του Ν. Αρμενόπουλου, από το Άρδην τεύχος 60, Ιούλιος – Αύγουστος 2006

Για τον Χριστιανισμό και τη σύγκρουσή του με τον Ερωτισμό έχουν γραφεί πολλά από απολογητές και μέχρι σήμερα. Η πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος είναι δυσκολότατη και πρόθεση του γράφοντος δεν είναι τα αφοριστικά συμπεράσματα (τα οποία θα αδικούσαν ενδεχομένως και την Ορθοδοξία και τον Ερωτισμό) στα πλαίσια ενός άρθρου ή μια επιστημονική εργασία. Κάποια ψήγματα μόνον σκέψεων και πληροφοριών οι οποίες θα χρησιμεύσουν για να τροφοδοτήσουν όσους ενδιαφέρονται να μελετήσουν παραπέρα την πολιτισμική κληρονομιά των Βυζαντινών παππούδων μας.

Et inhorresco et inardesco (Και φρικιώ και εξάπτομαι)
Ιερός Αυγουστίνος

Έχει υποστηριχθεί ότι ο Χριστιανισμός, εφ’ όσον είναι στραμμένος στο «επέκεινα», «στην βασιλεία των ουρανών όπου ουδέ εκγαμούσι ουδέ εκγαμίζουσι», συγκρούεται με τον Ερωτισμό ο οποίος ολοκληρώνεται στο «εντεύθεν» δηλαδή εδώ και τώρα. Πώς όμως εξηγείται η αντίφαση του ότι ο Χριστιανισμός επιδιώκει την ολοκλήρωση της αποστολής του στο εντεύθεν, και ο Πλατωνικός Έρως π.χ., ο οποίος περιέχει Ερωτισμό, επιδιώκει να προσεγγίσει τον καθαρό κόσμο των ιδεών, το επέκεινα δηλαδή, με τον τρόπο που οραματίζεται την αθανασία της ψυχής;

Θα πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι και ο Χριστιανισμός αλλά και οι αρχαίες θρησκείες, με τις οποίες ήλθε σε επαφή ο Χριστιανισμός στις απαρχές του, αντιμετώπισαν τον Ερωτισμό και ότι σχετίζεται με αυτόν όχι ως κάτι βιολογικό, αλλά ως κάτι που ανήκε στη θρησκευτική σφαίρα. Η σφαίρα αυτή στη Θρησκειολογία ονομάζεται «ιερό». Η διαφορά όμως μεταξύ χριστιανικής και προχριστιανικής αντιλήψεως περί του τι είναι «ιερό», αλλά και η μη ταυτόσημη αντίληψη του χρόνου οριοθετούν δυο εντελώς διαφορετικούς ερωτισμούς.

O χρόνος στις προχριστιανικές θρησκείες είναι κυκλικός, και ο άνθρωπος συναντιέται με το «ιερό» στις διαδικασίες της φύσης οι οποίες συνεχώς επανέρχονται, σπορά, εσοδεία, νέα σπορά, ο κύκλος των εποχών, θάνατος, αναγέννηση κ.ο.κ. Αντίθετα, η ευθύγραμμη πορεία προς μια Χριστιανική Βασιλεία με την Δευτέρα Παρουσία ως τέλος της, όπου θάνατος δεν υπάρχει, αποδυναμώνει την κυκλική σκέψη εφ’ όσον η φύση χάνει τη σημασία της και η μόνη κινούσα αιτία από την οποία τα πάντα ξεκινούν και καταλήγουν είναι ο Θεός.

Το είδος λοιπόν του Ερωτισμού το οποίο μπορεί να γίνει δεκτό από τον Χριστιανισμό είναι αυτό που εκφράζεται με ηθική καθαρότητα και είναι «καλό» ή τουλάχιστον πορεύεται προς αυτό. Η ύψιστη καθαρότητα και ιερότητα αλλά και το μοναδικό «καλό» στον Χριστιανισμό συγκεντρώνονται σε μια πνευματική έννοια, στον «Θεό».

Τι σχέση έχει το Βυζάντιο με αυτές τις αντιλήψεις;

Η βυζαντινή πολιτεία, για να πετύχει τη συνοχή και να συγκροτήσει μια ενιαία ανθρώπινη κοινότητα, δεν προσέγγισε το πρόβλημα με διοικητικές διαδικασίες, όπως οι Ρωμαίοι με την περίφημη Constitutio Antoniana1, αλλά προσέβλεψε σε πνευματικές και πολιτισμικές δυνάμεις, τον Χριστιανισμό και την ελληνική γλώσσα (ως επίσημη γλώσσα), για να δημιουργήσει (χωρίς να επιβάλει) τον συνεκτικό εκείνο ιστό του ομοδόξου και κατά το δυνατόν ομογλώσσου περιβάλλοντος που θα του επέτρεπε να συγχωνεύσει και να αφομοιώσει επιδράσεις διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων για να εξασφαλίσει το ομότροπον, δηλαδή την επανένωση της Οικουμένης και τη νίκη τρόπον τινά πάνω στις επιπτώσεις του Προπατορικού αμαρτήματος.
Eίναι το επίγειο βασίλειο με επικεφαλής του τον αυτοκράτορα ως αντιπρόσωπο του Θεού, του μοναδικού Αγίου, και είναι προορισμένο να προετοιμάσει το εντεύθεν για το επέκεινα. Στην διαδρομή της προς την αγιότητα και την Βασιλεία του Θεού, η Εκκλησία συνεπικουρούμενη από το Κράτος καλείται να «αναμετρηθεί» πνευματικά με τον Ερωτισμό ή και ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να την βγάλει από την πορεία της.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τον Βυζαντινό άνθρωπο η ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως δεν σήμαινε απλά πίστη σε μια Εκκλησία και τα δόγματά της, αλλά την ομολογία πίστεως στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, την ιδεολογία και το τελετουργικό της σύμφωνα με την οποία η Οικουμένη αποτελεί μια τεράστια οικογένεια με επικεφαλής της τον «βασιλέα των Ρωμαίων», δηλαδή τον Βυζαντινό αυτοκράτορα… Έτσι η Ορθοδοξία είχε την πολιτική της πλευρά… την πολιτική Ορθοδοξία.

Ο Βυζαντινός ομολογούσε την πίστη του σε δύο φωνές οι οποίες αλληλοπεριχωρούσαν η μια την άλλη ως προς τις απαιτήσεις τους, την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Αυτοκράτορα.

Στον δρόμο λοιπόν για την Βασιλεία του Θεού, οι Βυζαντινοί είχαν ως οδηγούς και κριτές τις κρατικές αλλά και εκκλησιαστικές θρησκευτικές κυρώσεις όποτε παρέβαιναν τους κρατικούς νόμους ή τους εκκλησιαστικούς κανόνες.

Η Εκκλησία ανέλαβε το πολύ δύσκολο κομμάτι της συνείδησης (εκεί δηλαδή όπου ο ερωτισμός και η σεξουαλικότητα μπορούν να δράσουν ανενόχλητα) και ανέλαβε να τιμωρήσει την περιφρόνηση προς τις ηθικές (δογματικές) της αξίες με τιμωρίες στο εντεύθεν αλλά κατά κύριο λόγο στο επέκεινα.
Δεν πρέπει λοιπόν να μας παραξενεύει το γεγονός ότι η Εκκλησία προσπάθησε με σφοδρότητα εξαρχής να εξουδετερώσει τον Αρχαίο Ερωτισμό και τις θρησκευτικές παραστάσεις που συνδέονταν με αυτόν. Η Αρχαιότητα όμως πήρε την εκδίκησή της. Η Εκκλησία υιοθέτησε την αρχή της παρθενίας και την συντήρησε με απαράμιλλο τρόπο αναγόντάς την σε ιδεώδες της χριστιανικής ζωής.

Αυτή η εκδίκηση δεν ήταν κάτι απλό. Αιώνες αγώνων κατά αιρέσεων «των βδελυσσομένων τον γάμον» και ονόματα όπως Γνωστικοί, Μανιχαίοι, Καθαροί, Εγκρατίτες κ.λ.π αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας για ισορροπία και εύρεση της μέσης οδού.
Από τη άλλη μεριά, για να συνεπικουρήσει το Βιβλικό «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», η Εκκλησία υιοθέτησε και τον γάμο βρίσκοντάς του πολλά θετικά στοιχεία και χρησιμοποιώντας τον ως ανάχωμα μπροστά στην άγρια φύση (η οποία μπορεί βέβαια να ανατρέψει τα πάντα αφού και η γενετήσια ορμή είναι συστατικό στοιχείο της).

Το χάσμα ανάμεσα στη δημόσια παραδοχή, την εκκλησιαστική διδασκαλία περί αρετής και την ιδιωτική εφαρμογή της ηθικότητος στο Βυζάντιο δεν γεφυρώθηκε ποτέ.

«Ναturam expellas furca; tamen usque recurret»
Ακόμη και αν απομακρύνεις τη φύση με τη βία αυτή επανέρχεται διαρκώς

Η αυτοκρατορική αυλή στο Βυζάντιο, πρώτη αυτή κατά κύριο λόγο, αμφισβητούσε τις διδαχές των Ιεραρχών της Εκκλησίας με τα ερωτικά της πάθη και τις δολοπλοκίες. αρκεί να θυμίσουμε τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, τη φίλη της Αντωνίνα και τον συζυγό της, απατημένο ένδοξο στρατηγό Βελισσάριο. Ακόμη την Ευδοξία, σύζυγο του Αρκαδίου, ενάντια στις ορέξεις της οποίας κήρυττε ο Χρυσόστομος με αποτέλεσμα να πεθάνει στην εξορία. Τον βασιλέα Ηράκλειο και τον απαγορευμένο γάμο του με την ανηψιά του Μαρτίνα και την Θεοφανώ (πρώην Αναστασώ) η οποία βρήκε τον δρόμο της από το καπηλειό στην αγκαλιά και τον θρόνο διαδοχικά του Ρωμανού του Β’, του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή κ.λπ.
Η ίδια αυτοκρατορική αυλή βέβαια προσπαθούσε να λύσει άλυτα θέματα (της πορνείας) με τον εγκλεισμό όλων των πορνών σ’ ένα πορνείο από τον Μ. Κωνσταντίνο, την εγκατάσταση δίπλα στο αμαξοστάσιο του Επάρχου της Πόλεως ενός πορνείου για τις «φτωχές» πόρνες από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Στις Νεαρές του Ιουστινιανού ανακαλύπτουμε τα οργανωμένα κυνήγια για αγορά κοριτσιών στην επαρχία τις οποίες ανάγκαζαν να ορκιστούν στα Ευαγγέλια ότι θα μείνουν πιστές στο νέο τους επάγγελμα (την πορνεία), αλλά και το κυνήγι των πορνοβοσκών από τη Θεοδώρα. Η αγορά (Forum Constantini) ήταν δημοφιλής τόπος για πορνικές συναλλαγές και οι Πατέρες της Εκκλησίας (Ιωάννης Χρυσόστομος) διαμαρτύρονταν για το γεγονός ότι, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες, κατά την διάρκεια της λειτουργίας, γίνονταν συναλλαγές με σκοπό τη σεξουαλική επαφή.

Οι Βυζαντινοί κήρυκες και θεολόγοι είναι αλήθεια ότι λίγο ασχολήθηκαν με την καθημερινότητα και τον ζωτικό χώρο του Βυζαντινού πιστού, πολλώ μάλλον με τον Ερωτισμό και την μέση οδό στο ζήτημα. Κόσμος δεν σημαίνει πρωταρχικά για αρκετούς εξ αυτών «το έργο του Θεού» δηλαδή κάτι καλό, αλλά έναν εφθαρμένο κόσμο ο οποίος δεν πρέπει να υπάρχει. Η άνετη αποδοχή του και εκτίμησή του θα αποτελούσε ένα θεολογικό κίνδυνο, μπροστά στο όραμα ενός άλλου κόσμου, εκείνου της Δευτέρας Παρουσίας. Συνεπώς, σε αυτές τις αντιλήψεις, δεν έχει θέση ο Ερωτισμός.

Ο πιστός αδικήθηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, στην καθημερινότητά του με όλες τις απαγορεύσεις και ποινές οι οποίες προορίζονταν να τον κρατήσουν μακριά από τις μικροχαρές και τις αμαρτωλές απολαύσεις του βίου, όπως το καρναβάλι, οι γιορτές για τη Νέα Σελήνη, το πήδημα πάνω από φωτιές (ορισμένες ημέρες), τις παραστάσεις αρκουδιάρηδων, τις χορευτικές εκδηλώσεις και τις εύθυμες πορείες των φοιτητών της Νομικής της πρωτευούσης.

Ο Βυζαντινός πιστός της καθημερινής ζωής, όμως, είχε ένα απαράμιλλο στήριγμα: τη Θεία Λειτουργία, αυτή χόρταινε το μάτι του και του ψιθύριζε τρυφερά στ’ αυτί προσφέροντάς του ασφάλεια και θαλπωρή για όσα δαιμονικά σύμφωνα με το δόγμα τον παίδευαν. Μπορούμε επίσης με αρκετή βεβαιότητα να υποθέσουμε ότι ο Βυζαντινός ευσεβής πολίτης αμάρτανε και μετανοούσε καθημερινά, έπεφτε και σηκωνότανε σαν τον ήρωα ασκητή των διηγήσεων του Γεροντικού, ο οποίος πόρνευε καθημερινά και ζητούσε την βοήθεια και συχώρεση του Χριστού επίσης καθημερινά. Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν ανάμεσα στους μοναχούς αρκετοί εξομολόγοι με πολύ μεγαλύτερη κατανόηση για τα μικρά και ανθρώπινα από ό,τι οι εξέχοντες διδασκαλοί τους οι οποίοι φαίνεται ότι δεν γνώριζαν ή ηθελημένα αγνοούσαν πως η αυστηρότητα των ηθικολόγων μπορεί να οδηγήσει σε άλλες συμπεριφορές.
Συμπεριφορές οι οποίες, αφού αποϊεροποιούν τον Ερωτισμό, την ερωτική γιορτή και το όργιο (ακόμα και σε σχέση με τα δεδομένα την αντίληψης του ιερού Ερωτισμού της αρχαιότητος), μετασχηματίζονται σε κοσμικές. Και αν κάποιος μπει στον κόπο να κάνει ένα ταξίδι στη βυζαντινή λιβελογραφία, στα ανέκδοτα και τις σάτιρες, γιατί όχι και στον Παύλο Σιλεντιάριο, θα διαπιστώσει την ύπαρξή τους στο «κοσμικό» Βυζάντιο το οποίο ζεί τη ζωή του σύμφωνα με αυτές και ανεξάρτητα από την παντοδύναμη Ορθοδοξία.
Οι ερευνητές του Βυζαντίου πρέπει να παραδεχθούν ότι η επίσημη ομολογία της ιερότητος του κράτους καμία σχέση δεν είχε με την επίσης απαραίτητη (για μια πορεία προς την Βασιλεία του Θεού) αγιότητα του καθημερινού βίου.

Θα χρειαζόταν και ίσως χρειάζεται ακόμα μια νέα γενιά θεολόγων, όπως οι Ρώσοι της Διασποράς, που θα επαναδιαπραγματευθεί την Ορθοδοξία απαλλαγμένη από τη σύνδεσή της με τον Ελλαδικό και Μικρασιατικό χώρο και από τα ιστορικά στερεότυπα.

Τελειώνοντας, θα θέλαμε, σε ομοφωνία με το πνεύμα γενναιότητας του Βυζαντινού πιστού, αλλά και του γεμάτου κατανόηση εξομολόγου που προαναφέραμε, να παραθέσουμε ένα μικρό μα ενδεικτικό για τα μικρά και ανθρώπινα συμβαίνοντα κομμάτι από τον συλλογικό τόμο Οι Περιθωριακοί στο Βυζάντιο, σελ. 259.

«Το έτος 1383 δικά­ζεται και καθαιρείται στην Κωνσταντινούπολη για μία σωρεία κανονικών παραπτωμάτων, πολύ διασκεδαστικών δε, ο πρωτοπα­πάς των Βλαχερνών Κωνσταντίνος Καβάσιλας. Ένα από αυτά συ­νέβη όταν ο Καβάσιλας ήταν νεαρός διάκονος στη μονή των Οδη­γών. καθώς λειτουργούσε πέταξε προς τον γέροντα ιερέα που επέ­μενε να τον διδάσκει τις λεπτομέρειες του τυπικού, αντί του Ευλόγησον δέσποτα: «γαμώ τον συνπένθερόν σου» (Ο ίδιος υποστή­ριζε ότι τη φράση δεν είπε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, αλλά στην τράπεζα: καθημένων πολλών και εσθιόντων και πινόντων, ως αστείόν τινα λόγον, ίνα γελάσωσιν)…
…Πρόκειται για μια απλή υβρι­στική φράση, από αυτές που όλοι, άνδρες και γυναίκες, έχουμε κάποτε πεί. Και στο θέμα αυτό, όπως και σε άλλα ( π.χ. το θέμα που πραγματευθήκαμε), ο αναμάρτητος βαλέτω λίθον.»

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek