του Α. Τερζή, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

“Εί­μα­στε ό­λοι Α­με­ρι­κα­νοί”;
Η ε­πι­λε­κτι­κή α­γα­νά­κτη­ση της κα­τε­στη­μέ­νης δια­νό­η­σης της Δύ­σης (ΚΔΔ), τις μέ­ρες με­τά την 11/9/01, ή­ταν α­πο­κρου­στι­κή. Ό­σοι προ­σπά­θη­σαν να το­πο­θε­τή­σουν την 11/9 σε έ­να ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο και να διευ­ρύ­νουν την α­γα­νά­κτη­ση ώ­στε να πε­ρι­λά­βει και αυ­τούς που ε­πί αιώ­νες δια­πράτ­τουν πο­λύ χει­ρό­τε­ρα και μα­ζι­κό­τε­ρα ε­γκλή­μα­τα, το έ­κα­ναν μέ­σα σε έ­να κλί­μα δια­νο­η­τι­κού εκ­φο­βι­σμού που θύ­μι­ζε ψυ­χρο­πο­λε­μι­κές ε­πο­χές. Ο εκ­φο­βι­σμός αυ­τός βα­σί­στη­κε σε δύ­ο α­νό­η­τα κα­τα­σκευά­σμα­τα της ΚΔΔ: την κα­τη­γο­ρί­α του “α­ντια­με­ρι­κα­νι­σμού” και αυ­τήν του “η­θι­κού ρε­λα­τι­βι­σμού” (η δεύ­τε­ρη, στην Ελ­λά­δα εκ­φρά­στη­κε με την κα­τη­γο­ρί­α του “συμ­ψη­φι­σμού”). Στις Η­ΠΑ ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­ντια­με­ρι­κα­νός” εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται με με­γά­λη ευ­κο­λί­α ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες (κα­θη­γη­τές πα­νε­πι­στη­μί­ων γρά­φουν βι­βλί­α ό­πως αυ­τό του Paul Hollander “Anti-Americanism”, 1995). Αρ­κεί να θυ­μη­θού­με τους χι­λιά­δες α­θώ­ους που έ­χα­σαν τη δου­λειά τους, κα­τα­στρά­φη­καν οι κα­ριέ­ρες και οι ζω­ές τους, ό­ταν τους κόλ­λη­σε αυ­τή την ε­τι­κέ­τα ο πα­ρα­νο­ϊ­κός και μέ­θυ­σος γε­ρου­σια­στής Μα­κάρ­θυ. Στην Ελ­λά­δα κυ­κλο­φό­ρη­σε ευ­ρέ­ως α­πό εκ­προ­σώ­πους της ΚΔΔ (Αν­δρια­νό­που­λος, Αν­δρου­λά­κης… ) την ε­πο­χή που το ΝΑ­ΤΟ ι­σο­πέ­δω­νε τη Γιου­γκο­σλα­βί­α (Ά­νοι­ξη 1999) και ε­πα­να­λή­φθη­κε ό­ταν, με­τά την 11/9, η ΚΔΔ ε­πι­βι­βά­ζο­νταν στο άρ­μα της “α­ντι­τρο­μο­κρα­τι­κής εκ­στρα­τεί­ας” και του βομ­βαρ­δι­σμού του Αφ­γα­νι­στάν με ο­δη­γό τους τον Μπους Jr., πα­ρό­λο που ο άν­θρω­πος δεν μας έ­χει δώ­σει εν­δεί­ξεις ό­τι μπο­ρεί να βρει το Αφ­γα­νι­στάν πά­νω στο χάρ­τη. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις (Γιου­γκο­σλα­βί­α, Αφ­γα­νι­στάν) ο ελ­λη­νι­κός λα­ός, ό­πως η πλειο­ψη­φί­α των λα­ών του κό­σμου, τά­χθη­κε ε­νά­ντια στους ε­γκλη­μα­τι­κούς βομ­βαρ­δι­σμούς των Κλί­ντον και Μπους. Με αυ­τή του τη στά­ση κέρ­δι­σε την ε­τι­κέ­τα του “α­ντια­με­ρι­κα­νού”.


Τι πε­ριε­χό­με­νο ό­μως μπο­ρεί να έ­χει αυ­τή η κα­τη­γο­ρί­α; Αν αυ­τοί που την εκ­σφεν­δο­νί­ζουν εν­νο­ούν τη σκλη­ρή κρι­τι­κή και α­ντί­στα­ση στις φο­νι­κές και κα­τα­στρε­πτι­κές πο­λι­τι­κές της κυ­βέρ­νη­σης των Η­ΠΑ, τό­τε θα πρέ­πει να α­να­ρω­τη­θούν για­τί και οι ί­διοι δεν βρί­σκο­νται στους κόλ­πους των “α­ντια­με­ρι­κα­νών”. Αν εν­νο­ούν την α­να­κλα­στι­κή α­πόρ­ρι­ψη του α­με­ρι­κα­νι­κού λα­ού ή/και κα­θε­τί α­με­ρι­κά­νι­κου, τό­τε ας ρί­ξουν μί­α μα­τιά α­νά τον κό­σμο και θα δια­πι­στώ­σουν ό­τι οι λα­οί δεν α­πορ­ρί­πτουν ού­τε τις ται­νί­ες τους, ού­τε τη λο­γο­τε­χνί­α τους, ού­τε τη μου­σι­κή τους, ού­τε το χο­ρό τους. Τι­μούν, κά­θε Πρω­το­μα­γιά, το αι­μα­τη­ρό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μά τους, θαυ­μά­ζουν τις ε­λευ­θε­ρί­ες που α­πο­λαμ­βά­νουν και α­κρι­βώς γι’ αυ­τό μι­σούν την κυ­βέρ­νη­ση των Η­ΠΑ η ο­ποί­α στε­ρεί α­πό τους λα­ούς τις ί­διες ε­λευ­θε­ρί­ες που ε­πι­θυ­μούν για τους ε­αυ­τούς τους. Η έν­νοια “α­ντια­με­ρι­κα­νι­σμός” εί­ναι κε­νή πε­ριε­χο­μέ­νου. Εί­ναι α­πλά ερ­γα­λεί­ο των προ­πα­γαν­δι­στών και των αυ­ταρ­χι­κών. Θυ­μί­ζου­με ό­τι στις χει­ρό­τε­ρες μέ­ρες της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης ο “α­ντι­σο­βιε­τι­σμός” α­πο­τε­λού­σε σο­βα­ρό­τα­το α­δί­κη­μα.


Στον διε­θνή χώ­ρο ο πο­λύς Salman Rushdie α­νέ­βη­κε και αυ­τός στο άρ­μα μα­ζί με την ΚΔΔ. Ι­διαί­τε­ρα αυ­τός θα έ­πρε­πε να εί­χε δεί­ξει με­γα­λύ­τε­ρη ευαι­σθη­σί­α στη δια­νο­η­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α, διό­τι αρ­κε­τοί βι­βλιο­πώ­λες τραυ­μα­τί­στη­καν ή έ­χα­σαν τη ζω­ή τους για να στη­ρί­ξουν τη δια­κί­νη­ση του βι­βλί­ου του “Satanic Verses”, η ο­ποί­α α­πει­λού­νταν (ό­πως και η ζω­ή του) α­πό το ι­σλα­μι­κό φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κό κα­θε­στώς του Χο­με­ϊ­νί. Αυ­τός ό­μως ε­πέ­λε­ξε τώ­ρα να στη­ρί­ξει το χρι­στια­νι­κό φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κό κα­θε­στώς του Μπους. Με άρ­θρο του στην Wa­shington Post (2/10/01), α­φού κα­τη­γό­ρη­σε για “φα­ρι­σα­ϊ­κό η­θι­κό ρε­λα­τι­βι­σμό” και για “σφο­δρή α­ντια­με­ρι­κα­νι­κή ε­πί­θε­ση” αυ­τούς που πί­στευαν ό­τι η α­με­ρι­κα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει να αλ­λά­ξει τη διε­θνή συ­μπε­ρι­φο­ρά της, κα­τέ­θε­σε και την ά­πο­ψη: “τρο­μο­κρα­τί­α εί­ναι η δο­λο­φο­νί­α α­θώ­ων και αυ­τή τη φο­ρά (11/9) ή­ταν μα­ζι­κή δο­λο­φο­νί­α. Το να δι­καιο­λο­γείς αυ­τή τη φρι­κα­λε­ό­τη­τα κα­τα­κρί­νο­ντας τις πο­λι­τι­κές των κυ­βερ­νή­σε­ων των Η­ΠΑ ση­μαί­νει ό­τι αρ­νεί­σαι τη βα­σι­κή ι­δέ­α της η­θι­κής: τα ά­το­μα εί­ναι υ­πεύ­θυ­να για τις πρά­ξεις τους”. Έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ΚΔΔ εί­ναι ό­τι δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ούτε στη λο­γι­κή να της χα­λά­σει έ­να εύ­η­χο ε­πι­χεί­ρη­μα. Έ­τσι και ο Rushdie, πο­λύ βο­λι­κά, α­γνό­η­σε την α­πλή λο­γι­κή που λέ­ει ό­τι “κα­τα­κρί­νο­ντας τις πο­λι­τι­κές των κυ­βερ­νή­σε­ων των Η­ΠΑ” δεν συ­νε­πά­γε­ται “το να δι­καιο­λο­γείς αυ­τή τη φρι­κα­λε­ό­τη­τα”. Α­γνό­η­σε ε­πί­σης τη λο­γι­κή αλ­λά και την έ­ντι­μη στά­ση που λέ­ει ό­τι μπο­ρείς ταυ­τό­χρο­να να κα­τα­κρί­νεις τη συ­γκε­κρι­μέ­νη φρι­κα­λε­ό­τη­τα αλ­λά και τις κα­τά πο­λύ μα­ζι­κό­τε­ρες φρι­κα­λε­ό­τη­τες της α­με­ρι­κα­νι­κής ε­λίτ που έ­χουν ο­δη­γή­σει στον ξε­πε­σμό των διε­θνών σχέ­σε­ων στο ε­πί­πε­δο της τρο­μο­κρα­τί­ας (δείγ­μα του ο­ποί­ου ή­ταν και η 11/9), ως συ­νέ­πεια της οι­κτρής κα­τά­στα­σης του πλα­νή­τη, της α­πα­ξί­ω­σης των διε­θνών θε­σμών κα­θώς και της α­νο­μί­ας που διέ­πει πλέ­ον τις διε­θνείς σχέ­σεις. Α­γνό­η­σε ε­πί­σης την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που λέ­ει ό­τι στη “μα­ζι­κή δο­λο­φο­νί­α α­θώ­ων” συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τα πο­λυά­ριθ­μα θύ­μα­τα της α­με­ρι­κα­νι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας. Η ο­μορ­φιά του συ­στή­μα­τος εί­ναι ό­τι λει­τουρ­γεί χω­ρίς ε­ξα­να­γκα­σμό. Η ΚΔΔ έ­χει ε­σω­τε­ρι­κο­ποι­ή­σει την πα­τριω­τι­κή α­τζέ­ντα: τα θύ­μα­τα των δι­κών μας σφα­γέ­ων (Μπους Sr, Κλί­ντον, Σου­χάρ­το, Σα­ρόν, Τούρ­κοι στρα­τη­γοί, Μπους Jr….) δεν μας συ­γκι­νούν. Για τα θύ­μα­τα των ε­χθρών η α­γα­νά­κτη­σή μας εί­ναι με­γά­λη και τα δά­κρυα πά­νω-πά­νω. Το κλί­μα της ε­πι­λε­κτι­κής α­γα­νά­κτη­σης ε­πα­να­λή­φθη­κε κα­τά την ε­πέ­τειο τις 11/9. Η πιο προ­βε­βλη­μέ­νη ει­κό­να στην ι­στο­ρί­α της τη­λε­ό­ρα­σης ε­πα­νήλ­θε στις ο­θό­νες μας. Και η ξα­να­ζε­στα­μέ­νη θλί­ψη ε­γκα­τα­στά­θη­κε στα πρό­σω­πα των πα­ρου­σια­στών και των σχο­λια­στών. Η υ­ψη­λή κοι­νω­νί­α της Α­θή­νας πέ­ρα­σε α­πό την Πρε­σβεί­α για να φι­λή­σει το χέ­ρι του εκ­προ­σώ­που του “Νο­νού” (ό­πως άλ­λω­στε και σε άλ­λες πρω­τεύ­ου­σες). Η φρι­κα­λε­ό­τη­τα της 11/9 προ­σω­πο­ποι­ή­θη­κε, εί­δα­με φω­το­γρα­φί­ες των θυ­μά­των και συ­γκι­νη­τι­κές ει­κό­νες των συγ­γε­νών τους να μι­λούν για την προ­σω­πι­κό­τη­τα και τα ό­νει­ρα των α­δι­κο­χα­μέ­νων. Την ί­δια α­κρι­βώς μέ­ρα ή­ταν η ε­πέ­τειος της δο­λο­φο­νί­ας του Α­λιέ­ντε, της α­να­τρο­πής της ε­κλεγ­μέ­νης κυ­βέρ­νη­σης της Χι­λής και της πα­ρά­δο­σης του κρά­τους στην ει­κο­σά­χρο­νη στυ­γνή δι­κτα­το­ρί­α του Πι­νο­σέτ. Αυ­τή η ε­πέ­τειος ξε­χά­στη­κε. Σε ε­ρώ­τη­ση, εκ­δό­της ε­φη­με­ρί­δας α­πά­ντη­σε “μα τι σχέ­ση έ­χει η μί­α με την άλ­λη”. Έ­χει δί­κιο. Κα­μία σχέ­ση. Μό­νο που το θύ­μα της 11/9/01 ή­ταν ο θύ­της της 11/9/73. Και έ­τσι πε­ρι­μέ­να­με την 7/10 για την ε­πέ­τειο που έ­χει ά­με­ση σχέ­ση με την 11/9. Ή­ταν η μέ­ρα που ξε­κί­νη­σαν οι βομ­βαρ­δι­σμοί του Αφ­γα­νι­στάν. Τα ΜΜΕ, πι­στά στις αρ­χές τους, την προ­σπέ­ρα­σαν.


Πού ή­ταν οι ει­κό­νες:

των Β-52 να σβή­νουν α­πό το χάρ­τη ο­λό­κλη­ρα χω­ριά των 200 και 300 κα­τοί­κων. Μέ­σα σε δύ­ο μή­νες οι νε­κροί Αφ­γα­νοί πο­λί­τες μό­νο α­πό τους βομ­βαρ­δι­σμούς ξε­πέ­ρα­σαν τους νε­κρούς της 11/9. Οι νε­κροί α­πό πεί­να, κρύ­ο και κα­κου­χί­ες εί­ναι δε­κά­δες χι­λιά­δες. Ο τε­λευ­ταί­ος προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός του δυ­στυ­χι­σμέ­νου αυ­τού κρά­τους ή­ταν μό­λις $83 ε­κατ. δη­λα­δή το 1/10 του κό­στους ε­νός Β-52.

των α­κρω­τη­ρια­σμέ­νων α­πό τις βόμ­βες δια­σπο­ράς παι­διών.

της μά­νας με το νε­κρό παι­δί στην α­γκα­λιά της.

των νε­κρο­τα­φεί­ων του στρα­το­πέ­δου Maslakh (που ση­μαί­νει σφα­γεί­ο) κο­ντά στην πό­λη Herat ό­που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό τους χι­λιά­δες σω­ρούς α­πό πέ­τρες που σκε­πά­ζουν τους τά­φους εί­ναι μι­κρο­σκο­πι­κοί διό­τι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα θύ­μα­τα εί­ναι βρέ­φη και παι­διά.

του γα­μή­λιου γλε­ντιού το ο­ποί­ο βομ­βαρ­δί­στη­κε (45 νε­κροί) διό­τι “εί­χα­με πλη­ρο­φο­ρί­ες ό­τι στο χω­ριό υ­πήρ­χαν Τα­λι­μπάν”

α­πό τα βομ­βαρ­δι­σμέ­να και κα­τα­στρεμ­μέ­να υ­δα­το­φράγ­μα­τα, σπί­τια, γει­το­νιές, τε­μέ­νη, νο­σο­κο­μεί­α…


Η δι­κή μας φρι­κα­λε­ό­τη­τα ό­χι μό­νο δεν προ­σω­πο­ποι­ή­θη­κε αλ­λά ού­τε ως ψυ­χρή στα­τι­στι­κή δεν α­να­φέρ­θη­κε. Τα ΜΜΕ των Η­ΠΑ και της Ευ­ρώ­πης ξα­να­πρό­βα­λαν το ί­διο πα­νάρ­χαιο ψέ­μα που συ­ντη­ρεί τρο­μο­κρά­τες ό­πως ο Μπιν Λά­ντεν και ο Μπους: ό­τι ο­ρι­σμέ­νες αν­θρώ­πι­νες ζω­ές έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη α­ξί­α α­πό άλ­λες και το συ­να­κό­λου­θο, ό­τι έ­να έ­γκλη­μα δεν εί­ναι έ­γκλη­μα ό­ταν το δια­πράτ­του­με ε­μείς.


Δύ­ο ε­πέ­τειοι
Το ί­διο ψέ­μα παί­χτη­κε και με τις δύ­ο άλ­λες ε­πε­τεί­ους, 5-6/9 και 16-18/9. Η πρώ­τη, ή­ταν η ε­πέ­τειος των 30 χρό­νων α­πό τη δο­λο­φο­νί­α 11 Ισ­ρα­η­λι­νών α­θλη­τών τους ο­ποί­ους εί­χε πά­ρει ως ο­μή­ρους τρο­μο­κρα­τι­κή πα­λαι­στι­νια­κή ο­μά­δα, κα­τά τη διάρ­κεια των Ο­λυ­μπια­κών Α­γώ­νων του Μο­νά­χου. Ό­λες οι με­γά­λες ε­φη­με­ρί­δες των Η­ΠΑ θυ­μή­θη­καν την ε­πέ­τειο με πο­λυ­σέ­λι­δα άρ­θρα, το ABC με ντο­κι­μα­ντέρ μί­ας ώ­ρας, το CNN με ε­κτε­τα­μέ­νες α­ντα­πο­κρί­σεις. Η δεύ­τε­ρη, ή­ταν η ε­πέ­τειος των 20 χρό­νων α­πό τη σφα­γή των 2000 Πα­λαι­στι­νί­ων στα στρα­τό­πε­δα προ­σφύ­γων Sabra και Shatila. Ού­τε μί­α στή­λη δεν α­φιέ­ρω­σαν σε αυ­τή την ε­πέ­τειο οι ί­διες ε­φη­με­ρί­δες. Ί­σως για­τί ο υ­πεύ­θυ­νος της σφα­γής του 1982 εί­ναι ο ί­διος που σή­με­ρα ως Πρω­θυ­πουρ­γός του Ισ­ρα­ήλ συ­νε­χί­ζει το ε­γκλη­μα­τι­κό του έρ­γο.


Η Unicef α­να­κοί­νω­σε ό­τι κά­θε δύ­ο ε­βδο­μά­δες 3.000 παι­διά (ό­σοι και οι νε­κροί της 11/9) πε­θαί­νουν ε­ξαι­τί­ας του οι­κο­νο­μι­κού α­πο­κλει­σμού των 22 ε­κατ. Ι­ρα­κι­νών. Με το νέ­ο αυ­τό Ό­πλο Μα­ζι­κής Κα­τα­στρο­φής (ΟΜ­Κ), στα δώ­δε­κα χρό­νια που χρη­σι­μο­ποιεί­ται ε­να­ντί­ον του Ι­ράκ, “έ­χουν σκο­τω­θεί πε­ρισ­σό­τε­ροι άν­θρω­ποι α­πό ό­σοι σκο­τώ­θη­καν με ό­λα τα άλ­λα ΟΜ­Κ α­θροι­στι­κά* σε ο­λό­κλη­ρη την ι­στο­ρί­α”, λέ­ει α­με­ρι­κα­νι­κή με­λέ­τη (The Journal of Strategic Studies 23, 163-187, 2000). Αλ­λά και ε­δώ ι­σχύ­ει το ί­διο ψέ­μα: οι νε­κροί των πύρ­γων ή­ταν άν­θρω­ποι, τα παι­διά του Ι­ράκ ό­χι.


Η Le Μonde κυ­κλο­φό­ρη­σε την ε­παύ­ριο της 11/9 με το ί­διο ψέ­μα σε πρω­το­σέ­λι­δο με­γά­λο τί­τλο “Εί­μα­στε ό­λοι α­με­ρι­κα­νοί”. Ποιοι ά­ρα­γε εί­ναι αυ­τοί οι “ό­λοι”; Μπο­ρεί να εί­ναι οι κά­τοι­κοι της Ιν­δο­κί­νας, της Α­φρι­κής, της Λα­τι­νι­κής Α­με­ρι­κής, του Τρί­του Κό­σμου γε­νι­κά; Ό­χι βέ­βαια. Εί­ναι η λευ­κή Ευ­ρώ­πη που ο­δύ­ρε­ται για την τρα­γω­δί­α των λευ­κών α­δελ­φών της πέ­ραν του Α­τλα­ντι­κού.
Αυ­τό το ψέ­μα εί­ναι έ­να α­πό τα κα­θο­ρι­στι­κά στοι­χεί­α του ρα­τσι­σμού, έ­να δόγ­μα που έ­χει βα­θιές ρί­ζες στην Ευ­ρώ­πη και την Α­με­ρι­κή.


Ο ρα­τσι­σμός των λευ­κών α­πέ­να­ντι στους “ά­τυ­χους” με δια­φο­ρε­τι­κής α­πό­χρω­σης δέρ­μα ε­μπε­ριέ­χει τη στά­ση α­νω­τε­ρό­τη­τας α­πέ­να­ντι στους κα­τώ­τε­ρους κα­θώς και το δια­νο­η­τι­κό και σω­μα­τι­κό λι­ντσά­ρι­σμα με λέ­ξεις, νό­μους, κα­νό­νες, χρή­μα, ρό­πα­λα και ό­πλα που, στο α­πο­κο­ρύ­φω­μα ε­νός ε­θνι­κι­στι­κού κρε­σέ­ντο, πα­ρα­δί­δει τους “ά­τυ­χους” στο στά­τους του υ­παν­θρώ­που, α­κό­μη και του ζώ­ου, για να ε­κλο­γι­κεύ­σει τη λε­η­λα­σί­α και την ε­ξό­ντω­σή τους, πά­ντα ό­μως στην “αν­θρω­πι­στι­κή” προ­σπά­θεια να τους “σώ­σου­με” ή να τους “εκ­πο­λι­τί­σου­με”. Ό­ταν ο πυ­ρε­τός του “αν­θρω­πι­σμού” α­νε­βαί­νει στη λευ­κή φυ­λή, τα κου­δού­νια του τρό­μου και του πα­νι­κού χτυ­πούν πα­ντού στον τρί­το κό­σμο για­τί, βλέ­πε­τε, αυ­τοί οι “υ­πάν­θρω­ποι” δεν δια­θέ­τουν το τα­λέ­ντο ού­τε έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να γυ­ρί­ζουν γρή­γο­ρα την πλά­τη τους στα “εκ­πο­λι­τι­σμέ­να” και “αν­θρω­πι­στι­κά” συ­ντρίμ­μια που α­φή­νει στο πέ­ρα­σμά της η κα­τά­λευ­κη και πο­λι­τι­σμέ­νη Δύ­ση· και με τον έ­να ή τον άλ­λο τρό­πο κα­τα­νο­ούν ό­τι η “Νέ­α Τά­ξη” πραγ­μά­των του Μπους δεν δια­φέ­ρει πο­λύ α­πό την “Neue Ordnung” ή την “Ordine Nuovo” των Χί­τλερ και Μου­σο­λί­νι ή α­πό το “Φορ­τί­ο του Λευ­κού αν­θρώ­που” του Rudyard Kipling, και γνω­ρί­ζουν ε­μπει­ρι­κά τις κτη­νω­δί­ες που διέ­πρα­ξαν και δια­πράτ­τουν εις βά­ρος τους τα λευ­κά α­δέρ­φια τους στο ό­νο­μα της Προ­ό­δου, του Πο­λι­τι­σμού, της Ε­λευ­θε­ρί­ας, του Χρι­στια­νι­σμού, της Α­γο­ράς και της Δη­μο­κρα­τί­ας.


Η γε­νε­α­λο­γί­α του ρα­τσι­σμού
Σε ε­πι­στο­λή προς την Ισπα­νί­δα πα­τρό­να του, βα­σί­λισ­σα Ι­σα­βέλ­λα, γρά­φει για τους Ιν­διά­νους που “α­να­κά­λυ­ψε” ο Χρι­στό­φο­ρος Κο­λόμ­βος. “Εί­ναι πο­λύ α­πλοί άν­θρω­ποι, τί­μιοι και ε­ξαι­τε­ρι­κά γεν­ναιό­δω­ροι, κα­νέ­νας δεν σου αρ­νεί­ται τί­πο­τα αν του το ζη­τή­σεις. Δεί­χνουν με­γα­λύ­τε­ρη α­γά­πη για τους άλ­λους πα­ρά για τους ε­αυ­τούς τους”. Αυ­τά τα ό­μορ­φα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ιν­διά­νι­κου πο­λι­τι­σμού ο Κο­λόμ­βος τα εί­δε μέ­σα α­πό το υ­πε­ρο­πτι­κό πρί­σμα της “πο­λι­τι­σμέ­νης” και “χρι­στια­νι­κής” λευ­κής α­νω­τε­ρό­τη­τας του ευ­ρω­πα­ϊ­κού πο­λι­τι­σμού. Έ­γρα­φε στο η­με­ρο­λό­γιό του: “Θα γί­νο­νταν πο­λύ κα­λοί υ­πη­ρέ­τες. Με 50 ά­ντρες μπο­ρού­με να τους υ­πο­δου­λώ­σου­με ό­λους και να τους α­να­γκά­σου­με να κά­νουν ό­,τι τους ζη­τή­σου­με”. Δυ­στυ­χώς, οι Ιν­διά­νοι ού­τε “κα­λοί υ­πη­ρέ­τες” έ­γι­ναν ού­τε υ­πο­τά­χθη­καν και έ­τσι οι Ευ­ρω­παί­οι προ­χώ­ρη­σαν στην ε­πό­με­νη λύ­ση που τους πρό­σφε­ρε ο πο­λι­τι­σμός τους. Τους ε­ξό­ντω­σαν και, για να τους α­ντι­κα­τα­στή­σουν, ξε­ρί­ζω­σαν α­πό τις πα­τρί­δες τους ε­κα­τομ­μύ­ρια μαύ­ρους της Α­φρι­κής, τους με­τέ­φε­ραν στον Νέ­ο Κό­σμο και τους έ­κα­ναν δού­λους τους.


Ο Α­βρα­άμ Λίν­κολ­ν, τέσ­σε­ρα χρό­νια πριν α­πό την (ψευ­το)δια­κή­ρυ­ξη της (ψευ­το)α­πε­λευ­θέ­ρω­σης των μαύ­ρων, ό­ταν έ­κα­νε την α­πο­τυ­χη­μέ­νη του προ­σπά­θεια να ε­κλε­γεί γε­ρου­σια­στής, δή­λω­νε στους κα­τοί­κους της πο­λι­τεί­ας του Ιλ­λι­νό­ις: “Πο­τέ δεν υ­πο­στή­ρι­ξα ού­τε θα υ­πο­στη­ρί­ξω την κοι­νω­νι­κή και πο­λι­τι­κή ι­σό­τη­τα της λευ­κής και μαύ­ρης φυ­λής… ή να ε­πι­τρέ­ψου­με στους νέ­γρους να ψη­φί­ζουν, να ε­κλέ­γο­νται, να κα­τέ­χουν θέ­ση ε­νόρ­κου στα δι­κα­στή­ρια ή να πα­ντρεύ­ο­νται με λευ­κούς. Οι φυ­σι­κές δια­φο­ρές α­νά­με­σα στις δύ­ο φυ­λές, πι­στεύ­ω ό­τι πο­τέ δεν θα ε­πι­τρέ­ψουν στις δύ­ο φυ­λές να ζή­σουν υ­πό κα­θε­στώς κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ι­σό­τη­τας. Ό­σο εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νες να συ­νυ­πάρ­χουν, πρέ­πει να υ­πάρ­χει η θέ­ση του α­νώ­τε­ρου και του κα­τώ­τε­ρου … και η θέ­ση του α­νώ­τε­ρου πρέ­πει να πά­ει στη λευ­κή φυ­λή”. Αυ­τά εί­χε να πει ο γνω­στός ως “με­γά­λος α­πε­λευ­θε­ρω­τής” για τους αν­θρώ­πους που με­τέ­τρε­ψαν τη ζού­γκλα του Νό­του σε έ­ναν α­γρο­τι­κό πα­ρά­δει­σο. Πι­στός στο Σύ­νταγ­μα των Η­ΠΑ (το ο­ποί­ο κα­τα­με­τρού­σε κά­θε μαύ­ρο σκλά­βο ως 3/5 του αν­θρώ­που), έ­κα­νε ό­,τι μπο­ρού­σε για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει τους ο­μό­φυ­λούς του δου­λο­κτή­μο­νες του Νό­του. Η τυ­πι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των νέ­γρων (η ου­σια­στι­κή α­κό­μη δεν ε­πι­τεύ­χθη­κε) ήρ­θε με την ψή­φι­ση της 13ης Τρο­πο­λο­γί­ας του Συ­ντάγ­μα­τος, πολ­λούς μή­νες με­τά τον θά­να­το του Λίν­κολ­ν. Ο τί­τλος που του α­νή­κει, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με ό­ρους της σύγ­χρο­νης προ­πα­γάν­δας, εί­ναι αυ­τός του ρα­τσι­στή “αν­θρω­πι­στή”, τί­τλο που υ­πη­ρέ­τη­σαν ε­πά­ξια ό­λοι οι Πρό­ε­δροι των Η­ΠΑ, και οι τε­λευ­ταί­οι τρεις κέρ­δι­σαν και αυ­τόν του πο­λε­μο­κά­πη­λου “αν­θρω­πι­στή”.


Οι Η­ΠΑ, α­φού με το τέ­λος του 19ου αιώ­να εί­χαν ξε­πα­στρέ­ψει τους Ιν­διά­νους στα ε­δά­φη τους, α­πο­φά­σι­σαν να φέ­ρουν τον λευ­κό πο­λι­τι­σμό και στους έγ­χρω­μους α­δα­είς στην Κα­ρα­ϊ­βι­κή (Κού­βα, Α­ϊ­τή, Ά­γιο Δο­μί­νι­κο …) κα­θώς και στις μα­κρι­νές Φι­λιπ­πί­νες οι ο­ποί­ες μό­λις εί­χαν διώ­ξει τους Ι­σπα­νούς. Ο Πρό­ε­δρος των Η­ΠΑ McKinley δι­η­γεί­ται σε ο­μά­δα ιε­ρέ­ων που ε­πι­σκέ­πτο­νταν τον Λευ­κό Οί­κο το πως έ­φτα­σε στην α­πό­φα­ση να ε­πι­τε­θεί στις Φι­λιπ­πί­νες: “Νύ­χτες ο­λό­κλη­ρες πη­γαι­νο­ερ­χό­μου­να μέ­σα στον Λευ­κό Οί­κο και δεν ντρέ­πο­μαι να σας πω ό­τι γο­νά­τι­ζα και προ­σευ­χό­μου­να στον Πα­ντο­δύ­να­μο Θε­ό να με φω­τί­σει και να με κα­θο­δη­γή­σει. Αρ­γά έ­να βρά­δυ μου ήρ­θε ως ε­ξής: δεν μπο­ρού­σα­με να τους ε­γκα­τα­λεί­ψου­με στους ε­αυ­τούς τους διό­τι εί­ναι α­νί­κα­νοι να αυ­το­κυ­βερ­νη­θούν και γρή­γο­ρα θα κα­τέ­λη­γαν σε α­ναρ­χί­α και κα­κο­διοί­κη­ση χει­ρό­τε­ρη αυ­τής των Ι­σπα­νών. Έ­πρε­πε να τις κα­τα­λά­βου­με ώ­στε να τους μορ­φώ­σου­με, να τους εκ­πο­λι­τί­σου­με και να τους εκ­χρι­στια­νί­σου­με με τη βο­ή­θεια του Θε­ού, ως συ­ναν­θρώ­πους μας για τους ο­ποί­ους ε­πί­σης θυ­σιά­στη­κε ο Χρι­στός. Και τό­τε πή­γα στο κρε­βά­τι και μπό­ρε­σα να κοι­μη­θώ” (Howard Zinn, 1995). Οι ιε­ρείς με τη σει­ρά τους ευ­λό­γη­σαν τα α­με­ρι­κα­νι­κά ό­πλα. Ο διοι­κη­τής των πε­ζο­ναυ­τών Waller έ­φε­ρε εις αί­σιον πέ­ρας τις δια­τα­γές του στρα­τη­γού του Smith: “Δεν θέ­λω αιχ­μα­λώ­τους. Η ε­πι­θυ­μί­α μου εί­ναι να σκο­τώ­σε­τε και να κά­ψε­τε. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρους σκο­τώ­νε­τε και καί­τε, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη ι­κα­νο­ποί­η­ση μου δί­νε­τε. Θέ­λω ό­λοι οι άν­θρω­ποι που θα μπο­ρού­σαν να πά­ρουν ό­πλο στο χέ­ρι κα­τά των Η­ΠΑ να σκο­τω­θούν”.


Ε­φη­με­ρί­δες της Α­με­ρι­κής έ­γρα­φαν χω­ρίς ί­χνος ει­ρω­νεί­ας: “Ο α­γώ­νας πρέ­πει να συ­νε­χι­στεί έ­ως ό­του τα πα­ρά­λο­γα αυ­τά πλά­σμα­τα ξε­πλύ­νουν τα μά­τια τους με τό­σο αί­μα ό­σο χρειά­ζε­ται για να κα­θα­ρί­σει η ό­ρα­σή τους και να α­ντι­λη­φθούν ό­χι μό­νο ό­τι η α­ντί­στα­σή τους εί­ναι μά­ται­η, αλ­λά και ό­τι ε­μείς, που τώ­ρα μας θε­ω­ρούν ε­χθρούς τους, δεν έ­χου­με άλ­λο σκο­πό α­πέ­να­ντί τους πα­ρά να τους φέ­ρου­με την ε­λευ­θε­ρί­α και την ευ­τυ­χί­α”, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα ο με­γά­λος α­με­ρι­κα­νός κοι­νω­νιο­λό­γος F.H.Gidding ε­πι­νο­ού­σε την έν­νοια “συ­ναί­νε­ση χω­ρίς συ­ναί­νε­ση” : “Αν στο μέλ­λον ο α­ποι­κι­σμέ­νος λα­ός κα­τα­λά­βει και πα­ρα­δε­χθεί ό­τι η σχέ­ση α­ποι­κι­σμέ­νος/α­ποι­κιο­κρά­της ε­πι­βλή­θη­κε για έ­ναν υ­ψη­λό­τε­ρο σκο­πό τό­τε μπο­ρού­με λο­γι­κά να δε­χθού­με ό­τι η ε­ξου­σί­α μας ε­πι­βλή­θη­κε με τη συ­ναί­νε­ση του α­ποι­κι­σμέ­νου”. Και έ­τσι οι 200.000 νε­κροί Φι­λιπ­πι­νέ­ζοι που θυ­σιά­στη­καν μη συ­ναι­νώ­ντας με­τα­τρά­πη­καν σε συ­ναί­νε­ση στις θε­ω­ρί­ες του α­κρι­βο­σπου­δαγ­μέ­νου δια­νο­ού­με­νου.


Ο Τσώρ­τσιλ, πο­λε­μι­κός α­ντα­πο­κρι­τής της Morning Star τό­τε, και έ­νας α­πό τους πιο ε­πι­πό­λαιους πα­ρου­σια­στές του πο­λέ­μου, ή­ταν στη μά­χη του Omdurman (1898), κο­ντά στο Χαρ­τούμ, ό­ταν οι “ά­τυ­χοι” Αφρι­κα­νοί θέ­λη­σαν να πουν “ό­χι, ευ­χα­ρι­στώ” στον “πο­λι­τι­σμό” των λευ­κών. “Δεν θα ξα­να­δού­με μά­χη σαν του Omdur­man”, γρά­φει ο Τσώρ­τσιλ. “Ή­ταν η τε­λευ­ταί­α στη μα­κριά α­λυ­σί­δα των θε­α­μα­τι­κών συ­γκρού­σε­ων, των ο­ποί­ων η λα­μπρή και με­γα­λειώ­δης με­γα­λο­πρέ­πεια έ­χει προ­σφέ­ρει τό­σα στη γο­η­τεί­α του πο­λέ­μου”. Οι Άγ­γλοι διέ­θε­ταν πο­λε­μι­κά πλοί­α, κα­νό­νια, αυ­τό­μα­τα ό­πλα και σφαί­ρες DUMDUM (οι ο­ποί­ες πε­ριεί­χαν μό­λυ­βδο για να προ­κα­λούν με­γα­λύ­τε­ρο τραύ­μα, κα­τα­σκευα­σμέ­νες στην Καλ­κού­τα, δώ­ρο ε­νός λα­ού “υ­παν­θρώ­πων” που εί­χε ή­δη δε­χθεί τον “πο­λι­τι­σμό” της Δύ­σης, προς έ­να λα­ό “α­γρί­ων” που ε­πρό­κει­το να τον δε­χθεί). Οι Αφρι­κα­νοί διέ­θε­ταν κα­ρα­μπί­νες. Ο Τσώρ­τσιλ πε­ρι­γρά­φει τη μά­χη με με­γά­λο μπρί­ο και εν­θου­σια­σμό. “Οι στρα­τιώ­τες πυ­ρο­βο­λού­σαν στα­θε­ρά, με α­πά­θεια, χω­ρίς βια­σύ­νη και α­γω­νί­α διό­τι ο ε­χθρός ή­ταν πο­λύ μα­κριά”. Οι σφαί­ρες α­πό τις κα­ρα­μπί­νες έ­πε­φταν πολ­λά μέτρα πριν α­πό τις γραμ­μές των Άγ­γλων, τα ό­πλα των ο­ποί­ων εί­χαν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο βε­λη­νε­κές. Τους θέ­ρι­σαν. “Σε πέ­ντε ώ­ρες ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος και κα­λύ­τε­ρα ε­ξο­πλι­σμέ­νος στρα­τός που διέ­θε­ταν οι ά­γριοι ε­ξο­ντώ­θη­κε… πά­νω α­πό 9.000 νε­κροί και α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ροι οι βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νοι… με ε­λά­χι­στο ρί­σκο και μη­δα­μι­νές α­πώ­λειες για τους νι­κη­τές”. “Τέ­τοιου εί­δος πό­λε­μος προ­σφέ­ρει συ­ναρ­πα­στι­κά ρί­γη συ­γκί­νη­σης… κα­θώς κα­νέ­νας μας δεν α­νέ­με­νε πως θα σκο­τω­θεί”. Τα ό­πλα αλ­λά­ζουν αλ­λά ό­χι η συ­ντρι­πτι­κή υ­πε­ρο­χή. Χω­ρίς τον Τσώρ­τσιλ ποιος θα μας πε­ρι­γρά­ψει τα “ρί­γη συ­γκί­νη­σης” κα­θώς οι πι­λό­τοι μας θε­ρί­ζουν α­πό ύ­ψος α­σφα­λεί­ας τους “α­πο­λί­τι­στους” Σλά­βους, Πα­λαι­στί­νιους, Αφ­γα­νούς, Ι­ρα­κι­νούς, Ά­ρα­βες… κα­θώς πρέ­πει και αυ­τοί να ε­λα­φρύ­νουν “το φορ­τί­ο του λευ­κού αν­θρώ­που”. Ο Kipling, ποι­η­τής της α­ποι­κιο­κρα­τί­ας και του ι­μπε­ρια­λι­σμού, έ­γρα­φε το ποί­η­μά του λί­γες ε­βδο­μά­δες με­τά τη σφα­γή του Omdurman. Λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (Α’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος), Υ­πουρ­γός των Α­ποι­κιών πια, ο Τσώρ­τσιλ ε­νέ­κρι­νε τη χρή­ση χη­μι­κών ό­πλων ε­να­ντί­ον των “α­πεί­θαρ­χων Α­ρά­βων” δη­λώ­νο­ντας: “Δεν κα­τα­λα­βαί­νω τις υ­πε­ρευαι­σθη­σί­ες σας σ’ο­,τι α­φο­ρά τη χρή­ση α­ε­ρί­ων. Εί­μαι θερ­μός υ­πο­στη­ρι­κτής της χρή­σης δη­λη­τη­ριω­δών α­ε­ρί­ων ε­να­ντί­ον α­πο­λί­τι­στων φυ­λών”. Λί­γο έ­ξω απ’τη Βα­γδά­τη βρί­σκε­ται το Βρε­τα­νι­κό Νε­κρο­τα­φεί­ο ό­που εί­ναι θαμ­μέ­νοι Βρε­τα­νοί στρα­τιώ­τες που έ­πε­σαν πο­λε­μώ­ντας τους Τούρ­κους, τους Κούρ­δους, και τους Ά­ρα­βες. Σε τά­φους α­ξιω­μα­τι­κών υ­πάρ­χουν α­να­μνη­στι­κές πλά­κες. Κα­μί­α ε­πι­γρα­φή δεν λέ­ει ό­τι πέ­θα­νε για να ε­ξα­σφα­λί­σει στη βρε­τα­νι­κή πλου­το­κρα­τί­α “μί­α θαυ­μά­σια πη­γή στρα­τη­γι­κής ι­σχύ­ος και μί­α απ’ τις με­γα­λύ­τε­ρες λεί­ες πρώ­της ύ­λης στην πα­γκό­σμια ι­στο­ρί­α”. Έ­τσι πε­ριέ­γρα­φε το State Department τα κοι­τά­σμα­τα πε­τρε­λαί­ου της Μέ­σης Α­να­το­λής ό­ταν, το 1945, ήρ­θε η σει­ρά της α­με­ρι­κα­νι­κής πλου­το­κρα­τί­ας να λε­η­λα­τή­σει την πε­ριο­χή. Αρ­γό­τε­ρα η Δύση θα τι­μή­σει τον Τσώρ­τσιλ με το Βρα­βεί­ο Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας.


Η κα­τε­στη­μέ­νη δια­νό­η­ση
Πολ­λοί κα­τε­στη­μέ­νοι δια­νο­η­τές της Δύ­σης, ή­ρω­ες της δε­ξιάς και της α­ρι­στε­ράς, πρό­σφε­ραν φαιά ου­σί­α στο δόγ­μα του ρα­τσι­σμού. Ο ε­μπει­ρι­στής φι­λό­σο­φος John Locke, φι­λο­σο­φι­κός νο­νός των ι­δρυ­τι­κών πα­τέ­ρων του α­με­ρι­κα­νι­κού συ­στή­μα­τος, έ­γρα­ψε το Σύ­νταγ­μα της Κα­ρο­λί­νας με το ο­ποί­ο έ­στη­σε μί­α φε­ου­δαρ­χι­κή α­ρι­στο­κρα­τί­α ό­που ο­κτώ βα­ρό­νοι (δου­λο­κτή­μο­νες και γαιο­κτή­μο­νες) μοι­ρά­στη­καν το 40% της γης της α­ποι­κί­ας και στην ο­ποί­α μό­νο έ­νας βα­ρό­νος μπο­ρού­σε να πά­ρει το α­ξί­ω­μα του Κυ­βερ­νή­τη. Ο ί­διος, πλού­σιος α­πό ε­πεν­δύ­σεις στο δου­λε­μπό­ριο και την το­κο­γλυ­φί­α, ε­ξέ­φρα­σε τη θλί­ψη του που “η κοι­νω­νί­α στε­ρού­νταν της ερ­γα­σί­ας των φτω­χών παι­διών ώ­σπου αυ­τά να φτά­σουν την η­λι­κί­α των 12 ή 14 ε­τών” και πρό­τει­νε για τα παι­διά των οι­κο­γε­νειών που χρειά­ζο­νταν κά­ποια κοι­νω­νι­κή πρό­νοια να πα­ρα­κο­λου­θούν α­πό την η­λι­κί­α των 3 ε­τών “ερ­γα­σια­κά σχο­λεί­α” ώ­στε “α­πό τη νη­πια­κή η­λι­κί­α … να ε­ξοι­κειώ­νο­νται με την ερ­γα­σί­α”.


Α­κό­μα και ο Adam Smith, συ­νή­θως πιο προ­σε­κτι­κός, δεν ξε­πέ­ρα­σε το κλί­μα της ε­πο­χής του και έ­γρα­φε (στο βι­βλί­ο του The Wealth of Nations) για τους ντό­πιους κα­τοί­κους της α­με­ρι­κα­νι­κής η­πεί­ρου: “Υπήρ­χαν μό­νο δύ­ο έ­θνη στην Α­με­ρι­κή (Πε­ρού, Με­ξι­κό) που κα­τά κά­ποιο τρό­πο εί­χαν ξε­πε­ρά­σει το ε­πί­πε­δο των ά­γριων φυ­λών και αυ­τά κα­τα­στρά­φη­καν σχε­δόν μό­λις α­να­κα­λύ­φθη­καν. Οι υ­πό­λοι­ποι ή­ταν α­πλά ά­γριοι”. Ά­πο­ψη πο­λύ βο­λι­κή για τους συ­μπα­τριώ­τες του κα­τα­κτη­τές της Βό­ρειας Α­με­ρι­κής. Το Πε­ρού και το Με­ξι­κό, βλέ­πε­τε, κα­τα­στρά­φη­καν α­πό τους κα­κούς Ι­σπα­νούς. Ό­μως, η α­νε­πα­νά­λη­πτη δη­μο­γρα­φι­κή κα­τα­στρο­φή των κα­τοί­κων της α­με­ρι­κα­νι­κής η­πεί­ρου ή­ταν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή. Σή­με­ρα οι με­λε­τη­τές δέ­χο­νται ό­τι, ό­ταν “α­να­κα­λύ­φθη­κε” η Α­με­ρι­κή (1492), οι πλη­θυ­σμοί της Ευ­ρώ­πης και της Α­με­ρι­κής ή­ταν πε­ρί­που ί­σοι, γύ­ρω στα 70 ε­κατ. Στα ε­πό­με­να 300 χρό­νια, ο πλη­θυ­σμός της Ευ­ρώ­πης έ­φτα­σε τα 300 ε­κατ. (αύ­ξη­ση 450%) και ο ντό­πιος πλη­θυ­σμός της Α­με­ρι­κής μειώ­θη­κε στα πε­ρί­που 7 ε­κατ. (μεί­ω­ση κα­τά 90%). Για τον χώ­ρο των ση­με­ρι­νών Η­ΠΑ, οι Ιν­διά­νοι ή­ταν πε­ρί­που 7 ε­κατ. και στην α­πο­γρα­φή του 1891 (α­μέ­σως με­τά την τε­λευ­ταί­α σφα­γή των Ιν­διά­νων στο Wounded Knee) ή­ταν μό­λις 250.000. Πρέ­πει ό­μως να έ­χου­με ή­συ­χες τις κα­τά­λευ­κες συ­νει­δή­σεις μας, διό­τι ό­λα αυ­τά τα “α­πο­λί­τι­στα” ε­κα­τομ­μύ­ρια ψυ­χών έ­φυ­γαν α­φού πρώ­τα γνώ­ρι­σαν τον πο­λι­τι­σμό μας και γεύ­τη­καν τον χρι­στια­νι­σμό.


Μι­σό αιώ­να με­τά τον Smith, ο Hegel έ­δι­νε δια­λέ­ξεις σαν αυ­θε­ντί­α πά­νω στο ί­διο θέ­μα. Και ως έ­νας Φου­κου­γιά­μα της ε­πο­χής του, δί­δα­σκε γε­μά­τος πε­ποί­θη­ση ό­τι ο κό­σμος πλη­σιά­ζει την τε­λευ­ταί­α “φά­ση της Πα­γκό­σμιας-Ι­στο­ρί­ας” τώ­ρα που το Πνεύ­μα φτά­νει “στην πλή­ρη του ω­ρι­μό­τη­τα και δύ­να­μη στον γερ­μα­νι­κό κό­σμο” ε­νώ οι ντό­πιοι της Α­με­ρι­κής ή­ταν “σω­μα­τι­κά και ψυ­χι­κά τό­σο α­δύ­να­μοι” που “θα έ­πρε­πε να σβή­σουν μό­λις τους πλη­σιά­σει το Πνεύ­μα” (ό­πως και έ­γι­νε φυ­σι­κά) και “οι ι­θα­γε­νείς… βαθ­μιαί­α χά­θη­καν με το φύ­ση­μα του ευ­ρω­πα­ϊ­κού α­νέ­μου”. Αυ­τοί οι ι­θα­γε­νείς για τον Hegel ή­ταν κα­τώ­τε­ροι των άλ­λων ι­θα­γε­νών, των νέ­γρων, “άν­θρω­ποι στην ε­ντε­λώς ά­γρια και α­νή­με­ρη κα­τά­στα­ση”, “α­νά­με­σα στους ο­ποί­ους η αί­σθη­ση της η­θι­κής εί­ναι πο­λύ α­δύ­να­τη και για να α­κρι­βο­λο­γού­με α­νύ­παρ­κτη”. Αυ­τά τα ό­ντα εί­ναι στο ε­πί­πε­δο “του α­πλού Α­ντι­κει­μέ­νου – έ­να πράγ­μα χω­ρίς α­ξί­α”. Ό­λα αυ­τά τα δί­δα­σκε με την α­πό­λυ­τη σι­γου­ριά του κα­θη­γη­τή της Φι­λο­σο­φί­ας της Ι­στο­ρί­ας (Hegel, Philo­so­­phy, 81-109).


Αλ­λά και με­γά­λοι ε­πι­στή­μο­νες πρό­σθε­σαν το λι­θα­ρά­κι τους στο οι­κο­δό­μη­μα του ρα­τσι­σμού. Ο γάλ­λος βιο­­λό­γος Georges Cuvier, στις δια­λέ­ξεις του στο μά­θη­μα της συ­γκρι­τι­κής α­να­το­μί­ας, σω­στά ε­πε­σή­μα­νε ό­τι : “Το ό­τι το­πο­θε­τού­με έ­να γέ­νος ή μια οι­κο­γέ­νεια μπρο­στά α­πό κά­ποιο άλ­λο δεν συ­νε­πά­γε­ται ό­τι εί­ναι πιο τέ­λειο ή α­νώ­τε­ρο”. Ό­ταν ό­μως έ­φτα­σε στους αν­θρώ­πους, τους χώ­ρι­σε σε τρεις φυ­λές και η νέ­γρι­κη το­πο­θε­τή­θη­κε πο­λύ κο­ντά στους πι­θή­κους : “οι ορ­δές που α­νή­κουν σε αυ­τή την ποι­κι­λί­α του αν­θρώ­πι­νου εί­δους πα­ρέ­μει­ναν πά­ντα σε κα­τά­στα­ση α­πό­λυ­της βαρ­βα­ρό­τη­τας”.


Α­κό­μη και ο Δαρ­βί­νος στο βι­βλί­ο του The Descent of Men (1871), προ­έ­βλε­πε ό­τι “εί­ναι σχε­δόν σί­γου­ρο ό­τι σε λί­γους αιώ­νες οι πο­λι­τι­σμέ­νες φυ­λές θα ε­ξο­λο­θρεύ­σουν και θα α­ντι­κα­τα­στή­σουν τις ά­γριες φυ­λές σε ο­λό­κλη­ρο τον πλα­νή­τη” και το­πο­θε­τού­σε τις “ά­γριες φυ­λές” λί­γο πά­νω α­πό τους γο­ρί­λες αλ­λά κά­τω α­πό τον πο­λι­τι­σμέ­νο άν­θρω­πο.


Ο ε­θνο­γρά­φος Frederick Farrar χώ­ρι­σε (1866) τις αν­θρώ­πι­νες φυ­λές σε τρεις ο­μά­δες: οι ά­γριοι, οι η­μι­πο­λι­τι­σμέ­νοι (ό­που έ­βα­λε και τους Κι­νέ­ζους) και οι πο­λι­τι­σμέ­νοι. Για τον Farrar οι ά­γριες φυ­λές έ­ζη­σαν πά­ντα στην α­μά­θεια και τη δυ­στυ­χί­α, “εί­ναι χω­ρίς πα­ρελ­θόν και δί­χως μέλ­λον, κα­τα­δι­κα­σμέ­νες σε γρή­γο­ρη ο­λο­κλη­ρω­τι­κή και α­να­πό­φευ­κτη ε­ξα­φά­νι­ση”. Γι’ αυ­τούς, ό­πως και για άλ­λους δια­νο­η­τές, ο ι­μπε­ρια­λι­σμός εί­χε με­τα­τρα­πεί σε βιο­λο­γι­κά α­να­γκαί­α δια­δι­κα­σί­α.


Τον Ο­κτώ­βριο του 1904, ο Γερ­μα­νός στρα­τη­γός von Trotha έ­δω­σε τη δια­τα­γή να ε­ξο­λο­θρευ­τεί η ε­νο­χλη­τι­κή φυ­λή των Herero στη γερ­μα­νι­κή α­ποι­κί­α της Νο­τιο­δυ­τι­κής Α­φρι­κής. Α­πο­τε­λε­σμα­τι­κοί α­πό τό­τε οι Γερ­μα­νοί, μέ­σα σε έ­να μή­να εί­χαν α­πο­τε­λειώ­σει τους 70.000 Herero. Και ο δια­νο­η­τής Paul Rohrbach, στο βι­βλί­ο του “Η γερ­μα­νι­κή σκέ­ψη”, δή­λω­νε ό­τι “ά­το­μα ή λα­οί που δεν πα­ρά­γουν κά­τι α­ξιό­λο­γο δεν μπο­ρούν να έ­χουν α­ξί­ω­ση στο δι­καί­ω­μα της ύ­παρ­ξης”. “Μό­νον ό­ταν ο ι­θα­γε­νής μά­θει να πα­ρά­γει κά­τι α­ξιό­λο­γο στην υ­πη­ρε­σί­α της α­νώ­τε­ρης φυ­λής … κερ­δί­ζει το η­θι­κό δι­καί­ω­μα να υ­πάρ­χει”. Η θε­ω­ρί­α Lebens­raum (ζω­τι­κός χώ­ρος) των Να­ζί πα­τού­σε σε γε­ρές βά­σεις. Η ει­ρω­νεί­α εί­ναι ό­τι ο Χί­τλερ ξε­κι­νού­σε τον πό­λε­μο για να α­πο­κτή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρη α­γρο­τι­κή γη μό­λις τρεις δε­κα­ε­τί­ες πριν αρ­χί­σει η Γερ­μα­νί­α και η Κοι­νή Α­γο­ρά να πλη­ρώ­νει τους α­γρό­τες της για να μειώ­σουν τις καλ­λιέρ­γειές τους και για να θά­βουν τα προ­ϊ­ό­ντα τους στις χω­μα­τε­ρές.


Τον Δε­κέμ­βριο του 1991, ο Larry Summers, α­ντι­πρό­ε­δρος και οι­κο­νο­μο­λό­γος της Πα­γκό­σμιας Τρά­πε­ζας (ΠΤ), έ­στει­λε ε­σω­τε­ρι­κό έγ­γρα­φο στους συ­να­δέλ­φους του, με τις α­πό­ψεις του για το θέ­μα των “Ρυ­πο­γό­νων Βιο­μη­χα­νιών”:
“Με­τα­ξύ μας, δεν θα έ­πρε­πε η ΠΤ να εν­θαρ­ρύ­νει την με­τε­γκα­τά­στα­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων ρυ­πο­γό­νων βιο­μη­χα­νιών στα λι­γό­τε­ρο α­νε­πτυγ­μέ­να κρά­τη; Μπο­ρώ να σκε­φθώ τρεις λό­γους:

Ο υ­πο­λο­γι­σμός του κό­στους προς την κοι­νω­νί­α, των ρύ­πων που βλά­πτουν την υ­γεί­α, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την α­πώ­λεια των α­πο­λα­βών και ει­σο­δη­μά­των, εξ αι­τί­ας της αυ­ξη­μέ­νης νο­ση­ρό­τη­τας και θνη­σι­μό­τη­τας που προ­κα­λούν οι ρύ­ποι. Έ­τσι, μί­α ρύ­παν­ση βλα­πτι­κή προς την υ­γεί­α πρέ­πει να γί­νε­ται στο κρά­τος με το μι­κρό­τε­ρο κό­στος, συ­νε­πώς στο κρά­τος με τους χα­μη­λό­τε­ρους μι­σθούς. Η οι­κο­νο­μι­κή λο­γι­κή για να ξε­φορ­τω­θού­με πο­σό­τη­τα το­ξι­κών α­πο­βλή­των στα κρά­τη με τους χα­μη­λό­τε­ρους μι­σθούς εί­ναι ά­ψο­γη και πρέ­πει το θέ­μα να το α­ντι­με­τω­πί­σου­με ευ­θαρ­σώς.

Οι α­πώ­λειες εξ αι­τί­ας της ρύ­παν­σης πι­θα­νό­τα­τα να μην εί­ναι γραμ­μι­κές και οι πρώ­τες αυ­ξή­σεις ρύ­πων να δη­μιουρ­γούν μό­νο μι­κρές α­πώ­λειες. Πά­ντα πί­στευα ό­τι στην Α­φρι­κή υ­πάρ­χουν κρά­τη που εί­ναι α­ραιο­κα­τοι­κη­μέ­να και με α­πα­ρά­δε­κτα χα­μη­λή ρύ­παν­ση…

Η α­παί­τη­ση για κα­θα­ρό πε­ρι­βάλ­λον, για λό­γους αι­σθη­τι­κής και υ­γεί­ας, ε­ξαρ­τά­ται πι­θα­νό­τα­τα α­πό το ε­πί­πε­δο ζω­ής. Η α­νη­συ­χί­α για μια το­ξι­κή ου­σί­α που εν­δε­χο­μέ­νως αυ­ξά­νει την πι­θα­νό­τη­τα του καρ­κί­νου του προ­στά­τη θα εί­ναι σα­φώς με­γα­λύ­τε­ρη στο κρά­τος ό­που οι άν­θρω­ποι φτά­νουν την η­λι­κί­α να πά­θουν καρ­κί­νο του προ­στά­τη πα­ρά σε έ­να κρά­τος με χα­μη­λό μέ­σο ό­ρο ζω­ής.”
Ο αρ­ρω­στη­μέ­νος αυ­τός ε­γκέ­φα­λος, σπου­δαγ­μέ­νος στο Harvard, έ­λα­βε μί­α ε­πι­στο­λή/α­πά­ντη­ση α­πό τον τό­τε Υ­πουρ­γό Πε­ρι­βάλ­λο­ντος της Βρα­ζι­λί­ας, Jose Lutzenburger: “Ο συλ­λο­γι­σμός σας ε­πι­δει­κνύ­ει τέ­λεια λο­γι­κή αλ­λά και πλή­ρη πα­ρα­φρο­σύ­νη… Οι σκέ­ψεις σας α­πο­τε­λούν α­πτό πα­ρά­δειγ­μα της α­πύθ­με­νης αλ­λο­τρί­ω­σης… κοι­νω­νι­κής α­ναι­σθη­σί­ας και α­λα­ζο­νι­κής ά­γνοιας πολ­λών συμ­βα­τι­κών ‘οι­κο­νο­μο­λό­γων’ σε ό­,τι α­φο­ρά τον κό­σμο που ζού­με… Ε­άν η Πα­γκό­σμια Τρά­πε­ζα σας δια­τη­ρή­σει ως α­ντι­πρό­ε­δρο θα χά­σει κά­θε α­ξιο­πι­στί­α…”.
Σε λί­γες μέ­ρες ο Lutzenburger έ­χα­σε τη θέ­ση του. Ο Summers πα­ρέ­μει­νε στην Π.Τ. η ο­ποί­α συ­νέ­χι­σε να στη­ρί­ζει την πο­λι­τι­κή της δια­κί­νη­σης το­ξι­κών υ­λών προς τον Νό­το και πρώ­των υ­λών προς τον Βο­ρρά. Λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Summers έ­γι­νε Υ­πουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών στην κυ­βέρ­νη­ση Κλί­ντον και τώ­ρα εί­ναι πρό­ε­δρος του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard, το πιο διά­ση­μο φυ­τώ­ριο δια­νο­ού­με­νων/υ­πη­ρε­τών του ρα­τσι­σμού (Κίσ­σιν­γκερ, Μπρε­ζίν­σκι, Χά­ντιν­γκτον, Herrnstein, Dershowitz, Summers…)
Ε­πί 500 χρό­νια η ια­χή των λευ­κών εί­ναι “ε­ξο­ντώ­στε τους”, κα­θώς δια­νο­ού­με­νοι και ε­πι­στή­μο­νες α­πα­λύ­νουν τις συ­νει­δή­σεις μας με­τα­τρέ­πο­ντας τους έγ­χρω­μους συ­ναν­θρώ­πους μας (γύ­ρω στο 80% του πλα­νή­τη) σε “υ­πάν­θρω­πους”, “ζώ­α”, “κτή­νη”, “α­πο­λί­τι­στους”, “βάρ­βα­ρους”, “χω­ρίς ί­χνος η­θι­κής”, για να μπο­ρού­με να δια­πράτ­του­με τις σφα­γές μας χω­ρίς ε­νο­χές.
Το Ά­ου­σβιτ­ς, η Χι­ρο­σί­μα και το Να­γκα­σά­κι, τα 4 ε­κατ. νε­κρών στην Ιν­δο­κί­να, η ι­σο­πέ­δω­ση της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και του Ι­ράκ… α­πο­τε­λούν τη μο­ντέρ­να και υ­ψη­λής τε­χνο­λο­γί­ας ε­φαρ­μο­γή μιας ρα­τσι­στι­κής πο­λι­τι­κής α­φα­νι­σμού και λε­η­λα­σί­ας την ο­ποί­α η λευ­κή Δύ­ση έ­χει ε­φαρ­μό­σει ε­πί πέ­ντε αιώ­νες.
25/10/2002

*ε­ξαι­ρώ­ντας τους θα­λά­μους α­ε­ρί­ων των Να­ζί.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek