Άρδην τ.99, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Επιχείρηση Augustus: Ναζί και Τσάμηδες κάνουν εθνοκάθαρση στην περιοχή του Φαναρίου

του Αθανάσιου Γκότοβου, από το Άρδην τ. 99, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015

Τ ο πραγματικό πρόσωπο της ναζιστικής βίας γνωρίζει η Θεσπρωτία στα πλαίσια της επιχείρησης Augustus. Τη μειονοτική βία των Τσάμηδων, η περιοχή την είχε γνωρίσει ήδη. Η κύρια φάση της επιχείρησης αυτής ξεκινά στις 9.8.1943 και λήγει στις 14.8.1943. Αφορά εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή νοτίως της Παραμυθιάς, μέχρι την Αμμουδιά και την Πάργα. Ο βασικός συντελεστής της πρωτοφανούς σε αγριότητα και καταστροφική δύναμη στρατιωτικής επιχείρησης είναι το 99o σύνταγμα ορεινών καταδρομών της 1ης μεραρχίας. Συμμετέχουν, επίσης, τμήματα του ιταλικού συντάγματος Valle, τμήματα του 98ου συντάγματος ορεινών καταδρομών και τμήματα ενόπλων Μουσουλμάνων υπό την ηγεσία των Νουρί Ντίνο, Μαζάρ Ντίνο και Αβδουλά Κασήμ.

Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, η επιχείρηση αυτή στόχευε όχι μόνο στην εξόντωση των ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στην περιοχή –οι οποίες την εποχή εκείνη είναι πολύ περιορισμένες – αλλά κυρίως στην καταστροφή των υποδομών και των προσώπων που τις συντηρούν, ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάσεις των ανταρτών. Επίσης, σύμφωνα με την αρχική διαταγή, όλος ο ανδρικός πληθυσμός από 16 μέχρι 60 έπρεπε να συλληφθεί και να εκτοπιστεί ή να σταλεί για καταναγκαστική εργασία με βάση το πρόγραμμα προώθησης εργατικού δυναμικού για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, γνωστό και ως πρόγραμμα Sauckel. Κάθε αντάρτης που εντοπίζεται στο πεδίο της μάχης αλλά και κάθε ύποπτος για ανταρτική δράση ή για υπόθαλψη ανταρτών, έπρεπε να εκτελείται.
Σε ό,τι αφορά τη σύλληψη και εκτόπιση του ανδρικού πληθυσμού του δυνάμενου να φέρει όπλα, την τελευταία στιγμή, με παρέμβαση της υπερκείμενης ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης, δηλαδή του 26. ιταλικού σώματος στρατού που εδρεύει στα Ιωάννινα, το σχέδιο τροποποιείται, παρά την προσπάθεια των επιτελών της Edelweiß να παρακάμψουν τον διοικητή του, στρατηγό Della Bona, μέσω της 11. ιταλικής στρατιάς.
H de jure –δηλαδή, με βάση γραπτή διαταγή– μετατόπιση όλου του ανδρικού πληθυσμού της περιοχής, τελικά δεν εγκρίνεται, αλλά επιχειρείται de facto μια γενικότερη μετατόπιση του χριστιανικού πληθυσμού, εκείνου βεβαίως που δεν εξοντώνεται κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, εξ αιτίας της ακραίας δολοφονικής βίας που εκδηλώνεται εναντίον του τόσο από πλευράς του τακτικού γερμανικού και ιταλικού στρατού, όσο κυρίως από πλευράς των ενόπλων ομάδων των Τσάμηδων. Έτσι μια στρατιωτική επιχείρηση που αρχικά σχεδιάζεται για να αποτρέψει την αναμενόμενη συμμαχική απόβαση στις ακτές της Ηπείρου, στην πράξη καταλήγει να είναι μια ευρεία επιχείρηση εθνοκάθαρσης: ο στρατιωτικός στόχος της Βέρμαχτ και ο αλυτρωτικός στόχος της «Ξίλια» εκείνη τη στιγμή συμπίπτουν απολύτως. Στους καταλόγους των ανδρών από τα χωριά του Φαναρίου, που συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στα Ιωάννινα και από εκεί στη Θεσσαλονίκη και τη Γερμανία, δεν υπάρχει ούτε ένας Μουσουλμάνος (Τσάμης). Όλοι είναι χριστιανοί.
Η μελέτη των γερμανικών στρατιωτικών αρχείων μέσα στα οποία αποτυπώνεται η επιχείρηση Augustus δείχνει ότι, με τη βοήθεια μόνο των επίσημων στρατιωτικών εγγράφων, είναι αδύνατον να αποτυπωθεί ρεαλιστικά το έγκλημα στην περιοχή του Φαναρίου τον Αύγουστο του 1943. Η σχέση του ερευνητή με τον αρχειακό λόγο, δηλαδή με τα κείμενα των εγγράφων της εποχής, μπορεί να οδηγήσει σε καίρια σφάλματα, αν αυτή δεν συνοδευτεί από επιτόπια έρευνα «αυτοπτών μαρτύρων», δηλαδή προσώπων που είτε υπέστησαν τη συγκεκριμένη βία, αλλά κατόρθωσαν να επιβιώσουν, είτε είδαν άλλους να την υφίστανται. Υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία γύρω από το πώς συντάσσονται τα στρατιωτικά έγγραφα, ακόμη για το πώς γίνονται αναφορές από κατώτερες μονάδες στις αμέσως ανώτερες. Πολλές από τις περιγραφές των στρατιωτικών γεγονότων που συναντά κανείς στα στρατιωτικά έγγραφα είναι αρκετά φιλτραρισμένες, ορισμένες εξαιρετικά λιτές, και άλλες είναι εντελώς ψευδείς, ενώ δεν αποκλείεται ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών. Αλλά το ψεύδος δεν είναι τυχαίο: έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι ψεύδους –διότι δεν πρόκειται για απλές ανακρίβειες– που μπορεί να δει κανείς στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία της εποχής, ειδικά όταν οι συντάκτες των εν λόγω κειμένων προσπαθούν να παρουσιάσουν δολοφονικές πρακτικές και εγκλήματα πολέμου ως απλή, συνηθισμένη, εντός των πλαισίων του δικαίου του πολέμου, πολεμική δράση. Πέρα από αυτά, στις στρατιωτικές εκθέσεις ενσωματώνονται κατ’ ανάγκην τα στερεότυπα των συντακτών για την ετερότητα, δοξασίες για τους «εθνικούς χαρακτήρες» των εμπλεκομένων μερών, υποθέσεις για τα κίνητρα της εχθρότητας ανάμεσα στους Μουσουλμάνους (Τσάμηδες) και τους (Χριστιανούς) Έλληνες, ερμηνείες συμπεριφορών του πληθυσμού ως φιλογερμανικών ή εχθρικών, αλλά και «θεωρίες» για την προσωπικότητα του αντάρτη.

Έτσι π.χ., στην επίσημη έκθεση του συνταγματάρχη Remold, μέλους του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και μέλους των SS, συγγραφέα εγχειριδίων για την άσκηση της ναζιστικής νεολαίας στην πολεμική τέχνη, αλλά και απομνημονευμάτων από την κατάκτηση της Γαλλίας, την αιχμαλωσία του στη Ρωσία, τα ταξίδια του στην Τουρκία όπου ζουν παλιοί «συναγωνιστές» από την Παραμυθιά, και ενός από τους γερμανούς αξιωματικούς που προώθησε πολύ ενεργά το «αλβανικό ζήτημα» –όπως αναφέρεται το θέμα της αλβανικής διοίκησης της Θεσπρωτίας στην υπηρεσιακή αλληλογραφία των γερμανικών αρχών Κατοχής– γράφει ότι οι Αλβανοί συμμετείχαν στην επιχείρηση Augustus «ως οδοδείκτες κλπ.»:

«Οι Αλβανοί στις παράκτιες περιοχές είναι εξαιρετικά γερμανόφιλοι. Είναι οργανωμένοι για την αυτοάμυνα. Έχουν συμβάλει στην εκκαθαριστική επιχείρηση [Augustus] ως οδοδείκτες κλπ.»
Πίσω από την αθώα λέξη «κλπ.» κρύβονται ορισμένες από τις πιο άγριες, πρωτοφανούς βιαιότητας πράξεις, πέρα από τη συνηθισμένη αρπαγή και λεηλασία περιουσιών, που είχε γνωρίσει ο χριστιανικός πληθυσμός της περιοχής στην ιστορία του. Η ωραιοποίηση εκ μέρους του Remold και των υπηρεσιών του των πραγματικών γεγονότων, η μεταμφίεση της δολοφονικής, εγκληματικής βίας σε συνηθισμένη –και μάλιστα ελεγχόμενη και γραφειοκρατικά άψογη– στρατιωτική βία, δεν διαψεύδεται μόνο από τις αντιφατικές αναφορές μέσα στα ίδια τα στρατιωτικά αρχεία για τα ίδια βίαια γεγονότα, αλλά και από τις αφηγήσεις των θυμάτων αυτής της καταστροφής που κατάφεραν να επιζήσουν. Κυρίως, όμως, διαψεύδεται από την αιώνια σιωπή των δολοφονημένων αμάχων των χωριών του Φαναρίου. Ακόμη και ο ενταγμένος στο πλέγμα της ελληνικής κατοχικής διοίκησης, τότε, διοικητής της Ηπείρου Τσιμπρής, σε επιστολή του της 3.9.43 προς τον μέραρχο von Stettner, δίνει μια ανάγλυφη εικόνα της κατάστασης στη Θεσπρωτία, παρόλο που ως εκπρόσωπος της κατοχικής κυβέρνησης εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να είναι πολύ συγκρατημένος σε ό,τι αφορά την κριτική του. Γράφει, λοιπόν, ο Τσιμπρής στην επιστολή αυτή, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τα εξής:
«Τους τελευταίους δύο μήνες, μετά τις αυστηρές οδηγίες του διοικητή του 26. Σώματος Στρατού [Della Bona] η κατάσταση [στη Θεσπρωτία] έχει κάπως βελτιωθεί. Και τώρα, μετά την άφιξη των στρατιωτικών δυνάμεων τις οποίες διοικείτε, και μετά την καταδίωξη των ανταρτών από τους Γερμανούς στρατιώτες, οι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας παρερμηνεύουν το σκοπό της καταδίωξης αυτής και μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από τα χωριά πηγαίνουν αυτοί, όντας εξοπλισμένοι, και παίρνουν ό,τι έχει απομείνει στον χριστιανικό πληθυσμό».
Και πιο κάτω: «Στις 13. Αυγούστου ένοπλοι Μουσουλμάνοι εισέβαλαν στο Ραχούλι όπου άρπαξαν πρόβατα και σκότωσαν τρεις χριστιανούς».
Αυτό το επεισόδιο παρουσιάζεται στην αναφορά του Remold προς την υπερκείμενη αρχή ως εξής:
«Τρία άτομα εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες τα οποία αναγνωρίστηκαν από τους Μουσουλμάνους ως αρχηγοί ανταρτών».
Η μάχη για την ιστορία, όπως μπορεί να δει κανείς, ξεκινά από τη σύνταξη των αναφορών για τα στρατιωτικά γεγονότα κατά τη διάρκεια των ίδιων των γεγονότων. Και συνεχίζει ο Τσιμπρής:
«Ο πληθυσμός των χωριών υποβάλλει το αίτημα να ληφθούν εκ μέρους της διοίκησης μέτρα για τη μεταφορά του. Κανένας χριστιανός δεν μπορεί πλέον να πάει σε κέντρα όπως η Ηγουμενίτσα, η Παραμυθιά και οι Φιλιάτες, γιατί ξέρει ότι στο δρόμο τον περιμένει ο θάνατος».

Η αξιολόγηση της δράσης των «Αλβανών»

Τι απαντά για όλα αυτά ο Remold στην έκθεσή του, μετά το πέρας της επιχείρησης Augustus; Στο σημείο «8» της έκθεσης υπάρχει μια παράγραφος με τίτλο «Αξιολόγηση της δράσης των Αλβανών». Στην παράγραφο αυτή περιλαμβάνονται τα εξής:
«Ο αρχηγός των Αλβανών, κτηνίατρος Nuri Dino, έχει κατά τη γνώμη μου τη βούληση να ειρηνεύσει την περιοχή. Δεν υπήρξαν εκ μέρους του και εκ μέρους των ανθρώπων του εκδικητικές πράξεις. Οι προσπάθειές του κατατείνουν στο να εντοπιστούν οι πρωταίτιοι μέσω διαπραγματεύσεων και να εξουδετερωθούν… Έχω την πεποίθηση ότι μπορεί με γερμανική βοήθεια να πετύχει το στόχο του. Οι Αλβανοί επίστρατοι τον υπακούουν. Διαφαίνεται ότι σύντομα θα προκύψει μια καλή αντιανταρτική ομάδα η οποία θα μεριμνά για ησυχία και τάξη σύμφωνα με τη δική μας έννοια.»
Πριν από τις επιχειρήσεις στα πλαίσια του εκκαθαριστικού σχεδίου Augustus, υπήρξαν εκτελέσεις αμάχων σε δύο χωριά της περιοχής: στη Γλυκή και στο Μορφάτι. Έτσι, στον Ασπρόμυλο, μια τοποθεσία στα πρόθυρα του χωριού Γλυκή, το μεσημέρι της 27.7.43, εκτελούνται, σύμφωνα με την αναφορά της αρμόδιας στρατιωτικής μονάδας, 20 αντάρτες, γιατί με βάση τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του το απόσπασμα αναγνώρισης –από ποιον άραγε;– που ξεκινά το πρωί της ίδιας μέρας από τη Βουνοπλαγιά Ιωαννίνων, στην περιοχή υπήρχαν αντάρτες. Ας δούμε πώς παρουσιάζει το επεισόδιο αυτό η μονάδα στην οποία ανήκει το απόσπασμα:

«Στο δυτικό άκρο της Γλυκής έγινε αιφνιδιασμός σαράντα οπλισμένων ανταρτών, ενώ οι είκοσι εκτελέστηκαν. Άνοιξαν αμέσως πυρ κατά της ομάδας αναγνωρίσεως, αλλά μπορέσαμε να τους απωθήσουμε. Μετρήθηκαν είκοσι νεκροί. Λάφυρα είκοσι όπλα και μια δέσμη χειροβομβίδες. Ένας τραυματίας συνελήφθη. Κατά την επιστροφή, περίπου 500 μέτρα βορειότερα, οι αντάρτες επιχείρησαν να κυκλώσουν την ομάδα και να τους επιτεθούν. Τότε ο κρατούμενος τραυματίστηκε θανάσιμα»

Όπως αφηγείται ο εργάτης στο μύλο αυτό εκείνη την ημέρα, Λάμπρος Βασιλείου, που κατόρθωσε να διαφύγει την εκτέλεση, μια μικρή ομάδα ανταρτών που εκείνη την ώρα έπαιζαν χαρτιά στον ίσκιο ενός πλατάνου κοντά στο μύλο, πράγματι αιφνιδιάστηκαν, κατόρθωσαν όμως να διαφύγουν χωρίς απώλειες μέσα από το χαντάκι του μύλου. Μάχη δεν υπήρξε ούτε πριν, ούτε μετά την εκτέλεση των αμάχων. Το μόνο αληθές στην αναφορά είναι η εκτέλεση, μόνο που αυτή αφορά αμάχους που βρέθηκαν εκείνη την ώρα στο μύλο για δικές τους δουλειές, και όχι στα πλαίσια κάποιας αντιστασιακής δράσης.

Στις 30.7.1943, άλλο απόσπασμα αναγνώρισης της περιοχής Ηγουμενίτσας-Μαζαρακιάς-Πάργας, στην επιστροφή του από την Αγ. Κυριακή, επιτίθεται εναντίον του χωριού Μόρφι (Μορφάτι). Εκτελούνται είκοσι ένας άμαχοι, ένας συλλαμβάνεται –εκτελείται αργότερα στα Ιωάννινα με ρητή διαταγή εκτέλεσης στην οποία αναφέρεται ότι συνελήφθη με το όπλο στο χέρι– και το χωριό πυρπολείται. Η αναφορά του επικεφαλής του αποσπάσματος περιλαμβάνει τα εξής:
«Στο δρόμο Ηγουμενίτσα-Πάργα, καμία επαφή με τον εχθρό. Κατά την επιστροφή σήμερα, 1.5 χλ. βορειοανατολικά της Αγ. Κυριακής δεχθήκαμε ισχυρά πυρά από τα γύρω υψώματα. Μετά την ανταπόδοση των πυρών οι αντάρτες υποχώρησαν προς το σημείο 518.5. Κατόπιν αυτού γίνεται επίθεση στο Μορφάτι το οποίο πυρπολείται. Οι αντάρτες στο Μορφάτι υποχώρησαν ανατολικά. Συνολικά καταμετρήθηκαν 21 νεκροί. Λάφυρα πέντε όπλα και ένα ολποπολυβόλο. Ένα οπλοπολυβόλο καταστράφηκε με καίρια βολή. Ένας οπλοπολυβολητής συνελήφθη»
Για το ανδραγάθημα, ο επικεφαλής του αποσπάσματος υπολοχαγός Heller παίρνει πέντε μέρες τιμητική άδεια από τον Μέραρχο:

«Ο υπολοχαγός Heller, διοικητής του τρίτου ουλαμού της Μοίρας Αναγνωρίσεως 54, επιτέθηκε εναντίον του ανταρτοχωριού Μόρφι με δική του πρωτοβουλία και το κατέλαβε. 21 αντάρτες εκτελέστηκαν, ένα οπλοπολυβόλο καταστράφηκε, ένα οπλοπολυβόλο και πέντε όπλα λάφυρα. Το χωριό πυρπολήθηκε. Η ομάδα αναγνωρίσεως δεν είχε καμία απώλεια. Εκφράζω στον υπολοχαγό Heller την ιδιαίτερη ευαρέσκεια και του εγκρίνω τιμητική άδεια πέντε ημερών»

O διοικητής της Μεραρχίας Stettner δεν πήγε, ασφαλώς, στο Μορφάτι για να επιβεβαιώσει αν τα πράγματα εξελίχθηκαν όντως έτσι όπως τα περιγράφει ο Heller. Σημασία για τη συντήρηση του μηχανισμού της βίας, όμως, δεν έχει αν ο επικεφαλής του αποσπάσματος υπερβάλλει ή όχι, αλλά ότι μια τέτοια βία, όπως την παρουσιάζει στην ανώτερη αρχή, επαινείται και αμείβεται άλλοτε με ευαρέσκεια, άλλοτε με τη χορήγηση άδειας, και άλλοτε με διάκριση και παράσημα.

Η κατάσταση στα χωριά του Φαναρίου παραμένει εφιαλτική και μετά την επιχείρηση Augustus. Στις 15.8.1943, καθώς το τρίτο τάγμα του Συντάγματος (ΙΙΙ/99) που συμμετέχει στις επιχειρήσεις επιστρέφει στη βάση του, τη Μενίνα, συλλαμβάνονται 35 κάτοικοι της Παραμυθιάς με ονομαστική κατάσταση, οι οποίοι ανακρίνονται και μεταφέρονται στα Ιωάννινα. Προς το τέλος Αυγούστου, μετά τις διαφωνίες που ανέκυψαν ανάμεσα στην ιταλική και τη γερμανική στρατιωτική αρχή –ας υπενθυμίσουμε ότι στις 8 προς 9.9.43 γίνεται ο αφοπλισμός των ιταλικών μονάδων από τη Βέρμαχτ– οι όμηροι αφήνονται ελεύθεροι και ορισμένοι φεύγουν για το αντάρτικο. Οι περισσότεροι μένουν. Θα συλληφθούν όμως ξανά στις 27.9.43 και μαζί με άλλους αμάχους θα εκτελεστούν στις 29.9.34 λίγο έξω από την Παραμυθιά. Ένα ακόμη έγκλημα πολέμου για το οποίο, από την πλευρά τουλάχιστον της Βέρμαχτ, κανείς ποτέ μέχρι σήμερα δεν τιμωρήθηκε, συντελείται στην Ήπειρο εκείνη την ημέρα. Διότι η σφαγή των 49 κατοίκων της Παραμυθιάς δεν ήταν μια απλή αντίδραση της κατοχικής δύναμης απέναντι στην απώλεια έξι στρατιωτών της Βέρμαχτ, σε ένοπλη σύγκρουση με μαχητές της ανταρτικής οργάνωσης του Ζέρβα στη Σκάλα της Παραμυθιάς, μερικές μέρες νωρίτερα. Υπήρξε σχεδιασμένη και συνειδητή πράξη με πολιτικό περιεχόμενο και αυτό ήταν η φυσική εξόντωση της ηγεσίας της πόλης και η τρομοκράτηση των υπολοίπων, ώστε να μετακινηθούν σε άλλον τόπο, κάτι που διευκόλυνε τον εξαλβανισμό της πόλης και της περιοχής. Χρειαζόταν απλώς το κατάλληλο πλαίσιο, το κατάλληλο κλίμα και η κατάλληλη αφορμή.

Το πλαίσιο και το κλίμα μετά τις 9.9.43 είχε αλλάξει δραματικά. Η Μεραρχία Edelweiß υπάγεται τώρα απ’ ευθείας στο γερμανικό 22. Ορεινό Σώμα Στρατού με διοικητή τον Hubert Lanz. Η κατάσταση στο Φανάρι και σε ολόκληρη τη Θεσπρωτία χειροτερεύει. Ο νέος σύμμαχος των Τσάμηδων, η Βέρμαχτ, γίνεται η ελπίδα της ηγεσίας τους. Στις 13.9.43 ο Τσιμπρής ξαναγράφει στον διοικητή της Μεραρχίας Stettner, ζητώντας του να διερευνηθεί το ζήτημα των ωμοτήτων εναντίον των χριστιανών της Θεσπρωτίας. Η διερεύνηση του θέματος έχει ενδιαφέρον.

Η διερεύνηση των ωμοτήτων από τον συνταγματάρχη Remold

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση αναθέτει την έρευνα σε εκείνον ακριβώς που ενθαρρύνει και συγκαλύπτει με τις ωραιοποιημένες του αναφoρές την εγκληματική δράση της μονάδας του (99. Σύνταγμα καταδρομών), αλλά και των Μουσουλμάνων: στον συνταγματάρχη Remold. Ο Remold –που μεταπολεμικά θα γίνει διοικητής της Άμεσης Δράσης του Μονάχου και ποτέ δεν θα κληθεί από κάποιον δικαστικό λειτουργό της Ελλάδας ή της χώρας του να λογοδοτήσει για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε η μονάδα του στη Θεσπρωτία, κι έτσι θα βρει αρκετό χρόνο μετά τον πόλεμο να επισκεφθεί τον φίλο του από τα παλιά, τον Nuri Dino, στην Τουρκία– υιοθετεί πλήρως την οπτική γωνία και την επιχειρηματολογία της μουσουλμανικής ηγεσίας, δεν βλέπει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα βίας, και μάλιστα στην έκθεσή του γράφει ότι τα μικρο-επεισόδια βίας που παρατηρούνται στην περιοχή είναι αναμενόμενα και συνηθισμένα στα Βαλκάνια. Προς το τέλος, μάλιστα, της έκθεσης επαινεί τους Αλβανούς μουσουλμάνους που τον βοηθούν στις επιχειρήσεις, καλύπτει πλήρως τον Nuri Dino και τον παρουσιάζει ως την ελπίδα της Βέρμαχτ για την ειρήνευση στην περιοχή, τονίζοντας ότι η αναβάθμισή του συμφέρει τη γερμανική πλευρά, καθώς ο Nuri με τους οπαδούς του εξασφαλίζει την τάξη και την ησυχία στην περιοχή.

Ήδη με την έκθεση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται πλήρως από τις υπερκείμενες αρχές, ξεκινά η προσπάθεια της επίσημης πλέον εγκαθίδρυσης της αλβανικής πολιτικής εξουσίας στη Θεσπρωτία, μιας εξουσίας η οποία διαθέτει ήδη αρκετές de facto δομές. Βαθμιαία, λοιπόν, από τον Ιούλιο του 1943 μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Nuri αναβαθμίζεται και από «καταξιωμένος πληροφοριοδότης» γίνεται τακτικός πολιτικός και στρατιωτικός συνεργάτης. Αναλαμβάνει την ευθύνη της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης για όλη τη Θεσπρωτία και γίνεται η ελπίδα του συνταγματάρχη Remold: ο Remold είναι βέβαιος πως αν ο Νuri ή ο ανεψιός του, Redzep Dino, γίνει νομάρχης Θεσπρωτίας, αν η Θεσπρωτία αποκτήσει Αλβανό νομάρχη, θα κυριαρχήσει τάξη και θα υπάρξει ειρήνευση στην περιοχή.

Αυτήν ακριβώς την εκτίμηση υιοθετεί, όπως θα δούμε, και η γερμανική περιφερειακή τοπική στρατιωτική διοίκηση Ηγουμενίτσας, αλλά και η στρατιωτική διοίκηση της Ηπείρου. Η μετεξέλιξη της de facto αλβανικής διοίκησης σε de jure πολιτική διοίκηση προχωρεί. Όλα δείχνουν ότι η νέα κατοχική δύναμη ευνοεί το πέρασμα της διοίκησης της Θεσπρωτίας σε «αλβανικά» χέρια. Έτσι, σε μια σύσκεψη των προέδρων δεκαεννέα κοινοτήτων της Θεσπρωτίας στην Παραμυθιά στις 18.12.43, ο Redzep Dino απευθυνόμενος στον τότε νομάρχη της Θεσπρωτίας, που έχει μεταφέρει την έδρα του στην Παραμυθιά, μετά τον αφοπλισμό των ιταλικών δυνάμεων κατοχής, είναι σαφής: «η ελληνική διοίκηση πρέπει να φύγει, από εδώ και στο εξής δεν τη δεχόμαστε», θα τονίσει στο συνομιλητή του, τον κατοχικό αναπληρωτή νομάρχη.

Με την ανοχή και τη στήριξη της Βέρμαχτ, η τρομοκρατία των μουσουλμάνων Τσάμηδων εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού αλλά και της ελληνικής διοίκησης στη Θεσπρωτία δημιουργεί πλέον την εξής συγκυρία, η οποία συνδέει την ετερότητα, τη στρατιωτική δύναμη και τη βία σε ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης της εθνοκάθαρσης της περιοχής από τους χριστιανούς κατοίκους της και την αχρήστευση της ελληνικής κατοχικής διοίκησης.

Τα γερμανικά στρατεύματα στην περιοχή ασκούν ωμή δολοφονική βία με τη συμβολή των εξοικειωμένων με τις ιδιαιτερότητες της περιοχής ενόπλων της μουσουλμανικής μειονότητας. Η βία αυτή δεν εκδηλώνεται μόνο κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, αλλά εκτείνεται και στην καθημερινότητα. Είναι γενικευμένη, καθημερινή βία, χωρίς κατ’ ανάγκην συγκεκριμένο στρατιωτικό στόχο, και αφορά πολίτες και διοικητικά στελέχη, δηλαδή στελέχη μιας διοίκησης η οποία υποτίθεται ότι είναι εξ ορισμού στην υπηρεσία του κατακτητή ή τουλάχιστον συνεργάζεται στενά με τις κατοχικές δυνάμεις. Η διοίκηση αποψιλώνεται και παραλύει, δεν διοικεί. Οι γερμανικές υπηρεσίες επισημαίνουν συχνά το γεγονός αυτό, αλλά είτε δεν το κατανοούν, είτε υποκρίνονται ότι δεν το αντιλαμβάνονται, είτε αρνούνται να εντοπίσουν τις πραγματικές αιτίες του φαινομένου. Έτσι το αίτημα για αντικατάσταση της διοίκησης από ελληνική σε αλβανική (μειονοτική) ακούγεται εύλογο στα αφτιά τους. Οι γερμανικές υπηρεσίες της περιοχής της Ηπείρου που σχετίζονται με το 22. Ορεινό Σώμα Στρατού υιοθετούν το αίτημα και ως ένα βαθμό το προωθούν, πιστεύοντας ότι από στρατιωτικής πλευράς μόνο μια αλβανική διοίκηση είναι σε θέση να εξασφαλίσει ηρεμία και τάξη στη Θεσπρωτία.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*