του Β. Στοϊλόπουλου, από το Άρδην τ. 12, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1998

Είναι ίσως η µόνη περιβαλλοντική ργάνωση που εισπράττει από παντού επαίνους, ευχαριστίες και ειδικά βραβεία –ακόμη και από τον εκδοτικό οίκο της περίφηµης Bild Zeitung– Και που απολαμβάνει δηµοσίως την επιβράβευση ισχυρών πολιτικών προσώπων, όπως, για παράδειγµα, του καγκελάριου Kohl. Για την πλειοψηφία δε της κοινής γνώµης ενσαρκώνει τη νέα κοινωνική ουτοπία ή ακόµη Και τη «νέα διεθνή» στον αγώνα για τη σωτηρία του πλανήτη.

Είναι προφανές ότι οι παραπάνω επισημάνσεις αφορούν τη γνωστότερη από τις υπάρχουσες 1500 µη Κυβερνητικές οργανώσεις στον Κόσμο Και ασφαλώς εκείνη µε τη µεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση και επιρροή: τη Greenpeace, η σταθερά ανοδική πορεία της οποίας εκλαμβάνεται από πολλούς ως απαρχή εγός εκκολαπτόµενου νέου πόλου εξουσίας σε πλανητικό επίπεδο. Ενδεικτικό στοιχείο της επιτυχίας είναι το γεγονός ότι ο αριθµός των δωρητών της Greenpeace φθάνει µόνο στην Ελλάδα τους 30.000 και ότι το 1995 στη Γερμανία, οἱ εισπράξεις της από δωρεές ξεπέρασαν τα 67 εκατ. µάρκαὶ, Καθώς, µετά από Κάθε «θορυβώδη» ενέργεια της οργάνωσης, διογκώνονται αυτόματα και οι τραπεζικοί της λογαριασμοί, γεγονός που κατά τους ιθύνοντες της Greenpeace πιστοποιεί και την κοινωνική αναγνώριση των προσπαθειών τους,

Η αναγνώριση αυτή είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους όποιος επιχειρήσει να εξετάσει από Κριτική σκοπιά την ακτιβιστική τακτική της οργάνωσης, τα προβλήματα νομιµοποίησης και τις προνοµιακές της σχέσεις µε ορισμένους κρατικούς φορείς ή να αναφερθεί στις Κάθε άλλο Παρά δημοκρατικές δοµές στη λήψη των αποφάσεων, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί είτε ως ανόητος, που επιζητά τη δημοσιότητα, είτε ως υποστηρικτής ισχυρών οµάδων συμφερόντων, που θίγονται από τον ακτιβισμό της Greenpeace.

Το πόσο δίκαιη είναι όµως η κριτική που υφίσταται η Greenpeace γίνεται αντιληπτό, αν εξετάσουμε µερικές µόνο από τις πολιτικές και ψυχολογικές-κοινωνιολογικές διαστάσεις των ενεργειών της:

Εγκαταλείποντας οριστικά τις «παιδικές αρρώστιες» της πρώτης εἰκοσαετίας, τις επιρροές των Χίπις και τα μυστικιστικά κατάλοιπα των Ινδιάνων Cree, οἱ ιθύνοντες της Greenpeace διαπραγµατεύονται σήμερα µε µεγάλες αυτοκινητοβιομηχαγίες και πετρελαϊκούς γίγαντες και επηρεάζουν κυβερνητικούς παράγοντες για την τιµή του «οικολογικότερου προϊόντος” που θέλουν να προωθήσουν, στοχεύοντας όχι µόνο στην επιβολή των δικών τους επιλογών αλλά και στη μεγιστοποίηση τῆς επιρροής τους, Χρησιμοποιώντας άψογες διαφημιστικές στρατηγικές µε πανίσχυρους μηχανισμούς προβολής, απαλλαγμένοι ακόµη από γραφειοκρατικούς σκοπέλους Και οργανωμένοι σε «αυτοδιοικούµενες µονάδες» – παρύτι αυστηρά ιεραρχούμενες- οι «ΟίΚο-γκλομπαλιστές» της Greenpeace κινούνται με πρωτοφανή ευελιξία και άνεση µεταξύ κράτους, κοινής γνώμης και ελεύθερης αγοράς. Ελεύθεροι –σε αντίθεση µε τους κρατικούς φορείς– ν᾿ αλλάζουν εύκολα προτεραιότητες ή ακόμη και να τις εγκαταλείπουν οποιαδήποτε στιγµή Και να προσαρμόζονται ταχύτατα στους Κανόνες της διαφήμισης Καὶ της οικονοµίας. Και φυσικά –σε αντίθεση µε ανθρωπιστικές οργανώσεις άλλων εποχώγ– χωρίς αναφορές σε φορτισµένες έννοιες, όπως εξουσία, εκμετάλλευση ή, µονοπώλια. Και έχοντας βεβαίως πάντα κατά νου τα Οικονομικά οφέλη. Οι ηγέτες της οργάνωσης πιστεύουν στους «πράσινους φόρους», στα «πράσινα προϊόντα», ακόµη και στη «πράσινη ειρήνη». Εθελοτυφλούν, όµως, μπροστά στα αδιέξοδα του πολιτικού συστήµατος Και στην έλλειψη κοινωνικής ειρήνης, στη δομική ανεργία και στην περιθωριοποίηση, στον ιμπεριαλισμό και στην ολιγαρχική κατανομή του πλούτου, αφήνοντας σε άλλους να ψάχνουν για τα αίτιά τους ή την Καταπολέμησή τους. Ενδεικτικό παράδειγμα εθελοτυφλίας, η αρχή της υιοθέτησης προβλημάτων, που Κατά κανόνα εντοπίζονται σε πλανητικό επίπεδο ή στις πλέον απόµακρες περιοχές της γης. Η «Adopt the Globe»-οργάγωση προτιμά να «υιοθετεί» δασικές εκτάσεις και αφρικανικούς γορίλες, όχι όµως µελλοθάνατους, που διώκονται για τις δημοκρατικές τους πεποιθήσεις από απολυταρχικά καθεστώτα.

Είναι γεγονός ότι πολλοί από τους κοινωνικούς ακτιβιστές της οργάνωσης, έχοντας ευδιάκριτη την έπαρση που απορρέει από την ομολογουµένως πετυχημένη παρουσία µιας εικοσιπενταετίας στην ευαισθητοποίηση της Κοινής γνώμης για επί µέρους θέµατα περιβάλλοντος, την ᾱναγορεύουν αυτάρεσκα σε «φορέα της ανθρώπινης ελπίδας» και τους εαυτούς τους σε «σταυροφόρους µε πράσινα σπαθιά»! Η µέχρι τώρα ψυχολογική-κοινωνιολογική. διερεύνηση των «μεσιανικών» προθέσεων των µελών της Greenpeaceοδήγησε ἄρκετούς αναλυτέςὸ στην διαπίστωση ότι η κυρίαρχη ψυχολογική διάσταση της προσφοράς τους εστιάζεται πρώτον στο «δυνατό συναίσθηµα» που εµπεριέχει τόσο η έκφραση «ανιδιοτέλειας Και µεγαλοψυχίας» απέναντι σε αναξιοπαθούντες Και ανίσχυρους όσο και η θυσία του ελεύθερου χρόνου για την προστασία της φύσης Και δεύτερον στην αίσθηση υπεροχής σε σχέση µε τους «εκτός οικογένειας» αδιάφορους ή αδρανούντες. Η αναγόρευση της φύσης σε καθοριστικό θρησκευτικό-ντετερμινίστικο στοιχείο της «πράσινης ιδεολογίας» της Greenpeace έχει ως αποτέλεσµα να παραμείνουν ερμητικά κλειστές οι πόρτες στην πολιτικοποίηση της οργάνωσης, τα µέλη της οποίας εµπιστεύονται αποκλειστικά στην διαιώγιση του μύθου Greenpeace, αρκετές φορές μάλιστα χωρίς να δίνουν τη δέουσα προσοχή στη τεκμηρίωση των απόψεών τους. Γεγονός που φάνηκε ξανά στην περίπτωση του φωτοβολταϊκού σταθµού της Κρήτης, όπου ᾱντί της υποστήριξης γενικά των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, οι ιθύνοντες της οργάνωσης μετατράπηκαν τελικά σε πλασιέ μεγάλης πολυεθνικής΄, Και αυτό, παρότι προηγουµένως η υπόθεση Brent Spar έπληξε για πρώτη φορά τόσο σοβαρά, την ᾱξιοπιστία και τη δηµόσια εικόνα της οργάνωσης, τα «επιχειρήματα» της οποίας βασίστηκαν σε λανθασμένα ή Και σε ψεύδη στοιχεία.

0 κύκλος της «θορυβώδους» ενηµέρωσης για επί µέρους περιβαλλοντικά θέµατα. φαίνεται πως δεν ϐ᾽ αργήσει να κλείσει. Ήδη, οἱ πιο διορατικές από τις πολυεθνικές εταιρείες, που αναμφιβόλως θα εξακολουθήσουν να ρυπαίνουν το περιβάλλον και να διευρύνουν την παγκόσμια ανισοκατανοµή του πλούτου, προσπαθούν, προσαρμοζόµενες στις απαιτήσεις των Καιρών, να προλαβαίνουν τις µετωπικές αντιπαραθέσεις µε τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, άλλοτε διαθέτοντας σηµαντικά ποσά για την προστασία του περιβάλλοντος Και την ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών και άλλοτε περιορίζοντας τη δράση των ακτιβιστών µε ένδικα ή άλλα «επιθετικά» µέσα. Εκτός αυτού, η πρόσφατη Συνδιάσκεψη του Κιότο για την υπερθέρµανση του πλανήτη, κατέδειξε ότι στις σημαντικές αποφάσεις, οἱ οὐσιαστικές παρεμβάσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων είναι περιορισµέγες.

Με τα παραπάνω δεδοµένα Και γνωρίζοντας ότι ο στείρος περιβαλλοντικός ακτιβισμός δεν µπορεί ες ᾱεί να αντικαθιστά ριζοσπαστικές πολιτικές πρακτικές, η Greenpeace θα αναγκαστεί αργά ή γρήγορα ν᾿ αλλάξει την παρεµβατική της τακτική, προκειµένου τα φώτα της δημοσιότητας να παραμείνουν στραµένα πάνω της. Όμως, η άκριτη αποδοχή Και η υιοθέτηση εΚ µέρους της απόψεων που θα μπορούσαν να προέρχονται Κάλλιστα από την Παγκόσμια Τράπεζα, τη Wall Street ή το Διευθυντήριο των Βρυξελλών, όπως για παράδειγµα οι αναλύσεις της για τη σχέση µεταξύ προστασίας περιβάλλοντος Και Οἰκονοµίας της αγοράς ή για τους Ολυµπιακούς αγώνες, δείχνουν πόσο επικίνδυνη είναι η νέα πορεία που πρέπει να χαράξει.

Αρχίζει πλέον να γίνεται κατανοητό ότι όλοι οἱ µεγιστάνες του πλούτου Και της ολιγαρχίας, που βρέθηκαν Κάποτε αντιμέτωποι µε την Greenpeace, θα έπρεπε να είχαν εφεύρει Κάτι ανάλογο µε τη διάσηµη οργάνωση. Καθώς όλα δείχνουν ότι, παρά τη δραματική επιτάχυνση της οἱκολογικής Κρίσης, η οικολογία, σαν κεντρικό πολιτικό θέµα στο πλαίσιο µιας ολιστικής θεώρησης της πολιτικής, θα παραμένει ακόµη το ζητούμενο, η Greenpeace θα έχει σίγουρα το δικό της ρόλο, προφανώς όµως λιγότερο εντυπωσιακό απ’ ότι στο παρελθόν και φυσικά κάθε άλλο παρά ανατρεπτικό.

Βασίλης Στοϊλόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek