του Π. Κουνάδη, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Η α­να­ζή­τη­ση και η έ­ρευ­να, που άρ­χι­σε πριν α­πο τέσ­σε­ρις και πλέ­ον δε­κα­ε­τί­ες πά­νω στα Σμυρ­ναί­ι­κα Τρα­γού­δια, ά­νοι­ξε με το πέ­ρα­σμα των χρό­νων α­πρό­σμε­νους δρό­μους για τη προ­σέγ­γι­ση και διε­ρεύ­νη­ση ι­στο­ρι­κών, πο­λι­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­στι­κών γε­γο­νό­των, που χά­ρα­ξαν ρι­ζι­κά τη πο­ρεί­α του νε­ώ­τε­ρου ελ­λη­νι­σμού.
Κι αυ­τό διό­τι για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους, έ­νας λα­ός με αιώ­νες πα­ρου­σί­ας σ’ έ­να τό­πο, ε­ξα­να­γκά­στη­κε με ό­λα τα μέ­σα,α­πο τα πλέ­ον βάρ­βα­ρα, ό­πως η σφα­γή α­θώ­ων, μέ­χρι τα πλέ­ον «δι­πλω­μα­τι­κά», ό­πως αυ­τά της λε­γό­με­νης (υ­πο­χρε­ω­τι­κής) α­νταλ­λα­γής πλη­θυ­σμών, να «με­τα­κο­μί­σει» ως ε­μπό­ρευ­μα προς πά­σα χρή­ση και εκ­με­τάλ­λευ­ση. Κι ό­χι μό­νο αυ­τό, αλ­λά αυ­τοί που πή­ραν και ε­φάρ­μο­σαν τέ­τοιες α­πο­φά­σεις και με τέ­τοιες με­θό­δους υ­πο­θή­κευ­σαν το μέλ­λον των ε­πο­μέ­νων γε­νε­ών, δη­μιουρ­γώ­ντας δαι­δά­λους συ­μπλη­γά­δων, για να μπο­ρέ­σουν κά­πο­τε να α­πο­κα­τα­στή­σουν την ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια και την προ­σω­πι­κή τους υ­πό­στα­ση.
Κι ε­νώ έ­γι­ναν ε­πί μα­κρόν πλεί­στες «φι­λό­τι­μες» προ­σπά­θειες α­πο μέ­ρους των «δια­χει­ρι­στών» αυ­τού του γε­ω­γρα­φι­κού και πο­λι­τι­κού χώ­ρου για να πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­θούν, να ξε­χα­στούν και να σβή­σουν τε­λι­κά α­πο την ι­στο­ρι­κή μνή­μη ό­λη αυ­τή η –ε­φιαλ­τι­κή για τα θύ­μα­τα και τους α­πο­γό­νους τους– ι­στο­ρί­α, ήρ­θαν ξα­νά, με­τά α­πο δύ­ο πε­ρί­που γε­νιές τα τρα­γού­δια των παπ­πού­δων, για να μας ε­πα­να­φέ­ρουν έ­ναν α­κό­μη, ση­μα­ντι­κό­τα­το αυ­τή τη φο­ρά, προ­βλη­μα­τι­σμό για ό­σα έ­γι­ναν τό­τε.

Ανά­μνη­σις Σμύρ­νης
Μεσ’ στην καρ­διά μου αν­θί­ζου­νε λου­λού­δια χί­λια ό­σα,
Εί­ναι γλυ­κές οι θύ­μη­σες που δεν τις λε­ει η γλώσ­σα.
Μ’ απ’ ό­λες πιο κα­λύ­τε­ρη, μ’ απ’ ό­λες πιο με­γά­λη,
Μια ξε­πε­τά­ει ο­λό­δρο­ση, της Σμύρ­νης τ’ α­κρο­γιά­λι

Σμύρ­νη πα­τρί­δα μου γλυ­κιά, χα­ρι­τω­μέ­νη χώ­ρα,
Για να σε βγά­λω α­πο το νου πο­τέ δεν θα ’ρθει η ώ­ρα.
Σαν ά­στρο γλυ­κο­φώ­τι­στο
φω­λιά­ζεις (θα λά­μπεις) στην καρ­διά μου,
Πα­ρη­γο­ριά στη θλί­ψη μου κι ελ­πί­δα στη χα­ρά μου.

Ο συν­θέ­της Τι­μό­θε­ος Ξαν­θό­που­λος (Σμύρ­νη 1864(;)-Α­θή­να 1942) έ­γρα­ψε το τρα­γού­δι αυ­τό πο­λύ πριν την κα­τα­στρο­φή του 1922, πι­θα­νόν ό­ταν ο­λο­κλή­ρω­νε τις μου­σι­κές του σπου­δές στη Βιέν­νη, ως μα­θη­τής του Μπρού­κνερ. Πα­ρά τις κλασ­σι­κές του σπου­δές, τα τρα­γού­δια του τον κα­τα­τάσ­σουν στους λα­ϊ­κούς συν­θέ­τες της ε­πο­χής του.


Η Σμύρ­νη, η πο­λυ­τρα­γου­δι­σμέ­νη πο­λι­τεί­α, και η ί­δια αλ­λά και τα πρό­σω­πά της και οι χώ­ροι της, τα κο­ρί­τσια κι οι γυ­ναί­κες της, μ’ έ­να α­μέ­τρη­το πλή­θος μου­σι­κο­ποι­η­τι­κών α­ρι­στουρ­γη­μά­των, γραμ­μέ­να, τρα­γου­δι­σμέ­να και παιγ­μέ­να α­πο ε­κα­το­ντά­δες, ί­σως και χι­λιά­δες δη­μιουρ­γούς, ερ­μη­νευ­τές και «παι­γνι­δια­τό­ρους». Κι όλ’ αυ­τά σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, σε α­μέ­τρη­τους ψυ­χα­γω­γι­κούς-πο­λι­τι­στι­κούς χώ­ρους, σε κά­θε γω­νιά της πρω­τεύ­ου­σας της Ιω­νί­ας, στις συ­νοι­κί­ες της, στα προ­ά­στιά της και στις κο­ντι­νές πό­λεις. Κι ό­χι μό­νο ε­κεί: ο φά­ρος αυ­τός του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού έ­στελ­νε το φως του σ’ ό­λες τις γω­νιές του α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νου τμή­μα­τος της Ελ­λά­δος, με δε­κά­δες ο­μά­δες μου­σι­κών και τρα­γου­δι­στών που πε­ριό­δευαν για ε­βδο­μή­ντα πε­ρί­που χρό­νια (1850-1920) στις μι­κρές και με­γά­λες πό­λεις της «Πα­λιάς Ελ­λά­δος».
Το πρώ­το ε­ρώ­τη­μα, και κα­θο­ρι­στι­κό, που βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα: τι ή­ταν αυ­τό που κα­τέ­στη­σε τη Σμύρ­νη το με­γα­λύ­τε­ρο οι­κο­νο­μι­κό και πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο του ελ­λη­νι­σμού, για έ­να πε­ρί­που αιώ­να, α­φού α­πο τις αρ­χές του 18ου αρ­χί­ζει να γί­νε­ται μια με­γά­λη πο­λι­τεί­α-λι­μά­νι, «ευ­ρω­πα­ϊ­κών προ­δια­γρα­φών» θα λέ­γα­με, με πλή­θος ό­μως ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, των ο­ποί­ων στις ε­πό­με­νες σκέ­ψεις θα προ­σπα­θή­σου­με να δώ­σου­με έ­να σχε­δί­α­σμα έ­ρευ­νας.
Οι συ­νι­στώ­σες αυ­τού του μο­να­δι­κού, κα­τά τη γνώ­μη μου, προ­τύ­που ε­λά­χι­στα έ­χουν πε­ρι­γρα­φεί, γι’ αυ­τό και η προ­σέγ­γι­ση εί­ναι α­κό­μη δυ­σχε­ρέ­στε­ρη.

Ας δού­με ό­μως ι­στο­ρι­κού και κοι­νω­νιο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα στοι­χεί­α.


Α. Η Σμύρ­νη, με την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της, δη­λα­δή τον νο­μό Σμύρ­νης-Α­ϊ­δι­νί­ου, ε­ξε­λίσ­σε­ται πλη­θυ­σμια­κά με προ­ε­ξάρ­χουσα την ο­μά­δα των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι στη διάρ­κεια των τριών τε­λευ­ταί­ων αιώ­νων (μέ­χρι το 1922) α­πο­τε­λούν τη σχε­τι­κή αλ­λά και συ­χνά την α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων. Α­κο­λου­θούν οι Ο­θω­μα­νοί, οι Αρ­μέ­νιοι, οι Ε­βραί­οι και οι μι­κρές μειο­νό­τη­τες των Ευ­ρω­παί­ων (Ι­τα­λών, Άγ­γλων, Γάλ­λων, Βέλ­γων, Ολ­λαν­δών, Ι­σπα­νών κ.ά.), οι ο­ποί­οι α­πο­τε­λούν κυ­ρί­ως μέ­λη ε­μπο­ρι­κών, δι­πλω­μα­τι­κών, στρα­τιω­τι­κών και άλ­λων α­πο­στο­λών.


Β. Οι βιο­μη­χα­νι­κές ε­ξε­λί­ξεις και η τε­χνο­λο­γι­κή α­νά­πτυ­ξη των προ­ηγ­μέ­νων Ευ­ρω­πα­ϊ­κών χω­ρών με­τα­φέ­ρονται τα­χύ­τα­τα στη Σμύρ­νη, με α­πο­τέ­λε­σμα, α­πό το 1875 μέ­χρι το 1922, να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια βιο­τε­χνι­κή και βιο­μη­χα­νι­κή α­νά­πτυ­ξη, πρω­το­φα­νής για τα μέ­τρα της ευ­ρύ­τε­ρης γε­ω­γρα­φι­κής πε­ριο­χής. Το ί­διο συ­νέ­βαι­νε και με την α­νά­πτυ­ξη του ε­μπο­ρί­ου α­πό και προς τη Σμύρ­νη μέ­σω της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας και της α­νά­πτυ­ξης του σι­δη­ρο­δρο­μι­κού δι­κτύ­ου προς την εν­δο­χώ­ρα της Μι­κράς Α­σί­ας. Στις αρ­χές του 20ού αιώ­να κα­τα­γρά­φο­νται στην πε­ριο­χή 5.308 βιο­μη­χα­νι­κές και βιο­τε­χνι­κές μο­νά­δες, εκ των ο­ποί­ων οι 4.008 α­νή­καν σε Έλ­λη­νες, οι 1.216 σε Ο­θω­μα­νούς και οι υ­πό­λοι­πες στις άλ­λες μειο­νό­τη­τες. Η ί­δια πε­ρί­που κα­τά­στα­ση ι­σχύ­ει και στο ε­μπό­ριο, αλ­λά και τις χρη­μα­τι­κές-τρα­πε­ζι­κές σχέ­σεις, που βά­ση τους βέ­βαια ή­ταν η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.


Γ. Ο έ­λεγ­χος της βιο­μη­χα­νί­ας, της βιο­τε­χνί­ας, του ε­μπο­ρί­ου κά­θε εί­δους προ­ϊ­ό­ντων πέ­ρα­σε έ­τσι στον έ­λεγ­χο των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι διο­χέ­τευ­σαν τον έ­τσι συ­γκε­ντρω­μέ­νο πλού­το αφ’ ε­νός μεν στην πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη –ό­πως ή­ταν φυ­σιο­λο­γι­κό για κά­θε κοι­νω­νί­α τα­ξι­κής διάρ­θρω­σης– ταυ­τό­χρο­να ό­μως στην α­νά­πτυ­ξη της πνευ­μα­τι­κής και πο­λι­τι­στι­κής πο­ρεί­ας των Ελ­λή­νων. Η παι­δεί­α, η διά­δο­ση της γνώ­σης μέ­σα α­πο βι­βλί­α, ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, πή­ρε τε­ρά­στιες δια­στά­σεις, ι­δρύ­μα­τα παι­δεί­ας υ­ψη­λού ε­πι­πέ­δου για κά­θε στάθ­μη η­λι­κια­κή. Α­θλη­τι­σμός και πο­λι­τι­σμός σε πρώ­τη γραμ­μή. Τα ι­δρύ­μα­τα μέ­σης εκ­παί­δευ­σης α­ντι­στοι­χού­σαν –λό­γω των υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών– με πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα άλ­λων χω­ρών της ί­διας πε­ριο­χής. Αυ­τά τα γε­γο­νό­τα έ­φε­ραν για α­να­ζή­τη­ση κα­λύ­τε­ρης ζω­ής και με­γά­λο α­ριθ­μό Ελ­λή­νων α­πο ό­λα τα μέ­ρη του Ελ­λη­νι­σμού, α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να ή ό­χι.


Δ. Η κοι­νω­νι­κή ορ­γά­νω­ση στη­ρί­χτη­κε σ’ έ­να ευ­ρύ δί­κτυο α­δελ­φο­τή­των εί­τε ε­παγ­γελ­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, εί­τε ε­θνι­κο­το­πι­κού, α­νά­λο­γα δη­λα­δή με τη προ­έ­λευ­ση των με­λών. Αυ­τό έ­γι­νε αφ’ ε­νός ως α­ντί­δρα­ση στην α­πα­γό­ρευ­ση λει­τουρ­γί­ας ερ­γα­σια­κών και άλ­λου τύ­που σω­μα­τεί­ων α­πό τις Ο­θω­μα­νι­κές αρ­χές, αφ’ ε­τέ­ρου ως μέ­σο διά­δο­σης της γνώ­σης, ι­διαί­τε­ρα για τε­χνι­κά ε­παγ­γέλ­μα­τα με ι­διαί­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες, κά­τι σαν τις συ­ντε­χνί­ες στις χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης. Οι α­δελ­φό­τη­τες αυ­τές α­πέ­κτη­σαν ό­μως με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου και άλ­λες ά­τυ­πες, μεν, αλ­λά ου­σια­στι­κές αρ­μο­διό­τη­τες που σχε­τί­ζο­νταν, πέ­ραν α­πο την εκ­μά­θη­ση του ε­παγ­γέλ­μα­τος, με την πα­ρο­χή γε­νι­κών γνώ­σε­ων παι­δεί­ας, ψυ­χα­γω­γί­ας και πο­λι­τι­σμού. Έ­τσι έ­γι­ναν ου­σια­στι­κό στοι­χεί­ο της κοι­νω­νι­κής ζω­ής, με­τά δε την ε­πα­νά­στα­ση των Νε­ό­τουρ­κων το 1908 και την ε­φαρ­μο­γή νέ­ας νο­μο­θε­σί­ας γύ­ρω α­πο τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις τον ε­πό­με­νο χρό­νο, πολ­λές α­πο αυ­τές με­τε­τρά­πη­σαν σε σω­μα­τεί­α με ι­σχυ­ρή πα­ρου­σί­α, για λί­γα χρό­νια βέ­βαια, στη ζω­ή της πε­ριο­χής.


Οι πα­ρα­πά­νω συ­νι­στώ­σες της ζω­ής στη Σμύρ­νη δη­μιούρ­γη­σαν, ί­σως για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α των αν­θρώ­πων, έ­να μο­να­δι­κό πρό­τυ­πο λει­τουρ­γί­ας μιας κοι­νω­νί­ας, που στη­ρι­ζό­ταν στον «δυ­ϊ­σμό των ε­ξου­σιών». Οι κα­πι­τα­λι­στι­κές χώ­ρες, που α­να­λύ­θη­καν α­πο τη θε­ω­ρί­α του ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, α­να­πτύ­χθη­καν πά­νω στη βά­ση της ταύ­τι­σης της οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας, ό­που η πρώ­τη ό­ρι­ζε και ο­ρί­ζει τη δεύ­τε­ρη, σύμ­φω­να με τα εκάστοτε συμ­φέ­ρο­ντά της. Στην πε­ρί­πτω­ση της ζώ­νης της Σμύρ­νης, λό­γω της υ­πάρ­ξε­ως μιας ι­σχυ­ρής φυ­λε­τι­κής ο­μά­δας, μέ­σα σ’ έ­να πο­λυε­θνι­κό μω­σα­ϊ­κό της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, δό­θη­κε η δυ­να­τό­τη­τα να πε­ρά­σει η οι­κο­νο­μι­κή ε­ξου­σί­α στα χέ­ρια μιας ο­μά­δας, των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι ό­μως δεν μπο­ρού­σαν να «διο­χε­τεύ­σουν» την ε­ξου­σί­α αυ­τή στο πο­λι­τι­κό και στρα­τιω­τι­κό ε­πί­πε­δο, α­φού αυ­τές α­νή­καν στη σφαί­ρα ε­ξου­σί­ας των Ο­θω­μα­νών. Αυ­τός ο δυ­ϊ­σμός ε­ξου­σιών εί­χε ά­με­σες συ­νέ­πειες στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή των αν­θρώ­πων, α­φού ε­πέ­τρε­πε μια δι­καιό­τε­ρη κα­τα­νο­μή α­γα­θών, λό­γω της «ά­τυ­πης κοι­νω­νι­κής-τα­ξι­κής ει­ρή­νης» που δια­σφα­λι­ζό­ταν α­πο την α­δυνα­μί­α υ­πε­ρά­σπι­σης των οι­κο­νο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων μέ­σω της πο­λι­τι­κής και στρα­τιω­τι­κής ε­ξου­σί­ας.


Αν η δια­πί­στω­ση αυ­τή προ­σεγ­γί­ζει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και το ι­στο­ρι­κό γί­γνε­σθαι στην πε­ριο­χή, τό­τε μπο­ρού­με να ερ­μη­νεύ­σου­με πλή­θος φαι­νο­μέ­νων της ζω­ής των αν­θρώ­πων, αλ­λά και τα γε­νι­κό­τε­ρα φαι­νό­με­να που ο­δή­γη­σαν στην κα­τα­στρο­φή του προ­τύ­που αυ­τού.


Η α­να­ζή­τη­ση αυ­τής της ερ­μη­νεί­ας ξε­κί­νη­σε κατ’ αρ­χήν α­πο το ε­ρώ­τη­μα που σχε­τί­ζε­ται με την α­πα­σχό­λη­ση του με­γά­λου πλή­θους των μου­σι­κών που πε­ριε­λάμ­βα­νε η α­δελ­φό­τη­τα και το σι­νά­φι (εσ’ ναφ) της Σμύρ­νης. Προ­ϋ­πό­θε­ση ύ­παρ­ξης τό­σων ε­ξει­δι­κευ­μέ­νων ε­παγ­γελ­μα­τιών ή­ταν φυ­σι­κά η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή τους α­πο­κα­τά­στα­ση. Αυ­τό προ­ϋ­πέ­θε­τε την ύ­παρ­ξη α­νά­λο­γης πε­λα­τεί­ας. Μια πε­λα­τεί­α ό­μως που συ­ντη­ρεί, και μά­λι­στα με υ­ψη­λές α­πο­δο­χές, εκ­προ­σώ­πους πο­λι­τι­σμι­κών και ψυ­χα­γω­γι­κών λει­τουρ­γιών φα­νέ­ρω­νε την ύ­παρ­ξη πε­ρίσ­σιου πλού­του. Ο πλού­τος αυ­τός α­φο­ρού­σε –α­να­λο­γι­κά– και την υ­ψη­λή και τη με­σαί­α και τη χα­μη­λό­τε­ρη τά­ξη. Απ’ ε­κεί και τα α­νά­λο­γα στέ­κια των «παι­γνι­δια­τό­ρων» για ό­λα τα βα­λά­ντια και πορ­το­φό­λια. Α­κό­μη, η ύ­παρ­ξη τό­σο με­γά­λου α­ριθ­μού ψυ­χα­γω­γι­κών χώ­ρων συν­δέ­θη­κε μ’ έ­να τρό­πο ζω­ής που προ­ϋ­πέ­θε­τε τη δυ­να­τό­τη­τα κα­τα­νά­λω­σης, για τον πο­λι­τι­σμό. Ι­διαί­τε­ρα με τη μου­σι­κή και τα τρα­γού­δια αυ­τό έ­γι­νε ου­σια­στι­κό στοι­χεί­ο της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής, της γνώ­σης του α­ντι­κει­μέ­νου α­φού σε κά­θε οι­κο­γέ­νεια κά­ποιοι –συ­χνά και ό­λοι– α­σχο­λού­νταν έ­στω και ε­ρα­σιτε­χνι­κά με τη μου­σι­κή.


Μια άλ­λη διά­στα­ση αυ­τού του μο­να­δι­κού κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­στι­κού φαι­νο­μέ­νου ή­ταν οι α­πο­φά­σεις των με­γά­λων δυ­νά­με­ων της ε­πο­χής (Αγ­γλί­α, Γαλ­λί­α, Ι­τα­λί­α, Α­με­ρι­κή) να δια­γρά­ψουν ο­ρι­στι­κά α­πο τον χάρ­τη και την ι­στο­ρι­κή μνή­μη, μέ­σα α­πο την α­γριό­τη­τα που ε­πέ­τρε­ψαν στη κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης το 1922.


Δεν μπο­ρεί να δο­θεί κα­μιά ερ­μη­νεί­α πώς οι τέσ­σε­ρις στό­λοι των «με­γά­λων δυ­νά­με­ων» πα­ρα­κο­λού­θη­σαν έ­να φρι­κια­στι­κό έ­γκλη­μα τέ­τοιας διά­στα­σης, ό­ταν σε λί­γες μέ­ρες ε­σφα­γιά­σθη­σαν με α­γριό­τη­τα 100.000 Έλ­λη­νες –κυ­ρί­ως γυ­ναι­κό­παι­δα– μπρο­στά στα μά­τια των υ­πεύ­θυ­νων των τεσ­σά­ρων στό­λων. Α­κό­μη και ο συ­μπα­θής –ό­πως α­πο­δεί­χτη­κε– πρε­σβευ­τής των Η­ΠΑ, Χόρ­τον, πα­ραι­τή­θη­κε μπρο­στά σ’ αυ­τό το έ­γκλη­μα. Ε­πο­μέ­νως, η α­πό­φα­ση δεν ή­ταν μό­νο των Νε­ο­τούρ­κων ή του Κε­μάλ. Έ­πρε­πε να σβή­σει α­πο το χάρ­τη κά­θε μνή­μη αυ­τού του χώ­ρου (φω­τιά) αλ­λά να χα­θούν α­κό­μη και βιο­λο­γι­κά οι φο­ρείς αυ­τού του εί­δους α­νά­πτυ­ξης και πο­λι­τι­στι­κής στάθ­μης (η σφα­γή).

Ο στε­ναγ­μός της Σμύρ­νης
Α. Παύ­λο­βιτ­ς
Σμύρ­νη! Τώ­ρα φεύ­γω α­πο σέ­να,
η φτω­χή μου σ’ α­φή­νει καρ­διά
μαύ­ρη μοί­ρα με σέρ­νει στα ξέ­να,
και με πό­νο σου λέ­γω «Έ­χε γεια!..»

Στης ζω­ής μας το δό­λιο το δρό­μο,
τσα­κι­σμέ­να που­λιά του βο­ριά,
Θα γυ­ρί­ζου­με πά­ντα με χρό­νο,
το στερ­νό θα σου λέ­με «Έ­χε γεια!»

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek