του V. Tursun, από το Άρδην τ. 56, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2005

Πριν τέσσερα χρόνια ήταν περίπου, όταν ξεκίνησα να μαζεύω τις ελληνικές μας λέξεις, που χρησιμοποιούμε στην περιοχή Κατωχωρίου (Κατωχώρι=Τσάϊκαρα Caykara), κοντά στην περιοχή Όφη (Of) του σημερινού Πόντου1.

Στην αρχή, οι πρώτες λέξεις που μπόρεσα να θυμηθώ δεν ξεπερνούσαν τις μερικές εκατοντάδες και γι’ αυτό απογοητεύτηκα. Σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσα να μαζέψω αρκετές λέξεις ώστε να βγάλω ένα λεξικό του χωριού μου, το οποίο θα άξιζε να εκδοθεί. Γιατί, με μερικές εκατοντάδες λέξεις, μόνο ένα μικρό φυλλάδιο μπορούσα να βγάλω, και όχι λεξικό.

Αφού είχα μαζέψει μερικές λέξεις σκέφθηκα να προχωρήσω μέχρι τέλος, να καταγράψω τα ήθη και έθιμα του χωριού ώστε με όλα μαζί να μπορέσω να συμπληρώσω ένα βιβλίο με κάμποσες σελίδες, για να πω ότι συνέβαλα στην καταγραφή ενός άγνωστου –για τους υπόλοιπους– πολιτισμικού φαινομένου.

Περνώντας ο καιρός, όλο και προσπαθούσαμε με την γυναίκα μου να θυμηθούμε δικές μας λέξεις και, όσες θυμόμασταν, τις καταγράφαμε σε ένα τετράδιο. Ακόμη και στην οικοδομή που δουλεύαμε μαζί, όσες θυμόμασταν αμέσως τις σημειώναμε σ’ ένα χαρτάκι για να μην τις ξεχάσουμε αργότερα. Θυμάμαι πολλές φορές να σηκώνομαι από το κρεβάτι μου τη νύχτα για να γράψω τη λέξη που είχα θυμηθεί.

Εκτός από αυτές που θυμόμασταν, εμείς ρωτούσαμε τους δικούς μας που ζούνε στην Ελλάδα και μένανε στην ίδια περιοχή με μας, αν ξέρανε λέξεις οι οποίες δεν χρησιμοποιούνταν καθημερινά, ή και λέξεις που πιθανόν να είχαμε ξεχάσει.

Μέσα σε έξι μήνες περίπου είχαμε μαζέψει χιλιάδες λέξεις και τότε άρχισα να σκέπτομαι να βγάλω ένα ξεχωριστό λεξικό. Γιατί, μαζί με τις φράσεις που θα χρησιμοποιούσα για την κάθε λέξη, το έργο θα έφτανε τις 400 – 450 σελίδες περίπου.

Τελικά, η προσπάθεια να μαζέψουμε λέξεις μας πήρε τρία χρόνια περίπου και μπορέσαμε να μαζέψουμε 6.000 (έξι χιλιάδες) λέξεις, οι οποίες πιστεύω ότι είναι το 80% περίπου της ποντιακής διαλέκτου που χρησιμοποιούμε στην περιοχή μας.

Στην συνέχεια έκανα έξι ολόκληρες μέρες για να περάσω τις λέξεις στον υπολογιστή μου. Στο τέλος, με έναν ιό που άρπαξα μέσω του διαδίκτυου, μου μολύνθηκαν όλα τα αρχεία που είχα, μαζί με το φάκελο που ήταν μέσα και το λεξικό. Είχα βαρεθεί πλέον να ασχολιέμαι κιόλας. Γιατί εργαζόμουν στην οικοδομή και κουραζόμουν πολύ. Διέκοψα την εργασία πάνω στο λεξικό για έναν χρόνο περίπου.

Πριν ένα χρόνο, ξανά αποφάσισα να ολοκληρώσω το έργο που είχα ξεκινήσει. Πέρασα και πάλι όλες τις λέξεις στον υπολογιστή. Ξεκίνησα να χρησιμοποιήσω όλες τις λέξεις, μέσα σε φράσεις στη δική μας διάλεκτο και από κάτω να τις μεταγράφω στα Νεοελληνικά.

Προχωρώντας, συνειδητοποίησα ότι η μεταγραφή έχει πάρα πολλές δυσκολίες. Επιπλέον, υπήρχαν εκατοντάδες λέξεις που φαινόντουσαν μη Ελληνικές. Αυτό με απογοήτευε, γιατί διατυπώνονταν κάποια επιχειρήματα διαφόρων που λέγανε ότι οι Ελληνόφωνοι του Πόντου δεν είναι Έλληνες αλλά εξελληνισμένοι.

Το πιο δυνατό επιχείρημά τους ήταν το ότι βρισκόντουσαν εκατοντάδες μη Ελληνικές λέξεις στη γλώσσα μας και αυτές, πολύ πιθανόν, να ήταν δικές μας τοπικές λέξεις που μας είχαν μείνει από τους προγόνους μας που είχαν εκχριστιανισθεί κατά την εποχή του Ιουστινιανού.

Άλλωστε και αυτές οι λέξεις δεν ήταν λέξεις που μπορούσαν να τις μάθουν οι πρόγονοί μας, ούτε με τη θρησκεία ούτε με το εμπόριο αλλά, ούτε και με καμιά σχολική εκπαίδευση. Ήταν ονόματα εντόμων, ζιζάνιων, χόρτων, δένδρων, φυτών κ.λπ.

Το γεγονός της ύπαρξης λέξεων άγνωστου ετύμου με τυραννούσε αρκετά. Εγώ που ενώ, με χίλιες δύο δυσκολίες, είχα αποκαλύψει την ταυτότητά μου και άρχισα να πιστεύω ότι είμαι Έλληνας, ξαφνικά εμφανίστηκαν αυτές οι λέξεις. Η κάθε μία είχε γίνει σαν μία σφαίρα, κατατρύπαγε και καταπολεμούσε τα αισθήματά μου.

Με τον καιρό, είχα βρει καταφύγιο στην ιδέα ότι, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν γεννηθεί ως Έλληνες. Ο κάθε πολιτισμός γεννήθηκε και μεγάλωσε σιγά-σιγά, ώστε να συμμετέχουν σ’ αυτόν αρκετοί μικροί λαοί και όλοι μαζί να πάρουν το όνομα του πολιτισμού που δημιούργησαν. Αν οι δικοί μας πρόγονοι εντάχθηκαν σ’ αυτόν τον πολιτισμό, στην εποχή του Ιουστινιανού, έπρεπε να ήμασταν Έλληνες εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια περίπου. Επίσης, αρκετοί εδώ στην Ελλάδα δεν θα μπορούσανε να υποστηρίζουν ότι και αυτοί, επί χίλια πεντακόσια χρόνια, είναι Έλληνες.
Παρόλα αυτά, ανησυχούσα για την κάθε λέξη και προσπαθούσα να την ετυμολογήσω.

Δεν είμαι ρατσιστής αλλά ούτε και εθνικιστής. Όμως, αν δεν αισθάνεσαι την ταυτότητα του πολιτισμού που έχεις, δεν κάνεις υπεράνω προσπάθειες για να τον σώσεις και να τον συνεχίσεις. Δηλαδή, δεν με τυραννούσε το θέμα της ταυτότητας αλλά ο πολιτισμός και η γλώσσα μου που χάνεται.
Έτσι άρχισα να ψάχνω τις ρίζες των λέξεων και γι’ αυτό άρχισα να αγοράζω αρχαία και νέα ελληνικά λεξικά, και λεξικά που μπορούσαν να είχαν σχέση με την περιοχή μας. Όπως τουρκικά, Λατινικά, Λαζικά, Περσικά, Αραβικά, κ.λπ. Ακόμη και Χεττέικο λεξικό είχα αγοράσει. Επίσης είχα μαζέψει σχεδόν όλα τα ελληνικά λεξικά των διαλέκτων.

Εκτός αυτής της προσπάθειάς μου, γύρω από το να βρω τις ρίζες των λέξεων που είχα μαζέψει και που δεν φαινόντουσαν να είναι Νέα αλλά ούτε Αρχαία ελληνικά, μου στέλνανε και δικές μας λέξεις μέσω του διαδικτύου διάφοροι Μαυροθαλασσίτες και περιμένανε να τις ετυμολογήσω, αφού ξέρανε ότι βρίσκομαι στην Ελλάδα και έπρεπε να ξέρω καλά την ελληνική γλώσσα και να μπορώ να τους δώσω το νόημα των λέξεων.

Θέλανε να μάθουνε το τι θα πει και εάν χρησιμοποιείται στα νέα ελληνικά η λέξη που ξέρανε. Οι περισσότερες λέξεις που ερχόντουσαν μέσω του διαδικτύου, ήταν τοπωνύμια και περίεργες, ξεχασμένες και παραμορφωμένες λέξεις. Άλλωστε, όπως μου τις γράφανε και με τους λατινικούς χαρακτήρες, οι λέξεις γινόντουσαν εντελώς αγνώριστες και κανείς δεν θα μπορούσε να τις βρει σε κανένα λεξικό, εάν δεν ήξερε την διάλεκτο της περιοχής.

Έτσι άρχισα σιγά-σιγά, με τον καιρό, να καταλαβαίνω το πώς μεταμορφώθηκαν οι λέξεις στη δική μας διάλεκτο, και το πώς τις γράφουν οι δικοί μας με Λατινικούς χαρακτήρες και τις προφέρουν αυτοί που πλέον μιλάνε την τουρκική σε καθημερινή βάση. Τότε άρχισα να προσπαθώ με μεγαλύτερη ένταση να βρω τις ρίζες των λέξεων και να απαντώ στις ερωτήσεις.

Τακτικά απαντούσα στις ερωτήσεις του καθενός, διότι ήθελα να τους αποδείξω ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, μαζί με τα τοπωνυμία, είναι Αρχαίες Ελληνικές, για να καταλάβουν ότι πράγματι εξισλαμίσθηκαν αρκετοί Έλληνες, στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Άλλωστε, είχα ξεκινήσει να γράφω διάφορα άρθρα, σε διάφορα φόρουμ του διαδικτύου, που συχνάζανε συνήθως Μαυροθαλασσίτες.

Τα άρθρα μου γύρω από την ύπαρξη του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή του σημερινού Πόντου έχουν ξεπεράσει τις χίλιες σελίδες περίπου. Σε αυτά υπήρξαν αντιρρήσεις από διάφορους, ειδικά από κάποιους Λαζούς2. Αυτοί πίστευαν, ή προσπαθούσαν συνειδητά να σπρώχνουνε την ιδέα, ότι οι Έλληνες ήταν μόνο μερικές χιλιάδες άποικοι σε όλο τον Πόντο. Ότι φύγανε με την ανταλλαγή του πληθυσμού που είχε γίνει το ’22. Ότι όλοι αυτοί που μιλάνε σήμερα την ποντιακή διάλεκτο είχαν μάθει τη γλώσσα από αυτούς που φύγανε από τον Πόντο και ότι είναι τοπικοί λαοί της περιοχής. Δηλαδή Λαζοί!

Μέσα σε αλληλογραφίες και συζητήσεις, που γινόντουσαν γύ­ρω από την ύπαρξη του ελληνικού στοιχείου στο διαδίκτυο, αρχίσαμε να συζητάμε και τις λέξεις οι οποίες ήταν πολύ παραμορφωμένες και δεν βρισκόντουσαν σε κανένα λεξικό. Πολλές φορές, με αυτές τις λέξεις, προσπαθούσανε να με στριμώξουν στη γωνία, και να αποδείξουν στους αναγνώστες ότι υπάρχουν αρκετές Λαζικές λέξεις που χρησιμοποιούνται από τον ελληνόφωνο πληθυσμό της περιοχής Τραπεζούντας. Γι’ αυτό κι εγώ, κάθε φορά προσπαθούσα να ετυμολογήσω την κάθε λέξη και να την βρω στα Αρχαία ή στα νέα ελληνικά. Πιο πολύ δυσκολευόμουν στις λέξεις που ξεκινούσανε με τα γράμματα τζ και τσ. Με τίποτα δεν μπορούσα να τις βρω πουθενά. Παρόλο που αρκετές έβρισκα στα Ποντιακά λεξικά, ετυμολογούνταν ως άγνωστου ετύμου ή άλλης γλώσσας.

Στις τελευταίες συζητήσεις που είχαμε με τους Λαζούς, ερχόντουσαν ονόματα από διάφορα μικρά ζωάκια και έντομα, τα οποία με τίποτα δεν βρισκόντουσαν πουθενά. Μερικές φορές ασχολιόμουνα ώρες, ακόμη και μέρες εξόδευα, για να βρω τις ρίζες των λέξεων στα ελληνικά.
Μία μέρα ασχολιόμουν με το όνομα της κωλοφωτιάς, που στη δική μας διάλεκτο λεγόταν τσαραμπούλα. Αυτή η λέξη μου είχε σταματήσει το μυαλό. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη με τίποτα. Μερικοί από απέναντι μου την γράφανε με λατινικούς χαρακτήρες ως carambula. Το μόνο που μπορούσα να ξεχωρίζω από αυτήν την λέξη ήταν το τελευταίο του κομμάτι, η λέξη πούλα (το πουλί). Ακόμη και αυτή, όπως υποστηρίζεται από μερικούς φιλόλογους, προέρχεται από το Λατινικό bullus αλλά, τουλάχιστον το χρησιμοποιούσαμε στα νέα και στα αρχαία ελληνικά. Άλλωστε, όπως είχα δει κιόλας, στα ελληνικά δεν υπήρξε λέξη που ξεκινούσε με τα γράμματα τζ και τσ, οπότε μου έμενε να παραδεχτώ τα επιχειρήματά τους και θα τους χάριζα αυτές τις λέξεις, που είχα μάθει από την μητέρα και τον πατέρα μου.
Τι διάβολο είχε γίνει στο παρελθόν; Πώς και από πού να είχαν μάθει αυτές τις εκατοντάδες ξένες λέξεις; Παρόλο που ζούνε εκατοντάδες χρόνια μέσα στο Ισλάμ, δεν μπόρεσαν να μάθουν αραβικά και τα τουρκικά τους είναι χάλια. Πώς έμαθαν και ακόμη μπορούν να κρατάνε τα ελληνικά τους;
Οι λέξεις που δανείσθηκαν, είναι σχεδόν όλες εμπορικής και καθημερινής σημασίας. γιατί δεν μπόρεσαν να μάθουν ούτε ένα όνομα εντόμου, χόρτου, βοτάνου στα τουρκικά που δεν έχει σχέση με το εμπόριο; Ενώ, στην δική μας διάλεκτο ξέρουμε και ονομάζουμε πάνω από 320 ονόματα από διάφορα βότανα, χόρτα, φυτά και δέντρα που δεν γνωρίζονται από Λαζούς και Τούρκους.

Σκεπτόμουν και έλεγα: “λες να λένε την αλήθεια αυτοί οι τύποι άραγε;” Οι δικοί μας να προέρχονταν, όπως υποστηρίζουν, από τους τοπικούς λαούς, μέσα στην Αρχαία Κολχίδα, και να εντασσόντουσαν στην ίδια φυλή με τους Λαζούς; Λες να ήταν έτσι, ώστε μπόρεσαν να κρατήσουν αυτές τις περίεργες, μη ελληνικές λέξεις και τα ονόματα που δεν είχαν σχέση με την εμπορική και θρησκευτική γλώσσα, που εκείνη την εποχή ήταν τα ελληνικά;
Πάντως, συνέχιζε να με τυραννάει η τσαραμπούλα. Μέχρι να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου το βράδυ, ακόμη και μέσα στο στρώμα μέχρι να κοιμηθώ, την τσαραμπούλα σκεπτόμουν. Το χώριζα σε δυο, σε τρία, αλλά τίποτα…
Έτσι μια μέρα, ήρθε στο μυαλό μου ότι το έντομο, η κωλοφωτιά, πετώντας στον ουρανό δημιουργεί φως. Άρα, η προηγούμενη λέξη πριν από την πούλα, έπρεπε να είχε σχέση με τον ουρανό. Αλλά η μπούλα δεν μπορούσε να ήτανε από τη λέξη πουλί;… Δεν με ικανοποιούσε αυτή η λέξη. Παντός, το μισό της λέξης, το είχα βρει. Αφού το μισό ήταν ελληνικό, δεν μπορούσε να μην ήταν και το υπόλοιπο.

Ύστερα από μερικές μέρες, αφού είχα βρει την μισή λέξη από την τσαραμπούλα, μου έρχεται ένα mail από κάποιον γνωστό μου, με το οποίο μου είχε στείλει μερικές ελληνικές λέξεις από την περιοχή Ρίζε (Ρίζεον). Εκεί μέσα ονόμαζε την τσαραμπούλα ως τσαρανφούλα.

Άντε πάλι από την αρχή…

Αυτή τη φορά έψαξα την επόμενη λέξη την φούλα. Δεν βρήκα τίποτα που να ταίριαζε σε αυτό το έντομο. Αργότερα σκέφθηκα, μήπως υπήρχε κάποιο γράμμα ενδιάμεσο στην λέξη, που ήταν φωνήεν και χάθηκε. Γιατί, το συνάντησα σε πολλές λέξεις αυτό το φαινόμενο. Έτσι ξεκίνησα να το κοιτάζω από άλφα. Δηλαδή έψαξα την λέξη αφούλα.

Τελικά, ψάχνοντας, βρήκα την λέξη αύω το οποίο σημαίνει ανάβω φωτιά και τότε κατάλαβα και μπήκα στο νόημα όλης της λέξης.
Η λέξη ήταν ουράν και αυούλα. Δηλαδή, αυτό που βγάζει φωτιά από την ουρά. Η κατάληξη λα συναντιέται σε πολλές λέξεις και μ’ αυτό δεν είχα πρόβλημα. Είχα βρει το νόημα του ονόματος του εντόμου που με τυραννούσε εδώ και καιρό. Τρελάθηκα από την χαρά μου. Τη λέξη αυτή σχεδόν την είχα βρει ως ελληνική, σαν λέξη και έννοια. Μου είχαν μείνει μόνο τα αρχικά γράμματα τσ και τζ και αυτά, χρησιμοποιώντας την παρακάτω μέθοδο, δεν άργησα να τα αποκαλύψω.

Αποκάλυψη
Όπως όλοι γνωρίζουμε, τα γράμματα τσ η τζ, έτσι όπως είναι ενωμένα, βρίσκονται συνήθως στην αρχή και στο τέλος των λέξεων. Μερικές φορές και στη μέση. Όπως: (τσ)αλαπατώ, (τσ)αμπουκάς, (τσ)ιρλώ, (τζ)ι(τζ)ικας, (τσ)α(τσ)αρα, μανί(τσ)α, λού(τσ)α, ταμπελί(τσ)α, κλπ.

Υπάρχουν εκατοντάδες λέξεις με αυτή τη μορφή. Μερικές απ’ αυτές μπορεί να είναι ξένες λέξεις, αλλά σίγουρα ανάμεσά τους υπάρχουν και ελληνικές. Άρα εδώ, κάτι έπρεπε να σήμαινε με το Tσ και Tζ;…

Σκέφθηκα μερικές λέξεις από την δική μας διάλεκτο της Όφης. Εκεί όταν θέλουμε να πούμε «της μάνας σου», λέμε «τσι μάνα’σ» και αυτό, όταν ομιλείται γρήγορα, ενώνεται η λέξη και μετατρέπεται σε «τσιμάνας». Άρα, κάπως έτσι έπρεπε να ενώθηκαν και προφέρθηκαν αυτές οι λέξεις.
Άρχισα να χωρίζω τα γράμματα τσ και τζ από τις λέξεις και να ψάχνω τις υπόλοιπες στα λεξικά. Έτσι πιο εύκολα έφτασα στα ετυμολογικά αποτελέσματα. Άρχισα πλέον να βρίσκω τις λέξεις στα ελληνικά σαν νόημα και σαν ομοιότητα. Αλλά και πάλι δεν ήμουν ικανοποιημένος. Διότι δεν μπορούσε να ενωθεί μόνο το της και το τις στην αρχή της λέξεως που παίρνανε αυτή τη μορφή.

Συνεχίζοντας συνάντησα τις λέξης «τζίτζικας» και «τσιρλώ» σε κάποια ετυμολογικά λεξικά. Σ’ αυτά τα λεξικά δίνανε τις ετυμολογίες ως «τέττιγξ» για τον «τζίτζικα» και ως «τίλος» (στη δική μας διάλεκτο το «τσιρλώ» το λέγαμε «τσιλώ») για την «τσίρλα».

Αφού είχαν βρει οι ετυμολόγοι αυτές τις δυό και άλλες λέξεις μ’ αυτό το φαινόμενο, πώς δεν αποκάλυψαν την μεθοδολογία αυτή, δεν καταλαβαίνω.
Έτσι ετυμολογήθηκαν αρκετές ελληνικές λέξεις ως αγνώστου ετύμου η ως ξένες λέξεις. Για παράδειγμα ας πάρουμε την τουρκική λέξη «hiÇ=καθόλου, έλλειψη» και ας δούμε τι μπορεί να είναι: Η λέξη «χήτις» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «έλλειψις, στέρησις». Τώρα ας δούμε λίγο την εξέλιξη: «χήτις > χί(τσ) > hi(Ç)», «η χώρα Σκο(τ)ία = isko(Ç)ya». Ακόμη και στα αγγλικά υπάρχουν τέτοιες λέξεις, όπως: «Μάρτης > March».

Αργότερα, με την εμπειρία που είχα αποκτήσει, κατάλαβα ότι και τα άρθρα έχουν ενωθεί στις λέξεις και τα ταυ των άρθρων πήραν μπροστά τους σίγμα.
Για παράδειγμα, ας πάρουμε την ετυμολογημένη ως τουρκική λέξη «τσούλι». Τώρα ας χωρίσουμε το τσ από την λέξη και ας δούμε τι θα βρούμε: Ψάχνοντας στα λεξικά βρίσκουμε την λέξη «ούλη» η οποία σημαίνει: «παχύ σκούρο μάλλινο ύφασμα» (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Λ-Π σ.379). Η λέξη χρησιμοποιείται και στον Πόντο από ελληνόφωνους με την ίδια μορφή. Άρα εδώ, αυτό που δημιούργησε το τσ, έπρεπε να ήταν το άρθρο. Δηλαδή ήταν «τε ούλη» και αργότερα μετατράπηκε σε «τ’ούλη > τσουλί».

Ας πάρουμε μία άλλη ετυμολογημένη ως τουρκική λέξη, το «τσιγκέλι = σιδερένιο άγκιστρο» ας χωρίσουμε το τσ και ας δούμε τι θα βρούμε: Βρίσκουμε λοιπών τη λέξη «αγκυλίς» που έχει νόημα: «αγκιστροειδής» (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ.21). Η λέξη αυτή, χρησιμοποιείται από Ελληνόφωνους του Πόντου ως τσεγκέλι. Ας δούμε και λίγο την εξέλιξη: «τ’αγκυλίς > τσαγκύλι > τσιγκέλι».
Μια άλλη ετυμολογημένη ως ελληνική αλλά σε λάθος λέξη, είναι το «τσαλακώνω». Η λέξη «τσαλακώνω» ετυμολογείται ως «ψαλάσσω = αγγίζω ελαφρά»

(Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη). Όταν αγγίζουμε ελαφρά ένα πράγμα τσαλακώνεται;

Για να δούμε εμείς ένα άλλο, χωρίζοντας το τσ από την λέξη: βρίσκουμε λοιπόν την λέξη «αλακόω» που έχει το νόημα «αθροίζω, θλίβω, καταπιέζω» (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ, σ. 100). Η λέξη αυτή συνήθως χρησιμοποιείται για χαρτιά και υφάσματα. Όταν το χαρτί ή το ύφασμα αθροίζεται, θλίβεται, μαζεύεται ή καταπιέζεται μέσα στο χέρι, χαλάει και τσαλακώνεται. Εδώ σιγουρεύτηκα ότι τα άρθρα και τα συνδετικά, όπως το, τε, τα, το, τη ενώθηκαν με τις λέξεις. Όπως γνωρίζουμε, τα άρθρα και τα συνδετικά, σε πολλές περιπτώσεις, γραφόντουσαν με απόστροφο και φαινόντουσαν σαν ενωμένα με την λέξη. Για παράδειγμα: «τ’ ημών > τεμών». Για να δούμε και την εξέλιξη της λέξης τσαλακώνω: «τ’ αλακόω > τσαλακόω > τσαλακώνω».

Το ίδιο σημαίνει και στην ετυμολογημένη ως ελληνική λέξη «τσαπερδόνα = είδος ψαριού». Αυτό βγαίνει από την λέξη «σαπέρδης» με κατάληξη (ον) που έχει νόημα: όνομα του ιχθύος (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Ρ-Ω σ.37). Δηλαδή η εξέλιξη πρέπει να είναι κάπως έτσι: «τε σαπέρδης > τ’ σαπέρδηον > τσαπέρδιον > τσαπερδόνα».

Εδώ αποκάλυψα πώς το Τ του άρθρου και του συνδετικού, παίρνει σίγμα, γίνεται Τσ και ενώνεται με την λέξη. Αυτή ήταν η πιο σημαντική δική μου αποκάλυψη. Γιατί, τα υπόλοιπα, λίγο πολύ, είχαν αποκαλυφθεί από διάφορους ετοιμόλογους.

Σε μερικές λέξεις τα ταυ, ακόμη και τα θήτα (επειδή εύκολα το θ μετατρέπεται στο ταυ, γι’ αυτό και αργότερα μετατρέπεται σε τσ) που έχουν θέση στη μέση της λέξης και αυτά παίρνουν σίγμα. Για παράδειγμα: «κάτσιον = κάτιον, κάτις» για το «γατάκι». Ένα άλλο: «γαλατοειδές» > «γαλατίδα» > «γαλατσίδα» = «είδος φυτού». Από το θήτα: «θαλλός = νεαρό κλαδί». Στον πληθυντικό «(θ)αλλοί» και στα τουρκικά > «(Ç)ali = διάφορα λεπτά κλαδιά». Η λέξη «Çali» χρησιμοποιείται από Έλληνες ως «τσαλί» και ετυμολογείται ως τουρκική λέξη (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη). Οι καταλήξεις (της και τησα) είχαν μετατραπεί σε τση και τσα. Για παράδειγμα: «Γαλά(της) > Γαλά(τσι)», «αμπελί(τησα) > αμπελί(τσα)», «γαλατί(τησα) > γαλατί(τσα) (είδος χόρτου στη διάλεκτο της Όφης του Πόντου)», «μανουλί(τησα) > μανουλί(τσα)».

Ναι… Με είχε φωτίσει η τσαραμπούλα και αποκάλυψα ένα γλωσσολογικό φαινόμενο μαζί με την μεθοδολογία.

Τελικά, με το φως της τσαραμπούλας, αυτό που βρήκα έπρεπε να ήταν μία σημαντική αποκάλυψη στην επιστήμη, και από την χαρά μου δεν ήξερα τι να κάνω. Παίρνοντας τους φίλους μου τηλέφωνο μοιραζόμουνα μαζί τους το γεγονός. Περίμενα να μου επιβεβαιώσουν αυτή τη σημαντική για μένα αποκάλυψη. Γιατί, με αυτήν τη μέθοδο που είχα αποκαλύψει, θα μπορούσαν να ξαναετυμολογηθούν και να διορθωθούν αρκετά λάθη. Όχι μόνο οι περίπου διακόσιες λέξεις που μάζεψα εγώ από τη δική μας διάλεκτο, αλλά και όλες οι λέξεις που ξεκινούσαν με τζ και τσ στα νεοελληνικά λεξικά.
Πάντως πιστεύω, ότι με τη μέθοδο που βρήκα, πρέπει να ξαναετυμολογηθούν τουλάχιστον 2.000 λέξεις, που βρίσκονται στα νεολληνικά και στα ποντιακά λεξικά, που ξεκινάνε με τσ και τζ. Επίσης και οι λέξεις, που ξεκινάνε από c και Ç στα tουρκικά.

Μεθοδολογία:
Να χωρίζονται τα τσ από τις λέξεις που βρίσκονται στην αρχή και στο τέλος και έτσι να εξετάζεται η υπόλοιπη λέξη.

Από τα τσ και τζ που βρίσκονται στην μέση της λέξης, να αφαιρεθεί το σίγμα και το ζήτα.

Μερικές φορές να εξετάζεται η λέξη, συμπληρώνοντας στο ταυ άλλο ένα ταυ. Δηλαδή: αντί τσ να γίνει ττ. Υπάρχουν και ελάχιστες περιπτώσεις που στη θέση του ταυ, μπορεί και να βρίσκεται το θήτα.

Εδώ παρακάτω, θα προσπαθήσω να ετυμολογήσω μερικές λέξης από τα νεολληνικά.

Είναι φυσικό να κάνω λάθη η ακόμη και υπερβολές σε μερικές λέξεις, αφού δεν είμαι γλωσσολόγος. Αλλά, τουλάχιστον με αυτήν τη μέθοδο που βρήκα, οι επιστήμονες θα μπορέσουν να ετυμολογήσουν πιο σωστά αυτές τις λέξεις που μέχρι σήμερα, ήταν γι’ αυτούς άγνωστου ετύμου η τις ετυμολογούσαν λάθος.

Ετυμολογίες μερικών λέξεων που ξεκινάνε από τσ και τζ
τσαγανός = κάβουρας
από την λέξη δαγκάνα που έχει νόημα: η ποδολαβίδα του κάβουρα. (Ελληνικό Λεξικό. Τεγόπουλος Φυτράκης σ.182)
Εξέλιξη: τ’ δαγκάνα > τζαγκάνα > τζαγάνα. Η λέξη αυτή μάλλον έχει περάσει στα ισπανικά ως zangana και στα Λάζικα ως cağana. Χρησιμοποιείται από ελληνόφωνους του Πόντου ως τσαγάνα.
τσαγκάρης = υποδηματοποιός
από την λέξη αγγείον που έχει νόημα: σάκος δέρματος, τας ραφάς των αγγείων. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ.13)

Εξέλιξη: τ’ αγγείον με κατάληξη (άρης) > τσαγγειάρης > τσαγκάρης.
τσακίζω = διπλώνω
από την λέξη άγκος που έχει νόημα: κυρίως καμπύλον τι ή κοίλον. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ. 20)
εξέλιξη: τ’ άγκος με κατάληξη (ιζω) > ταγκίζω > τσακίζω.
τσακωτός = συλλαμβανόμενος
από την λέξη άγκος με το νόημα: αγκάλη, αγκαλιά. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ. 20) Δηλαδή η σύλληψη ενός ανθρώπου, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά.
Εξέλιξη: τ’ άγκος με κατάληξη (οτος) > τσαγκοτός > τσακωτός.
τσαλακώνω
από την λέξη αλακόω που έχει το νόημα αθροίζω, θλίβω, καταπιέζω. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης. Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ. 100) Η λέξη αυτή συνήθως χρησιμοποιείται για χαρτιά και ύφασμα. Όταν το χαρτί η το ύφασμα αθροίζεται, θλίβεται, μαζεύεται η καταπιέζεται μέσα στο χέρι, χαλάει και τσαλακώνεται.
εξέλιξη : τ’ αλακόω > τσαλακόω > τσαλακώνω.
τσαλαπατώ = ποδοπατώ
ίσως από τις λέξεις άλλο και πατώ. δηλ: πατώ διαφορετικά.
εξέλιξη: τ’ άλλο πατώ > τσαλλοπατώ > τσαλαπατώ.
τσαμπουκάς = μάγκικη συμπεριφορά, νταηλίκι.
Από την λέξη άποικος που έχει νόημα: αυτός που αποικεί μία ξένη χώρα. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης. Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ. 320) Δηλαδή αυτός που συμπεριφέρεται σαν νταής, όπως εκείνο που έχει κατακτήσει τη χώρα.
Εξέλιξη: τ’ άποικος > τσαποικάς > τσαμπουκάς
τσαπερδόνα = είδος ψαριού
από την λέξη σαπέρδης με κατάληξη (ον)που έχει νόημα: όνομα του ιχθύος. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Ρ-Ω σ. 37)
Εξέλιξη: τ’ σαπέρδιον > τσαπέρδιον > τσαπερδόνα
τσαρουχάς = αυτός που φτιάχνει τσαρούχια.

Από την λέξη ταρίχος από το ους. ταριχεύω που έχει νόημα: ταριχευτής, ταριχεύω. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Ρ-Ω σ. 290). Χρησιμοποιούνται οι λέξεις τσαρούχι αντί για τσαρούχι και τσαρούχε αντί για τσαρούχια από τον Ελληνόφωνο πληθυσμό του Πόντου.
εξέλιξη: ταρίχος > τσαριχός > τσαρουχάς
τσατίζομαι = νευριάζω, εξοργίζομαι
από την λέξη άτη με κατάληξη ιζω που έχει νόημα: σύγχυση φρένων, ανακατεμένη κατάσταση της ψυχής. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τομ. Α-Δ σ. 427)
εξέλιξη: τ’ άτηζω > τσατίζω.
τσεκούρι = κοφτερό εργαλείο
από την λέξη κουρά με το νόημα: ξυράφι, (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Κώστας Κιουπκιόλης σ. 452)
εξέλιξη: τ’ κουρά > τσεκούρα > τσεκούρι.
τσιγαρίζω = καβουρδίζω
από την λέξη κάρος με κατάληξη (ιζω) με το νόημα: η παντός του σώματος αιφνίδιος αναισθησία τε και ακινησία, κάρος = νάρκη.
(Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ.Ε-Κ σ. 603) Δηλ: ναρκώνω το κρέας.

Από ελληνόφωνους του Πόντου χρησιμοποιείται πιο κοντά στην αρχαία της μορφή ως τσικαρίζω.
εξέλιξη: τ’ κάριζω > τσικαρίζω > τσιγαρίζω.
τσιγκέλι = σιδερένιο άγκιστρο
από την λέξη αγκυλίς που έχει νόημα: αγκιστροειδής. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Α-Δ σ.21)
Από Ελληνόφωνους του Πόντου χρησιμοποιείται ως τσενκέλι.
εξέλιξη: τ’ αγκυλίς > τσαγκύλι > τσιγκέλι.
τσικνίζω = καίγω το φαγητό
από την λέξη κνίσα που έχει νόημα: μυρωδιά, καπνός του κρέατος όταν ψήνεται. (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Κώστας Κιουπκιόλης σ.441)
Χρησιμοποιείται στον Πόντο από Ελληνόφωνους ως τσουχνίζω με το νόημα: καίγω το φαγί.
Εξέλιξη: τ’ κνίζω > τσικνίζω
τσιρλώ = διαρροϊκό αποπάτημα.
από την λέξη τίλος, τιλάω που έχει νόημα: λεπτή και μυξώδη κόπρο. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Ρ-Ω σ. 336) Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται από τους Κριτικούς ως τσιλιώ. (Κρητικόν Λεξιλόγιον. Ιωάννης Δ. Κονδυλάκης εκδ. Δήμος Ηρακλείου σ. 263)
Επίσης χρησιμοποιείται και από τους Ελληνόφωνους του Πόντου ως τσιλώ.
Εξέλιξη: τιλάω > τσιρλάω > τσιρλώ.
τσίμπημα από την λέξη έμπις που έχει νόημα: είδος κουνουπιού.
(Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Κώστας Κιουπκιόλης σ. 259) Δηλαδή κάνω αυτό που κάνει το κουνούπι, τσιμπώ, ενοχλώ με τα δάκτυλα μου.

Χρησιμοποιείται στον Πόντο από ελληνόφωνους ως τσουπίγμα.
εξέλιξη: τ’ έμπις > τσέμπιμα > τσίμπημα.
τσιμπούκι = είδος πίπας, πεολειξία
Από την λέξη έμπις η οποία έχει νόημα: είδος κουνουπιού. (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Κώστας Κιουπκιόλης σ. 259)
Από την οποία εξελίχθηκε και η λέξη τσιμπίδα = λαβίδα. Δηλαδή μικρή λαβίδα. Στα τουρκικά χρησιμοποιείται ως τσυπούκ Çubuk αλλά δεν έχει καμία άλλη εξέλιξη. Στον Πόντο από ελληνόφωνους χρησιμοποιείται ως τσιπούχι. Στην λέξη αυτή συναντάμε την κατάληξη (ακι) όπως: κοριτσάκι.
Εξέλιξη: τ’ έμπις – άκι > τσεμπάκι > τσιμπούκι.
τσιμπώ = τρώγω ελάχιστα.
Από την λέξη έμπις η οποία έχει νόημα: είδος κουνουπιού. (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Κώστας Κιουπκιόλης σ. 259)
Ίσως με την διεύρυνση του νοήματος = τρώγω ή πίνω λιγάκι, σαν το κουνούπι. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στον Πόντο από ελληνόφωνους ως τσουπίζω, με νόημα: ενοχλώ με τα δάκτυλα μου.
Υπάρχει και μία άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, η λέξη «τσιμπόνα» στη δική μας διάλεκτο. Η τσιμπόνα είναι μία σωληνούλα, όμοια με το καλαμάκι που το φτιάχνουνε από το «τσιμπονόχορτο». Το τσιμπονόχορτο είναι άδειο μέσα στον κορμό του και από τα κλαδιά του κάνουνε την «τσιμπόνα». Σφυρίζοντας μ’ αυτό, προσπαθούνε να αντικαταστήσουνε το καβάλι ή το ζουρνά για μουσική.

Επίσης η λέξη έμπις περνάει και στα κλασικά βιβλία. Παράδειγμα: «εμπιόντες του αίματος» Ηρόδοτος 3,11. Ένα άλλο: «τα δε δίπτερα έμπροσθεν έχει τα κέντρα, οίον μυία και έμπις» Αριστοτέλης ΖΙ 490 α,21. Απ’ αυτά καταλαβαίνουμε το ότι η λέξη έμπις, είναι το σωληνάκι του κουνουπιού με το οποίο πίνει το αίμα των ανθρώπων. Αν σκεπτόμαστε το σωληνάκι του κουνουπιού σαν την βελόνα με την οποία μας τσιμπάει, καλύτερα θα καταλάβουμε το τι θα πει η τσιμπόνα και το τσιμπώ.
Από την ίδια ρίζα βγαίνει και η λέξη «τσιμπούκι» που ετυμολογείται ως τουρκική «Çubuk» με το οποίο τσιμπούσανε τα ζώα για να προχωρήσουνε.
Εξέλιξη: τ’ έμπω = τσεμπώ > τσιμπώ.
τσιρίζω
από την λέξη συρίζω που έχει νόημα: σφυρίζω, βγάζω διαπεραστικές κραυγές. (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Κώστας Κιουπκιόλης, σ. 809)

Χρησιμοποιείται στον Πόντο από ελληνόφωνους το ίδιο τσιρίζω με την έννοια ακριβώς όπως εννοείται στα αρχαία ελληνικά, δηλαδή βγάζω διαπεραστικές κραυγές.
εξέλιξη: τ’ συρίζω > τσιρίζω
τσιτσίκα
από την λέξη τιτθός που έχει νόημα: κρέας
τσάτσαλος
από την λέξη τίτθος που έχει νόημα: κρέας
τσουκάλι
από την λέξη όγκος με κατάληξη (άλι) που έχει το νόημα: αγγείο, θήκη.( Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης), Liddell & Scott. τόμ. Λ-Π σ. 266.
Χρησιμοποιείται στον Πόντο από ελληνόφωνους το ίδιο: τσουκάλι.
Εξέλιξη: τ’ ογκάλι > τσογκάλι > τσουκάλι
τσούλι
από την λέξη ούλη που έχει το νόημα: παχύ σκούρο μάλλινο ύφασμα (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τόμ. Λ-Π σ. 379) Χρησιμοποιείται στον Πόντο από Ελληνόφωνους το ίδιο.
τσουχτερό = δριμύ, πικρότητα, πικρά λόγια κλπ. από την λέξη οχθιρόν που έχει νόημα: ενοχλητικό, καταθλιπτικό. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης. Liddell & Scott. τομ.Ρ-Ω σ. 467)
Από τους ελληνόφωνους του Πόντου χρησιμοποιείται το ίδιο: τσουχτερό.
Εξέλιξη: τ’ οχθιρό > τσουχτερό.
τσούχτρα = θαλασσινό ζώο που το τσίμπημα του προκαλεί καυστικό πόνο.
από την λέξη οχθιρόν που έχει νόημα: ενοχλητικό, καταθλιπτικό. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell & Scott. τομ.Ρ-Ω σ.467)
εξέλιξη: τ’ οχθιρό > τσούχτρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η εργασία αφορά τη γλώσσα που μιλούν σήμερα οι ελληνόφωνοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην περιοχή της βόρειας Τουρκίας. Οι πληθυσμοί αυτοί άρχισαν να εξισλαμίζονται μετά την οθωμανική κατάκτηση του Πόντου με την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, το 1461. Οι μεγάλοι εξισλαμισμοί θα συμβούν στα τέλη του 17ου αιώνα.

*ocean@ocena.info

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek