Πράσινο “new deal”. Περιβαλλοντοκτόνο νομοσχέδιο

του Νίκου Ντάσιου* από την Χριστιανική

Εύλογα προκαλείται η απορία γιατί σε περίοδο καραντίνας η Κυβέρνηση φέρνει σε διαβούλευση ένα νομοσχέδιο –μεταξύ άλλων- που αφορά στον «Εκσυγχρονισμό της Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας».

Το εν λόγω νομοσχέδιο κινείται σε τρία βασικά επίπεδα:
1. την απλούστευση των διαδικασιών για αδειοδότηση μεγάλων επενδύσεων και εγκαταστάσεων ΑΠΕ,
2. την ενσωμάτωση Ευρωπαϊκών οδηγιών και πρακτικών για ζητήματα όπως οι πλαστικές σακούλες, η διαχείριση των μπάζων και τα δίκτυα αποχετεύσεων,
3. τον εξορθολογισμό πολιτικών διαχείρισης αποβλήτων, ολοκλήρωσης των δασικών χαρτών και οργάνωσης των προστατευόμενων περιοχών.
Τονίζοντας ο αρμόδιος Υπουργός κος Χατζιδάκης τη σημασία του νέου νομοσχεδίου έκανε λόγο για σημαντική πρόοδο που καθιστά την χώρα διεθνές πρότυπο «πράσινης ανάπτυξης»! Ποιο είναι όμως το περιεχόμενο του αναβαθμισμένου στον τρέχοντα πολιτικό Λόγο όρου «Πράσινη Ανάπτυξη»; Πως μπορεί να συνάδει η Βιώσιμη Ανάπτυξη με τις μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις εξαγωγικού χαρακτήρα στον εξορυκτικό τομέα, στα ορυκτά καύσιμα και στον τουρισμό;

Προφανώς οι ιδιωτικές επενδύσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο και είναι απαραίτητες στο πλαίσιο ενός αναπτυξιακού σχεδιασμού και είναι εύλογη η ανάγκη απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης, διατηρώντας και βελτιώνοντας τους δημόσιους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Υπό αυτό το πρίσμα είναι προφανής η ανάγκη εξορθολογισμού του περιεχομένου και της φιλοσοφίας των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, του περιορισμού των γραφειοκρατικών εμποδίων με την ψηφιοποίηση και δικτύωση των Υπηρεσιών αλλά και της πάταξης της διαπλοκής μεταξύ πολιτικών προϊσταμένων, κρατικών υπαλλήλων και «επενδυτών».

Στο κατατεθέν νομοσχέδιο ο περιορισμός της προθεσμίας χορήγησης περιβαλλοντικής άδειας σε μόλις 100 με 150 μέρες σε συνδυασμό με την υιοθέτηση των ιδιωτών πιστοποιημένων αξιολογητών, αποτελεί προφανή πολιτική επιλογή παράκαμψης των δημόσιων ελεγκτικών μηχανισμών στο όνομα της απο-γραφειοκρατικοποίησης.

Ενδεικτικό των προθέσεων του Νομοθέτη αποτελεί η δυνατότητα των εξορύξεων για πετρέλαιο και φυσικό αέριο εντός οικοτόπων (αρ. 44) αλλά κι η παράκαμψη των αποφάσεων των τοπικών αρχών ως προς τις επικίνδυνες και ρυπογόνες εγκαταστάσεις εντός των ορίων τους (αρ. 110). Σε μια ιστορική φάση γεωπολιτικών εντάσεων για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων και δεδομένης της εντεινόμενης Τουρκικής απειλής, η χώρα θα όφειλε να γνωρίζει και να αξιοποιεί τα ενεργειακά της κοιτάσματα στο βαθμό μάλιστα που το καταναλωτικό της μοντέλο επιτείνει την ενεργειακή της εξάρτηση.

Μια τέτοια στρατηγική θα προϋπέθετε Κρατική ισχύ, αξιοποίηση εγχώριων ερευνητικών κέντρων και ιδιωτικών εγκαταστάσεων και σχέδιο για την αξιοποίηση των λειτουργικών κοιτασμάτων, πρωτίστως για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών. Μια στρατηγική σαφώς διαφοροποιημένη από την συντελούμενη πρακτική των τελευταίων χρόνων με εκχώρηση δικαιωμάτων και χρήσεων σε πολυεθνικές εταιρίες ξένων συμφερόντων και με αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς ενός Κράτους υπό αυστηρή επιτήρηση στη
μετα-μνημονιακή περίοδο.

Η εν γένει φιλοσοφία του νέου Νομοσχεδίου διαπνέεται από συγκεντρωτισμό και λογική Κεντρικής Διαχείρισης και ελέγχου των διαδικασιών που αφορούν στην διαχείριση του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα η ίδρυση του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή του νέου Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, που μεταξύ άλλων στρατηγικών αρμοδιοτήτων αναλαμβάνει την αξιοποίηση των προστατευόμενων περιοχών, φαίνεται πως πέραν του συντονισμού αποβλέπει στην παράκαμψη της βούλησης και των προτάσεων των τοπικών κοινωνιών που γνωρίζουν ή θα όφειλαν να γνωρίζουν καλύτερα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του φυσικού και πολιτιστικού συγκριτικού πλεονεκτήματος τους και τις δυνατότητες ήπιας αξιοποίησης του.

Στην ίδια κατεύθυνση επιχειρείται η διευκόλυνση των εγκαταστάσεων ΑΠΕ όπως π.χ. των γιγάντιων ανεμογεννητριών στα βουνά,
αντικαθιστώντας την υποχρέωση άδειας με απλή βεβαίωση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι βαριές αυτές κατασκευές που καταστρέφουν τα δασικά οικοσυστήματα των βουνών εντάσσονται στην στρατηγική της Πράσινης Ανάπτυξης παρά τις μαζικές αντιδράσεις από οργανώσεις και πολίτες που κινητοποιούνται το τελευταίο διάστημα για την προστασία αυτών των οικοσυστημάτων.
Η Πράσινη Ανάπτυξη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής «του Πράσινου New Deal» που στοχεύει πρωτίστως στην ενίσχυση της Πράσινης Βιομηχανίας των κέντρων ισχύος του Δυτικού Κόσμου, -προεξαρχόντως της Γερμανίας- ως εξαγωγός χώρα Πράσινης Τεχνολογίας στην Ευρώπη.

Ένα μοντέλο που η υιοθέτηση του θα οδηγήσει, δεδομένης της ταχύτητας προσαρμογής – το 2028 αποτελεί χρονικό ορόσημο για την από-λιγνιτοποίηση της χώρας σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό-, σε αύξηση της ανεργίας και σε ενεργειακή οικονομική εξάρτηση της χώρας από το φυσικό αέριο και την πράσινη τεχνολογία.

Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο αντανακλά την φιλοσοφία του αναπτυξιακού μοντέλου της Κυβέρνησης που υπερθεματίζει για
την σημασία των μεγάλων ξένων επενδύσεων στην αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Ένα μοντέλο που απετέλεσε την πρόταση και την χρηματοδοτική υποστήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας σε χώρες του πάλαι ποτέ Τρίτου Κόσμου μετά από την υιοθέτηση των προγραμμάτων δημοσιονομικής πειθαρχίας του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του χρέους τους. Τα σημερινά όμως δεδομένα που σηματοδοτεί η κρίση της Παγκοσμιοποίησης και η κατάρρευση μεγάλων πολυεθνικών κολοσσών, που επιτάθηκε λόγο κορονοιού, θα απαιτούσαν στροφή σ’ ένα μοντέλο πιο ενδογενές και αποκεντρωμένο βασισμένο στην μικρή παραγωγή στα ομότιμα δίκτυα
και στον συνεργατισμό.

Ένα μοντέλο που θα ήταν όντως Πράσινο και Βιώσιμο…

Διαβάστε ακόμα:

Εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ή θατσερική υποκρισία;

Νίκος Ντάσιος
Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek