Ρασίντ Τζόνσον, «Thrown for Chinua Achebe»

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου από την Καθημερινή

Μια σπασμένη καρέκλα δεν είναι μια οποιαδήποτε καρέκλα. Κατ’ αρχάς είναι σπασμένη. Ως εκ τούτου, σε βάζει σε σκέψεις. Γιατί έσπασε αυτή η καρέκλα; Φταίνε τα φθηνά υλικά που χρησιμοποίησε ο κατασκευαστής της; Μια σπασμένη καρέκλα σε υποχρεώνει να αναρωτηθείς για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Αναρωτιέσαι και για την κατάσταση του ιδιοκτήτη της. Μήπως ήταν υπέρβαρος;

Μήπως ήταν οξύθυμος με αποτέλεσμα να την κοπανήσει στον τοίχο; Ή μήπως ένα βράδυ που επέστρεψε σπίτι του έπειτα από στριμωξίδι στο λεωφορείο εν τη απελπισία του, επειδή δεν βρήκε κανένα πρόγραμμα της προκοπής στην τηλεόραση, τη χτυπούσε επί ώρα στο πάτωμα μέχρι να σπάσει; Μια σπασμένη καρέκλα είναι σχόλιο κοινωνικό. Σχολιάζει την ποιότητα της διατροφής, την κατάντια των μέσων μαζικής επικοινωνίας και τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Εντέλει, σε κάνει να αναρωτιέσαι «τι είναι ο άνθρωπος»; Ή, με άλλα λόγια, «ποιος και γιατί την έσπασε αυτήν την καρέκλα»; Νομίζω ότι ανέπτυξα επαρκώς την αμφισημία που μετατρέπει ένα καθημερινό αντικείμενο σε έργο τέχνης. Αν η καρέκλα δεν ήταν σπασμένη, θα ήταν απλώς καρέκλα. Το πολύ να κάτσεις πάνω της και να την κρίνεις ως βολική ή άβολη. Αν όμως είναι σπασμένη, βρίσκει τη θέση της σε ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Τι σου φταίξαμε, μωρέ Duchamp;
 
Είκοσι χρόνια απαιτήθηκαν για να βρει αυτή η καρέκλα τη θέση της στο μουσείο. Ή μάλλον, για να βρεθεί το μουσείο που, επιτέλους, θα στέγαζε αυτήν την καρέκλα. Είκοσι χρόνια για να μετατραπεί το παλιό εργοστάσιο του Φιξ σε εκθετήριο έργων, 20 δημιουργικά χρόνια που κύλησαν με καβγάδες ανάμεσα σε διοικητικά συμβούλια, διευθυντές, υπουργούς Πολιτισμού και άλλους αφανείς ήρωες του ωραίου αγώνα. Είκοσι χρόνια, όμως, που δεν πήγαν χαμένα, όπως οι συνήθεις γκρινιάρηδες υποστηρίζουν. Είκοσι χρόνια που μας έκαναν σοφότερους, μας βοήθησαν να καταλάβουμε καλύτερα τη σύγχρονη τέχνη, μη μας πουν και οπισθοδρομικούς. Τι σου φταίξαμε, μωρέ Duchamp;
 
Αν διακρίνετε κάποια ειρωνεία στον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζω το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το νέο γκάτζετ του εκσυγχρονισμού, σας παρακαλώ μη δίνετε σημασία. Είμαι σαν τους κριτές που πριν από δεκαετίες, στη Φλωρεντία, βράβευσαν το καμαράκι της καθαρίστριας με τις σκούπες και τα σφουγγαρόπανα διότι το πέρασαν για έκθεμα. Ή σαν εκείνη τη γελοιογραφία που δείχνει δύο τύπους μπροστά σε ένα άσπρο τελάρο με μια πινακίδα που γράφει «Χωρίς τίτλο, ανώνυμου καλλιτέχνη». Και ο ένας σχολιάζει: «Λένε πως είναι πλαστό». Και επειδή είμαι και ολίγον εγκεφαλικός ως χαρακτήρας, θέλω να ξέρω ποιος την έσπασε την καρέκλα. Σας διαβεβαιώ, δε, πως αν τον πετύχω πουθενά τον άτιμο δεν θα περάσει καθόλου καλά.

2 Σχόλια

  1. Κωνσταντίνος Κουρτίδης says:

    Η καρέκλα με βάζει σε άλλες σκέψεις. Να την μερεμετίσω για να μπορεί να την κάθεται και κανένας. Βλέπω πολλούς σκεπτικούς στην φωτό, κανέναν μάστορη όμως. Όλοι τον επιβλέποντα κάμνουνε.

  2. Κωνσταντίνος Κουρτίδης says:

    Είτε καρέκλα, είτε κουράδα, το μουσείο δεν είναι το φυσικό τους περιβάλλον για να τις αγναντέψουμε και να αναρωτηθούμε από που ερχόμαστε και που πάμε. Δεν θα μακρυγορήσω περί τέχνης και να με συμπαθάτε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek