του Τάσου Χατζηαναστασίου, από το Άρδην τ. 105, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2016

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν
Σοφοκλής, Αντιγόνη

Φασίστρω, Κασιδιάρα, ναζί, σιχαμένη ρατσίστρια, είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς με τους οποίους αποκάλεσαν σε διάφορα σχόλιά τους την αθλήτρια του τριπλούν Βούλα Παπαχρήστου αρκετοί γνωστοί και φίλοι, οι οποίοι και διαμαρτύρονταν για τη συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες με την ελληνική ομάδα ενώ εύχονταν να «φάει τη σκόνη» των μαύρων αντιπάλων της στον τελικό, όπερ και εγένετο. Αντίστοιχη επίθεση με υβριστικούς χαρακτηρισμούς δέχεται τελευταία και ο Πύρρος Δήμας για την επιλογή του να γυρέψει το… παντεσπάνι του εκτός Ελλάδας.

Προσωπικά, διαφωνώ με αυτή τη στάση και θα επιχειρήσω να εξηγήσω το γιατί. Αλλά, προκειμένου να αποφύγω την συνηθισμένη σε τέτοιου τύπου αντιπαραθέσεις ταύτισή μου με συγκεκριμένες απόψεις και στάσεις, δηλώνω εξαρχής ότι διαφωνώ μέχρι… θανάτου τόσο με τις κατά καιρούς δηλώσεις της Παπαχρήστου όσο και με τις πολιτικές και επαγγελματικές επιλογές του Πύρρου εκτός της άρσης βαρών. Η διαφορά είναι ότι δεν τους αντιμετωπίζω ως πρότυπα… ζωής ή πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά ως αυτό που είναι ή υπήρξαν κάποτε: αθλητές και μάλιστα άριστους και τίποτα περισσότερο.

Αφήνω στην άκρη το παράδοξο να ζητούν άνθρωποι που θεωρούν το έθνος από ανύπαρκτο έως αντιδραστικό φαινόμενο και την εθνική ιδεολογία συνώνυμο του φασισμού και του ρατσισμού τον αποκλεισμό αθλητή από μία εθνική ομάδα, λόγω ρατσισμού. Μένω μόνο στην αντιμετώπιση του «ρατσισμού» και του «φασισμού» και των φορέων αυτών των αντιλήψεων. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι το μίσος, το περιεχόμενο δηλαδή της ρατσιστικής και φασιστικής ιδεολογίας, δεν αντιμετωπίζεται με μίσος. Θεωρώ μάλιστα τον φανατισμό και την μονομέρεια με τον οποίο αντιδρά ένα μέρος του αντεξουσιαστικού χώρου και της αριστεράς εξίσου επικίνδυνα αλλά και μία από τις βασικές αιτίες ενίσχυσης των ακροδεξιών απόψεων σ’ έναν φαύλο κύκλο ανατροφοδότησης του μίσους που προκαλεί διχαστικά φαινόμενα με έντονα εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά. Για κάποιους μάλιστα αυτό αποτελεί διακηρυγμένο στόχο, δηλαδή η μετατροπή των κοινωνικών συγκρούσεων, όπως φυσικά τις αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, σε εμφύλιο πόλεμο. Φαντάζομαι πως όσοι έχουν θητεύσει στην Αριστερά αντιλαμβάνονται τι θέλω να πω. Μόνο που αυτή η άποψη, στην ακραία εκδοχή της, φτάνει ως την πυρπόληση κτιρίου με απεργοσπάστες…

Το κύριο «επιχείρημα» αυτής της άποψης είναι ότι απέναντι στον φασισμό και τον ρατσισμό δεν μπορεί να υπάρχει άλλη αντιμετώπιση από την με κάθε μέσον εξαφάνισή τους, ενώ ο «φασίστας» και ο «ρατσιστής» πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «μη άνθρωποι» οι οποίοι χάνοντας έτσι την ανθρώπινη ιδιότητα μπορούν χωρίς τύψεις να εξοντωθούν. Ποιος όμως νομιμοποιεί τη στέρηση της ανθρώπινης ιδιότητας σ’ ένα ανθρώπινο ον; Το αλάθητο της ιδεολογίας; Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι έτσι δικαιολογήθηκε η μαζική εξόντωση αντιπάλων σε περιόδους εντάσεων, όπως οι εμφύλιες συγκρούσεις. Πολύ γνωστό το παράδειγμα του Μελιγαλά που ανακάλεσαν στην μνήμη οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ μετά την εκλογική επιτυχία του κόμματος της 25ης Ιανουαρίου 2015, όταν φώναζαν το σύνθημα: «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς». Άγνωστο το γεγονός της εκτέλεσης 350 περίπου αιχμαλώτων μελών εθνικιστικών οργανώσεων της Μακεδονίας που παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ από τον βουλγαρικό στρατό, τον Νοέμβριο του 1944. Όλοι οι παραπάνω εξοντώθηκαν ανεξάρτητα από το αν ατομικά ο καθένας είχε εμπλακεί ή όχι σε εγκληματικές πράξεις. Αρκούσε που είχαν ταυτιστεί με τα Τάγματα Ασφαλείας από το αλάθητο της καθοδήγησης.

Άλλο παράδειγμα των πρακτικών συνεπειών αυτής της αντίληψης είναι η διαπόμπευση σε διάφορες χώρες της Ευρώπης των κεκαρμένων εν χρω νεαρών γυναικών που στην Κατοχή υπήρξαν ερωμένες Γερμανών. Κάτι ανάλογο, σε λεκτικό ευτυχώς επίπεδο, υπέστη και η Παπαχρήστου καθώς έχει υποπέσει στο αμάρτημα να ερωτευτεί τον Κασιδιάρη. Αναρωτιέμαι όμως εάν δικαιούται κάποιος να καταδικάζει και να τιμωρεί ερωτικές επιλογές εκτός εάν στρέφονται κατά της αυτοδιάθεσης του σώματος άλλων ανθρώπων.

Σε μια χώρα που πολύ εύκολα πλέον χαρακτηρίζει ο ένας τον άλλον «φασίστα», η αντίληψη που επιζητά την καταδίκη, την απομόνωση και σε ορισμένες περιπτώσεις την εξόντωσή του είναι πολλαπλώς επικίνδυνη. Αν προεκτείνουμε δηλαδή τον ορισμό και σε άλλες κατηγορίες ή στάσεις ανθρώπων, τότε είναι πιθανόν να έχουμε, φοβάμαι, επανάληψη φαινομένων όπως ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin με θύματα αθώους πολίτες. Το φεμινιστικό κίνημα μας διδάσκει για παράδειγμα πως ο σεξισμός είναι φασισμός. Φανταστείτε όμως να ξεκινήσουν μαζικές διώξεις σεξιστών σε μία χώρα όπως η Ελλάδα! Πόσοι άντρες άραγε θα μπορέσουν να αποφύγουν τον χαρακτηρισμό και τις συνέπειες της ταύτισής τους με τον φασισμό; Γενικά η ευκολία με την οποία ορισμένοι αποκαλούν «φασίστα» στην Ελλάδα άλλους ανθρώπους και τους απορρίπτουν συνολικά είναι πολύ χαρακτηριστική της έλλειψης ανεκτικότητας, ακόμη και από ανθρώπους που διατείνονται πως παλεύουν για την κοινωνία της… ανεκτικότητας, μόνο που αυτή αφορά συνήθως συγκεκριμένες μειονότητες, αλλά σχεδόν ποτέ τα δικαιώματα της πλειοψηφίας των πολιτών αυτής της χώρας.

Ο φερόμενος δηλαδή ως «αντιφασισμός» και «αντιρατσισμός» είναι σε μεγάλο βαθμό υποκριτικός, καθότι επιλεκτικός εφόσον περιορίζεται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές ενώ υπερασπίζεται μόνον συγκεκριμένα ατομικά ή συλλογικά δικαιώματα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στο κέντρο της Αθήνας. Το ζητούν όλα τα συστημικά κόμματα, αφού αυτό υπαγορεύει ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός αλλά και η πλειοψηφία της Αριστεράς η οποία, ως μαρξιστική, λογικά θα έπρεπε να αντιτίθεται στην ανέγερση οποιουδήποτε θρησκευτικού ιδρύματος. Άλλο ένα παράδοξο, αλλά εδώ ισχύει το γεγονός ότι η Αριστερά, στο μεγαλύτερο μέρος της, λειτουργεί πλέον ως ο χρήσιμος ηλίθιος της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς και όχι ως αντικαπιταλιστική δύναμη ανατροπής του. Στο ίδιο πνεύμα και η ανοιχτή υποστήριξη στις δυνάμεις που πολεμούν τον Άσαντ της Συρίας από την οργάνωση που έχει αναλάβει εργολαβικά τον πόλεμο «κατά του ρατσισμού και της φασιστική απειλής».

Υπάρχουν φυσικά πολλά άλλα παραδείγματα με πιο κραυγαλέο ίσως τη βεβήλωση χριστιανικών ναών, αλλά και του μνημείου ηρωικά πεσόντος πυροσβέστη εν ώρα καθήκοντος από τους εγχώριους antifa, προφανώς με βάση την αντίληψη «πας ένστολος, φασίστας», κι ας σκοτώθηκε για να σώσει το περιβάλλον και ανθρώπινες ζωές. Αντιρατσισμός και αντιφασισμός που εμφανίζονται συχνά ως ξεπερασμένος αντικληρικαλισμός και αδιάλλακτος εθνομηδενισμός, έναντι του ελληνικού έθνους αποκλειστικά, καταλήγουν μοιραία στο αντίθετό τους. Έτσι, όχι μόνο δεν μπορούν να αποτελέσουν πειστική πρόταση αντιμετώπισης του φαινομένου του ρατσισμού αλλά αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος: του μίσους, της προκατάληψης, του φανατισμού, της «τιμωρητικής» λογικής με βάση την ναζιστική θεωρία της συλλογικής ευθύνης και της αυθαίρετης γενίκευσης: ο χριστιανισμός είναι αντιδραστικός, άρα κάθε χριστιανός είναι φασίστας κτλ. Με την ίδια λογική αντιμετωπιζόταν για δεκαετίες μεταπολεμικά κάθε πολίτης που ήταν ή εμφανιζόταν να είναι ή απλώς τύχαινε να συγγενεύει με άλλον που ήταν αριστερός ή, πολύ συχνά, έστω μετριοπαθής δημοκράτης.
Σπεύδω να διευκρινίσω πως κι εγώ πιστεύω στην αναγκαιότητα εξάλειψης του φασισμού και του ρατσισμού, όχι όμως στην εξόντωση όσων φέρονται να έχουν τέτοιες αντιλήψεις, καθώς όπως είπε κάποιος παλιός: «δεν αρκεί να κόψεις ένα κεφάλι για να ξεριζώσεις μια ιδέα», ούτε βέβαια επιτρέπεται να συμπεριφερθείς όπως ο αντίπαλός σου, υιοθετώντας τις απάνθρωπες μεθόδους του, προκειμένου να επιβάλεις τον… ανθρωπισμό, όπως π.χ. κάνουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους σε διάφορες χώρες. Η δολοφονία δύο Χρυσαυγιτών ως «αντίποινα»(;) για την βάρβαρη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ουδόλως περιόρισε την επιρροή της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης ενώ της πρόσφερε τη δυνατότητα να αποκτήσει τους δικούς της «ήρωες».

Με την ίδια λογική θα έπρεπε να μισούμε και να ευχόμαστε την εξόντωση ανθρώπων με μεγάλη προσφορά στον παγκόσμιο πολιτισμό, όπως ο Χάιντεγκερ στη φιλοσοφία ή ο Νταλί στη ζωγραφική επειδή υποστήριξαν τον ναζισμό. Στην ελληνική περίπτωση, πέρασαν ήδη 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό που κόστισε ζωές, αλλά και επηρέασε σημαντικά την έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στο ατομικό επίπεδο, η δολοφονία του αντιβενιζελικού διανοούμενου Ίωνα Δραγούμη όχι μόνο δεν περιόρισε το φιλοβασιλικό ρεύμα, αλλά οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου και λίγο αργότερα στην επάνοδο του βασιλιά. Στον νέο κύκλο αίματος που άνοιξε κατά την περίοδο της Κατοχής, ο Εθνικός Διχασμός θα μετεξελιχθεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο, δηλαδή σε σύγκρουση μέχρις εσχάτων. Για τους μεν όλοι οι ιδεολογικοί αντίπαλοι ήταν «μοναρχοφασίστες» ενώ για τους υποστηρικτές της κυβέρνησης τα μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ ήταν συλλήβδην «πράκτορες του σλαβισμού», «συμμορίτες», «μιάσματα» κτλ.

Αν μεταφέρουμε την αντίληψη που συζητάμε στην καθημερινότητά μας, θα έπρεπε να μισούμε και να γυρεύουμε την εξόντωση όλων όσοι ψήφισαν την Χρυσή Αυγή ή υιοθετούν απόψεις που μπορεί να μας φαίνεται ότι συγγενεύουν με την εγκληματική ναζιστική οργάνωση. Όπως είναι γνωστό, η επιρροή της οργάνωσης είναι σημαντική στη νεολαία, καθώς με την «αντισυστημική» της ρητορεία παρασύρει και στρατολογεί ακόμη και νεαρούς μαθητές. Όσοι διδάσκουν σε σχολεία ορισμένων περιοχών συναντούν συχνά συμπαθούντες ή και ψηφοφόρους μαθητές. Με βάση τη διχαστική λογική που περιγράφουμε, ο δάσκαλος θα πρέπει να αποκαλεί «φασίστες» και να απομονώσει τους μαθητές του.

Το πιο σημαντικό είναι να κατανοηθεί από την ιστορική και διεθνή εμπειρία ότι η αντιμετώπιση του φασισμού με όρους ενός ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου είναι ατελέσφορη και απλώς αναπαράγει τον φαύλο κύκλο του φανατισμού και της βίας. Φαίνεται όμως πως, για ορισμένους, αυτό αποτελεί μία βολική εξέλιξη διότι ο διχασμός της κοινωνίας την εμποδίζει να αντιμετωπίσει συλλογικά το αποικιοκρατικό καθεστώς των μνημονίων. Με μαθηματικό τρόπο, βέβαια, η όξυνση της βίας και των συγκρούσεων οδηγεί στην επιβολή αντιδημοκρατικών, αυταρχικών λύσεων, δηλαδή στον θρίαμβο του φασισμού.

Ο φασισμός και ο ρατσισμός, ως ιδεολογίες της αδικίας, του μίσους και της βίας έχουν ως αντίπαλο δέος, τον πολιτισμό, τις πανανθρώπινες αξίες και τη δικαιοσύνη. Σ’ αυτό επομένως το πεδίο θα κριθεί η αναμέτρηση μαζί τους. Όσο ψηλότερο είναι το επίπεδο πολιτισμού μιας κοινωνίας τόσο λιγότερο βίαιη είναι. Κι όσο πιο σωστά λειτουργεί το σύστημα αξιών μιας κοινωνίας, τόσο λιγότερο γίνονται αποδεκτά τα ευτελή και απάνθρωπα πρότυπα του ναζισμού και του φασισμού, όπως είναι η λατρεία της δύναμης, η επιβολή του δικαίου του ισχυροτέρου, η έλλειψη σεβασμού για τον άλλον, η αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή. Και τέλος, όσο πιο δίκαιη είναι μια κοινωνία τόσο περισσότερο στενεύουν τα περιθώρια για την επικράτηση ολοκληρωτικών αντιλήψεων και την επιβολή αυταρχικών καθεστώτων. Ας αναλογιστούμε τι απ’ όλα τα παραπάνω συμβαίνει στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και θα αντιληφθούμε αμέσως πού βρίσκουν έδαφος και ευδοκιμούν οι φασιστικές αντιλήψεις που δεν είναι τελικά αποκλειστικό προνόμιο της ακροδεξιάς.

Ο αντιφασιστικός και αντιρατσιστικός αγώνας δεν μπορεί να είναι αγώνας ανταγωνισμού στο επίπεδο του μίσους και της βίας, όχι μόνο γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τελικά τα μέσα, αλλά γιατί είναι ατελέσφορος και επιφέρει ακόμη πιο καταστροφικά αποτελέσματα για το σύνολο της κοινωνίας. Αντίθετα, η καλλιέργεια των ιδεωδών της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και η προβολή προτύπων από την απελευθερωτική και αντιστασιακή αγωνιστική παράδοση του νεότερου ελληνισμού και την Ορθοδοξία καλύπτουν επαρκέστατα το κενό συνείδησης που αφήνει ο σύγχρονος μηδενισμός του εμπορεύματος. Γιατί σε τελική ανάλυση αυτός που έχει «ιερό και όσιο» δεν μπορεί να είναι φασίστας και ρατσιστής, σε αντίθεση με αυτόν που «δεν έχει το θεό του», δηλαδή τις εσωτερικευμένες αντιστάσεις στην αδικία, το μίσος και τη βία κατά του συνανθρώπου.
Δεν υποστηρίζω ότι είναι δυνατόν όλες οι αντιθέσεις που δημιουργούνται να επιλύονται πάντοτε χωρίς την καταφυγή στη βία. Κάθε άλλο. Είναι διαφορετικό ωστόσο το αντιστασιακό ήθος του Ακρίτα, του Κλέφτη και του αντάρτη που έχει αναδείξει ο ελληνικός λαός και διαφορετική η επιθετικότητα και ο επεκτατισμός που χαρακτηρίζουν άτομα, καθεστώτα, οργανώσεις, αλλά και ορισμένες κουλτούρες, εθνικές, θρησκευτικές, αθλητικές…

Σήμερα λοιπόν, 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό και 60 από την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, ας αναλογιστούμε τις συμφορές που επέφεραν στη χώρα και ας λειτουργήσουμε ως λαός με ιστορική συνείδηση, αν όχι με συνείδηση γενικά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek