της Γεωργίας Κακούρου-Χρόνη*
Το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Από τη μεταβυζαντινή ζωγραφική στη γενιά του ’30. Μια πολιτική ιστορία (Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2024) συμπληρώνει δυο τόμους που έχουν προηγηθεί: 1204-1922. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού (τόμ. Α΄, 1204. Η γένεση και τόμ. Β΄, 1821. Η παλιγγενεσία).
Ο παρών τόμος είναι αξιοθαύμαστος: Για τον χωρόχρονο που διατρέχει το βιβλίο• για την επιστημονική επάρκεια του συγγραφέα του• την σε πλάτος και βάθος ενημέρωσή του (η βιβλιογραφία είναι καθηλωτική• συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτή και πολύ πρόσφατα βιβλία, όπως τα Μαθήματα ζωγραφικής του Γιάννη Τσαρούχη)• για τη στέρεη επιχειρηματολογία του, όταν απαιτείται να την επιστρατεύσει σε αντιπαρατιθέμενες απόψεις• για την τόλμη, όταν πρόκειται να αντικρούσει έγκυρους επιμελητές και ιστορικούς τέχνης που έχουν καθιερωθεί διατυπώνοντας ένα διαφορετικό από το δικό του αφήγημα.
Το βιβλίο, συνεπές προς τον τίτλο του, κινείται στα χρονικά όρια από την Άλωση έως τη Γενιά του ’30 και στον απόηχο των επιγόνων της. Πρωταγωνιστεί βέβαια η ζωγραφική, με μια ενδιαφέρουσα σύνθεση, αυτή της πολιτικής ιστορίας. Δεν πρόκειται για μια αισθητική ιστορία της ζωγραφικής (στο πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης), αλλά για το καθρέφτισμα στη ζωγραφική της μακράς και συνεχούς πορείας του ελληνισμού, σαφώς με τους αναγκαίους μετασχηματισμούς. και τη μελέτη εκείνων των ψηφίδων που συνθέτουν την ύπαρξή μας, την ελληνική ταυτότητα, την ελληνικότητα, με τον όρο που εξέφρασε τις αναζητήσεις της η Γενιά του ’30.
Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται: «Συνέχεια και μετασχηματισμός – Η κρητική ζωγραφική». Μετά την Άλωση, η παλαιολόγεια ζωγραφική θα «μεταναστεύσει» στην Κρήτη, στον Χάνδακα (Candia), το σημερινό Ηράκλειο, που αποτελεί σπουδαίο οικονομικοπολιτιστικό κέντρο, υπό ενετική βέβαια κατοχή. Οι επιδόσεις στη ζωγραφική θα αποτελέσουν αποφασιστικό συντελεστή για την ακτινοβολία της και πέρα από τα ορθόδοξα Bαλκάνια: στην Eγγύς Aνατολή, αλλά και στην ίδια την Iταλία και στις δαλματικές ακτές, έως το Άγιον Όρος και τη Ρωσία.
Αναδεικνύονται σπουδαίοι ζωγράφοι και αυτό πιστοποιείται και από την εξατομίκευση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας (για παράδειγμα: Χειρ Αγγέλου. Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εποίει). Περιορίζομαι μόνο στην ονομαστική αναφορά των ηχηρών εκπροσώπων της Κρητικής Σχολής: Άγγελος Ακοτάντος (15ος αιώνας). Θεοφάνης Στρελίτζας Μπαθάς, ο Κρης (1490-1559), εξολοκλήρου πιστός στη βυζαντινή παράδοση. Μιχαήλ Δαμασκηνός (1530/35-1592/3), ενοφθαλμίζει πολλά στοιχεία της δυτικής ζωγραφικής στη βυζαντινή/κρητική εικονογραφία. Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1540/1-1614) μετακενώνει τη βυζαντινή παράδοση στη δυτική ζωγραφική.
Μετά την πτώση του Χάνδακα στους Οθωμανούς, πολλοί Κρητικοί εγκαθίστανται στα, ήδη υπό ενετική κατοχή, Επτάνησα. Με κάποιους απ’ αυτούς, όπως με τον Θεόδωρο Πουλάκη (γεννημένος στη Κρήτη, περίπου το 1620, θα πεθάνει στην Κέρκυρα το 1692), θα διευκολυνθεί περαιτέρω ο εξιταλισμός της αγιογραφίας στα Επτάνησα.
Η δυτική τέχνη εδραιώνεται στα Επτάνησα με πρωτεργάτη τον Παναγιώτη Δοξαρά (Kουτήφαρι Mάνης 1662-Κέρκυρα 1729. δάσκαλός του ο Λέος Μόσκος, 1648-1690) και τον γιο του Νικόλαο. Ο Δοξαράς δεν υιοθετεί απλώς τον δυτικό τρόπο (ελαιογραφία, μαθηματική προοπτική, ύφασμα, ανανεωμένη παλέτα, κοσμικά θέματα), αλλά μεταφράζει και δοκίμια για τη ζωγραφική (Λεονάρντο ντα Bίντσι, Λεόν Mπατίστα Aλμπέρτι και Aντρέα ντελ Πότσο) και συγγράφει και δική του μελέτη Περί ζωγραφίας, επιδιώκοντας να διδάξει και να επηρεάσει προς την τέλεια και ακριβή ζωγραφική, που είναι βέβαια γι’ αυτόν η δυτική (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ουρανία που φιλοτεχνεί στον Άγιο Σπυρίδωνα Ζακύνθου).
Ο «εκδυτικισμός» της ζωγραφικής θα συνεχιστεί στο ελεύθερο πια κράτος με πρωτεύουσα την Αθήνα. Το Σχολείον των Τεχνών ιδρύεται στην Αθήνα το 1837 με Βαυαρούς δασκάλους που επιδιώκουν, κι αυτοί, να συσφιχθούν οι σχέσεις με το Μόναχο. Η επίσημη, επομένως, στροφή προς την ακαδημαϊκή ζωγραφική ήταν αναμενόμενη. τα δυτικά πρότυπα νομιμοποιούνται και απαξιώνεται εντελώς η βυζαντινή ζωγραφική. Ακόμη και οι εκκλησίες –συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Όρους– θα κατακλυστούν από τη δυτική, τη ναζαρηνή, ζωγραφική.
Ωστόσο, με αναφορά και μόνο στους τρεις πατριάρχες –Νικηφόρος Λύτρας (1832), Νικόλαος Γύζης (1842), Γεώργιος Ιακωβίδης (1853)– θα πρέπει να επαινούμε και τον εντυπωσιακό χρόνο που κάλυψε η εγχώρια ζωγραφική και τις υψηλές επιδόσεις της. Δεν είναι αμελητέο, σήμερα, στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου να εκτίθεται ο Γύζης δίπλα στον δάσκαλό του τον Πιλότι. Την εξέλιξη αυτή της ελληνικής ζωγραφικής (και της γλυπτικής) πραγματεύεται ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τρίτο μέρος του βιβλίου του, με τίτλο: «Από τη μεταβυζαντινή στη νεώτερη ελληνική ζωγραφική».
Ας θεωρήσουμε την Κρητική Σχολή σαν ένα πλατύ ποτάμι (οι πηγές του στην Κρήτη του 15ου-17ου αιώνα), από το οποίο εκβάλλουν παραπόταμοι που ακολουθούν διάφορους προορισμούς: Θεοφάνης ο Κρης, Μετέωρα και Άγιο Όρος (σημαντικό έργο του στον Άγιο Νικόλαο Αναπαυσά, στη Λαύρα και σε άλλες Μονές του Αγίου Όρους). Μιχαήλ Δαμασκηνός, Βενετία (Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων στη Βενετία). Δομίνικος Θεοτοκόπουλος (Ελ Γκρέκο), Βενετία, Ρώμη, Τολέδο. Θεόδωρος Πουλάκης, Κέρκυρα.
Ωστόσο, στο νησί ο ποταμός δεν θα στερέψει και οι ζωγράφοι θα εξακολουθήσουν και κατά την Τουρκοκρατία να αρδεύονται από τη βυζαντινή, αλλά και από τη λαϊκή τέχνη και παράδοση. Ένας τέτοιος ζωγράφος είναι ο Ιωάννης Παγωμένος. Και σαν αυτόν θα συναντάμε ζωγράφους σε όλη την Ελλάδα. Και δεν είναι μόνο η αγιογραφία και η κοσμική ζωγραφική. μοναδικά έργα έχει να επιδείξει και η αρχιτεκτονική, η μαρμαροτεχνία, η ξυλογλυπτική, η αργυροχρυσοχοΐα, η χαλκογραφία, η υφαντική, η κεραμική, το δημοτικό τραγούδι (με την αδιάλειπτη παρουσία του από τον 11ο αιώνα), ο Καραγκιόζης.
Αυτή την άνθηση θα πραγματευθεί ο συγγραφέας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του με τίτλο: «Η ζωγραφική στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό». Το δυσκολότερο, για μένα, μέρος του βιβλίου, επειδή αυτή την περίοδο δεν τη γνωρίζω καλά, αμελώ να τη μελετήσω σε βάθος και σε πλάτος. τα δημιουργικά κέντρα αυτής της εποχής είναι διάσπαρτα, μικρά και δυσπρόσιτα, και η ταπεινότητά τους δεν ελκύει, όπως άλλων, που επιβάλλονται δυναμικότερα.
Αυτή, ωστόσο, την περίοδο θα αναδυθεί σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, με έμφαση στην ηπειρωτική και βόρεια, μια λαϊκή παράδοση που έχει προηγουμένως καταδυθεί στην υψηλή βυζαντινή ζωγραφική (Μακεδονική και Κρητική Σχολή).
Αυτό το γενικό αφηγηματικό σχήμα προτρέπει, ή μάλλον επιτρέπει, να ακολουθήσει κανείς και τα μικρότερα ρυάκια που αρδεύουν τους ιδιαίτερους καταγωγικούς μας τόπους ή τους τόπους διαμονής μας. Έτσι, διαθέτοντας τη μεγάλη εικόνα, που μας προσφέρει το βιβλίο, μπορούμε να αναζητήσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα μνημεία που είναι δίπλα μας και τα προσπερνάμε.
Θα αναφερθώ στο λακωνικό παράδειγμα και είμαι βέβαιη ότι ανάλογα και πλουσιότερα μπορεί να ανακαλέσει ο Ηπειρώτης, ο Θεσσαλός, ο Κρητικός, ο Μακεδόνας, ο Αρκάς… Αν σημειώσουμε δυο χωριά στον χάρτη, το Πολύδροσο (Τσίντζινα) στον Πάρνωνα και τους Γοράνους στον Ταΰγετο, βλέπουμε τον Δημήτριο Κακαβά να πηγαινοέρχεται και να αγιογραφεί, στο πρώτο, τη Μονή των Αγίων Αναργύρων και τον Άη Βλάση, στο δεύτερο, τη Μονή της Γόλας. Αλλά και ενδιάμεσα στα δυο βουνά Μονές (Κούμπαρη, Ζερμπίτσα, Άγιοι Τεσσαράκοντα) και εκκλησιές στην Αναβρυτή, στα Χρύσαφα, στο Γεράκι, τη Μονεμβασιά, το Μικρόν Άγιον Όρος (Νεάπολη), στη Μάνη, δεν σταματούν να υποδέχονται πλήθος αγιογράφων επώνυμων (Κακαβάδες και Μόσχοι, οικογένειες ζωγράφων από το Ναύπλιο) και ανώνυμων που προσφέρουν με τις τοιχογραφίες τους καταφύγιο στη δέηση του πιστού.
Αυτή η λειψή λακωνική περιήγηση εμπεριέχει, νομίζω, και την ταυτόχρονη αναγνώριση της Γενιάς του ’30 που με τον τίτλο «Ξαναβρίσκοντας… το χαμένο νήμα» αποτελεί το τέταρτο μέρος του βιβλίου. Γιατί η συνεχής ροή από το Βυζάντιο στον Μυστρά, κι από εκεί στις μονές και τις εκκλησιές, στο μανιάτικο μοιρολόγι και τα γερακίτικα υφαντά, έως τη Βορδόνια, όπου ο Μακρυγιάννης ανταμώνει τους Ζωγράφους (τον Δημήτρη και τον Παναγιώτη). και στους λογοτέχνες της Σχολής του Ταϋγέτου, φτάνουμε στον Γιάννη Ρίτσο και τον Νικηφόρο Βρεττάκο. τους Λάκωνες εκπροσώπους της Γενιάς του ’30, με ζώσα στο έργο τους και τη βυζαντινή και τη λαϊκή παράδοση.
Στο λακωνικό παράδειγμα είναι ιδιαίτερη και η θέση του Κόντογλου. Πριν τον ανταμώσει στην Περίβλεπτο ο Καζαντζάκης να αποκαθιστά τις τοιχογραφίες της (1936 έως 1940), ο Κόντογλου συμμετέχει σε ανασκαφές στη Σπάρτη με τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου και φιλοτεχνεί τα αντίγραφα τοιχογραφιών. Κι αργότερα θα συμβουλεύει τον Ευάγγελο Μαυρικάκη, που θα ακολουθήσει τις οδηγίες του και θα κινηθεί στα βυζαντινά πρότυπα με τα οποία θα αγιογραφήσει και τον Όσιο Νίκωνα και την Παναγιά την Ελεούσα κατά την εξάχρονη παραμονή του στη Σπάρτη (1959-1965), χωρίς να παρασυρθεί από το δυτικότροπο πρότυπο της Μητρόπολης.
Η Γενιά του ’30 είναι εκείνη που, θωρακισμένη με τα ερείσματα της παιδείας της, δεν θαμπώνεται από το μοντέρνο, γιατί το αναγνωρίζει στους δικούς της εθνικούς τρόπους –βυζαντινούς, υστεροβυζαντινούς και λαϊκούς– και το μετασχηματίζει σε δικό της ιδίωμα που τείνει, ειδικά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στην επιδίωξη του Σεφέρη για έναν «ελληνικό ελληνισμό».
Η Γενιά του ’30, έλεγε ο Άγγελος Δεληβοριάς (για να τιμήσουμε και τη μνήμη του επίτιμου Προέδρου της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης), κάνει, εμάς τους Νεοέλληνες, να ντρεπόμαστε λιγότερο. Γι’ αυτό και φρόντισε η πνευματική και καλλιτεχνική της διαδρομή να παρουσιάζεται στην Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, ισόρροπα, με όλες τις φωνές, που, πολλές φορές και εν τη αντιθέσει τους, συνέθεσαν το πρόσωπο της Ελλάδας κατά τον Μεσοπόλεμο.
Το έργο αυτής της γενιάς, μαζί με τη μακρά και επίπονη πορεία που τη διαμόρφωσε, μας καλεί να γνωρίσουμε το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά. Και μακάρι να τα καταφέρουμε, όπως κι ο ίδιος εύχεται, τη μισάνοιχτη πόρτα της ιστορίας μας να την κρατήσουμε ανοιχτή, γιατί ο κίνδυνος να κλείσει είναι πια υπαρκτός!
*[Ομιλία της συγγραφέως και τ. επιμελήτριας του παραρτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης της Σπάρτης, στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ.Κ. στην Πνευματική Εστία Σπάρτης, στις 14 Ιουνίου 2025.]
