Ανακοινώσεις, Λόγιος Ερμής τ.3, Νέες κυκλοφορίες, νέος Λόγιος Ερμής

«Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη…»

νέος Ερμής ο Λόγιος – τεύχος τρίτο, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2011

Εισαγωγικό σημείωμα

«Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη…»

Το τρίτο τεύχος του νέου Λόγιου Ερμή εκδίδεται με καθυστέρηση, – in extremis μέσα στα χρονικά όρια του τετραμήνου. Ένας μεγάλος αριθμός κειμένων, ήδη σελιδοποιημένων, όπως του Γιάννη Παπαμιχαήλ για τον μετανεωτερικό πολιτισμό  ή του Θεόδωρου Μπατρακούλη για τη γεωπολιτική της επανάστασης του 21, του Απόστολου Διαμαντή για το κρυφό σχολειό, θα δημοσιευτούν στο επόμενο τεύχος, όπου θα περιλαμβάνεται και ένα αφιέρωμα στην Επανάσταση του ’21.
*****
Ο καθηγητής Μιχάλης Μερακλής επανέρχεται στη συζήτηση για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους,  την οποία είχε εγκαινιάσει στο πρώτο τεύχος του ν. Λόγιου Ερμή ο Σπύρος Βρυώνης και συνέχισε στο δεύτερο η Ιωάννα Τσιβάκου. Ο Μερακλής υποβάλλει στη βάσανο της κριτικής τα επιχειρήματα του Μπένεντικτ Άντερσον και του Ερνστ Γκέλνερ για την φαντασιακή θέσμιση του έθνους, με επίκεντρο το κράτος.
Εν τούτοις αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Άντερσον που μοιάζει να «αφιερώνεται στους προπετείς Έλληνες μοντερνιστές που μυκτηρίζουν την έννοια της πατρίδας και του έθνους»:
Σε μια εποχή που είναι κοινός τόπος για τους προοδευτικούς, κοσμοπολίτες διανοουμένους (ιδιαίτερα στην Ευρώπη;) η επιμονή στον σχεδόν παθολογικό χαρακτήρα του εθνικισμού και στη συγγένειά του με το ρατσισμό, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι τα έθνη εμπνέουν αγάπη και συχνά αγάπη που φτάνει στην αυτοθυσία.
Και πάντως συνεχίζει ο Μερακλής, «το ελληνικό έθνος δεν χρειάστηκε να επινοηθεί. Ούτε καν ο Ηρόδοτος του 5ου π.Χ. αιώνα το επινόησε».
Στη συνέχεια προβαίνει σε μια διερεύνηση του κομβικού, για το ζήτημα της συνέχειας, ζητήματος της μετάβασης από τον αρχαίο ελληνικό στον ελληνοχριστιανικό κόσμο, όταν «έλαβε χώρα μια ξεχωριστή σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ αρχαίας ελληνικής γλώσσας και νέας, χριστιανικής θρησκείας» το δε Βυζάντιο, συνέβαλε στην ολοκλήρωση του αρχαίου ελληνισμού, με το πέρασμα στον μονοθεϊσμό και την επανασύνδεση με την Ανατολή.
Ο Κώστας Παπαϊωάννου –στον οποίο θα αφιερωθεί ένα από τα προσεχή τεύχη του ν. Λόγιου Ερμή, με αφορμή τα τριάντα χρόνια από τον θάνατό του–, σε μια εκτενή μελέτη, που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, εξετάζει την ανάδυση του ολοκληρωτικού κόμματος, μέσα από την αντιπαράθεση της λενινι­στικής με τη μαρξιστική αντίληψη. Από την υποτίμηση της πολιτικής που χαρακτηρίζει τις αντιλήψεις του Μαρξ για το κόμμα, περάσαμε στη λενινιστική αντίληψη του μονολιθικά συγκροτημένου κόμματος, που υποκαθιστά την ίδια την εργατική τάξη, σε μια υπερπολιτική εκδοχή του μαρξισμού.
Για τον Μάρξ, οι κομμουνιστές «δεν έχουν συμφέροντα ξέχωρα από εκείνα του προλεταριάτου στο σύνολό του». Αντίθετα στη Ρωσία με βάση την υπανάπτυξη των κοινωνικών τάξεων, στο επίκεντρο των πολιτικών διεργασιών αναδεικνύεται η διανόηση – η «ιντελιγκέντσια».
Ο Λένιν, απορρίπτει, στην πραγματικότητα, «δίχως να το αντιλαμβάνεται, όλη τη µαρξιστική θεωρία της ταξικής συνείδησης, αντικαθιστώντας την µε µια θεωρία θεµελιωδώς ιδεαλιστική περί “ανεξαρτησίας” της ιντελιγκέντσιας».
… δεν καθορίζει πια το Είναι τη συνείδηση, οι ιδέες δεν είναι «αντανακλάσεις» της κοινωνικής κατάστασης, αλλά αναπτύσσονται αυθόρµητα, ακολουθώντας τη δική τους λογική, ανεξάρτητα από κάθε κατάσταση, ταξική ή άλλη, και καταλήγουν να καθορίζουν το Είναι. Ακόµα περισσότερο: το Είναι του προλεταριάτου καθορίζεται τελικά από τη συνείδηση των διανοουµένων…
Πρόκειται ουσιαστικά για μια «αναβίωση» της χεγκελιανής φιλοσοφίας για το κράτος, «που τόσο πολέμησε ο Μαρξ». Για τον Χέγκελ, μόνο το κράτος μπορεί να συλλάβει το σύνολο και, γι’ αυτό, οι λειτουργοί του συγκροτούν την «καθολικά σκεπτόμενη τάξη», στην οποία επαφίεται η ρητή διατύπωση του «συμφέροντος της Ιδέας».
Στη λενινιστική αντίληψη, οι «επαγγελματίες επαναστάτες» παίρνουν τη θέση των χεγκελιανών κρατικών λειτουργών και εξασφαλίζουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της «προλεταριακής επιστήμης», της αληθινής ηθικής και της «γνήσιας πολιτικής συνείδησης». Οι επαγγελματίες επαναστάτες συγκροτούν, όπως ακριβώς και οι χεγκελιανοί κρατικοί λειτουργοί, μια κατηγορία «υπεράνω των τάξεων», εξωτερική προς την κοινωνία των πολιτών, αφιερωμένη στην εξερεύνηση της «ολότητας», που παραμένει κρυμμένη από τα μάτια όλων των κοινωνικών τάξεων, ακόμα και της περιούσιας τάξης.
Ο Γιώργος Καραμπελιάς στην «εθνική και κοινωνική συνείδηση στην επαναστατημένη Σάμο (1805-1834)» παρουσιάζει μια σχετικά άγνωστη και αγνοημένη εμπειρία υψηλής ιστορικής αξίας και πυκνότητας.
Η εξαιρετικά μειωμένη παρουσία των Τούρκων στη Σάμο, προσέδωσε στις προεπαναστατικές συγκρούσεις έναν ενδοελληνικό κοινωνικό και ταυτόχρονα εθνικό χαρακτήρα – οι κοτζαμπάσηδες/Καλικάντζαροι συμμαχούν απροκάλυπτα με την τουρκική εξουσία, ενάντια στο λαϊκό επαναστατικό «κόμμα», τους Καρμανιόλους. Το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο του κινήματος υπήρξε μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη επαναστατική «μικροαστική» τάξη, εμπόρων, καραβοκύρηδων και τεχνιτών, η οποία λειτούργησε ως οιονεί «εθνική αστική τάξη».
Ο ηγέτης της σαμιακής επανάστασης Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850) έζησε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη το Άγιο Όρος και το  Βουκουρέστι, ως δεύτερος λογοθέτης (πρωθυπουργός») του Αλέξανδρου Σούτσου. «Καρμανιόλος» και Φιλικός, οπαδός της γαλλικής Επανάστασης «αγιορίτης» και «λογοθέτης», αντλούσε ταυτόχρονα από το σύνολο σχεδόν των διαφορετικών παραδόσεων που άρδευαν τον προεπαναστατικό ελληνισμό.
Ο Λογοθέτης είχε μαζί του τη συντριπτική πλειοψηφία των 30.000 Σαμίων που στελέχωσαν τις τέσσερις χιλιαρχίες και αντιμετώπισαν όλες τις τουρκικές επιβουλές. Ήταν ο ηγέτης ενός επαναστατικού κινήματος που περιλάμβανε μορφές όπως ο καπετάν Σταμάτης Γεωργιάδης, που είχε φτάσει μέχρι τη Βραζιλία, ο Μανώλης Μελαχροινός, φαλαγγάρχης του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, ο Κωνσταντής Λαχανάς, που είχε πολεμήσει με τον Νικοτσάρα. Ο λόγιος Ιωάννης Λεκάτης, γραμματέας του Γενικού Διοικητηρίου, πρωτοστάτησε σε προβεβηκυία ηλικία στην επανάσταση των Σαμίων το…1850 ο νεαρός ποιητής της επανάστασης Κλεάνθης, συνδύαζε τη φλογερή φιλοπατρία, την ορθοδοξία και τις ιδέες του διαφωτισμού. Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος, οπαδός των Καρμανιόλων, ευλόγησε τη σημαία της Επανάστασης και, φορώντας κοκκινωπή φουστανέλα και ζωσμένος τα φυσεκλίκια συμμετείχε αυτοπροσώπως στις μάχες.
Εν κατακλείδι, η Σάμος συνιστά το επιτυχημένο υπόδειγμα μιας αυτόκεντρης, ριζοσπαστικής και ταυτόχρονα ισορροπημένης επαναστατικής διαδικασίας, όπου τα δάνεια, από τη Γαλλική Επανάσταση, στοιχεία εντάσσονται οργανικά στον ιδεολογικό καμβά του ελληνικού κόσμου και το διαφωτιστικό πρόταγμα έχει μεταβληθεί πλήρως σε ιθαγενές λαϊκό κίνημα Η Σάμος δεν διέθετε τα μεγέθη που θα της επέτρεπαν να ηγεμονεύσει στην ελληνική πνευματική και πολιτική ζωή. αποτελεί ωστόσο την πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός αυτόκεντρου συνθετικού μοντέλου.
Ο Γιώργος Κοντογιώργης σε μια διεισδυτική μελέτη για την «θέση της μικρασιατικής εκστρατείας στην ιστορία και το νεοελληνικό κράτος», υποστηρίζει πως η μικρασιατική καταστροφή υπήρξε το αποτέλεσμα του τρόπου της απελευθέρωσης και, κατ’ επέκταση, της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Η μικρασιατική καταστροφή συμβολίζει το τέλος ενός ελληνισμού, ο οποίος από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους συγκροτήθηκε ως ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα.
Η δυναμική που οδήγησε στο κίνημα του 1909 εκκολάφθηκε σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μεταξύ των Ελλήνων που διέκριναν ότι οι βαλκανικοί εθνικισμοί θα οδηγούσαν αναπότρεπτα στην ουσιαστική ακύρωση του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης. Το μικρασιατικό εγχείρημα συνιστά την τελευταία πράξη της προσπάθειας για τη μερική ανατροπή του αποτελέσματος της κατάκτησης που ολοκληρώθηκε το 1453 και αποτελεί την συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Από την άλλη, το αποτέλεσμα του εγχειρήματος αποδίδει και τα όρια της αναγεννητικής απογείωσης που πέτυχαν να κινητοποιήσουν οι δυνάμεις που μάχονταν την κομματοκρατία.
Το μικρασιατικό εγχείρημα είχε καταστεί αναπόφευκτο, από τη στιγμή που η επικράτηση των Νεοτούρκων συνδυάσθηκε με μια γενικευμένη πολιτική εθνοκάθαρσης και γενοκτονίας. Ο μικρασιατικός καις θρακικός ελληνισμός όφειλε να επιλέξει είτε την εξορία είτε τη φυσική του εξόντωση. Επί πλέον η αυτούσια ενσωμάτωση στον εθνικό πολιτειακό κορμό του οικουμενικού ελληνισμού και των εδαφών του, θα ήταν σωστική για το ίδιο το ελληνικό κράτος  και θα δημιουργούσε έναν σχετικά αυτάρκη εσωτερικό ζωτικό χώρο και ικανές συνθήκες μιας ισχυρής εξωτερικής παρουσίας.
Το εγχείρημα της εθνικής ολοκλήρωσης στη Μικρασία ήταν πολύ πιο εύκολο από το εγχείρημα του 1821, ενώ και οι διεθνείς συσχετισμοί ήσαν σαφώς ευνοϊκότεροι. Ακόμη και σήμερα, το ερώτημα «γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστροφική ήττα», όπως αναρωτιέται ο Douglas Dakin, δεν μπορεί να απαντηθεί με στρατιωτικούς όρους.
Οι απόψεις οι οποίες εσχάτως αμφισβητούν όχι μόνο την αναγκαιότητα της μικρασιατικής εκστρατείας αλλά και της Επανάστασης του 21, οδηγούνται στο αδήριτο συμπέρασμα ότι θα ήταν φρονιμότερο για τον ελληνισμό να είχε παραμείνει υπόδουλος. Η άποψη αυτή συναντάται σήμερα με την επιστροφή των νοσταλγών της οθωμανικής πολιτικής στέγης.
Ο διδάκτωρ ιστορίας Δημήτρης Τσιάμαλος στο «αρματολικό φαινόμενο στη Ρούμελη» παρουσιάζει το φαινόμενο του αρματολισμού, όπως αναδεικνύεται στη Ρούμελη. Ο αρματολός είναι ο ένοπλος ανυπότακτος ραγιάς που εξαναγκάζει διά της βίας την οθωμανική εξουσία να τον διορίσει έμμισθο επιτηρητή μιας περιοχής, ενώ η συμμετοχή των αρματολών σε όλες σχεδόν τις πολεμικές εμπλοκές των χριστιανικών δυνάμεων με την οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ως ουσιαστική παράμετρο την εθελούσια μετάπτωση του αρματολού στην ιδιότητα του κλέφτη.
Οι εκφραστές της αναθεωρητικής ιστοριογραφίας διατείνονται πως το προεπαναστατικό φαινόμενο του Κλεφταρματολισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μακρά παράδοση της κοινωνικής ληστείας ενώ το συγκρουσιακό πρότυπο του Κλεφταρματολού δεν εκφράζει πατριωτικά αισθήματα και εθνική συνείδηση, αλλά συνιστά απλώς  μια διαρκή ανταρσία χωρίς ωστόσο να απειλεί και τις δομές της εξουσίας. Όπως υποστηρίζει ο Αλέξης Πολίτης «Ό,τι τραγουδιέται στα κλέφτικα [τραγούδια] είναι η ατομική ευψυχία, δεν θα βρούμε πουθενά ούτε εθνική ούτε κοινωνική συνείδηση».
Ωστόσο, όσο σφἀλμα αποτελεί η παραγνώριση ή υποτίμηση της «ληστρικής» πραγματικότητας για την κατανόηση του κλεφταρματολικού φαινομένου, εξίσου ή και περισσότερο σφαλερή θα ήταν η αγνόηση της διαχρονικής ιστορικής συνείδησης του κλεφταρματολού, που εγγράφεται είτε ως θρησκευτική ετερότητα είτε ως εθνικο-κοινωνική και εθνικο-πολιτισμική διάσταση της λαϊκής ιδεολογίας.
Εν κατακλείδι, η αθρόα συμμετοχή των Αρματολών σε όλες σχεδόν τις πολεμικές αναμετρήσεις των χριστιανικών δυνάμεων με την οθωμανική Αυτοκρατορία, καταδεικνύει πως η εθνική συνείδηση των Ελλήνων προϋπήρχε της ευρωπαϊκής αστικοποίησης και του Διαφωτισμού και δεν είναι δημιούργημα των νεώτερων χρόνων. οι Αρματολοί είχαν συνείδηση του Γένους τους και «ἐκαπνίζοντο» από το αίσθημα της ελευθερίας.

*****
Το παρόν τεύχος, όπως είχαμε προαναγγείλει, περιλαμβάνει εκτενές αφιέρωμα στο γλωσσικό ζήτημα, με τις εισηγήσεις της ημερίδας «Η ιστορική ορθογραφία στη νέα εποχή», που οργά­νω­σε η Ε­ται­ρεί­α Με­λέ­της Ελ­λη­νι­κού Πο­λι­τι­σμού, μα­ζί με το Α­νοι­χτό Ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κό Κέν­τρο και τη συμ­με­το­χή των πε­ρι­ο­δι­κών Αν­τι­φω­νη­τής, Άρ­δην, Νέ­α Ευ­θύ­νη, Πλα­νό­διον, Τα νε­φού­ρια, και τα Τε­τρά­δια του Ελ­πή­νο­ρα στις 28 Μα­ΐ­ου 2011. Την η­με­ρί­δα και το α­φι­έ­ρω­μα εκ μέ­ρους της ΕΜΕΠ ε­πι­με­λή­θη­κε ο φι­λό­λο­γος Χρί­στος Δάλ­κος. Ο ν. Λόγιος Ερμής, χωρίς να έχει υιοθετήσει την ιστορική ορθογραφία σε όλα τα κείμενά του, –μια και μεταξύ των μελών της Συντακτικής Επιτροπής περιλαμβάνονται οπαδοί του «πολυτονικού» και μη– θεωρεί το ζήτημα εξέχουσας σημασίας και γι’ αυτό συνδιοργάνωσε και τη σχετική ημερίδα. Πάντως, επειδή είναι κοινή η ανησυχία όλων μας για τις εξελίξεις στα γλωσσικά μας πράγματα, «πολυτονικοί» και «μονοτονικοί», συμφωνούμε εξ ίσου στο σολωμικό, «μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλώσσα».
Ο Γι­ώρ­γος Κα­ραμ­πε­λιάς με «Το νέ­ο γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα», μας ει­σά­γει στη γενικότερη θε­μα­τι­κή του γλωσ­σι­κού προ­βλή­μα­τος, το ο­ποί­ο α­πα­σχο­λεί, τα­λα­νί­ζει και ταυ­το­χρό­νως… α­να­ζω­ο­γο­νεί την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, για τρί­τη χι­λι­ε­τί­α.
Σή­με­ρα, μέ­σα από την φαι­νο­με­νι­κά α­δή­ρι­τη λο­γι­κή της παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, η ζων­τα­νή χρή­ση της ελ­λη­νι­κής α­πει­λεί­ται «εἴ­τε μέ ἐ­ξα­φά­νι­ση εἴ­τε μέ ἀ­πο­μεί­ω­ση» ε­νώ το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα α­να­δει­κνύ­ε­ται ως το ση­μαν­τι­κό­τε­ρο στοι­χεί­ο της ταυ­τό­τη­τας του ελ­λη­νι­σμού, στον πο­λι­τι­σμι­κό χώ­ρο. «Στίς συν­θῆ­κες τοῦ παγ­κο­σμι­ο­ποι­ού­με­νου κα­πι­τα­λι­σμοῦ, οἱ ἄρ­χου­σες τά­ξεις, ἰ­δι­αί­τε­ρα τῶν μι­κρῶν καί ἐ­ξαρ­τη­μέ­νων χω­ρῶν, δέν ἐ­πι­μέ­νουν στή δι­α­τή­ρη­ση τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς ταυ­τό­τη­τας ὡς ἐγ­χώ­ρι­ων με­σο­λα­βη­τῶν τῆς ἡ­γε­μο­νί­ας τους, ἀν­τι­θέ­τως, ἀ­ξι­ο­δο­τοῦν καί προ­ά­γουν τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῶν ταυ­το­τή­των».
Η ερ­γα­λεια­κή αν­τί­λη­ψη για τη γλώσσα με­τα­στρέ­φε­ται σε μη­χα­νι­σμό της παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης. Οι εγ­χώ­ριοι εκ­δο­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί και οι τε­χνο­κρά­τες εισά­γουν πλέ­ον την «α­πλού­στευ­ση» της γραφής και της γλώσ­σας, οι τουριστικοί ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, οι ε­πι­χει­ρή­σεις της «νέ­ας οι­κο­νο­μί­ας» και το μεγάλο πο­λυ­ε­θνι­κό κε­φά­λαι­ο προωθούν ήδη τη λατινική γραφή και τα greeklish.
Για την ι­δε­ο­λο­γι­κή στή­ρι­ξη αυ­τού του εγ­χει­ρή­μα­τος ε­πι­στρα­τεύ­ε­ται ο ερ­γα­λεια­κός ισο­πε­δω­τι­σμός. «Η γλώσσα δεν κιν­δυ­νεύ­ει» δι­α­κη­ρύτ­τουν οι «εκ­συγ­χρο­νι­στές», εν­δε­δυ­μέ­νοι «τα πα­λιά δο­ξα­σμέ­να κου­ρέ­λια» του α­γω­νι­στι­κού δη­μο­τι­κι­σμού. Προ­βάλ­λουν και πά­λι, λοι­πόν, τον «κίν­δυ­νο» του «γλωσ­σι­κού εθνι­κι­σμού ή κα­θα­ρο­λο­γι­σμού», συ­σκο­τί­ζον­τας το γε­γο­νός ότι η αν­τι­πα­ρά­θε­ση δη­μο­τι­κι­σμού και κα­θα­ρεύ­ου­σας έ­χει σή­με­ρα υπο­κα­τα­στα­θεῖ οπό την αν­τι­πα­ρά­θε­ση με­τα­ξύ της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας στη συγχρονία και τη δι­α­χρο­νί­α της, και των μη­χα­νι­σμών εκ­πτώ­χευ­σης και πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­σής της, της γλωσ­σι­κής παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης και ι­σο­πέ­δω­σης.
Ο Γιά­ννης Πα­τί­λης, φι­λό­λο­γος, εκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νό­διον, στην εισήγησή του με τον τί­τλο «Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ ὀρ­θο­γρα­φί­α στὴν πλα­νη­τι­κὴ ε­πο­χή» υ­πο­γραμ­μί­ζει με­τα­ξύ άλ­λων, πως χρη­σι­μο­ποι­εί την ελ­λη­νι­κή ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φί­α με το τρί­το­νο πο­λυ­το­νι­κὸ, δι­ό­τι, α­πο­τε­λεί μο­να­δι­κὸ ι­στο­ρι­κό όρ­γα­νο παι­δεί­ας και καλ­λι­έρ­γειας, ό­χι μό­νο στε­νά ε­θνι­κής, ε­νώ, «ὡς τρι­αν­τά­χρο­νος ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς τοῦ δη­μό­σιου σχο­λεί­ου», δεν κα­τα­δέ­χε­ται να στε­ρή­σει «ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ αὐ­τὸ τὸ πο­λύ­τι­μο μορ­φω­τι­κὸ ἀ­γα­θό, ἐ­πι­τα­χύ­νον­τας τὴν ἔ­λευ­ση μιᾶς κοι­νω­νί­ας ὅ­που τὰ γρα­πτὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ εἶ­ναι πο­λι­τι­στι­κὸ προ­νό­μιο μιᾶς πο­λύ­γλωσ­σης ἐ­λὶτ δι­α­νο­ου­μέ­νων καὶ πα­νε­πι­στη­μια­κῶν».
Η υ­πε­ρά­σπι­ση της ι­στο­ρι­κής ορ­θο­γρα­φί­ας δεν ση­μαί­νει για τον συγ­γρα­φέ­α πως ό­σοι την χρη­σι­μο­ποι­ούν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ή κα­λύ­τε­ροι Έλ­λη­νες α­πό τους άλ­λους, αλ­λά το κά­νει «γιὰ νὰ πλου­τί­ζει δια­ρκῶς, κρα­τών­τας την σὲ ἐ­γρή­γορ­ση, τὴν ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κή του ἐμ­πει­ρί­α καὶ καλ­λι­έρ­γεια, καὶ δι’ αὐ­τῆς νὰ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο εὐ­ά­λω­τος, ὄ­χι τό­σο καὶ μό­νο ὡς ἐ­θνι­κὸ ὑ­πο­κεί­με­νο, ἀλ­λὰ ὡς κρι­τι­κός, πο­λι­τι­κὸς καὶ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς, ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ὁ­μο­γε­νο­ποι­η­τι­κὲς πο­λι­τι­σμι­κὲς πρα­κτι­κὲς» των και­ρών μας.
Ο συγ­γρα­φέ­ας Κώ­στας Κου­τσου­ρέ­λης, στην ει­σή­γη­σή του «Ξε­νο­ζη­λί­α καί ὑ­πο­τέ­λεια. Σκέ­ψεις γιά τό πα­ρόν καί τό μέλ­λον τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς»  ση­μει­ώ­νει πως  «…οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας ἀ­πο­τε­λοῦν κι αὐ­τές μέ­ρος τῆς γε­νι­κῆς κα­κο­δαι­μο­νί­ας μας. […]Δί­πλα στήν οἰ­κο­νο­μι­κή καί τήν κοι­νω­νι­κή, δί­πλα στή θε­σμι­κή καί τήν ἠ­θι­κή, ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή καί ἡ γλωσ­σι­κή κρί­ση, καί αὐ­τή δέν εἶ­ναι δι­ό­λου ἀ­με­λη­τέ­α.»
Ή­δη α­πό και­ρό η ελ­λη­νι­κή αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται στην ί­δια την Ελ­λά­δα ως γλώσ­σα πα­ρα­κα­τια­νή και δευ­τε­ρο­κλα­σά­τη. «Τό κύ­ρος της θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τα­πό­δει­κτα μει­ω­μέ­νο, ἀ­νί­κα­νο νά ση­μά­νει πρω­το­βου­λί­ες καί σχέ­δια φι­λό­δο­ξα. Ἡ ξε­νο­γλωσ­σί­α, ἡ ἀγ­γλο­φω­νί­α ἰ­δί­ως, ἔρ­χε­ται ἔ­τσι ὡς ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ νά κα­λύ­ψει τό κε­νό.»  Και εν τέ­λει «ἡ ξε­νο­ζη­λί­α, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν πα­ρά νά πη­γαί­νει χέ­ρι χέ­ρι μέ τήν ὑ­πο­τέ­λεια.»
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το γλωσ­σι­κό πρό­βλη­μα εί­ναι κυ­ρί­ως ε­ξω­γλωσ­σι­κό:
Τό τε­ρα­τῶ­δες ἐ­ξω­τε­ρι­κό μας χρέ­ος ἔ­χει τό ἀν­τί­στοι­χό του σέ ὅ­λα τά με­γέ­θη τῆς συλ­λο­γι­κῆς μας ζω­ῆς. Χώ­ρα μέ ἀ­σή­μαν­τη θέ­ση στόν δι­ε­θνῆ κα­τα­με­ρι­σμό τῆς ὑ­λι­κῆς καί πνευ­μα­τι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας, καί ἐ­πι­πλέ­ον ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κή καί χρο­νί­ως ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη ἀ­πό τήν ξέ­νη προ­στα­σί­α, ἡ Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νά δι­ο­λι­σθή­σει στόν πα­ρα­σι­τι­σμό. Ἀ­κό­μη καί ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κή ἰ­δε­ο­λο­γί­α, ὁ τρό­πος δη­λα­δή πού κα­τα­νο­οῦ­με τόν ἑ­αυ­τό μας, εἶ­ναι ἐν με­ρει προ­ϊ­όν εἰ­σα­γω­γῆς.
Ο φι­λό­λο­γος Χρί­στος Δάλ­κος, στην ει­σή­γη­σή του «Ἱ­στο­ρι­κὴ ὀρ­θο­γρα­φί­α: Ὄ­χι ὅ­πως πρίν», ε­πι­ση­μαί­νει πως το φαι­νό­με­νο της κα­τάρ­ρευ­σης της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής Ελ­λά­δας εί­ναι ά­με­σα συν­δε­δε­μέ­νο με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα, δι­ό­τι «ὁ βα­σι­κός λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ­δη­γεῖ­ται σέ χρε­ω­κο­πί­α τό οἰ­κο­δό­μη­μα» της  «εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τῆς νο­ο­τρο­πί­ας πού ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πεμ­πτου­σί­α τοῦ κα­πι­τα­λι­στι­κῶς σκέ­πτε­σθαι: τό κυ­νή­γι τοῦ εὔ­κο­λου καί ἄ­με­σου, βρα­χυ­πρό­θε­σμου κέρ­δους, εἰς βά­ρος τοῦ οὐ­σι­α­στι­κοῦ, μα­κρο­πρό­θε­σμου ὀ­φέ­λους.» Αυ­τή η νο­ο­τρο­πί­α χρε­ο­κό­πη­σε εν τέ­λει και ό­χι μό­νο στο πε­δί­ο της οι­κο­νο­μί­ας άλ­λα πρω­τί­στως στο πνε­υ­μα­τι­κό «ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν με­ταμ­φι­έ­ζε­ται πί­σω ἀ­πό δῆ­θεν “ἀ­ρι­στε­ρή”, “προ­ο­δευ­τι­κή” ρη­το­ρεί­α».
Στην ση­με­ρι­νή μας κα­τάν­τια δεν φτά­σα­με μό­νο για­τί κα­ταρ­γή­θη­κε η ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φί­α «ἀλ­λά ἐ­πει­δή συ­νο­λι­κά κυ­ρι­αρ­χού­μα­στε ἀ­πό τό φι­λο­κερ­δές, χρη­σι­μο­θη­ρι­κό πνεῦ­μα πού ὡ­δή­γη­σε καί στήν κα­τάρ­γη­σή της».
Το μό­νο στοι­χεί­ο που θα μπο­ρού­σε να ο­δη­γή­σει σε μια πο­λι­τι­σμι­κή α­να­γέν­νη­ση, εί­ναι η α­να­τρο­πή της μη­χα­νι­στι­κής δυ­τι­κής αν­τί­λη­ψης, για την ε­ξέ­λι­ξη και την πρό­ο­δο, ό­πως α­να­δει­κνύ­ε­ται και α­πό τη με­λέ­τη της γλώσ­σας. «Ἐ­ὰν ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη δέν εἶ­ναι γραμ­μι­κοῦ, ἰ­σο­πε­δω­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, τό­τε εἶ­ναι δυ­να­τή, στό ἐ­σω­τε­ρι­κό μιᾶς γλώσ­σας, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α νέ­ων λέ­ξε­ων, χω­ρίς τήν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν πα­λαι­ῶν ἀ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες προ­ῆλ­θαν καὶ εἶ­ναι κα­θ’ ὅ­λα δυ­να­τόν καί ἀ­να­με­νό­με­νο νά δι­α­σώ­ζων­ται στήν νέ­α ἑλ­λη­νι­κή τύ­ποι πα­λαι­ό­τε­ροι τῶν ἀτ­τι­κῶν ἤ καί τῶν ὁ­μη­ρι­κῶν.»
Ο Ι­ω­άν­νης Τσέγ­κος, ψυ­χί­α­τρος, συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρου­σί­α­σε την «Ἔ­ρευ­να γιὰ τὸ Πο­λυ­το­νι­κό» που έ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει το Ἀ­νοι­κτὀ Ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κὸ Κέν­τρο. Η έ­ρευ­να πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε χω­ρίς την πρό­θε­ση να προ­στε­θεί μια α­κό­μη «δι­α­κή­ρυ­ξη» πε­ρί της ι­στο­ρι­κής ορ­θο­γρα­φί­ας, αλ­λά «μὲ ἀ­ξι­ό­πι­στα συγ­κρι­τι­κὰ δε­δο­μέ­να τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κῶν πλη­θυ­σμῶν παι­δι­ῶν, (“πο­λυ­το­νι­κοί” καὶ “μο­νο­το­νι­κοί”), τὰ ὁ­ποῖ­α καὶ νὰ δι­α­τρέ­χουν τὴν ἐ­ξο­πλι­στι­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 6-12 ἐ­τῶν.» Στην έ­ρευ­να έ­λα­βαν μέ­ρος παι­διά που δι­δά­σκον­ταν α­πο­κλει­στι­κά το μο­νο­το­νι­κό κα­θώς και ε­κεί­να που για δύ­ο ώ­ρες κά­θε Σάβ­βα­το πα­ρα­κο­λου­θού­σαν στοι­χει­ώ­δη αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κά στην «Ἐλ­λη­νι­κὴ Ἀ­γω­γή».
Σχη­μα­τι­στή­καν δύ­ο ι­σο­δύ­να­μες 25μελείς ο­μά­δες και η έρευνα ξε­κί­νη­σε στα τέ­λη του 1999, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε στις αρ­χὲς του 2006, ενώ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν 3 α­ξι­ο­λο­γή­σεις, πριν την έ­ναρ­ξη των μα­θη­μά­των, με­τά έ­να σχο­λι­κό έ­τος και με­τά τέσ­σε­ρα.
«Στα­τι­στι­κῶς,… ἀ­να­μέ­νε­ται ὅ­τι στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν 12 ἐ­τῶν, ἡ ὁ­μά­δα ποὺ μα­θαί­νει καὶ ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά-πο­λυ­το­νι­κὸ θὰ προ­η­γεῖ­ται ση­μαν­τι­κά: α) στὸν Λε­κτι­κὸ Δεί­κτη Νο­η­μο­σύ­νης (6.9 μο­νά­δες), β) στὴν Ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ Σκέ­ψη (3.1 μο­νά­δες) καὶ γ) στὸν Ὀ­πτι­κο-κι­νη­τι­κὸ».
«῾Η στα­νι­κὴ ἐ­πι­βο­λὴ τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ, ἡ ὁ­πο­ί­α δι­και­ο­λο­γή­θη­κε καὶ ἐγ­κω­μι­ά­σθη­κε ὡς πα­νά­κεια γιὰ τὴν δι­ευ­κό­λυν­ση τῆς μα­θη­σια­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, ἀ­πε­δε­ί­χθη πε­ρι­τρά­νως ὅ­τι, κυ­ρί­ως, ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε στὸ νὰ “δι­ευ­κο­λύ­νει” τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τῶν ἐκ­δο­τῶν, ἐ­νῶ, ὡς πα­ρά­πλευ­ρες… “ὠ­φέ­λει­ες”, πα­ρέ­σχε καὶ ἀ­να­κο­ύ­φι­ση στοὺς ἡ­μι­μα­θεῖς τοῦ ἥσ­σο­νος κό­που, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­θρά­συν­ση στοὺς φα­ύ­λους ποὺ ψι­θύ­ρι­ζαν λα­ο­πο­νε­τι­κὰ ψευ­το­προ­ο­δευ­τι­κὰ συν­θή­μα­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξε­λι­χθοῦν ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ σὲ στεν­τό­ρει­ους τρο­μο­κρα­τι­κοὺς τι­μη­τές.»
Ο Γι­ώρ­γος Κεν­τρω­τής, κα­θη­γη­τής του Ι­ο­νί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου στην ει­σή­γη­σή του, με τί­τλο «Τὸ μο­νο­το­νι­κὸ σύ­στη­μα στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ πο­λυ­ε­θνι­κοῦ κε­φα­λαί­ου», υ­πο­γραμ­μί­ζει πως προ­κει­μέ­νου να αυ­ξη­θεί η κερ­δο­φο­ρί­α τον κε­φα­λαί­ου στον εκ­δο­τι­κό το­μέ­α με την «ε­ξοι­κο­νό­μη­ση» ερ­γα­το­ω­ρών σφα­γι­ά­στη­κε η ελ­λη­νι­κή ορ­θο­γρα­φί­α.
Ο Κώ­στας Κα­ρα­ΐ­σκος, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­ευ­θυν­τής του Ἀν­τι­φω­νη­τῆ με την πα­ρέμ­βα­σή του «Ἡ πο­λυ­το­νι­κή ἐ­πι­λο­γή σ’ ἕ­να πε­ρι­φε­ρεια­κό ἔν­τυ­πο» και ο Γιά­ννης Κω­βαί­ος φι­λό­λο­γος, συγ­γρα­φέ­ας, εκ­πρό­σω­πος του πε­ρι­ο­δι­κού Νέ­α Εὐ­θύ­νη [«Για­τί ἡ ψυ­χή μας αὔ­ριο κά­νει πα­νιά; Ἡ παρ­ρη­σί­α τῆς Εὐ­θύ­νης και ἡ εὐ­θύ­νη τῆς παρ­ρη­σί­ας»], α­να­φέρ­θη­καν στους λόγους για τους οποίους ε­πέ­λε­ξαν το πο­λυ­το­νι­κό για τα έν­τυ­πά τους και  περιέγραψαν τις δυ­σκο­λί­ες της ε­φαρ­μο­γής του.
Ο Ξάν­θος Μα­ϊν­τάς, επίκ. καθ. Θε­ω­ρη­τι­κής Φυ­σι­κής, εκ­δό­της του πε­ρι­ο­δι­κού, Τὰ τε­τρά­δια τοῦ Ἐλ­πή­νο­ρα, [«Ἱ­στο­ρι­κὴ ὀρ­θο­γρα­φί­α: Ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῶν Θε­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν»], ανέφερε ότι έ­νας νε­α­ρὸς φοι­τη­τής μα­θη­μα­τι­κών, με ε­ξαι­ρε­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, ερμήνευσε την πα­ρου­σί­α τό­σων κα­λών νέ­ων Ελ­λή­νων μα­θη­μα­τι­κών ως εξής: «αὐ­τὸ ὀ­φεί­λε­ται στὴ σχέ­ση μας μὲ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἡ ὁ­ποί­α φαί­νε­ται ὅ­τι πε­ρι­έ­χει στοι­χεῖ­α μα­θη­μα­τι­κῶν δο­μῶν». ο δε κα­θη­γη­τής Φω­κάς «ἔ­δει­ξε ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τῆς με­λέ­της ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ προ­βλή­μα­τος δι­ε­γεί­ρον­ται κέν­τρα τοῦ ἐγ­κε­φά­λου ποὺ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­να γιὰ τὴ γλῶσ­σα».
Ο Δη­μή­τρης K­ο­σμό­που­λος ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος [«Ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ ἐ­πι­μο­νὴ τῶν ποι­η­τῶν»] τό­νι­σε: «Τὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κό μας ἀ­πω­θη­μέ­νο –καλ­λί­τε­ρα τὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ ἀ­πω­θη­μέ­νο τῶν τα­γῶν μας, ἐ­κεῖ­νο τῆς ἄ­κρα­της μί­μη­σης καὶ τῆς ὑ­πο­τέ­λειας– θρι­άμ­βευ­σε.» Όμως «τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι με­τὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ ἡ σο­βα­ρὴ καὶ ἀ­λη­θι­νὴ ποί­η­ση στὴ γλῶσ­σα μας γρά­φε­ται καὶ τυ­πώ­νε­ται πο­λυ­το­νι­κά, κα­τὰ τὴν γλωσ­σι­κὴ καὶ ποι­η­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, φα­νε­ρώ­νει τὴν ἑ­νό­τη­τα καὶ τὴν συ­νέ­χεια τῆς ποι­η­τι­κῆς πα­ρά­δο­σης. Ἀ­πὸ Πα­λα­μᾶ, Σε­φέ­ρη ὣς Λά­γιο, οἱ ποι­η­τές μας ἀν­τέ­χουν. Δι­α­σώ­ζουν τὸ βα­θύ­τε­ρο πρό­σω­πό μας, δι­α­σώ­ζουν, δη­λα­δή, τὴν γλῶσ­σα μας.»
Ο Ν.Δ. Τρι­αν­τα­φυλ­λό­που­λος, φι­λό­λο­γος, ε­πι­με­λη­τής του φυλ­λα­δί­ου της «Δι­α­μέ­τρου» Τὰ Νε­φού­ρια, στην πα­ρέ­μβα­σή του για την «Ὀρ­θο­γρα­φί­α στὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη» εκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε τη δυ­σκο­λί­α που αν­τι­με­τω­πί­ζει α­κό­μα και σή­με­ρα για την ε­πι­λο­γή της κα­τάλ­λη­λης ορ­θο­γρα­φί­ας στην έκ­δο­ση των κει­μέ­νων του με­γά­λου Σκι­α­θί­τη.
Ο  γλωσ­σο­λό­γος Νι­κό­λα­ος Κον­το­σό­που­λος, στις «Σκέ­ψεις πά­νω στήν ὀρ­θο­γρα­φί­α ἄλ­λων εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν» ση­μει­ώ­νει πως οι γλώσ­σες με μα­κραί­ω­να γρα­πτή πα­ρά­δο­σι χρη­σι­μο­ποι­ούν τη λε­γό­με­νη ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φί­α, ενώ αν­τί­θε­τα οι γλώσ­σες με χρο­νι­κά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη γρα­πτή πα­ρά­δο­ση «ἔ­χουν τή λε­γό­με­νη φω­νη­τι­κή ὀρ­θο­γρα­φί­α.».
Τέ­λος ο Πα­να­γι­ώ­της Σι­δη­ρό­που­λος δι­α­χει­ρι­στής λο­γι­σμι­κού της Magenta [«Τό ἱ­στο­ρι­κό ὑ­πο­στή­ρι­ξης τοῦ πο­λυ­το­νι­κοῦ στούς ὑ­πο­λο­γι­στές»] πα­ρου­σί­α­σε το σκε­πτι­κό και τα προ­βλή­μα­τα που αν­τι­με­τώ­πι­σε η ε­ται­ρεί­α του για την δη­μι­ουρ­γί­α του «Πο­λυ­το­νι­στή» της, ο ο­ποί­ος  εἰναι «ἕ­να ἰ­σχυ­ρό ὅ­πλο, στά χέ­ρια ὅ­σων θέ­λουν νά ὑ­πε­ρα­σπι­σθοῦν τό πο­λυ­το­νι­κό, δι­ό­τι ὅ­σο ἁ­πλό εἶ­ναι νά γρά­φει κα­νείς στό μο­νο­το­νι­κό, τό­σο ἁ­πλό εἶ­ναι πλέ­ον νά γρά­φει καί στό πο­λυ­το­νι­κό.

*****
Ο Δημήτρης Ευαγγελίδης ἐθνολόγος, συγγραφέας [« Ἡ γλῶσσα τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων»], μελετά εμπερίστατα τις διαφορετικές απόψεις και θεωρίες για τη γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, εκκινώντας από τα πραγματολογικά δεδομένα των διαλέκτων από τις οποίες κατάγεται.
Πράγματι στον ελληνικό χώρο, στην αρχική φάση εμφάνισης των ελληνικών πληθυσμών και γλωσσών, υπήρχαν τρεις διάλεκτοι: «α) Μιά ἀρχαϊκή μορφή τῆς μετέπειτα ἰωνικῆς-ἀττικῆς διαλέκτου. β) Μιά ἐπίσης ἀρχαϊκή μορφή τῆς δυτικῆς / βορειοδυτικῆς / ἠπειρωτικής διαλέκτου» και τέλος, «γ) Ἡ λεγομένη κεντρική διάλεκτος.»
Για την σχέση της αρχαίας μακεδονικής λαλιάς με τις άλλες ελληνικές διαλέκτους, υποστηρίζονται ποικίλες θέσεις και απόψεις:
«α) Ἡ πρωιμότερη θέση δεχόταν τήν ἄποψη ὅτι ἡ Μακεδονική ἦταν μιά μεικτή γλώσσα, συγγενής τῆς Ἰλλυρικῆς. β) Μιά ἄλλη θέση ἀποδεχόταν τήν Μακεδονική ὡς ἀνεξάρτητη Ἰνδοευρωπαϊκή γλώσσα, συγγενική μέ τήν ἑλληνική. γ) Ἡ πλειονότητα πάντως τῶν ἐπιστημόνων καί κυρίως τῶν γλωσσολόγων ὑποστηρίζει ὅτι ἡ Μακεδονική ἦταν μία ἀκόμη ἑλληνική διάλεκτος (μεταξὺ  ἄλλων ὁ Γ. Χατζιδάκις, ὁ Νικ. Ἀνδριώτης, οι N. G. L. Hammond, A. Toynbee, Ch. Edson καί Olivier Masson). δ) Μιὰ μικρὴ μερίδα ἐπιστημόνων, τήρησε ἐπιφυλακτική στάση, ἐπικαλούμενη τήν ἀνεπάρκεια τοῦ γλωσσολογικοῦ ὑλικοῦ.»
Τελικώς, η Μακεδονική ανήκε στις Δυτικές / Βορειοδυτικές / Ηπειρωτικές αρχαιοελληνικές διαλέκτους και ήταν η καθομιλουμένη της πλειοψηφίας των κατοίκων του Μακεδονικού Βασιλείου. Σε ορισμένες όμως περιοχές της Κάτω Μακεδονίας, οι κάτοικοι ομιλούσαν μια αρχαϊκή αιολική διάλεκτο, κατάλοιπο των αρχικών εγκαταστάσεων των Πρωτο-Αιολέων.
Ο πολιτικός επιστήμονας-ιστορικός, Χρήστος Αλεξάνδρου διερευνά την αντίληψη του Νικολάϊ Μπερντιάγεφ  για το κράτος [«Το κράτος στη σκέψη του Νικολάϊ Μπερντιάγιεφ»].  Ο Μπερντιάγιεφ  γνώρισε το  κράτος στις πολλαπλές μορφές του: το τσαρικό-απολυταρχικό, το μαρξιστικό-κομμουνιστικό, το αστικοδημοκρατικό, με τις μεσοπολεμικές του ιδιαιτερότητες, και το φασιστικό-ναζιστικό, και το αντιμετωπίζει ως αναγκαίο κακό.
Η στάση του Μπερντιάγιεφ καθορίζεται εν τέλει από τη χριστιανική του πίστη, τη θεμελιώδη ευαγγελική ρήση: «Απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Το κράτος είναι μια αρχέγονη όσο και αναπόδραστη συνθήκη της ιστορίας. Αποτελεί μια υπερ-κοινωνική και διαχρονική οντότητα που δεν μπορεί να εκλείψει. Μόνο με το κράτος μπορεί να ανατραπεί η πορεία προς το χάος. Μη κράτος σημαίνει αποσύνθεση της κοινωνίας, που θα οδηγήσει γρήγορα σε μια ζωώδη κατάσταση. Έτσι ο Μπερντιάγιεφ φτάνει να προσδώσει στην ιδέα του κράτους και μια θρησκευτική διάσταση, ως οντολογική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του ανθρώπου.
Ο καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας της Λογοτεχνίας Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος [«Η κυπριακή λογοτεχνία, γενικά χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα»] θεωρεί την κυπριακή λογοτεχνία οργανικό μέρος της ελληνικής, «όπως το κυπριακό ιδίωμα είναι οργανικό μέρος της νεοελληνικής γλώσσας, η κυπριακή κουλτούρα οργανικό μέρος της νεοελληνικής κουλτούρας και ο κυπριακός λαός οργανικό τμήμα του μείζονος ελληνισμού».
Η κυπριακή λογοτεχνία αποτελεί μια τυπική έκφραση της περιφερειακής ελληνικής κουλτούρας. Βεβαίως, υπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες. μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα είναι το πολύστιχο αφηγηματικό τραγούδι των Κυπρίων ποιητάρηδων, και η ιστορική θεματική της λόγιας ποίησης που σφραγίζεται από το τραγικό βίωμα της τουρκικής εισβολής, της κατοχής και της προσφυγιάς.
Το ιστορικό βίωμα στην κυπριακή λογοτεχνία οριοθετείται από δύο εννοιολογικές κατηγορίες, του τόπου και της ιστορίας: ο ιστορικός χρόνος συγχωνεύεται σε μία ενότητα με τον γεωγραφικό χώρο και αποτελεί μαζί του τον ενιαίο χωροχρόνο του ποιητικού σύμπαντος.
Ένα έγκυρο τυπολογικό κριτήριο για τη διάκριση των πολιτισμικών συστημάτων είναι η αντίληψη που έχει μια ανθρώπινη κοινωνία για τον χώρο και τον χρόνο και τη μεταξύ τους σχέση. Οι πολιτισμοί του χώρου χαρακτηρίζονται από την προτεραιότητα που παίρνει μέσα στο κοσμοείδωλο της αντίστοιχης κοινωνίας ο τόπος, η γενέθλια γη. Η αντίληψη του χρόνου είναι κυκλική. Οι πολιτισμοί του χρόνου, αντίθετα, χαρακτηρίζονται από την εμμονή στην προτεραιότητα του χρόνου, η οποία εκφράζεται με τη συνεχή μετακίνηση, την αποδημία, τη μεταβολή, τη φυγή προς τα εμπρός.
Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο αντίπαλα πρότυπα διακρίνουμε μια τρίτη εκδοχή εξισορρόπησης και σύνθεσης των βιωμάτων του χώρου και του χρόνου, σε μια ενιαία αντίληψη του χωρο-χρόνου. Ο εβραϊκός πολιτισμός αντιπροσωπεύει τον τύπο της κουλτούρας που χαρακτηρίζεται από την προτεραιότητα του χρόνου και της κίνησης, ενώ ο ελληνικός αντιπροσωπεύει τον τύπο της κουλτούρας που χαρακτηρίζεται από την αντίληψη του ενιαίου χωροχρόνου. Ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, στη βιομηχανική φάση του, προσχώρησε στο μοντέλο των πολιτισμών του χρόνου. Ακραία εκδοχή αυτού του μοντέλου αποτελεί η κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης.
Η φιλόλογος Παναγιώτα Βάσση [«Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ο κήπος της Αχαριστίας»]  παρουσιάζει ένα από τα πεζά κείμενα της τελευταίας περιόδου της ζωής και του έργου του Κώστα Καρυωτάκη, της περιόδου μεταξύ 1927–1928, όταν εκφράζει την πρόθεση ν’ αφοσιωθεί αποκλειστικά στην πεζογραφία.
Οι «κήποι» συνιστούν προσφιλές θέμα στο έργο του Καρυωτάκη, ενώ μετασχηματίζονται στο πέρασμα του χρόνου, καθώς συνδέονται αναπόφευκτα με την ποιητική και την προσωπική περιπέτεια του ποιητή. Ο «κήπος» συνιστά τον καμβά πάνω στον οποίο ο Καρυωτάκης υφαίνει το θέμα του, την Αχαριστία.
Το κείμενο εκφράζει τη θέληση του αφηγητή να καλλιεργήσει το «ωραιότερο άνθος»  στον «κήπο», όπου θα «φυτευτεί» η Αχαριστία. Οι «καιροί είναι ευνοϊκοί», δηλαδή ο χρόνος είναι κατάλληλος για να ευδοκιμήσει, ως άλλο «άνθος του Κακού», η Αχαριστία. Υπονοείται εδώ το έτος 1928 με όλες τις συνυποδηλώσεις του για την Ελλάδα –περίοδος μετά τη μικρασιατική καταστροφή– και κυρίως για τον ίδιο τον ποιητή – αρνητικές κριτικές για το έργο του και προσωπικές πικρίες, διώξεις για τη συνδικαλιστική του δράση. Χαρακτηριστική η παρατήρηση «στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια». Τα «φίδια» ανταμείβονται και κυριαρχούν. Στο νοσηρό περιβάλλον που περιγράφει, ευνοούνται τα «ερπετά», όσοι αλλοτριώνονται από την υπαναχώρηση και την υποταγή. Ποιοι ευθύνονται γι’ αυτή τη νοσηρή ατμόσφαιρα; «Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών». Η δράση των κιβδηλοποιών δεν μπορεί παρά να είναι τερατώδης. Το περιβάλλον είναι νοσηρό κι απάνθρωπο και η κοινωνία, «δάσος» από «μάσκες» .
Στις βιβλιοπαρουσιάσεις που ακολουθούν ο Σπύρος Κουτρούλης παρουσιάζει το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο μύθος της γενιάς του ’30: νεωτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία, παρατηρεί πως ο Τζιόβας έχει πραγματοποιήσει ευρύτατη ερευνητική δουλειά και τονίζει τη γόνιμη σύζευξη που επιχείρησε η γενιά του τριάντα ανάμεσα στην εντοπιότητα και την οικουμενικότητα: «Παρακάμπτοντας αφενός τον μισοξενισμό και αφετέρου τον μιμητισμό η γενιά του ’30 προσπάθησε… να αναδείξει μια ισχυρή νεοελληνική ιδιαιτερότητα που θα είναι σε θέση να αντιπαραβληθεί αξιοπρεπώς με την ευρωπαϊκή παράδοση (σελ. 265).»
Ο Δημήτρης Μπαλτάς παρουσιάζει το βιβλίο του Λ. Σεστόφ, Λέων Τολστόϊ: αυτός που γκρεμίζει καυ χτίζει κόσμους, το οποίο περιλαμβάνει τρεις διαλέξεις του Ρώσου φιλοσόφου Λέοντος Σεστόφ (1866-1938) πάνω στο έργο του Τολστόϊ, καθώς και  εκίνο του του Peter Bürger, Θεωρία της Πρωτοπορίας.
Ο Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος σημειώνει για το δοκίμιο του Μελέτη Μελετόπουλου, Το ζήτημα του πατριωτισμού: «αυτό που αναδεικνύεται από το βιβλίο  είναι εντέλει ένας πατριωτισμός εξωστρεφής, οικουμενικός, με αυτοπεποίθηση, βασισμένος στον πολιτισμό, την γλώσσα και τη συνέχεια της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων, και όχι σε δήθεν φυλετική συνέχεια.»
Τέλος, ο Νικόλας Δημητριάδης κλείνει το τεύχος, με μια  συνοπτική παρουσίαση του έργου του Φάνη Μιχαλόπουλου.

Υ. Γ.1  Ο ν. Λόγιος Ερμής ευχαριστεί ιδιαίτερα τον Χρίστο Δάλκο, τον Ανδρέα Μοράτο και τη Χριστίνα Σταματοπούλου για την αφιλοκερδή και κάποτε επίπονη ενασχόλησή τους με την επιμέλεια των κειμένων του τεύχους.
Υ.Γ. 2 Ζητάμε από τους πολλούς φίλους και συνεργάτες που αδημονούν για τη δημοσίευση των κειμένων τους, να δείξουν «λίγη ακόμα» υπομονή!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*