από το Άρδην τ. 51, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004

Το παρ­σι­μο της Πολης α­πό τους Λα­τί­νους σή­μα­νε και τη διά­λυ­ση της βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Οι σταυ­ρο­φό­ροι πέ­ρα­σαν στη Μι­κρα­σί­α, στην κυ­ρί­ως Ελ­λά­δα, στα νη­σιά και ό­που αλ­λού μπό­ρε­σαν και ί­δρυ­σαν μι­κρά ή με­γά­λα κρά­τη. Μια νέ­α πε­ρί­ο­δος αρ­χί­ζει για την Α­να­το­λή. Οι λα­οί της άλ­λα­ξαν αυ­θέ­ντη και ζουν τώ­ρα, κά­τω α­πό την κα­το­χή των Δυ­τι­κών, μαρ­τυ­ρι­κό βί­ο. Οι δυ­τι­κοί (στρα­τιω­τι­κοί, σταυ­ρο­φό­ροι, κλη­ρι­κοί και κά­θε λο­γής τυ­χο­διώ­χτες) φέρ­νο­νται βάρ­βα­ρα στους ντό­πιους. Η Βαλ­κα­νι­κή και η Α­να­το­λή γε­νι­κά, μέ­σα σε λί­γα χρό­νια, α­πα­θλιώ­θη­καν. Πεί­να και δυ­στυ­χί­α πα­ρά­δερ­ναν τα με­γά­λα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού, ε­νώ οι ντό­πιοι φε­ου­δάρ­χες, στις πιο πολ­λές πε­ριο­χές, συμ­βι­βά­στη­καν με τους κα­τα­χτη­τές και παίρ­να­νε το α­νά­λο­γο μερ­τι­κό τους α­πό την εκ­με­τάλ­λευ­ση των λα­ϊ­κών και α­γρο­τι­κών μα­ζών. Ό­χι μό­νο τί­πο­τα δεν άλ­λα­ξε, πα­ρά χει­ρο­τέ­ρευ­σε πιο πο­λύ η κα­τά­στα­ση. Ο α­πο­συ­γκε­ντρω­τι­σμός ευ­νο­ού­σε τους ε­παρ­χια­κούς φε­ου­δάρ­χες και η Α­να­το­λή έ­χα­σε έ­τσι την οι­κο­νο­μι­κή της δρα­στη­ριό­τη­τα, για­τί το ε­μπό­ριο πέ­ρα­σε στα χέ­ρια των Βε­νε­τσά­νων και των Γε­νο­βέ­ζων.

Η Πό­λη έ­πα­ψε πια να εί­ναι το γε­φύ­ρι Α­να­το­λής και Δύ­σης. Το δια­με­τα­κο­μι­στι­κό ε­μπό­ριο άλ­λα­ξε δρό­μους και με­τα­φέ­ρο­νταν δυ­τι­κό­τε­ρα στις ι­τα­λι­κές Πο­λι­τεί­ες. […]

Πρέ­πει να χου­με υ­πό­ψη πως ο πλη­θυ­σμός της κε­ντρι­κής και νό­τιας Βαλ­κα­νι­κής βρι­σκό­ταν σε α­νώ­τε­ρο πο­λι­τι­στι­κό ε­πί­πε­δο α­πό τους Λα­τί­νους (δυ­τι­κούς Ευ­ρω­παί­ους).

Ό­μως η πτώ­ση της βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας ή­ταν α­να­πό­φευ­κτη, για­τί η πρω­τεύ­ου­σα της, η ξα­κου­στή Πό­λη, με τον πε­ρί­πλο­κο και συ­γκε­ντρω­τι­κό μη­χα­νι­σμό της, δη­μιούρ­γη­σε τους ό­ρους για την ο­ρι­στι­κή διά­λυ­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Ε­ξη­γή­σα­με στον Α’ τό­μο τους λό­γους που έ­φε­ραν το Βυ­ζά­ντιο στην πα­ρακ­μή. Οι Βυ­ζα­ντι­νοί φε­ου­δάρ­χες, α­πό και­ρό, με τις κα­τα­πιέ­σεις και τη σκλη­ρή εκ­με­τάλ­λευ­ση των α­γρο­τι­κών μα­ζών στην ύ­παι­θρο και των μι­κρο­α­στών στις πό­λεις και στην πρω­τεύ­ου­σα, ύ­φαι­ναν το σά­βα­νο του Βυ­ζα­ντί­ου και στο τέ­λος μα­ζί με τους σταυ­ρο­φό­ρους έ­γι­ναν οι νε­κρο­θά­φτες του.
Ω­στό­σο η κα­τά­στα­ση με την ε­πι­κρά­τη­ση των Λα­τί­νων δεν κα­λυ­τέ­ρε­ψε. Α­ντί­θε­τα χει­ρο­τέ­ρε­ψε α­κό­μα πιο πο­λύ. Ό­ταν έ­πε­σε η Πό­λη στα χέ­ρια των σταυ­ρο­φό­ρων, στις ε­παρ­χί­ες που έ­χα­σαν τον μο­να­δι­κό δε­σμό που τις σύν­δε­ε σε ε­νιαί­ο σύ­νο­λο, δεν στα­μά­τη­σε η πά­λη α­νά­με­σα στους φε­ου­δάρ­χες και στα κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα, στους υ­πάλ­λη­λους και στις λα­ϊ­κές μά­ζες των πό­λε­ων. Γι’ αυ­τό η νί­κη των Λα­τί­νων δεν α­πά­λυ­νε και ού­τε πα­ρα­μέ­ρι­σε τις ο­ξύ­τα­τες α­ντι­θέ­σεις και έ­χθρες που χώ­ρι­ζαν τη φτω­χο­λο­γιά και τους ευ­γε­νείς.
Οι σταυ­ρο­φό­ροι-Λα­τί­νοι ήρ­θαν να λη­στέ­ψουν την Α­να­το­λή, γι’ αυ­τό δεν πή­ραν κα­νέ­να μέ­τρο για να ι­κα­νο­ποι­ή­σουν τα αι­τή­μα­τα της φτω­χο­λο­γιάς. Ό­πως θα δού­με πιο κά­τω, συμ­βι­βά­στη­καν με τους Βυ­ζα­ντι­νούς άρ­χο­ντες.
Εξάλ­λου, η λε­η­λα­σί­α και οι κα­τα­στρο­φές πού κά­να­νε στην Πό­λη, που εί­χε γί­νει πρω­τεύ­ου­σα του κρά­τους τους, έ­δει­ξε την α­προ­νο­η­σί­α τους. Κα­τά­στρε­ψαν τη με­γά­λη πρω­τεύ­ου­σα του Βυ­ζα­ντί­ου και έ­τσι ό­χι μό­νο προ­κά­λε­σαν το μί­σος των Βυ­ζα­ντι­νών, αλ­λά και έ­χα­σαν τους πό­ρους της που ή­ταν α­πα­ραί­τη­τοι για να ορ­γα­νώ­σουν το νέ­ο κρά­τος.

Κι α­κό­μα η ε­χθρι­κή στά­ση που κρά­τη­σαν α­πέ­να­ντι στους Βουλ­γά­ρους και οι πό­λε­μοι που ξέ­σπα­σαν μ’ αυ­τούς, εί­χαν με­γά­λες συ­νέ­πειες, για­τί έ­χα­σαν ό­χι μό­νο στρα­τό και υ­λι­κές δυ­νά­μεις, αλ­λά και φά­νη­καν πό­σο α­δύ­να­τοι και α­νί­κα­νοι ή­ταν. Οι Βούλ­γα­ροι πολ­λές φο­ρές νί­κη­σαν τους Λα­τί­νους και τους τα­πεί­νω­σαν. Οι ήτ­τες των Λα­τί­νων εμ­ψύ­χω­σαν τους σκλα­βω­μέ­νους Έλ­λη­νες και δη­μιούρ­γη­σαν σ’ αυ­τούς α­ντι­στα­σια­κή ψυ­χο­λο­γί­α.

Η τα­χτι­κή τους αυ­τή υ­πό­σκα­ψε τη θέ­ση τους στη Θρά­κη και Μα­κε­δο­νί­α. Και σα να μην έ­φτα­νε η σκλη­ρή εκ­με­τάλ­λευ­ση των μα­ζών, άρ­χι­σαν να συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται σαν κα­τα­χτη­τές και στους ντό­πιους φε­ου­δάρ­χες που στα πρώ­τα χρό­νια βρή­καν απ’ αυ­τούς α­νο­χή και συ­νερ­γά­στη­καν μα­ζί τους.
Το μί­σος που χρό­νο με τα χρό­νο με­γά­λω­νε α­νά­με­σα στους κα­τα­χτη­τές και ντό­πιους και κυ­ρί­ως α­νά­με­σα στους Έλ­λη­νες και δυ­τι­κούς, δεν άρ­γη­σε να πά­ρει με­γά­λες δια­στά­σεις.

Οι Λα­τί­νοι πε­ρι­φρο­νού­σαν τους Έλ­λη­νες που εί­χαν α­νώ­τε­ρο πο­λι­τι­σμό. Ε­πι­βά­λα­νε τη δι­κή τους γλώσ­σα και εκ­βιά­ζα­νε και α­να­γκά­ζα­νε τους ντό­πιους ν’ α­σπα­στούν τον κα­θο­λι­κι­σμό. Έ­τσι οι δογ­μα­τι­κές α­ντι­θέ­σεις ο­ξύν­θη­καν πά­λι και το εκ­κλη­σια­στι­κό σχί­σμα έ­γι­νε α­γε­φύ­ρω­το. Η ορ­θο­δο­ξί­α έ­γι­νε κι’ αυ­τή τη φο­ρά η α­ντι­στα­σια­κή ι­δε­ο­λο­γί­α που κρα­τού­σε τους Βυ­ζα­ντι­νούς σε α­να­βρα­σμό και τους έ­σπρω­χνε να ορ­γα­νώ­σουν κι­νή­μα­τα ε­νά­ντια στους Λα­τί­νους. […]

Για τους Έλ­λη­νες που συ­νερ­γά­ζο­νταν με τους Λα­τί­νους και έ­γι­ναν λα­κέ­δες στους κα­τα­χτη­τές, οι πα­τριώ­τες μι­λού­σαν με με­γά­λη πε­ρι­φρό­νη­ση και λέ­γα­νε πως εί­χαν δου­λι­κές ψυ­χές που α­πό α­πλη­στί­α έ­γι­ναν ε­χθροί της πα­τρί­δας τους και προ­δό­τες, και πως για να ε­ξα­σφα­λί­σουν τα τσι­φλί­κια τους, υ­πο­τά­χτη­καν στους κα­τα­χτη­τές α­ντί να μεί­νουν αιώ­νιοι ε­χθροί τους.
Οι φε­ου­δάρ­χες της Πε­λο­πον­νή­σου, κα­τά το “Χρο­νι­κό του Μο­ρέ­ως”, το μό­νο που ζη­τού­σαν α­πό τους κα­τα­κτη­τές ή­ταν να μην τους βιά­ζουν να αλ­λά­ξουν τη θρη­σκεί­α τους. “Τού­το ζη­του­μεν, λέ­γο­μεν, μεθ’ όρ­κου να μας πεί­σης εγ­γρά­φως να το έ­χω­μεν ε­μείς και τα παι­διά μας: α­πό του νυν και έ­μπρο­σθεν Φρά­γκος μη μας βιάση την πί­στιν μας ν’ αλ­λά­ξω­μεν και Φρά­γκοι να γε­νού­μεν”.

Το ί­διο και ο α­νώ­τε­ρος ορ­θό­δο­ξος κλή­ρος. Δεν σή­κω­σε τη ση­μαί­α της ε­νερ­γη­τι­κής α­ντί­στα­σης.

Για τους ορ­θό­δο­ξους κλη­ρι­κούς δεν χρεια­ζό­ταν κα­μιά ε­νερ­γη­τι­κή α­ντί­στα­ση στους Λα­τί­νους κα­τα­κτη­τές, πα­ρά μό­νο πα­θη­τι­κή. Δί­δα­σκαν, πως οι ορ­θό­δο­ξοι πρέ­πει να εί­ναι πι­στοί στην Ορ­θο­δο­ξί­α και να μην πα­ρα­δέ­χο­νται τα δόγ­μα­τα της κα­θο­λι­κής (πα­πι­κής) Εκ­κλη­σί­ας σχε­τι­κά με τα ά­ζυ­μα καί το φι­λιόκ­βε. […]. Τις ί­διες α­ντι­λή­ψεις εί­χαν και οι τρα­νοί φε­ου­δάρ­χες. Γι’ αυ­τό ό­σοι α­πό αυ­τούς έ­μει­ναν στην Πό­λη, δή­λω­σαν στον αυ­το­κρά­το­ρα των Λα­τί­νων: “Η­μείς μεν αλ­λού γε­γο­νό­τες γέ­νους και άλ­λον αρ­χιε­ρέ­α έ­χο­ντες, ε­αυ­τούς τω κρά­τει σου υ­πε­τά­ξα­μεν, ώ­στε σω­μα­τι­κώς κα­τάρ­χειν η­μών, ού μην γε πνευ­μα­τι­κώς καί ψυ­χι­κώς” (βλ. Γε­ωρ­γ. Α­κρο­πο­λί­τη, τ. Α’. σ. 30).
Ό­μως οι πλη­βεί­οι, οι φτω­χο­α­γρό­τες και οι δου­λο­πά­ροι­κοι, που στην αρ­χή έ­δει­ξαν α­δια­φο­ρί­α και κρά­τη­σαν πα­θη­τι­κή στά­ση, ό­χι μό­νο δια­μαρ­τύ­ρον­ταν και α­γα­να­χτού­σαν, αλ­λά και άρ­χι­σαν να εκ­δη­λώ­νουν ε­νερ­γη­τι­κά τα α­ντι­λα­τι­νι­κά φρο­νή­μα­τά τους. […]

Η α­ντί­στα­ση του σκλα­βω­μέ­νου λα­ού ε­νά­ντια στους δυ­νά­στες βα­ρό­νους και Ιπ­πό­τες της Δύ­σης α­πό την πρώ­τη στιγ­μή άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νε­ται και δεν άρ­γη­σαν να σχη­μα­τι­στούν τρί­α α­νε­ξάρ­τη­τα και αυ­τό­νο­μα ελ­λη­νι­κά κρά­τη σε διά­φο­ρες πε­ριο­χές της πρώ­ην βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας: Η Αυ­το­κρα­το­ρί­α της Τρα­πε­ζού­ντας, η Αυ­το­κρα­το­ρί­α της Νί­καιας και το Δε­σπο­τά­το της Η­πεί­ρου.

Για την Ή­πει­ρο και τη Νί­καια ξέ­ρου­με πως ή­ταν πε­ριο­χές στις ο­ποί­ες οι Βυ­ζα­ντι­νοί φε­ου­δάρ­χες εί­χαν γε­ρά πό­στα. Ε­πί­σης και η Τρα­πε­ζού­ντα εί­χε με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον για το Βυ­ζά­ντιο.

Πρέ­πει έ­χου­με υ­πό­ψη πως ή­ταν το με­γα­λύ­τε­ρο ε­μπο­ρι­κό λι­μά­νι στη Μαύ­ρη θά­λασ­σα. Α­πό την Τρα­πε­ζού­ντα ξε­κι­νού­σαν τρεις με­γά­λοι στε­ρια­νοί ε­μπο­ρι­κοί δρό­μοι. Ο έ­νας απ’ αυ­τούς τρα­βού­σε δυ­τι­κά, μέ­σα α­πό την πα­ρά­λια και έ­φτα­νε στην Πό­λη. Ο άλ­λος α­να­το­λι­κά περ­νού­σε α­πό τις ό­χθες του πο­τα­μού “Φά­σι­δα”. Κι ο τρί­τος προς τον νό­το, που έ­φτα­νε, περ­νώ­ντας μέ­σα απ’ τα βου­νά, στον Ευ­φρά­τη. Στο ση­μεί­ο τού­το ο δρό­μος αυ­τός εί­χε δυο δια­κλα­δώ­σεις. Η μί­α έ­φερ­νε στην Περ­σί­α, μέ­σα α­πό την κοι­λά­δα του Ά­ρα­ξου, και η άλ­λη στη Συ­ρί­α. Οι ε­μπο­ρι­κοί αυ­τοί δρό­μοι ή­ταν γε­μά­τοι α­πό κα­ρα­βά­νια ε­μπό­ρων και τα­ξι­διω­τών, που με­τα­φέ­ρα­νε κά­θε λο­γιώ πρα­μά­τειες στην Τρα­πε­ζού­ντα και α­πό ε­κεί έ­παιρ­ναν άλ­λες και τις πή­γαι­ναν στην Περ­σί­α, Συ­ρί­α και αλ­λού (βλ. “Η Αυ­το­κρα­το­ρί­α της Τρα­πε­ζού­ντας”. Ε­πι­το­μή α­πό το σχε­τι­κό έρ­γο του Άγ­γλου Ι­στο­ρι­κού Γ. Φίν­λε­ϋ, στο περ. Χρυσ­σα­λίς, τ. Γ’ καί Δ’ (1865-1866) σ. 698-700).

Υ­πήρ­χαν λοι­πόν στην Τρα­πε­ζού­ντα οι α­ντι­κει­με­νι­κοί ό­ροι, στην πε­ρί­ο­δο της κα­τάρ­ρευ­σης του Βυ­ζα­ντί­ου, να δη­μιουρ­γη­θεί στην πε­ριο­χή αυ­τή α­νε­ξάρ­τη­το κρά­τος.

Η α­πο­σύν­θε­ση του συ­γκε­ντρω­τι­κού κρά­τους (του Βυ­ζα­ντί­ου) σε φέ­ου­δα, που εί­χε αρ­χί­σει α­πό την πε­ρί­ο­δο που κυ­βερ­νού­σαν οι Άγ­γε­λοι, έ­γι­νε αι­τί­α ώ­στε σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ριο­χές, που οι Λα­τί­νοι δεν τις κα­τα­λά­βα­νε, να φα­νούν ι­κα­νοί ν’ α­ντι­στα­θούν στους Λα­τί­νους και στον μι­ση­τό κλή­ρο του Πά­πα. Πρώ­τοι που μπή­καν ε­πι­κε­φα­λής της α­ντί­στα­σης ή­ταν οι συγ­γε­νείς του βυ­ζα­ντι­νού οί­κου, που ή­ταν και με­γά­λοι φε­ου­δάρ­χες με ε­πιρ­ρο­ή ή α­νώ­τα­τοι διοι­κη­τές στις ε­παρ­χί­ες.
Απ’ αυ­τούς, κο­ντά εν­νιά ως δέ­κα, σή­κω­σαν στις διά­φο­ρες πε­ριο­χές τη ση­μαί­α της α­ντί­στα­σης ε­νά­ντια στους Λα­τί­νους, άλ­λα μό­νο τρεις μπό­ρε­σαν να δη­μιουρ­γή­σουν με­γά­λες καί στα­θε­ρές ε­στί­ες α­ντί­στα­σης. Ο Λά­σκα­ρις στη Νί­καια, ο Α­λέ­ξιος Κο­μνη­νός στην Τρα­πε­ζού­ντα καί ο Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λος στην Ή­πει­ρο.

Α­πό τα τρί­α αυ­τά κρά­τη μό­νο τα δύο –το Δε­σπο­τά­το της Η­πεί­ρου και η Αυ­το­κρα­το­ρί­α της Νί­καιας– πρω­τα­γω­νί­στη­σαν στον α­γώ­να ε­νά­ντια στους Φρά­γκους. Το βα­σί­λειο της Τρα­πε­ζού­ντας, ύστε­ρα α­πό δυο α­πό­πει­ρες των δυο πρώ­των βα­σι­λέ­ων του να κα­τα­λύ­σουν το κρά­τος της Νί­καιας, α­πο­μο­νώ­θη­κε στην α­να­το­λι­κή ά­κρη της Μι­κρα­σί­ας και έ­πα­ψε να εν­δια­φέ­ρε­ται για την α­νά­κτη­ση της Πό­λης.

Α­πό τα δύο άλ­λα ελ­λη­νι­κά κρά­τη, η αυ­το­κρα­το­ρί­α της Νί­καιας έ­παι­ξε τον σπου­δαιό­τε­ρο ρό­λο στους α­γώ­νες των Βυ­ζα­ντι­νών για τον διώ­ξι­μο των Λα­τί­νων α­πό τη Βαλ­κα­νι­κή: “Η Νί­καια –λέ­ει ο Μαρ­ξ– έ­γι­νε το κέ­ντρο του ελ­λη­νι­κού πα­τριω­τι­σμού”.

Οι κυ­βερ­νή­τες της Νί­καιας δεν τα έ­βα­λαν μό­νο με τους Λα­τί­νους και τους δε­σπό­τες της Η­πεί­ρου, αλ­λά και πο­λέ­μη­σαν τους Σελ­τζού­κους Τούρ­κους που τό­τε περ­νού­σαν κρί­σι­μη πε­ρί­ο­δο. Οι Σελ­τζού­κοι Τούρ­κοι, που νι­κή­θη­καν α­πό τον Λά­σκα­ρι, χτυ­πή­θη­καν και α­πό τους Μογ­γό­λους (Τά­τα­ρους) και α­δυ­νά­τι­σαν πο­λύ. Το σουλ­τα­νά­το του Ι­κο­νί­ου α­να­γκά­στη­κε τό­τε να πλη­ρώ­σει φό­ρο υ­πο­τέ­λειας στους Τά­τα­ρους. Ο ρό­λος που έ­παι­ζε στον προ­η­γού­με­νο αιώ­να πε­ριο­ρί­στη­κε πο­λύ.

Έ­τσι η αυ­το­κρα­το­ρί­α της Νί­καιας δεν εί­χε ε­χθρούς στη Μι­κρα­σί­α και μπό­ρε­σε να στα­θε­ρο­ποι­η­θεί και να ε­ξε­λι­χτεί σε ι­σχυ­ρό κρά­τος. Για μια πε­ρί­ο­δο α­ντί­κρι­σε τον κίν­δυ­νο α­πό τους Μογ­γό­λους (Τά­τα­ρους), αλ­λά ο Βα­τα­τζής τα κα­τά­φε­ρε να εκ­με­ταλ­λευ­τεί ο­ρι­σμέ­νες α­δυ­να­μί­ες των Μογ­γό­λων ώ­στε να μην ει­σβά­λουν στο κρά­τος της Νί­καιας.

Α­πό τους άλ­λους βαλ­κα­νι­κούς λα­ούς έ­παι­ξαν ρό­λο στα χρό­νια αυ­τά οι Βούλ­γα­ροι. Ό­μως υ­στέ­ρα α­πό τη δο­λο­φο­νί­α του τζά­ρου Ιω­αν­νί­τζη, η Βουλ­γα­ρί­α πέ­ρα­σε για πο­λύν και­ρό ο­ξύ­τα­τη ε­σω­τε­ρι­κή κρί­ση κ’ έ­τσι οι Βούλ­γα­ροι δεν μπό­ρε­σαν να δη­μιουρ­γή­σουν ι­σχυ­ρό κρά­τος και ν’ α­πει­λή­σουν τη λα­τι­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α, που οι Λα­τί­νοι την α­πο­κα­λού­σαν Ρω­μα­νί­α.

Αν και οι συν­θή­κες που εί­χαν δη­μιουρ­γη­θεί στη Βαλ­κα­νι­κή και στην Α­να­το­λή ύστε­ρα α­πό την πτώ­ση του Βυ­ζα­ντί­ου ή­ταν ευ­νο­ϊ­κές για τους Λα­τί­νους, δεν μπό­ρε­σαν να στα­θε­ρο­ποι­ή­σουν το κα­θε­στώς τους.

Η λα­τι­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α δεν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός και βρέ­θη­κε σε πο­λύ δύ­σκο­λη θέ­ση. Τα σύ­νο­ρά της ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­να και δεν εί­χε τις οι­κο­νο­μι­κές δυ­να­τό­τη­τες για να α­να­διορ­γα­νω­θεί και σχη­μα­τί­σει με­γά­λο στρα­τό και στό­λο. Α­πό τη μια με­ριά η Πε­λο­πόν­νη­σος και η κε­ντρι­κή Ελ­λά­δα α­πο­τε­λού­σαν α­νε­ξάρ­τη­τες πε­ριο­χές, ό­πως και η Μα­κε­δο­νί­α, ε­νώ οι Βε­νε­τσά­νοι και οι Γε­νο­βέ­ζοι που εί­χαν στό­λο κρα­τού­σαν το ε­μπό­ριο στα χέ­ρια τους και τα σπου­δαιό­τε­ρα λι­μά­νια στο Αι­γαί­ο και στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Α­πό την άλ­λη πά­λι με­ριά πε­ρι­βάλ­λο­νταν α­πό τα τρί­α ελ­λη­νι­κά κρά­τη που την ε­χθρεύ­ο­νταν και ορ­γά­νω­ναν ε­πι­δρο­μές στη Θρά­κη, τη Μα­κε­δο­νί­α και σ’ άλ­λες πε­ριο­χές που α­νή­κα­νε στους Λα­τί­νους της Πό­λης.

Αν και τα τρί­α ελ­λη­νι­κά κρά­τη αλ­λη­λο­μά­χο­νταν το έ­να το άλ­λο, ό­μως ήρ­θε η στιγ­μή που η αυ­το­κρα­το­ρί­α της Νί­καιας ε­πι­βλή­θη­κε και πα­ρα­μέ­ρι­σε το Δε­σπο­τά­το της Η­πεί­ρου. Τό­τε άρ­χι­σε ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στη λα­τι­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α που εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα ο διά­δο­χος του Λά­σκα­ρι, Βα­τάτζης, να βγει νι­κη­τής. Έ­γι­ναν πολ­λές εκ­στρα­τεί­ες και μά­χες και το 1261 η Πό­λη ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται.

Η α­πο­κα­τά­στα­ση της βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας κρά­τη­σε ως το 1453. Στο χρο­νι­κό ό­μως αυ­τό διά­στη­μα, το Βυ­ζά­ντιο δεν ή­ταν πια το με­γά­λο και ι­σχυ­ρό κρά­τος της Βαλ­κα­νι­κής και Α­να­το­λής που ή­ταν ως τον 12ο αιώ­να. Έ­παι­ξε ό­μως στους δυο αυ­τούς αιώ­νες ση­μα­ντι­κό ρό­λο στα πράγ­μα­τα της Α­να­το­λής.

Και πά­λι οι φε­ου­δάρ­χες ή­ταν ε­κεί­νοι που το α­πο­σύν­θε­σαν και το ο­δή­γη­σαν στην ο­ρι­στι­κή ε­ξα­φά­νι­σή του. Oι τα­ξι­κοί α­ντα­γω­νι­σμοί συ­γκλό­νι­σαν πολ­λές φο­ρές την αυ­το­κρα­το­ρί­α που δε­χό­ταν χτυ­πή­μα­τα α­πό τη Δύ­ση και Α­να­το­λή.
Τε­λι­κά ό­μως ε­πι­κρα­τή­σα­νε οι Τούρ­κοι. Οι ι­στο­ρι­κές συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν στη Μι­κρα­σί­α και Βαλ­κα­νι­κή έ­δω­σαν το προ­βά­δι­σμα στους Τούρ­κους για να κα­τα­χτή­σουν πρώ­τα τις γύ­ρω στην Πό­λη πε­ριο­χές και τε­λευ­ταί­α να πά­ρουν την πρω­τεύ­ου­σα.

Άλ­λοι α­πό την άρ­χου­σα τά­ξη του Βυ­ζα­ντί­ου στην πε­ρί­ο­δο αυ­τή ή­ταν φι­λο­λα­τί­νοι και α­γω­νί­στη­καν να πα­ρα­δώ­σουν το Βυ­ζά­ντιο στον Πά­πα και στους πί­σω απ’ αυ­τόν δυ­τι­κούς φε­ου­δάρ­χες. Οι πιο πολ­λοί ό­μως ή­ταν τουρ­κό­φι­λοι και, έ­χο­ντας μα­ζί τους τους κα­λό­γε­ρους και τους πιο πολ­λούς α­νώ­τε­ρους κλη­ρι­κούς, έ­φε­ραν τους Τούρ­κους στη Θρά­κη και Μα­κε­δο­νί­α πρώ­τα και στην Πό­λη πα­ρα­ΰ­στε­ρα.

Γιάννης Κορ­δά­τος, Ι­στο­ρί­α της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, Εκ­δό­σεις 20ός Αιώ­νας, Α­θή­να 1960, τόμ. Β΄, σσ. 13-18.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek