του Θ. Στοφορόπουλου, από το Άρδην τ. 7 Μάρτιος-Απρίλιος 1997

Κάθε προσπάθεια ερμηνείας της νεοελληνικής ιστορίας πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπ’ όψη δύο βασικές αλήθειες. Ότι, κατά κανόνα, στην πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, τα αίτια παράγουν αποτελέσµατα µέσα σε χρονικά πλαίσια -τουλάχιστον δεκαετιών- και ότι ο Ἑλληνισμός, μικρό χι ευάλωτο υποκείµενο της διεθνούς ζωής, μονίμως υφίσταται πιέσεις, εναντίον των οποίων πρέπει ν᾿ αμύνεται, συνεχώς.

Γραμμένη “από µέσα”, µε πρωταγωνιστές τους Έλληνες, η νεώτερη ιστορία τους χρωματίζεται, γενικά, απὀ αυτή την αντίσταση, όπως ο Νίκος Σβορώνος έχει επισημάνει.

Τα όσα όµως µας συνέβησαν κατά τους δύο τελευταίους αιώνες µπορεί να εξετασθούν και “από έξω” και ν᾿ αφορούν τον Έλληνισμό και τον ελληνικό χώρο ως αντικείμενα της πολιτικής ξένων δυνάμεων.

Ἡ ιδιότητα του ελληνισμού ως αντικειμένου γίνεται κυρίαρχη, όταν κάµπτεται η αντίσταση του ελληνικού έθνους, όπως κατ’ εξοχήν συνέβη στην Ελλάδα µετά τον Ἐμφύλιο και µέχρι σήµερα. Το ἴδιο φαινόμενο εμφανίζεται έντονο στην Κύπρο µετά το 1974. Και στις δύο περιπτώσεις, η έξαρση, της δουλοφροσύνης ακολουθεί βίαιες επεμβάσεις του Δυτικού ιμπεριαλισμού, σε συνεργασία µε δεξιούς Ελλαδίτες “εθνικόφρογες!

Ἠταν πολύ σωστή η έκφραση “αλλαγή φρουράς” που χρησιµοποιούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Τον Ιωαννίδη, που είχε παίξει τον ρόλο του, διαδέχεται ο Καραμανλής, (επιστρέφοντας µε το προσωπικό αεροπλάνο του Γάλλου Προέδρου). Για γ᾿ ανακαλύψει πως “η Κύπρος είναι µααριά”. Για να εφεύρει το δόγμα “η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται”. Και για να συμβουλεύσει τους Κύπριους πολιτικούς αρχηγούς (δεν ξέρω αν αυτό δημοσιεύεται για πρώτη φορά): “πάρτε και κόφτε”. Να ανακτήσετε, µε άλλα λόγια, όσο µπορείτε περισσότερο έδαφος και να δεχθείτε διχοτόμηση (δηλαδή, δύο κράτη στο νησί). Αλλά, γιατί θα έδιναν οι Τούρκοι έδαφος χωρίς ν᾿ αποκτήσουν, ως αντίτιμο, επικυριαρχία στις νότιες περιοχές και πόση θα ἦταν η πραγµατική ανεξαρτησία ενός ελληνοκυπριακού “κράτους” που µονίµως θα είχε τον τουρκοκυπριακό δορυφόρο της Άγκυρας πάνω από το κεφάλι του;

Καραμανλής και Μακάριος ακολουθούν τις υποδείξεις του Κίσινγκερ για “διακοινοτικές” και ομοσπονδία, θέτοντας τις βάσεις της όλης πορείας του Κυπριακού κατά την µεταπολιτευτική περίοδο. Με τη συνενοχή της Αθήνας και τῆς Λευκωσίας, η κατοχή, ο εποικισμός, η προσφυγιά, ο εκτουρκισμός των βορείων κυπριακών περιοχών, και τα άλλα διεθνή εγκλήματα της Τουρκίας στη Μεγαλόνησο µεταμφιέζονται σε “διαφορές”, για την επίλυση των οποίων θα πρέπει να συµφωνήσουν οι “Τουρκοκύπριοι”, δηλαδή η Άγκυρα. Στο πλαίσιο των “διακοινοτικών”. συνομιλιών, η ελληνική πλευρά δέχεται “προς συζήτηση”. σχέδια Τούρκων και Αγγλοαμερικάνων τα οποία συνεχώς επιδεινώνουν τη θέση τους. Παρόμοια υπήρξε η συµπεριφορά µας στο Αιγαίο, όπου σειρά υποχωρῄσεων (1976, 1987, 1994, 1996) στις πιέσεις του τουρκικού φασισμού και του δυτικού ιµπεριαλισμού έχουν δημιουργήσει µία κατάσταση πραγμάτων στηριζόμενη στην “αναστολή” άσκησης ζωτικών δικαιωμάτων µας (µετά τη συμφωνία για τα Ίμια άρχισε ο περιορισμός και της ίδιας της κυριαρχίας µας).

Καθ’ όλη την µεταπολιτευτική περίοδο, η Τουρχία θα χρήσιµοποιήσει εναντίον µας τη χρήση και απειλή στρατιωτικής βίας (κατοχή κυπριακών εδαφών, παραβιάσεις, casus belli και γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο) σε συνδυασμό µε πολιτικές παγίδες, καµιά απὀ τις οποίες δεν αποφύγαµε (’διακοινοτικές”, πρωτόκολλο Βέρνης, συναντήσεις Νταβός, “μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης”). Αξιοποιεί δε και µεγιστοποιεί η Άγκυρα όλα της τα πλεονεκτήματα: τις µεροληπτικές υπέρ αυτής Δυτικές αντιλήψεις, τη γεωγραφική της θέση, όσες συµπάθειες έχει μεταξύ Μουσουλµάνων στα Βαλκάνια και στην κεντρική Ασία. Και αποδύεται σε σοβαρότερη εξοπλιστική προσπάθεια.

Ἐμείς, αντιθέτως, προσηλωµένοι στο όραµα του εξευρωπαϊσμού, δεν υπερασπισθήκαµε τα εθνικά µας συμφέροντα µε σταθερότητα, δεν προετοιµασθήκαµε για μακρά περίοδο αντιπαράταξης, δεν αναπτύξαµε αρκετά τις στρατιωτικές µας δυνατότητες, δεν καταγγείλαµε –συστηματικά και σε όλα τα διεθνή επίπεδα- τη φύση και συμπεριφορά του τουρκικού καθεστώτος, απογοητεύσαµε τους αποδήµους µας, δεν καλλιεργήσαµε κατάλληλες µορφές συνεργασίας µε παράγοντες όπως το ΡΚΚ. Αλλά βασισθήκαµε στους Δυτικούς, συμμάχους της Τουρκίας.

Ὡς αποτέλεσµα όλων αυτών, η έκβαση του ιδιότυπου ελληνοτουρκικού ψυχρού πολέμου θα είναι να επιτύχουν η Άγκυρα και οι Δυτικοί τους εις βάρος µας στόχους τους, είτε µε θερμό πόλεμο (τον οποίο καταστήσαµε µε την πολιτική µας πιθανότερο) είτε µε διαπραγματεύσεις και συµφωνίες είτε µε την εµπέδωση και επιδείνωση τῆς de facto συρρίκνωσής µας. Ο Ελληνισμός εξακολουθεί να υφίσταται παθητικά τις συνέπειες της πολιτικής Τούρκων και Δυτικών, που θέλουν να ελέγξουν το Αιγαίο χαι την Κύπρο σήµερα, την ελληνική Θράκη αὖριο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek