρη θα φε­ρει η με­τα­βο­λη στα τυ­πο­γρα­φεια. Τα πλη­θη α­πο τα σπι­τα­κια της τυ­πο­γρα­φι­κης κα­σας θα λι­γο­στε­ψουν σ’ ε­να πο­λυ-πο­λυ μι­κρο α­ριθ­μο. Μα κι η λι­νο­τυ­πι­κη μη­χα­νη κι η γρα­φο­μη­χα­νη θα γε­νου­νε πο­λυ-πο­λυ πιο α­πλου­στε­ρες κι ευ­κο­λο­τε­ρες στο με­τα­χει­ρι­σμα-τους.
Ο πο­θος για την α­πλο­ποι­η­ση της βα­σα­νι­στι­κης και χω­ρις κα­νε­να σκο­πο ση­με­ρι­νης γρα­φης της γλωσ­σας-μας ει­ναι γε­νι­κος. Ο­λοι πο­θουν να μπο­ρου­σα­νε να γρα­φουν με λι­γω­τε­ρη δυ­σκο­λια. Το­σο ο κο­σμος που γρα­φει και δια­βα­ζει για σκο­πους κα­θα­ρα πρα­χτι­κους, ο­σο κι οι ει­δι­κοι ε­πι­στη­μο­νες. Μα οι τε­λευ­ταιοι φαι­νο­νται κα­πως να φο­βω­νται μην αγ­γι­ξουν τα “κα­κως κει­με­να”… Σι­γα τον πο­λυε­λαιο … Φο­βου­νται τη φα­σα­ρια της ρι­ζι­κης διορ­θω­σης. Αυ­τη η δει­λια-τους εί­ναι πα­ρα­ξε­νη. Οι λο­γο­τε­χνες και γλωσ­σο­λο­γοι-μας, αιω­νες τω­ρα, πα­λευουν να διορ­θω­σουν το πραμ­μα με μπα­λω­μα­τα, που γρη­γο­ρα ξε­φτα­νε και ξε­χνιω­νται. Ο πιο ρι­ζο­σπα­στης α­πο τους λο­γο­τε­χνες και γλωσ­σο­λο­γους μας ε­στα­θη­κε ως τα ση­με­ρα ο Βι­λα­ρας, και κα­το­πι απ’ αυ­τον ο Σο­λω­μος. Λι­γω­τε­ρο ο Σκυ­λι­τσης, ο Ψυ­χα­ρης, ο Παλ­λης, ο Ελ. Γιαν­νι­δης και τε­λευ­ταί­α ο Γ. Χα­τζη­δα­κης. Ο­λοι πα­σκι­σα­νε να ε­φαρ­μω­σου­νε κα­ποια α­πλο­ποι­η­ση της γρα­φης, μα με­ρι­κη, α­τολ­μη και συμ­βι­βα­στι­κη. Γι’ αυ­το και κα­νε­να α­πο τα συ­στη­μα­τα-τους δεν γι­νη­κε δε­χτο γε­νι­κα.
Ση­με­ρα ο­μως πρε­πει πια το ζη­τη­μα να λυ­θει τε­λειω­τι­κα. Το κα­κο πρε­πει να χτυ­πη­θει στη ρι­ζα-του. Αυ­το το α­να­γνω­ρι­ζουν αυ­τη τη στιγ­μη ξε­χω­ρι­στοι Ελ­λη­νι­στες, φυ­σιο­γνω­μιες σαν το Με­νο Φι­λη­ντα, το Δ. Γλη­νο και το Λου­ϊ Ρουσ­σελ. Κι η “Πρω­το­πο­ρια”, που αρ­χι­σε τον α­γω­να, ει­ναι πα­ντα στο πλα­ϊ-τους.
Η ι­δε­α να γρα­φε­ται κι η γλωσ­σα μας με τα Λα­τι­νι­κα ψη­φια ει­ναι πα­λια.
Υ­παρ­χουν και Βυ­ζα­ντι­νης ε­πο­χης Ελ­λη­νι­κα κει­με­να γραμ­με­να με Λα­τι­νι­κα ψη­φί­α, μα και στην Κρη­τη και στην Κυ­προ το Με­σαιω­να γρα­φα­νε τα λα­ϊ­κα τρα­γού­δια με Λα­τι­νι­κα ψη­φι­α. Αρ­γο­τε­ρα, α­πο το 1800, στη Σμυρ­νη ε­τυ­πω­θη­καν ε­να πλη­θος Ελ­λη­νι­κα βι­βλια με Λα­τι­νι­κα στοι­χεια. Ο κ. Μιχ.Ρο­δας, γρα­φο­ντας περ­συ στο “Ε­λευ­θε­ρον Βη­μα” για το ζη­τη­μα-μας, α­να­φε­ρε ε­να απ’ αυ­τα: τον κα­νο­νι­σμο του Νο­σο­κο­μειου των Κα­θο­λι­κων της Σμυρ­νης “Αγ. Α­ντω­νιος”. Μα στη Σμυρ­νη γι­νη­κε κι α­πο­πει­ρα να βγει κι ε­φη­με­ρι­δα Ελ­λη­νι­κη με Λα­τι­νι­κα στοι­χεια.
Οι Λε­βα­ντι­νοι της Σμυρ­νης, που μι­λου­σαν ο­λοι Ελ­λη­νι­κα, μα δυ­σκο­λευο­νταν να μα­θουν την α­πελ­πι­στι­κη ορ­θο­γρα­φια-μας, ε­γρα­φαν πα­ντα τα Ελ­λη­νι­κα με Λα­τι­νι­κα ψη­φια. Το πα­ρα­δειγ­μ’ αυ­το α­κο­λου­θη­σαν κα­το­πι κι οι Χιω­τες κι αλ­λοι Ελ­λη­νες ε­μπο­ροι του ε­ξω­τε­ρι­κου, που ε­γρα­φαν τα γραμ­μα­τα-τους και τα τη­λε­γρα­φη­μα­τα-τους, ο­σα στελ­να­νε Ελ­λη­νας σ’ Ελ­λη­να, στη Σμυρ­νη, στη Λο­ντρα κι αλ­λου με λο­για Ελ­λη­νι­κα, μα με Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το. Σε “Langue Francochiotica”, ο­πως ε­λε­γαν κι ε­γρα­φαν κι οι ι­διοι. Ο “Φρα­γκο­χιω­τι­κος” αυ­τος τρο­πος δια­τη­ρη­θη­κε αρ­γο­τε­ρα κι ως ση­με­ρα στα Ελ­λη­νι­κα τη­λε­γρα­φη­μα­τα που στελ­νου­με σ’ Ελ­λη­νες του ε­ξω­τε­ρι­κου ή που λα­βαι­νου­με απ’ ε­ξω.
Την ι­δε­α να γρα­φου­με γε­νι­κα με Λα­τι­νι­κο αλ­φα­βη­το την ε­φε­ρε πα­λι στη με­ση ε­δω και δε­κα χρο­νια ο κ. Α­λεξ. Παλ­λης. Και μα­λι­στα την ε­φαρ­μω­σε για λι­γο και­ρο. Ε­πει­τα ο­μως φαι­νε­ται πως βα­ρε­θη­κε… Ο­ταν ε­μεις αρ­χι­σα­με περ­συ τον α­γω­να στο πρω­το-μας φυλ­λα­διο, του το στει­λα­με και του ζη­τη­σα­με τη γνω­μη για το ζη­τη­μα. Μα κει­νος μας ε­στει­λε και το φυλ­λα­διο πι­σω και μας α­πα­ντη­σε μ’ αυ­τα τα λο­για γραμ­με­να με την πα­ρα­ξε­νη αυ­τη ορ­θο­γρα­φια:
“Λυ­πού­μαι που γυ­ρί­ζω το φύλ­λο. Μα οι ξε­νι­σμοί με ε­νο­χλού­νε. Κα­τα­ντή­σα­με να συλ­λο­γι­ζό­μα­στε και να μι­λού­με γαλ­λι­κά. — Α­λέξ. Παλ­λης”.
Ε­τσι ου­τε α­πα­ντη­ση δεν μας ε­δω­κε και μα­λι­στα πι­στε­ψε πως μας πε­ρι­φρο­νη­σε… Φαι­νε­ται πως το ζη­τη­μα της ε­φαρ­μο­γης του λα­τι­νι­κου αλ­φα­βη­του τω­ρα τον ε­νο­χλει, ε­νω ο ι­διος ε­δω και χρο­νια την ε­προ­πα­γα­ντι­ζε… Πα­ρα­ξε­να πραμ­μα­τα!

[Σελ. 40-42 (Α­πό το πε­ριο­δι­κό Πρω­το­πο­ρία, τομ. 1930, σελ. 70-73)]

σημερινες αντιληψεις για τη γραφη των  πολιτισμενων γλωσσων

Νίκος Χα­τζη­δάκης
Ας ερ­θου­με τω­ρα στην ε­πι­σκο­πη­ση της γρα­φης των σπου­δαιο­τε­ρων πο­λι­τι­σμε­νων γλω­σων. Οι πε­ρισ­σο­τε­ρες γλωσ­σες ε­χου­νε ι­στο­ρι­κη γρα­φη, δηλ. δεν γρα­φο­νται ο­πως λε­γο­νται οι λέ­ξεις, φω­νη­τι­κα, αλ­λα ο ι­διος φθογ­γος γρα­φε­ται αλ­λοιως στη μια λε­ξη κι αλ­λοιως στην αλ­λη. Αυ­τη η δια­φο­ρα γρα­φης και ο­μι­λιας (που πα­ρα­γει την εν­νοια της “ορ­θο­γρα­φιας”, ο­πως την εν­νο­ου­με κοι­να) δεν ει­ναι βε­βαια η ι­δια σε ο­λες τις γλωσ­σες. Δυο ευ­ρω­πα­ϊ­κες γλωσ­σες ε­ντου­τοις ε­χουν κα­τορ­θω­σει να εκ­μη­δε­νι­σουν τη δια­φο­ρα αυ­τη και να ε­χουν ε­πο­με­νως κα­θα­ρη φω­νη­τι­κη ορ­θο­γρα­φια: γρα­φο­νται ο­πως προ­φε­ρο­νται και προ­φε­ρο­νται ο­πως γρα­φο­νται. Ευ­τυ­χι­σμε­να τα παι­δια των λα­ων αυ­των, που δεν ε­χουν τα βα­σα­να της “ορ­θο­γρα­φιας”! Οι δυο αυ­τες γλωσ­σες ει­ναι τα ι­σπα­νι­κα και τα σερ­βι­κα. Στα γερ­μα­νι­κα τω­ρα, στα ολ­λαν­δι­κα, στα σκαν­δι­να­βι­κα, στα ι­τα­λι­κα και στα πορ­το­γαλ­λι­κα, η ορ­θο­γρα­φια ει­ναι σχε­δον φω­νη­τι­κη. Ε­κει ο­μως, ο­που η α­πο­κλι­ση αυ­τη γρα­φης και προ­φο­ρας ει­ναι πο­λυ με­γα­λη, ει­ναι προ­πα­ντων στα νε­ο­ελ­λη­νι­κα, τ’ αγ­γλι­κα και τα γαλ­λι­κα. Ε­να συ­νει­θι­σμε­νο ε­πι­χει­ρη­μα, που α­κου­με, σχε­τι­κα με την α­πλου­στε­ρευ­ση της γρα­φης μας, ει­ναι το πο­λυ γνω­στο: Για­τι ε­μεις να με­τα­βα­λου­με την ορ­θο­γρα­φια μας, α­φου αλ­λοι λα­οι πιο πο­λι­τι­σμε­νοι, πιο με­γα­λοι, δεν το κα­νουν; Α­νε­ξαρ­τη­τα ο­μως α­πο το ο­τι η δια­φο­ρα αυ­τη σ’ ε­μας ε­χει φτα­σει στο ζε­νιθ ως προς τις αλ­λες αυ­τες γλω­σες (π.χ. φθογ­γος ι=ι, η, υ, ει, οι, υ­ι, η), νο­μι­ζω, ο­τι κα­θε ε­θνος πρε­πει να ε­ξε­τα­ζη τα ζη­τη­μα­τα-του μο­νο-του, χω­ρις να εν­δια­φε­ρε­ται τι κα­νουν τ’ αλ­λα. Βε­βαια, ξαι­ρω και λο­γα­ρια­ζω πο­λυ κα­λα τις δυ­σκο­λιες μιας ρι­ζι­κης με­ταρ­ρυθ­μι­σης της γρα­φης-μας. Ξαι­ρω ο­λα τα ε­πι­χει­ρη­μα­τα των συ­ντη­ρη­τι­κων. 1) “Ε­χο­με το εν­δο­ξο­τε­ρο αλ­φα­βη­το του κο­σμου”. 2) “Τι θα γι­νη το στοκ ο­λων των τυ­πω­με­νων βι­βλιων;” 3) “Τι ε­ξο­δα θα χρεια­στουν για να φτια­σου­με και­νουρ­για τυ­πο­γρα­φι­κα στοι­χεια;” κτλ. κτλ. Ξαι­ρω α­κό­μα, πως το γεν­ναιο αυ­το βη­μα δεν θα γι­νη ου­τε αυ­ριο, ου­τε με­θαυ­ριο. Μ’ α­πο τ’ αλ­λο με­ρος σκε­πτο­μαι, πως κα­θε ε­κτε­λε­ση ε­νος τολ­μη­ρου βη­μα­τος πρε­πει να προ­πα­ρα­σκευα­στη. Κι αν δεν βρε­θουν με­ρι­κοι αν­θρω­ποι (που η γε­νια-τους θα τους πη πα­ρα­δο­ξο­λο­γους, α­πα­τρι­δες κτλ.) να ρι­ξουν την πρω­τη ι­δε­α, πως θα γι­νη η προ­ε­τοι­μα­σια για την προ­ο­δο;
Ε­να πρα­μα ο­πωσ­δη­πο­τε δεν μπο­ρει κα­νε­νας κα­λης πι­στε­ως αν­θρω­πος να το αρ­νη­θη: πως το ση­με­ρι­νο μας αλ­φα­βη­το και η ση­με­ρι­νη γρα­φη μας δεν ει­ναι το κα­ταλ­λη­λο ορ­γα­νο για ν’ α­πο­δι­δο­με γρα­φτα την προ­φο­ρι­κη-μας ο­μι­λί­α. Κα­μια κα­τη­γο­ρια ή πε­ρι­φρο­νη­ση δε δι­νει αυ­το στη γρα­φη-μας· ει­ναι πο­λυ φυ­σι­κο, υ­στερ’ α­πο 3 χι­λια­δων χρο­νων με­τα­βο­λες στην προ­φο­ρα, ρι­ζι­κω­τα­τες, εν’ αλ­φα­βη­το, που το­τε η­τα­νε κα­ταλ­λη­λο­τα­το να με­τα­φε­ρη στη γρα­φη την προ­φο­ρα ε­κει­νης της ε­πο­χης, να μην μπο­ρη πια ν’ α­πο­δω­ση τη ση­με­ρι­νη­προ­φο­ρα. Και ε­πει­δη, πο­τε ως τω­ρα, δεν ε­γι­νε συ­στη­μα­τι­κη προ­σπα­θεια ε­νος εκ­συγ­χρο­νι­σμου της γρα­φης, η δια­φο­ρα αυ­τη με­γα­λω­σε, ε­φου­ντω­σε, ε­γι­νε γι­γα­ντια κ’ ε­φτα­σε ε­κει που τη βλε­που­με ση­με­ρα. Θα ε­ξα­κο­λου­θη­σου­με λοι­πον ε­τσι; Αυ­το βε­βαια ει­ναι το πιο ευ­κο­λο, μα και το πιο με­γα­λο κα­κουρ­γη­μα για τις γε­νε­ες, που θα ελ­θουν. Σκε­φτη­κα­τε πο­τε, πο­ση ε­γκε­φα­λι­κη ε­νερ­γεια και πο­σα χρο­νια της ζω­ης, της συ­ντο­μης ζω­ης-μας, ξο­δε­ψα­με μεις, και πο­σα ξο­δευου­νε ση­με­ρα τα δυ­στυ­χι­σμε­να-μας τα παι­δια, για να μα­θουν αυ­το, που λε­με ορ­θο­γρα­φια, δηλ. βου­να Ι­μα­λαϊα α­πο δυ­σκο­λιες ε­ντε­λως συμ­βα­τες; Ζου­με μο­λα­ταυ­τα σε μια ε­πο­χη που καυ­χιε­ται για τη δια­νο­η­ση-της, για το ρα­σιο­να­λι­σμο της, δηλ. τη λο­γι­κο­ποι­η­ση των ι­δε­ων-της και των σκο­πων-της. Ει­μαι βε­βαιος, πως, αν οι αρ­χαιοι-μας προ­γο­νοι μπο­ρου­σαν ν’ α­να­στη­θουν και να μα­θουν πως γρα­φου­με και τι μαρ­τυ­ρι­α τρα­βου­με γι’ αυ­το, θα μας ε­λε­ει­νο­λο­γου­σαν. Αλ­λα το ζη­τη­μα ε­χει, κα­θως ειδα­με, δυο ο­ψεις: προς τις πε­ρα­σμε­νες και προς τις ερ­χο­με­νες γε­νιες. Κι αν α­κο­μη δε­χτου­με, πως η εκ­συγ­χρο­νι­ση της γρα­φης-μας, π.χ. η πα­ρα­δο­χη της φω­νη­τι­κης ορ­θο­γρα­φιας, ει­ναι α­σε­βεια προς τους προ­γο­νους-μας (που ε­γω κα­θο­λου δεν το πα­ρα­δε­χο­μαι), ει­ναι ο­μως α­σφα­λε­στα­τα ε­να πε­λω­ριο ευερ­γε­τη­μα για ο­λες τις γε­νιες, που θα μας δια­δε­χθουν και που γι’ αυ­το θα μας ευ­λο­γουν και θα μας τι­μουν, για­τι θα τους ε­χου­με κα­μει τη μα­θη­τι­κη-τους ζω­η το­σο ευ­κο­λω­τε­ρη και την ο­λη-τους ζω­η κα­τα 2-3 χρο­νια του­λα­χι­στο μα­κρυ­τε­ρη· μα­λι­στα, μα­κρυ­τε­ρη, για­τι θα ε­χου­με α­παλ­λα­ξει 2-3 συ­νε­χη χρο­νια της ζω­ης-τους (θε­λω να πω ο­λες τις ω­ρες μα­ζι, που χα­νουν τω­ρα για την ορ­θο­γρα­φια) α­πο την ε­να­σχο­λη­ση με συμ­βα­τι­κες ε­ντε­λως γνω­σεις, που θα τις χρη­σι­μο­ποι­η­σουν ή για την υ­γεια τους, ή ε­πι­τε­λους μα­θαι­νο­ντας α­λη­θι­νες γνω­σεις, κα­θως ει­ναι τα μα­θη­μα­τι­κα, οι φυ­σι­κες ε­πι­στη­μες, οι γλωσ­σες και το­σα αλ­λα.
[Σελ. 52-53 (Α­πό το πε­ριο­δι­κό Νέ­α Ε­στία, τό­μος 1931, σελ. 512-519)]

Graeca sunt, non scribuntur

Κώστας Προύσης
Γι αυ­το πρε­πει ο κα­θε φθογ­γος να ε­χει ε­να ψη­φιο και μο­νο και κα­θε ψη­φιο ν’ α­ντι­στοι­χει σ ενα μο­νο φθογ­γο. Ο­σους φθογ­γους προ­φε­ρου­με πρε­πει και να τους γρα­φου­με και να μη γρα­φου­με συμ­βο­λα που δεν α­ντι­προ­σω­πευουν κα­νε­να ζω­ντα­νο φθογ­γο της γλωσ­σας-μας. Α­μα πρε­που­με­ να ε­φαρ­μο­στουν οι κα­νο­νες αυ­τοι, θα ε­χου­με γρα­φη συμ­φω­νη με την ε­πι­στη­μο­νι­κη α­λη­θεια και πρα­χτι­κη ω­φε­λεια τε­ρα­στια.
Με τη ση­με­ρι­νη τρα­γε­λα­φι­κη ορ­θο­γρα­φι­κη κα­τα­στα­ση η παι­δεια ει­ναι πραγ­μα­τι­κη “παι­δεια” (=βα­σα­νο), για­τι χρο­νια παι­δευο­μα­στε να μα­θου­με να α­νορ­θο­γρα­φου­με, α­φου η ορ­θο­γρα­φια οπως δι­δα­σκε­ται δεν υ­παρ­χει σαν κα­τι ορ­γα­νι­κο με­σα στη γλωσ­σα-μας, μα ει­ναι ε­να συμ­βα­τι­κο κα­τα­σκευα­σμα που μας νε­ρου­λια­ζει το μυα­λο και μας α­πο­μα­κρυ­νει με την ψευ­τι­κη λα­μπε­ρα­δα-του απο το­σα ο­μορ­φα πρα­μα­τα, χρη­σι­μα στη ζω­η, που πρε­πει να μας τα μα­θει το σκο­λειο. Η ρι­ζι­κη ο­μως με­ταρ­ρυθ­μι­ση μας σω­ζει α­πο τον κα­τη­φο­ρο αυ­το, ε­νω συγ­χρο­νως ξα­λα­φρω­νει το ελ­λη­νι­κο τυ­πο­γρα­φειο α­πο ε­να σω­ρο α­νω­φε­λα πρα­μα­τα­κια, κα­νει τη δου­λια του τυ­πο­γρα­φου ευ­κο­λη και α­πλη, κ’ ε­τσι ε­ξοι­κο­νο­μιε­ται χρο­νος τε­ρα­στιος για το τυ­πω­μα και το γρα­ψι­μο και κερ­δι­ζου­με α­νυ­πο­λο­γι­στα α­πο την οι­κο­νο­μια του χαρ­τιου και της αλ­λης γρα­φι­κης υ­λης. Ο­λα αυ­τα ει­ναι στοι­χεια υ­πο­λο­γι­σι­μα και σο­βα­ρα για να μας πει­σουν για την α­να­γκαιο­τη­τα μιας τε­τοιας αλ­λα­γης.
Το ο­τι ο­μως και με­ρι­κοι αλ­λοι λα­οι πο­λυ πιο πο­λι­τι­σμε­νοι α­πο μας δια­τη­ρουν στη γρα­φη της γλωσ­σας-τους την ι­στο­ρι­κη ορ­θο­γρα­φια, δεν ει­ναι ε­πι­χει­ρη­μα σπου­δαιο για να μας ε­μπο­δι­σει ε­μας να κα­νου­με ε­να το­σο α­να­γκαι­ο βη­μα πνευ­μα­τι­κης και οι­κο­νο­μι­κης λυ­τρω­σης. Για­τι δεν πρε­πει να μι­μου­μα­στε τα λα­θη και τα ε­λατ­τω­μα­τα των αλ­λων, μα να προ­σπα­θου­με α­πο­φευγο­ντας-τα να ω­φε­λη­θου­με απ’ αυ­τα.
Ε­τσι α­φου δει­ξα­με την α­με­ση α­να­γκη της ρι­ζι­κης με­ταρ­ρυθ­μι­σης κα­θως και την ε­πι­στη­μο­νι­κη α­λη­θεια και την πρα­χτι­κη ω­φε­λεια που ε­ξυ­πη­ρε­τει μια τε­τοια με­ταρ­ρυθ­μι­ση, ερ­χο­μα­στε να δου­με ποιοι δρο­μοι α­νοι­γο­νται μπρο­στα-μας. Τρεις μο­νο θε­σεις μπο­ρουν να στη­ρι­χτουν:
1) Ν’ α­φη­σου­με το πραγ­μα ο­πως ει­ναι δη­λα­δη μια γρα­φη — γρα­φι­κο συ­στη­μα — και μια προ­φο­ρα για την αρ­χαια και τη νε­α Ελ­λη­νι­κη. — Το πιο ευ­κο­λο για τους ρα­χα­τζη­δες.
2) Μια γρα­φη για την αρ­χαια και τη νε­α και δυο προ­φο­ρες,για την αρχαια η ερασμιακη, και για τη νεα η δικια-της.
3) Δυο γρα­φες, μια για την αρ­χαια — αυ­την που ε­χει — και μια για τη νε­α — η λα­τι­νι­κή. Θα δει­ξου­με πως μο­νη σω­στη ει­ναι η τρι­τη.
Ο­πως πιο πα­νω ει­πα, ο­λοι ξε­ρου­με πως μι­λω­ντας δεν προ­φε­ρου­με ου­τε το­νι­ζου­με ου­τε χρω­μα­τι­ζου­με τη φω­νη μας σαν οι αρ­χαι­οι. Γρα­φου­με ο­μως ση­με­ρα πολ­λες φο­ρες ο,τι α­κρι­βως δεν προ­φε­ρου­με και προ­φε­ρου­με ο,τι δε γρα­φου­με. Και του­το για­τι ε­χου­με μια με­γα­λη πα­ρα­δο­ση κα­τω α­πο την ο­ποια σκυ­βου­με υ­πο­τα­χτι­κα χω­ρις κα­μια βου­λη­ση. Ε­τσι ε­πει­δη ε­μει­ναν τα ι­δια γρα­φι­κα ση­μα­δια στο αλ­φα­βη­το, μας φαι­νε­ται πως σω­ζε­ται κ’ η πα­λια-τους προ­φο­ρα — πρα­μα πα­ρα­λο­γο. Αυ­το­μα­τα λοι­πον πε­φτει η πρω­τη θε­ση — α­φου δα αυ­τη ει­ναι η αρ­ρω­στη­με­νη κα­τα­στα­ση που θε­λου­με να θε­ρα­πε­ψου­με.
Ο Παλ­λης (Μπρουσ­σος, Α­θηνα 1923) α­κο­λου­θω­ντας αλ­λους πα­λιο­τε­ρους κα­ταρ­γει πνευ­μα­τα και το­νους, α­φη­νει ο­μως α­θι­χτη την παρ­θε­νι­κη α­γνο­τη­τα της ι­στο­ρι­κης ορ­θο­γρα­φιας, ε­νω ο Γιαν­νι­δης (και στα τε­λευ­ταια-του ο Παλ­λης) βα­ζει ο­ξεια μο­νο στην πα­ρα­λη­γου­σα και προ­πα­ρα­λη­γου­σα ο­ταν το­νι­ζο­νται και ε­χει κα­νο­να γε­νι­κο πως κα­θε α­το­νι­στη λεξη το­νι­ζε­ται στη λη­γου­σα· βα­ζει το­νο στη λη­γου­σα μο­νο σε με­ρι­κες λε­ξεις δι­φο­ρου­με­νες. Ο Τρια­ντα­φυλ­λι­δης κι ο Βου­τιε­ρι­δης (Γραμ­μα­τι­κη της δη­μο­τι­κης γλωσ­σας, Α­θηνα 1932) θε­λουν να μπαι­νει και στη λη­γου­σα ο­ξεια και κα­νουν με­ρι­κες ορ­θο­γρα­φι­κες α­βα­ριες. Μα αυ­τα ει­ναι ψευ­το­μπαλ­λω­μα­τα. Η ση­με­ρι­νη κα­τα­στα­ση ει­ναι α­μαρ­τω­λη. Χρεια­ζε­ται φω­τια και σι­δε­ρο για να κα­θα­ρι­στει.
Οι Ελ­λη­νες της Ρω­σιας α­κο­λου­θω­ντας τη γυ­ρω-τους ε­πα­να­στα­ση ε­πα­να­στατη­σα­νε κα­τα του ι­διου-τους ε­αυ­του στο ζη­τη­μα της γρα­φης και προ­χω­ρη­σα­νε μπρος ε­να με­γα­λο βη­μα με­ταρ­ρυθ­μι­ζο­ντας-τη­νε· δη­λα­δη α­να­πτυ­ξα­νε πε­ρισ­σο­τε­ρο το συ­στη­μα του Βη­λα­ρα ο­πως με­θο­δι­κα το τε­λειο­ποι­η­σεν ο Φι­λη­ντας.

[Σελ. 59-60 (Α­πό το πε­ριο­δι­κό Με­λέτη-κρι­τι­κή,
α­ριθ­μ 1, 1932 σελ. 6-100)]

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*