του Ν. Ντάσιου, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Τα αίτια της μικρής συμμετοχής των αγροτών στις πρόσφατες κινητοποιήσεις του Μαρτίου, και τη μορφή που πρέπει να υιοθετηθεί στο μέλλον προκειμένου η πίεση του αγροτικού κινήματος να είναι αποτελεσματική, αναζητούν οι αγροτοσυνδικαλιστές του Νομού Λάρισας. Ενώ τα προβλήματα των αγροτών γνωρίζουν μια πρωτοφανή οξύτητα, βυθίζοντας στην απόγνωση τους μικρούς και μικρομεσαίους παραγωγούς, οι κινητοποιήσεις δεν ήταν ανάλογες. Έτσι, ο κύκλος των κινητοποιήσεων, που έκλεισε σύντομα, άνοιξε νέες συζητήσεις και προβληματισμούς στους αγρότες. Σίγουρα, η διάσπαση του αγροτικού κινήματος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απροθυμία των αγροτών να βγουν στους δρόμους. Το παράδειγμα του Δομοκού, που κατάφερε να βγάλει περισσότερα τρακτέρ απ’ ό,τι ολόκληρος ο Νομός Λάρισας, επιβεβαιώνει την παραπάνω εκδοχή. Στην περιοχή αυτή, οι αγρότες, μακριά από κομματικές ταμπέλες, ενώθηκαν και αντέδρασαν από κοινού. Στο σημείο αυτό, σίγουρα, οι ευθύνες που βαραίνουν τους αγροτοσυνδικαλιστές είναι μεγάλες. Οι ανακοινώσεις «πολεμικού χαρακτήρα» μεταξύ της ΕΑΣ και της ΠΑΣΥ δεν δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για τον «ενωτικό ξεσηκωμό». Περιοχές όπως ο Τύρναβος και τα Φάρσαλα, έλαμψαν διά της απουσίας τους, και πολλοί το αποδίδουν στα διασπαστικά αυτά φαινόμενα.
Δυστυχώς, η αντίδραση του αγροτικού κόσμου, και ιδιαιτέρως των αγροτο-συνδικαλιστών, όλα αυτά τα χρόνια, εκτονώθηκε σε διαδοχικές ρυθμίσεις χρεών, απαίτηση για διανομή γης, κοινωνικές παροχές, χωρίς να υπάρξει συγκροτημένη και συνολική πολιτική. Φτάνοντας στο έσχατο σημείο της υπομονής τους, απέκλεισαν οδούς, λίγο αργότερα όμως στήριζαν στις εκλογές αυτούς που διέκοψαν την ιστορική πορεία του ελληνικού αγροτικού χώρου, της υπαίθρου, της απαξίωσης και της εχθρότητας προς την ελληνική ύπαιθρο.
Αυτό που ονομάστηκε εκσυγχρονισμός στον αγροτικό τομέα δεν ήταν παρά μια διατροφική, γαστρονομική και πολιτιστική γενοκτονία. Όπως χάθηκαν μνημεία, έργα τέχνης, έτσι χάθηκαν ποικιλίες, προϊόντα, συνταγές γεύσης, ήθη και έθιμα. Η επιλογή της απαξίωσης της ελληνικής υπαίθρου δεν ήταν παρά μία ακόμα συνιστώσα της προσπάθειας αποκοπής των Νεοελλήνων από τη Φύση και την Ιστορία τους. Μια προσπάθεια που η εγχώρια –αριστερή κυρίως– ψευτο-διανόηση, σε συνεργασία με την εθνική και υπερεθνική ελίτ, συνεχίζει αόκνως έως τα σήμερα στο πεδίο της Γλώσσας και της Ιστορίας μας.


Βασικές παράμετροι του αγροτικού ζητήματος


Η συρρίκνωση του αγροτικού τομέα (ποιοτικά και ποσοτικά)
Στην περίοδο μετά την ένταξη στην Ε.Ε. (αρχές του ’80), σημειώνεται γενική υποχώρηση της αγροτικής παραγωγής, παρά τις πολυδιαφημισμένες επιδοτήσεις από την Κοινοτική Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Ο αγροτικός πληθυσμός υπέστη πραγματική καθίζηση τα τελευταία 25 χρόνια, αφού το ποσοστό των αγροτών στον συνολικό ενεργό πληθυσμό μειώθηκε στο μισό. Το ίδιο βέβαια συνέβη και στις χώρες του ανεπτυγμένου Βορρά. Ενώ εκεί όμως ένα 3% του ενεργού πληθυσμού έπρεπε να βρει (και βρήκε) απασχόληση στον επεκτεινόμενο σύγχρονο τομέα των υπηρεσιών, στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε σχεδόν το 15% του πληθυσμού. Αυτό σταδιακά αναγκάστηκε σε φυγή προς τις συνήθως αεριτζίδικες «υπηρεσίες» των αστικών κέντρων, ή σε παράνομες δραστηριότητες –εμπόριο ναρκωτικών, γυναικών κ.ο.κ.– στην ύπαιθρο, ή ακόμα και σε νέα μετανάστευση προς την υπόλοιπη Ευρώπη! Αν στα παραπάνω συνυπολογίσουμε και τη μεγάλη εισροή μεταναστών που μετατράπηκαν σε εργάτες γης όλη την προηγούμενη 10ετία, έχουμε μια πρώτη εικόνα των συντριπτικών κοινωνικών μετασχηματισμών που έλαβαν χώρα στην ελληνική επαρχία.
Η αγροτική παραγωγή, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,2%, υπέστη πραγματική καθίζηση, την ίδια στιγμή που ο αντίστοιχος ρυθμός ανάπτυξης στις χώρες του Βορρά έφτανε το 2% για όλη την προηγούμενη 20ετία. Η καθίζηση αυτή αντανακλάται στο αγροτικό ισοζύγιο της χώρας, το οποίο παρουσιάζει δραματική επιδείνωση, αφού το έλλειμμά του έχει οκταπλασιαστεί μέσα σε 25 περίπου χρόνια, τη στιγμή που, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η χώρα παρουσίαζε ένα υγιές πλεόνασμα που έφθανε κατά μέσο όρο τα 45 εκ. $ ετησίως. Σήμερα, το έλλειμμα του αγροτικού ισοζυγίου φτάνει τα 2 δισ. €/χρόνο, ενώ, με βάση τη νέα ΚΑΠ, οι επιδοτήσεις αποκόπτονται από την ποσότητα της παραγωγής, γεγονός που θα απαξιώσει ακόμα περισσότερο την εγχώρια παραγωγή.


Συγκεντροποίηση και αγορά
Η συγκέντρωση ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της γενικότερης συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης που επιφέρει η δυναμική της οικονομίας της αγοράς και της συνακόλουθης πληθυσμιακής συγκέντρωσης στο υδροκέφαλο αθηναϊκό κέντρο. Η συγκέντρωση και η παγκοσμιοποίηση –στην οποία ενταχθήκαμε παρασιτικά στη 10ετία του ’90– είχαν ως συνέπεια τον εκτοπισμό των μικρών αγροτών από τις πολυεθνικές, τους μεγαλο-αγρότες, τους μεσάζοντες και τα σούπερ-μάρκετ. Ταυτόχρονα, σήμαινε την όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση του αγρότη από τις πολυεθνικές για την προμήθεια φυτοφαρμάκων, μηχανημάτων, σπόρων κ.λπ. Για να επιβιώσει ο αγρότης, έπρεπε να ελαχιστοποιεί συνεχώς τα έξοδα παραγωγής, δεδομένης και της διάλυσης των παραγωγικών συνεταιρισμών, που συνέβη εν μέσω σοσιαλιστικής διακυβέρνησης!
Έτσι, φτάσαμε στο σήμερα, που οι αποκλειστικοί προμηθευτές προϊόντων στο πιάτο μας τείνουν να είναι οι εισαγωγικές πολυεθνικές εταιρείες, που προμηθεύονται αμφίβολης ποιότητας προϊόντα από τις τεράστιες αγρο-επιχειρήσεις (agri-business), που εξαπλώνονται σε κάθε σημείο του πλανήτη χωρίς κανένα έλεγχο.
Ενδεικτικό της σημερινής συγκέντρωσης στον τομέα των τροφίμων είναι το ότι 30 μόλις πολυεθνικές ελέγχουν το ένα τρίτο των επεξεργασμένων τροφίμων, 5 ελέγχουν το 75% του διεθνούς εμπορίου σιτηρών, 6 διευθύνουν το 75% της παγκόσμιας αγοράς παρασιτοκτόνων, 2 ελέγχουν τις μισές πωλήσεις της παγκόσμιας παραγωγής μπανανών και 3 εμπορεύονται το 85% της παγκόσμιας παραγωγής τσαγιού, ενώ η Monsanto από μόνη της ελέγχει το 91% της παγκόσμιας αγοράς μεταλλαγμένων σπόρων! Γενικά, οι πολιτικές ελεύθερου εμπορίου, που θεσμοποιούν το άνοιγμα και την “απελευθέρωση” των εγχώριων αγορών –υπό τις ευλογίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου–, οδήγησαν σε μια τεράστια συγκέντρωση οικονομικής δύναμης στα χέρια των οικονομικών ελίτ που διαχειρίζονται την παγκόσμια αγροτική οικονομία.


Η κρίση του περιβάλλοντος
Μεγάλη είναι η συζήτηση που έχει ανοίξει και στη χώρα μας λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του φετινού χειμώνα. Ο πρώτος και σημαντικότερος κίνδυνος είναι αυτός της λειψυδρίας η οποία φαντάζει εφιαλτική για όλους εμάς τα προσεχή καλοκαίρια! Ο αγροτικός τομέας καταναλώνει πάνω από το 80% των υδάτινων πόρων της χώρας, αφού πολλές από τις μονοκαλλιέργειες στις οποίες επιδιδόμαστε, π.χ. βαμβάκι, έχουν τεράστιο κόστος στα υδατικά αποθέματα. Από εδώ προκύπτει και η έντονη πίεση για την εκτροπή του Αχελώου, προκειμένου να καλυφθούν οι ούτως η άλλως σημαντικές ελλείψεις νερού στον θεσσαλικό κάμπο, έργο που, αν πραγματοποιηθεί τελικά, θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία της χώρας .
Η εντατική χρήση χημικών στην καλλιέργεια επιβαρύνει επιπλέον τα περιορισμένα αποθέματα νερού, ενώ έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των τροφίμων, στο έδαφος και στην υγεία μας. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η εντατική καλλιέργεια, και ιδιαίτερα τα λιπάσματα, έχουν μολύνει τις υδατικές πηγές. Ακόμη, η μονοκαλλιέργεια –που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εντατικής καλλιέργειας– οδήγησε στην εξαφάνιση του 75% της αγροτικής ποικιλότητας μέσα σ’ έναν αιώνα. Όσον αφορά στις συνέπειες της εκβιομηχάνισης σε σχέση με τα ζώα, είναι γνωστές οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης/συνωστισμού τους μέσα σε κλουβιά, όπου τρέφονται αποκλειστικά με αντιβιοτικά, με μοναδικό στόχο την ταχεία ανάπτυξη για το σφαγείο.
Οι τεράστιες αποστάσεις διακίνησης των αγροτικών προϊόντων, στο πλαίσιο του ελεύθερου εμπορίου, οδηγούν σε μια απίστευτη επιβάρυνση του πλανήτη από τις εκπομπές CO2, που ευθύνονται για την απειλή του φαινομένου του θερμοκηπίου και τις συνεπαγόμενες κλιματικές αλλαγές
Η υπέρβαση των αδιεξόδων αυτών με τη μαζική εισαγωγή και παραγωγή μεταλλαγμένων διατροφικών προϊόντων συνιστά ίσως τη σημαντικότερη απειλή για την υγεία μας, την ισορροπία των οικοσυστημάτων, ενώ βαθαίνει την εξάρτηση των παραγωγών μας από τις αμερικάνικες πολυεθνικές εταιρείες βιοτεχνολογίας και γενετικής μηχανικής.


Υπάρχει εναλλακτική πρόταση αγροτικής παραγωγής;
Σήμερα απαιτείται λοιπόν να προσδιοριστεί ένας άλλος δρόμος αγροτικής ανάπτυξης, που θα αποτελέσει τη βάση επαναπροσδιορισμού του σημερινού αναπτυξιακού αδιεξόδου στην ελληνική ύπαιθρο. Ένας δρόμος που θα θεμελιώνεται στην ολοκληρωμένη ανασυγκρότηση των ελληνικών περιφερειών στη βάση ενός ΤΟΠΙΚΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ που να συνιστά:
• την αναζωογόνηση των τοπικών, περιφερειακών, παραγωγικών συστημάτων, σε αντίθεση με τον αθηναϊκό υδροκεφαλισμό και παρασιτισμό,
• την αποκατάσταση και την ήπια διαχείριση των φυσικών πόρων και τον άμεσο έλεγχό τους από τους ίδιους τους παραγωγούς και τις ενώσεις τους,
• την ανάδειξη της πολιτιστικής ταυτότητας κάθε τόπου και τη σύνθεσή της με τα σύγχρονα μοντέλα παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης.
• την υιοθέτηση νέων παραγωγικών προτύπων που να βασίζονται στην αγρανάπαυση, την πολυκαλλιέργεια, τις βιολογικές μεθόδους αντιμετώπισης των φυτικών και ζωικών ασθενειών, τη χρήση τοπικών σπόρων και ποικιλιών.
• την ανασυγκρότηση των παραγωγικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών, διαμορφώνοντας νέα δίκτυα μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, σε βάρος των μεσαζόντων και των εμπόρων.
Η ενδογενής και αυτοτρο­φοδοτούμενη ανάπτυξη –σε αντίθεση με την εξαγωγικά προσανατολισμένη μαζική παραγωγή και μονοκαλλιέργεια– προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός νέου αλλά τόσο σημαντικού υποκειμένου, στην ελληνική Ιστορία: των Κοινοτήτων μας. Αυτό σημαίνει πως, με υλικά του παρελθόντος, καλούμαστε πάλι σήμερα να ανιχνεύσουμε νέες και εν πολλοίς ξεχασμένες μορφές συμμετοχής, συνεργασίας, αλληλεγγύης και άμεσης δημοκρατίας, αντιστρέφοντας την παρακμιακή μας πορεία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek