του Γιώργου Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 97, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2014

Το  όραμα μιας βαλκανικής υπερεθνικής επανάστασης, έστω και με υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, απεδείχθη ουτοπικό. Και όχι μόνον διότι «εισήχθη» από τη δυτική Ευρώπη η εθνοκρατική λογική, η οποία και εν τέλει κυριάρχησε, αλλά διότι η «οικουμενική» φάση της οθωμανικής κυριαρχίας δεν μπόρεσε εν τέλει να εξαφανίσει ολοκληρωτικά μηχανισμούς εθνικής διαμόρφωσης και εθνικής διαφοροποίησης των βαλκανικών εθνών, που είχαν εγκαινιαστεί πολλούς αιώνες πριν, ακόμα και πριν από εκείνες της δυτικής Ευρώπης. Και οι νεώτεροι Έλληνες δεν διέθεταν την αφομοιωτική ικανότητα να συγκροτήσουν ένα διευρυμένο έθνος, το οποίο θα περιελάμβανε και ένα μέρος των λοιπών Βαλκανίων, ευρισκόμενοι οι ίδιοι κάτω από την οθωμανική κατοχή. Εξ άλλου, η ίδια η γεωγραφία των Βαλκανίων δεν ευνοούσε κάτι τέτοιο.

Οι Έλληνες –έμποροι, Φαναριώτες, λόγιοι–, στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, κινούνταν στην επιφάνεια των ανταλλαγών, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και δεν διέθεταν πληθυσμούς ριζωμένους στην αγροτική και τη βιοτεχνική παραγωγή και, όπου δοκίμασαν να αποκτήσουν, όπως στη Μοσχόπολη, εξοντώθηκαν. Και μια μακρόχρονη επανάσταση μπορούσε να διεξαχθεί μόνο με τη συμμετοχή, την επιμονή, τις θυσίες των λαϊκών μαζών, της αγροτιάς πριν απ’ όλους, γι’ αυτό και η ελληνική Επανάσταση θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά.
Σύμφωνα με ένα μέρος του Φαναρίου και του Πατριαρχείου, οι Έλληνες θα έπρεπε να συνεχίσουν την άνοδό τους μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πρόσφορες συνθήκες για οποιοδήποτε ευτυχές επαναστατικό εγχείρημα. Εξάλλου και από το μεγαλύτερο μέρος των επιφανών λογίων και διαφωτιστών υπήρξε μια παρόμοια εφεκτική, αν όχι και αρνητική στάση.

Εν τέλει, πριν την έκρηξη του κινήματος του ’21 –και μάλιστα μέχρι το 1819– ελάχιστοι ανάμεσα στους διανοουμένους και την «ηγεσία του γένους» το υποστήριζαν. Όχι μόνον ο Κοραής, ο Καποδίστριας, ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, αλλά και ο Άνθιμος Γαζής, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κ.λπ. αποδοκίμαζαν το άμεσο επαναστατικό διάβημα. Ο Καποδίστριας υποστήριζε, όπως ο Κοραής, ότι «πρέπει πρώτα να μορφώσωμεν Έλληνας και έπειτα να κάμωμεν Ελλάδα», παρ’ όλο που ο αδελφός του, Βιάρος, είχε ήδη γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ο «παρισινός πόλος», με κύριο εκπρόσωπο τον Κοραή, όπως και ο σημαντικότερος τα τελευταία χρόνια πριν την επανάσταση, «κύκλος της Πίζας», θεωρεί άκαιρη την επαναστατική απόπειρα του ’21. Σύμφωνα με τον Κοραή, ο ελληνισμός χρειαζόταν μια μακρά περίοδο εκπαιδεύσεως. «Χρει­ά­ζε­ται πεν­τή­κον­τα ἀ­κό­μη ἐ­τῶν παι­δεί­ας τὸ γέ­νος, διὰ νὰ ἔλ­θει εἰς κα­τά­στα­σιν νὰ κα­τορ­θώ­σει τί­πο­τε αὐ­το­κι­νή­τως καὶ αὐ­τουρ­γῶς». Ο Κωνσταντίνος Κούμας, που εξέφραζε τις απόψεις του Κοραή, ακόμα και μετά την επανάσταση, θα συνεχίσει να παραμένει αρνητικός.:

Μιὰ ἑ­ται­ρεί­α, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἀρ­χή, […] μέ­νει ἀ­κό­μη αἴ­νιγ­μα, ὀ­νο­μα­σθεῖ­σα ἑ­ται­ρεί­α τῶν φί­λων ἤρ­χι­σε να ἐ­νερ­γῇ μυ­στι­κῶς τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν. […] Οἱ δὲ ἑ­ταῖ­ροι εἰς τοῦ­το τὸ με­τα­ξὺ ἐ­πλή­θυ­ναν τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τά των. Κα­θεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἐ­μυ­στα­γώ­γει ἀ­δελ­φούς. ‘­Ἐ­πει­δὴ ἡ χει­ρο­το­νί­α ἀ­δελ­φοῦ ἐ­πλη­ρό­νε­το του­λά­χι­στον μὲ ἓν φλω­ρί­ον, οἱ χει­ρο­το­νηταὶ ἐ­πι­θυ­μοῦν­τες να συ­νά­ξω­σι πολ­λὴν πο­σό­τη­τα ἀρ­γυ­ρί­ου, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­λε­γαν ὅ­τι στέλ­νου­σιν εἰς κοι­νὸν τι κι­βώ­τιον, ἡ ἀ­δελ­φό­της ὑ­πε­ρε­πλη­θύν­θη παν­τα­χοῦ ἕ­ως τέ­λη τοῦ 1820 ἔ­τους. Δεν ἐ­συ­νήρ­γει ὀ­λί­γον εἰς τοῦ­το πολ­λῶν χει­ρο­το­νη­τῶν ἡ ἰ­δι­ο­τέ­λεια… 0ι πρό­κρι­τοι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων τῆς Τουρ­κί­ας, Χρι­στια­νοὶ, ἤ­κου­αν τὰ θρυλ­λού­με­να ἔ­τρε­μαν τὸν ἐ­πι­κεί­με­νον κίν­δυ­νον ἀλ­λὰ πῶς ἠ­δύ­ναν­το νὰ ἀ­παν­τή­σω­σι τοῦ­τον;

Για τον Κούμα, η Φιλική Εταιρεία ενισχύθηκε εξ αιτίας της ιδιοτέλειας των μελών της, τα δε κηρύγματά της «ἐ­σά­λευ­αν τὰς φρέ­νας τῶν ἁ­πλου­στέ­ρων». Η στάση αυτή του Κούμα έναντι της Φιλικής Εταιρείας εκφράζει σε μεγάλο βαθμό την αντίθεση ενός μέρους των «κοραϊκών». Βέβαια, άλλοι, όπως ο Άνθιμος Γαζής και ο Βενιαμίν Λέσβιος, έγιναν Φιλικοί ή, όταν εξερράγη η επανάσταση, συντάχθησαν μαζί της, όπως με τόση ζέση και ενθουσιασμό έκανε και ο ίδιος ο Κοραής. Αυτή η μάλλον αρνητική εντύπωση για τη Φιλική ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη, αν όχι και κυρίαρχη μεταξύ των λογίων, ακόμα και μετά την Επανάσταση,. Ο ιστορικός της επανάστασης, Σπυρίδων Τρικούπης, γράφει: «Ἡ ὕ­πο­πτος δὲ αὕ­τη καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἑ­ται­ρί­α συ­νε­χέ­ε­το ἐ­πι­τη­δεί­ως ἐ­νώ­πιον πολ­λῶν με­τὰ τῆς ἀ­νυ­πό­πτου καὶ ἀ­κιν­δύ­νου τῶν Φι­λο­μού­σων… Ἡ Ἑ­ται­ρί­α αὐ­τὴ κα­θ’ ἑαυ­τὴν οὐ­δὲν εἶ­χεν ἀ­ξι­ο­σύ­στα­τον».

Η αντίθεση ανάμεσα στους οπαδούς της άμεσης επαναστατικής δράσης και τους υπολοίπους ήταν πραγματική και είχε βαθύτατες ρίζες. Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού δεν ανεχόταν πλέον την τουρκική τυραννία, ενώ οι Έλληνες ενδυναμώνονταν οικονομικά, πνευματικά, ακόμα και στρατιωτικά. Από την άλλη πλευρά, οι σπουδαιότερες κεφαλές του γένους δεν μπορούσαν να δεχτούν ένα επαναστατικό κίνημα χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες γεωπολιτικές και διπλωματικές προϋποθέσεις. Μία επιστολή του Καποδίστρια αποδίδει έξοχα και αδρά αυτή την αντίθεση:
«Προς επαύξησιν των θλίψεών μου ήλθον εξ Ακαρνανίας, Πελοποννήσου, Ηπείρου οι Βότσαροι, οι Κολοκοτρώναι και άλλοι αρχηγοί. […] Έλεγον δε αυτοίς ότι ο Αυτοκράτωρ υπ’ ουδεμίας αιτίας διετίθετο να γυμνώση το ξίφος κατά Τουρκίας, ούτε να συμπλεχθή μετά της Αγγλίας. […] Ώφειλον διό ν’ αποθέσωσι τας κακώς ληφθείσας ελπίδας και να οπλισθώσι μέ υπομονήν. Ας δώσωσιν όμως εθνικήν ανατροφήν εις τα τέκνα των, και ας περιμένωσιν εκ του χρόνου την σωτηρίαν των.

– Ημείς δεν δυνάμεθα (απεκρίνοντο) […] Τι θα γείνωμεν; Τι θα γείνωσιν αι άθλιαι οικογένειαί μας; […] Αχ! Εάν η Ρωσσία μας εγκαταλείψη, ο Θεός όμως βεβαίως δεν θα μας αφήση να χαθώμεν. Θεμένοι εις τόσας σκληράς στενοχώριας των δυναστών της γης, ημείς θα σηκώσωμεν, εάν μη επιτύχωμεν, το να ελευθερωθώμεν από τους Τούρκους, και θ’ αποθάνωμεν τουλάχιστον όχι αναξίως των προγόνων μας. Σεις μας ομιλείτε ωραία διά μακρυνάς ελπίδας, δι’ ανατροφήν των τέκνων μας, ενώ στερούμεθα του επιουσίου άρτου, και δεν έχομεν τι να εορτάσωμεν το ερχόμενον Πάσχα.

– Η απάντησις αυτή με έθλιψε ζωηρώς την καρδίαν αλλά τί εδυνάμην να πράξω; Αντέτεινα μολοντούτο όσον ηδυνήθην ισχυρώτερον, και επέμεινα εις τας προτροπάς μου.»

Αυτή η βαθύτατη και πραγματική αντίθεση ήταν δομικού χαρακτήρα, ριζωμένη στην ίδια τη συγκρότηση του ελληνικού κόσμου, και όχι βέβαια ένα υποκειμενικό ζήτημα, που οδηγεί είτε σε δαιμονοποιήσεις της μιας ή της άλλης μερίδας είτε, συχνότερα, σε αποσιωπήσεις. Ο ελληνισμός δεν ήταν ένα ενιαίο ή, έστω, λίγο πολύ ομοιογενές σώμα. Η Κ/πολη ήταν η «πρωτεύουσα» του γένους και της Φιλικής Εταιρείας, αλλά κατοικούνταν –πλειοψηφικά– από μουσουλμάνους, στη Σμύρνη ή τη Θεσσαλονίκη οι μουσουλμανικοί και εβραϊκοί πληθυσμοί πλειοψηφούσαν. Οι Έλληνες είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις ηγεμονίες και τη Ρωσία, αλλά αποτελούσαν μειοψηφία επικεντρωμένη στο εμπόριο και τις διοικητικές θέσεις. Οι πλειοψηφικοί ελληνικοί πληθυσμοί, με μικρή ή κάποτε ανύπαρκτη παρουσία των Οθωμανών, ήταν συγκεντρωμένοι στην Πελοπόννησο, τη Στερεά και τα νησιά. Και το ίδιο ίσχυε από την άποψη της ταξικής σύνθεσης. Άβυσσος χώριζε τους αγρότες ραγιάδες της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου ή της Ηπείρου από τους πάμπλουτους, δυτικοσπουδαγμένους Φαναριώτες, που εν μέρει διοικούσαν την αυτοκρατορία ή τους φτωχούς παπάδες, που έπρεπε να δουλεύουν σκληρά στα χωράφια για να επιβιώσουν, με τον ανώτατο κλήρο, που γύρω από τον Διονύσιο Καλλιάρχη, προωθούσε την πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού. Άβυσσος χώριζε τους σκληροτράχηλους Σουλιώτες και τους καπεταναίους του Μοριά από τους «δυτικόφρονες» Σμυρνιούς και Χιώτες μεταξέμπορους την υψηλή διανόηση της διασποράς από τους Κολυβάδες μοναχούς, που προετοίμαζαν τους νεομάρτυρες στον δρόμο της θυσίας. Σε όλους ήταν δεδομένη η αίσθηση της κοινής ταυτότητας απέναντι στον Τούρκο δυνάστη, γι’ αυτό και όλοι θα συμμετάσχουν λιγότερο ή περισσότερο στην επανάσταση και θα υποστούν τις συνέπειές της, αλλά αυτές οι βαθιές διαχωριστικές γραμμές δεν θα επιτρέψουν τη συγκρότηση ενός αρραγούς επαναστατικού μετώπου και θα μειώσουν την ίδια την εμβέλειά της.

Γι’ αυτό και οι ανισομέρειες στην ίδια τη σύνθεση της επαναστατικής οργάνωσης, της Φιλικής, και οι διαφορετικές κατευθύνσεις που αποτυπώνονταν στην ίδια της την κοινωνική και γεωγραφική πραγματικότητα. Μετά το 1818, κέντρο της θα είναι η Κωνσταντινούπολη, η ανώτατη ηγεσία της θα βρίσκεται στη Ρωσία και η ευρύτερη συμμετοχή θα διαπιστώνεται στην Πελοπόννησο! Πάνω από τα μισά γνωστά μέλη της ήταν έμποροι, σε μια Επανάσταση που θα διεξαχθεί με επίκεντρο τη Νότια Ελλάδα και τα νησιά, όπου θα πρωτοστατούν στρατιωτικοί, προεστοί, κληρικοί, άνθρωποι του λαού.

Και όμως, σε ένα τέτοιο εγχείρημα θα χρειαζόταν μια ηγεσία «επαγγελματιών επαναστατών» ιδιαίτερου χαρακτήρα, άνθρωποι που θα μπορούσαν να συνδυάζουν την πολιτική σκέψη και τις γνώσεις του ευρύτερου ευρωπαϊκού γεωπολιτικού περιβάλλοντος, με την αποφασιστικότητα και την ορμή των οπλαρχηγών και των καπεταναίων της στεριάς και της θάλασσας. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ομοίαζε πλησιέστερα από όλους στο πρότυπο που θα μπορούσε να συγκεντρώσει αυτές τις δύο αναγκαίες ιδιότητες. Αλλά η σύλληψη και η φυλάκισή του από τους Αυστριακούς το 1821 δεν του έδωσε την ευκαιρία να δείξει αν θα μπορούσε να αναδειχθεί στον ηγέτη που χρειαζόταν η επανάσταση. Έτσι η επανάσταση θα βαδίζει με τις δυνάμεις της διάσπαρτες, με σύμβολα τον σκληροτράχηλο αγωνιστή, τον Κολοκοτρώνη, και τον πεπαιδευμένο και ικανό Φαναριώτη Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, σε μια διαρκή διελκυστίνδα αντιπαράθεσης.

Ο ηγέτης που διακαώς επιθυμούσαν οι Έλληνες και οι Φιλικοί, ο Ιωάννης Καποδίστριας, όχι τυχαία, θα απορρίψει το επαναστατικό κάλεσμα της Φιλικής. Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος συνοψίζει μέσα από τη συνάντηση του Καποδίστρια με τον Ξάνθο, στις αρχές του 1820, τη συνάντηση δύο κόσμων:

Οι δύο ούτοι άνδρες αντιπροσώπευον δύο κόσμους διαφόρους. Ο είς, Υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο κορυφαίος Έλλην της εποχής και άμα κορυφαίος πολιτικός της Ευρώπης, ευγενής εκ καταγωγής, τυχών εξαιρέτου ανωτάτης παιδείας, κάτοχος και άλλως σπανίας μορφώσεως και μεγίστης πείρας επί των δημοσίων πραγμάτων, […] συνεργάτης και έμπιστος του ισχυροτέρου Αυτοκράτορος της Γης, μέλος του υψηλότερου κύκλου της ευρωπαϊκής κοινωνίας και εκ των διασημοτέρων προσωπικοτήτων αυτής γνώστης άριστος των διεθνών συνθηκών και του διεθνούς πολιτικού κλίματος, […] και πλήρως ενήμερος επί των διαθέσεων και των δυνατοτήτων του Ρώσσου Αυτοκράτορος […] τέλος, ειθισμένος εις την ψυχράν λογικήν των διπλωματών και την εκτίμησιν των πραγμάτων άνευ επιρροής των συναισθημάτων. Ο άλλος, μετρίας μορφώσεως, αποτυχών έμπορος, αργότερον εμποροϋπάλληλος, εις των ιδρυτών και αρχηγών μυστικής επαναστατικής εταιρίας, ιδρυθείσης από εξαετίας και πλέον προς απελευθέρωσιν του Έθνους, εξαπλωθείσης ήδη εις όλας τας τάξεις και όλας τας κοινότητας του Ελληνισμού, διάγων από διετίας τουλάχιστον την ζωήν επαγγελματίου επαναστάτου, φορεύς της ενθουσιώδους νοοτροπίας και του ειδικού τρόπου σκέψεως των επαναστατών, ενέχοντος αγνόησιν η σμίκρυνσιν των εμποδίων, των δυσχερειών και των κινδύνων. […]
Ο Ξάνθος, επίστευεν, ότι οι Έλληνες δύνανται να επιτύχωσι την απελευθέρωσιν αυτών δι’ επαναστάσεως κατά του Σουλτάνου, νικώντες τους Τούρκους, «κατώτερους των Ελλήνων εις τα φώτα και την ανδρείαν», και εζήτει από τον Καποδίστριαν να αναλάβη την αρχηγίαν της Εταιρίας και της Επαναστάσεως, ήτοι να θέση το κύρος αυτού εις την υπηρεσίαν της Εταιρίας και της Επαναστάσεως […] και επί πλέον να εξασφαλίση παρά του Αυτοκράτορος μυστικήν βοήθειαν εις χρήμα και εις όπλα. […].
Διά της εκλογής του Καποδίστρια ως αρχηγού, επεδιώκετο επί πλέον να παρασυρθή η Ρωσσία εις πόλεμον κατά της Τουρκίας. Κατά τον Σπηλιάδην, η εκλογή του Καποδίστρια ως αρχηγού οφείλεται «εις την ελπίδα των πρωτεργατών, ότι δι’ αυτής επιτυγχανούσης θα προυκαλείτο εν τέλει Ρωσσοτουρκικός πόλεμος». […] Κατά τον Φωτάκον, «μέγας σκοπός της Φ.Ε. ήτο να δυνηθή να παρασύρη την Ρωσσίαν, εις πόλεμον κατά των Τούρκων» , και κατά τον Φιλήμονα, «…η ελπίς ενός Ρωσσικού πολέμου, μόνου βοηθητικού εις την Επανάστασιν της Ελλάδος δεν ήτο αποβολιμαία κατά την εποχήν αυτήν».

Ο υπουργός του τσάρου θα συναινέσει μάλλον στην επιλογή του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως του ηγέτη της οργάνωσης, θα υποταχθεί εν μέρει και αυτός στο μεγάλο κύμα που πλέον κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει. Ο Καποδίστριας, άνθρωπος πεπειραμένος και γνώστης των πολιτικο-κοινωνικών φαινομένων, κατανοούσε πως ένα επαναστατικό εγχείρημα, που έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, δεν μπορεί πλέον να ανακοπεί. Και παρότι αρνήθηκε ο ίδιος να τεθεί επί κεφαλής, παρακολουθούσε πλέον εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις. Εξάλλου και ο γραμματέας του, Κωνσταντίνος Καντιώτης, ήταν μέλος της Φιλικής.

Παρότι, όταν θα εκραγεί η επανάσταση, όλοι, εκόντες ή άκοντες, θα συμμετάσχουν σε αυτήν, εν τούτοις, όσοι θεωρούσαν ότι αποτελούσε μια εσφαλμένη ή ακόμα και «εγκληματική» ενέργεια, δεν θα πιστέψουν ποτέ στην αυτόνομη δυνατότητα των Ελλήνων να τη φέρουν εις πέρας, και θα αναζητούν διαρκώς προστάτες και δάνεια, σε διαρκή σύγκρουση με όλους εκείνους που είχαν ριχτεί στον αγώνα χωρίς επιφύλαξη.

Και όμως, υπό αυτές τις συνθήκες, μία και μόνη αποτελεσματική λύση υπήρχε. Εφ’ όσον ο συρμός είχε ήδη ριχθεί στις ράγες και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να τον σταματήσει, οι κορυφές του γένους, παραμερίζοντας τους ενδοιασμούς τους ήταν υποχρεωμένες να τεθούν επί κεφαλής και να προσπαθήσουν να φέρουν εις πέρας το επαναστατικό εγχείρημα με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Διότι οι δισταγμοί ή η άρνηση συμμετοχής σε τέτοιες συνθήκες έχουν μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν μπορεί να παίζει κανείς με την εξέγερση.

Ήταν κατάλληλες οι εσωτερικές συνθήκες;

Παρότι το εγχείρημα της Φιλικής ήταν σχετικά απαράσκευο και οι διεθνείς συνθήκες δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, εν τούτοις ο ελληνισμός είχε φθάσει σε εκείνο το ψυχολογικό σημείο βρασμού, που δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί την οθωμανική απολυταρχία. Οι Έλληνες είχαν γνωρίσει μία ταχύρυθμη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, προ παντός από τα μέσα του 18ου αι. Οι Έλληνες είναι μεγαλέμποροι και καραβοκυραίοι, η χώρα γεμίζει εκπαιδευτικά ιδρύματα, εταιρείες, υπάρχει φιλελληνισμός. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από εξεγέρσεις, επαναστάσεις, κινήματα, στην Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αμερική. Η πρώτη μεγάλη επανάσταση, των ορλωφικών στα 1770, οι αγώνες των Σουλιωτών ενάντια στον Αλή πασά, ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Ρήγας Βελεστινλής, η κατάληψη των Επτανήσων από τα επαναστατικά στρατεύματα του Ναπολέοντα, ο Νικοτσάρας, ο Βλαχάβας, ο Ζαχαριάς, οι Κολοκοτρωναίοι, ο Κατσαντώνης, ο Ανώνυμος, η σερβική επανάσταση στα 1804 οι Έλληνες ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία και οι δραγουμάνοι, ο Καποδίστριας και οι Υψηλάντες και παράλληλα στην Ευρώπη και την Αμερική, ένας επαναστατικός αναβρασμός χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η Αμερικανική και Γαλλική Επανάσταση, οι πόλεμοι σε όλη την Ευρώπη, οι επαναστάσεις στην Ισπανία, την Ιταλία. Η Ιερά Συμμαχία προσπαθεί να εμποδίσει τον χείμαρρο που ξεχυνόταν από παντού και, όπως πάντα συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Οι Έλληνες, μέσα σε αυτό το εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον, ήταν αδύνατο πλέον να ανεχθούν τον οθωμανικό ζυγό. Εξάλλου και η συγκυριακή οικονομική κρίση, μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, ήρθε να επιτείνει τον αναβρασμό.

Επί πλέον, σε ό,τι αφορά στις εσωτερικές συνθήκες, ήταν μάλλον οι ευνοϊκότερες δυνατές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε κακά χάλια. Οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες των σουλτάνων Σελίμ Γ΄(1789-1807) και Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) δεν είχαν επιτύχει, ούτε ολοκληρωθεί. Οι γενίτσαροι παρέμεναν ισχυροί, ο στρατός αποδιοργανωμένος και, μόλις υπό την πίεση του Χαλέτ εφέντη, ο σουλτάνος είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του Αλή πασά. Η απόφαση του Μαχμούτ Β΄ και του Χαλέτ εφέντη να στραφούν ανοικτά εναντίον του Αλή απειλούσε με συντριβή όλες τις ενόπλες δυνάμεις του ελληνισμού, στη Ρούμελη και την Ήπειρο.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ επερνούσε κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια πολύ ανήσυχους ημέρας. […]. Ο Αλή πασσάς είχε περιχαρακωθεί εις τα Ιωάννινα, και απειλούσεν, αν δεν κατεβάλλετο, να επεχτείνει το αυτόνομον πασσαλίκι του εις ολόκληρον την Ρούμελην. Ο πασσάς της Πτολεμαΐδος είχεν επαναστατήσει. Οι Δρούσοι ενοχλούσαν τας γειτονικάς των επαρχίας και εζητούσαν αυτονομίαν. Φίλαρχοι Άραβες απειλούσαν αυτήν την Μέκκαν και την Μεδίναν. Ο σάχης της Περσίας εισέβαλλε διαρκώς εις τας ανατολικάς επαρχίας. Ισχυρά ρωσικά στρατεύματα συνεκεντρούντο επί των όχθων του Προύθου […]. Οι Σέρβοι εννοούσαν να επιτύχουν επίσημον αναγνώρισιν του ηγεμόνος των Μίλος Οβρένοβιτς […]. Και συγχρόνως εκυκλοφορούσαν φήμαι περί υπάρξεως μυστικής πολιτικής εταιρείας δρώσης εντός αυτού του κράτους με σκοπόν την επανάστασιν των Ελλήνων.

Την ίδια στιγμή κορυφώνονται οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Σέρβων και Πύλης, ενώ στη Βλαχία τον Ιανουάριο του 1821 εκδηλώθηκε το κίνημα του Βλαδιμηρέσκου.

Οι Φιλικοί απέδιδαν αποφασιστική σημασία στη Σερβία, διότι ήταν η μόνη εκτός από τους Έλληνες που διέθετε σημαντικές ένοπλες δυνάμεις και ανησυχούσαν για πιθανή παρασπονδία της. Στο «Σχέδιον Γενικόν», που συντάχθηκε μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 1820, πιθανότατα από τον Δικαίο, τον Λεβέντη και άλλους Πελοποννησίους στο Βουκουρέστι, εγκρίθηκε από τον Υψηλάντη και αποτελεί την εγκυρότερη καταγεγραμμένη πηγή για τον σχεδιασμό της Φιλικής, διαβάζουμε στο Άρθρο Α΄:

«Διά να αποκοιμήσωμεν το εχθρικόν όμμα είς το να μη ίδη προσεκτικώτερον τα κινήματά μας … συμφέρον… και αναγκαίον το να εγείρωμεν παντοίοις τρόποις τους Σέρβους κατά του εχθρού».

Το δεύτερο άρθρο συνεχίζει:
Βο. Αν εισέτι δεν εξέπνευσεν η αλληπασσική δύναμις, οπόταν ανελπίστως και οι Σέρβοι οπλοφορήσωσι, πρώτον ο εχθρός εκών άκων θέλει βιασθεί να διχοτομηθή. [ ]. Οι Σέρβοι όντες προειδεασμένοι περί των καθ’ ημάς πραγμάτων, δεν ελπίζομεν να μη δεχθώσι άσμενοι τας προτάσεις μας, εν ώ μάλιστα έδωσαν υπόσχεσιν να συμμαχήσουν.

Το τρίτο άρθρο αναφέρεται στους Μαυροβουνίους.. Το τέταρτο και το πέμπτο αναφέρεται στην Ήπειρο και τον Αλή πασά και το έκτο στο επίκεντρο της επανάστασης, την Πελοπόννησο, όπου θα μεταβεί ο Υψηλάντης. Στο έβδομο και το όγδοο επανέρχεται στη Σερβία:

7ο … συμφερότερον εις την Ελλάδα είναι το ν’αρχίσουν οι Σέρβοι, δια να ορμήση εκείσε ο εχθρός επειδή, αν ημείς αρχίσωμεν, οι Πελοποννήσιοι, το βάρος της εχθρικής φάλαγγας θέλει επιπέσει εις ημάς οι δε Σέρβοι αρχινώντες μετά ταύτα, ίσως διόλου δεν απαντήσουν εχθρόν, και εκ τούτου έπεται να προχωρήσουν, όσον δεν συμφέρει εις την Ελλάδα και Θράκην.
8ο…προσεκτέον μήπως απατηθώμεν από τους Σέρβους [ ] Όθεν οι απεσταλμένοι τόσον εις την Σερβίαν όσον εις Μοντενέγκρους, πρέπει να συνδέσωσι την συμμαχίαν με τόσον ιερά και εσφιγμένα δεσμά, ώστε με κανένα τάξιμον της Πόρτας να μην ενδώσουν…

Αυτό το σημαντικό προγραμματικό κείμενο της επανάστασης, στην ουσία προαναγγέλει εκατό χρόνια πριν τη στρατηγική του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, την ένωση των βαλκανικών λαών εναντίον της Τουρκίας, μόνο που εδώ στη θέση της Βουλγαρίας βρίσκεται ο Αλή πασάς, όχι μόνο δοκιμάζει να βάλει σε πράξη την αντιτουρκική βαλκανική συμμαχία που είχε οραματιστεί ο Ρήγας Βελεστινλής, αλλά και αναφέρεται, για πρώτη φορά, έμμεσα στο μακεδονικό ζήτημα. Διότι η αναφορά στον κίνδυνο να προχωρήσουν οι Σέρβοι, «όσον δεν συμφέρει εις την Ελλάδα και Θράκην», υποδεικνύει πως ήδη είχαν αρχίσει να διακρίνονται τα πρώτα σημάδια των μελλοντικών διαιρέσεων. Ο Καραγιώργης, που ήταν ο φυσικός ηγέτης των Σέρβων, μυημένος στη Φιλική, δολοφονήθηκε το 1818 και ο Ομπρένοβιτς δεν θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

Έτσι ο Υψηλάντης θα μεταβάλει τα σχέδιά του να μεταβεί στην Πελοπόννησο μόλις στα τέλη Οκτωβρίου 1820 και θα προσπαθήσει από τη Μολδοβλαχία να υποκαταστήσει ίσως, σε μια ύστατη προσπάθεια, την ελλείπουσα συνδρομή των Σέρβων. Αξίζει να παραθέσουμε και τον επίλογο του σχεδίου, που συνοψίζει όλους τους σχεδιασμούς της Φιλικής:
Ταύτα εμείς κρίνομεν ικανήν δύναμιν να κατατροπώσει τους εχθρούς φθάνει μόνον να επιμεληθώμεν πολυτρόπως, να διεγείρωμεν τους Σέρβους, τους Μοντενέγρους να διδάξωμεν τους Έλληνας Καπετανέους να βαστάξουν ταχέως την Ήπειρον να κατορθώσωμεν την ανυπαρξίαν της ναυτικής του εχθρού δυνάμεως να συναχθώσιν από Κριμαίας και Νεαπόλεως οι ημέτεροι τακτικοί Έλληνες να κυριευθή η παραδουνάβιος ισχύς του εχθρού, και τέλος η Βλαχομπογδανία να διαξεσχίση το προσωπείο […]τότε, ούσης και της Πελοποννήσου διωργανισμένης, μετά της ναυτικής μας δυνάμεως, ο εχθρός αφεύκτως θέλει έμβει εις τα δίκτυά μας, […] Περί δε της Κρήτης και των λοιπών νήσων της Μεσογείου θέλομεν ομιλήσει τα δοκούντα εν καιρώ πρέποντι.

Επρόκειτο για ένα σχέδιο κυριολεκτικά στρατηγικής σύλληψης, που δεν εξέπληξε για την ευθυκρισία του μόνο τον Φιλήμονα, αλλά και τον σημερινό μελετητή και αναγνώστη. Μια εταιρεία που ξεκίνησε πριν έξι χρόνια από μία παρέα ενθουσιωδών και φτωχών φίλων, κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα σχέδιο που θα ανέτρεπε ολόκληρη τη γεωπολιτική ισορροπία της Ευρώπης εάν επιτύγχανε, όπως και έκανε εν μέρει και όχι εξ ολοκλήρου, εξ αιτίας της παρασπονδίας του Ομπρένοβιτς και των Σέρβων, διότι η συμμετοχή τους θα είχε αλλάξει δραματικά την πορεία των γεγονότων, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο. Αποδείχθηκε στην πράξη για μια πρώτη φορά πως η βαλκανική συνεννόηση εδράζεται σε ιδιαίτερα ασταθείς βάσεις, παρότι είναι η βασική προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε στρατηγικής ανεξαρτησίας των καθ’ έκαστα βαλκανικών λαών. Γι’ αυτό εξ άλλου αναδύεται διαρκώς ως ανάγκη, παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες.

Μήπως, δεδομένης της αβεβαιότητας ήταν δυνατό και θα έπρεπε η Εταιρεία να αναστείλει έστω για κάποιο διάστημα το κίνημα, ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα;

Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο εξ αιτίας της έκτασης που είχε λάβει η Εταιρεία και από το πλήθος των προπαρασκευαστικών ενεργειών και κινήσεων που είχαν ήδη υποπέσει στην αντίληψη των Τούρκων, αλλά και δυνάμεων όπως οι Άγγλοι, που είχαν σπεύσει να τους ειδοποιήσουν. Το 1820, ο Διόγος είχε αποκαλύψει στον Αλή πασά την ύπαρξη της Εταιρείας και αυτός είχε ειδοποιήσει τον Μαίτλαντ και τον σουλτάνο. Ο τελευταίος δεν τον πίστεψε, ωστόσο είναι γνωστές οι έρευνες του Μαίτλαντ στο σπίτι του Κολοκοτρώνη, του Ρώμα και άλλων Φιλικών στα Επτάνησα, για να ανακαλύψουν ενοχοποιητικά στοιχεία. Τον Δεκέμβριο του 1820, δολοφονείται έξω από τη Νάουσα ο απόστολος της Φιλικής Δημήτριος Ύπατρος ή Ίπατρος, ο οποίος μετέφερε αρκετά έγγραφα, που παραδίδονται στους Τούρκους. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1821, ο Αριστείδης Παππάς κατευθύνεται προς τη Σερβία, μέσω Βλαχίας, έχοντας μαζί του το σχέδιο επιθετικής και αμυντικής συνεργασίας Ελλήνων και Σέρβων. Συνελήφθη όμως καθώς διέσχιζε τον Δούναβη, στο Αδά Καλέ, και είτε αυτοκτόνησε είτε εκτελέστηκε μετά από φρικτά βασανιστήρια, δύο μήνες αργότερα. Την ίδια περίοδο, ο Άγγλος πρέσβης στην πόλη Στράνγκφορντ, (Strangford), που είχε πληροφορηθεί το σχέδιο της Εταιρείας από τον εχθρό των Μαυρομιχαλαίων Αλεξ. Κουμουνδουράκη, πληροφόρησε την Πύλη στη δε Θεσσαλονίκη συνελήφθη ο ιερέας Ανανίας Μαρκόπουλος με ενοχοποιητικά έγγραφα. Τέλος, η σοβαρότερη καταγγελία υπήρξε εκείνη του Ασημάκη Θεοδώρου, που κατέδωσε στον Χαλέτ εφέντη τα σχέδια της κατάληψης του στόλου και της δολοφονίας του σουλτάνου. Συνέπεια δε αυτών των υποψιών υπήρξε και η κλήση των προκρίτων και των μητροπολιτών της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, καθώς και η απόφαση καθολικού αφοπλισμού των Πελοποννησίων.

Αυτά τα στοιχεία, ανάμεσα σε πληθώρα άλλων, καταδεικνύουν πως το σχέδιο δεν ήταν πλέον δυνατό να κρατηθεί μυστικό.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek