της Ε. Γρυπάρη-Lang, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Οι παρουσιάσεις βυζαντινής θεματολογίας σε διεθνείς εκθέσεις έχουν συνήθως ιστορική σημασία. Η συγκεκριμένη έκθεση για το Βυζάντιο, στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου, έχει, εξίσου, πολιτισμική αλλά –ίσως και κυρίως– πολιτική σημασία.


Ο πλήρης τίτλος της έκθεσης είναι «Ο κόσμος του Βυζαντίου – η ανατο­λική κληρονομιά της Ευρώπης. Αίγλη, δεινά και επιβίωση ενός χιλιό­χρονου πολιτισμού». Ο επιμελητής της έκθεσης, καθηγητής Λούντβιχ Βάμσερ, γράφει: «επί 1.129 χρόνια, από τον Ατλαντικό ως τον Καύκασο, η βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρξε ένα ρωμαϊκό κράτος με ελληνική σκέψη και με χριστιανική πίστη, που είναι ακόμα παρούσες στις ορθόδοξες χώρες της Ευρώπης. Με την επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρώπη αναζητά την ταυτότητά της και το φαινόμενο “Βυζάντιο” ξαναγυρνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος».


Κληρονομιά της Ευρώπης σημαίνει ότι το πνευματικό αγαθό του πολιτισ­μού λειτουργεί σιωπηλά σαν κατευθυντήρια δύναμη στη σκέψη του καθενός, κατά τη διατύπωση του Γκράμσι στα Ημερολόγια της φυλακής. Πολιτισμική κληρονομιά από τους προγενέστερους προς τους μετα­γενέστερους δεν σημαίνει κατ’ αρχήν ξαφνικές και συνειδητές διαπιστώ­σεις αλλά βίωση εσωτερικότητας στη διάσταση του χρόνου, καθώς και ειρμούς νοημάτων.
Από τη στιγμή που η Ελλάδα, και αργότερα η Κύπρος, έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σημερινή Ευρώπη άρχισε να έρχεται σε επαφή με τη βυζαντινή παράδοση. Η Ευρώπη εκτείνεται από τη Σκανδιναβία ως την Ιταλία, από την Ουγγαρία ως την Ιβηρική χερσόνησο, από την Ιρλανδία ως την Ανατολική Μεσόγειο. Μαζί με τη ρωμανική, τη γερμανική και την κελτική πολιτισμική παράδοση, εκείνη του Βυζαν­τίου ερμηνεύει τον πολιτισμό χωρών και περιοχών που ανήκαν ιστορικά στη σφαίρα επιρροής του. Η σύνθεση αυτών των πολιτισμών είναι για τη σημερινή και τη μελλοντική Ευρώπη θέμα αυτοσυνείδησης. Για λόγους πολιτικο-στρατιωτικούς, μετά το 1945, η έννοια της Ευρώπης περιορίστηκε στη Δύση. Με την πτώση του ανατολικού μπλοκ, ο κύκλος των ευρωπαϊκών κρατών διευρύνθηκε, θέτοντας εξ αρχής ζητήματα γεωγραφικών και πολιτικών προσδιορισμών, που αναπόφευκτα συνδέ­ονται –και μάλιστα με τρόπους πολλαπλούς– με παραμέτρους πολιτισ­μικών και ιστορικών συγγενειών.
Εφ’ όσον σκοπός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το κοινό παρόν και το κοινό μέλλον των λαών που την συναποτελούν (η λεγόμενη «Ευρωπα­ϊκή Πορεία»), τρεις είναι, κατά τη γνώμη μας, οι βασικοί τομείς στους οποίους αυτή η πορεία δοκιμάζεται. Ο πρώτος είναι ο «πραγματιστικός» –κοινό Σύνταγμα, κοινή εξωτερική πολιτική, κοινή στρατηγική άμυ­νας. Ο δεύτερος τομέας αφορά τις οικονομικές και πολιτικές ισορροπίες ανάμεσα στα –25 ως σήμερα– ευρωπαϊκά κράτη, καθώς και το κεντρι­κό ζήτημα των ορίων –όχι μόνο γεωγραφικών– από τη στιγμή που η Τουρκία είναι υποψήφιο μέλος. Τρίτος τομέας δοκιμασίας της «Ευρω­παϊκής Πορείας», με πιθανές συνέπειες και προεκτάσεις πολύ σοβαρό­τερες απ’ όσες ενδεχομένως γίνονται αντιληπτές με μια πρώτη προσέγ­γιση, είναι αυτός που αφορά και που αναφέρεται στις εσωτερικές «σιω­πηλές» συνέχειες πολιτισμού, παραδόσεων, κοινών πολιτικών και αν­θρωπιστικών αξιών. Η σημασία αυτής της μεγάλης έκθεσης στο Αρχαιο­λογικό Μουσείο του Μονάχου, και ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματο­ποιήθηκε, εμπίπτει σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό το πεδίο αναφοράς και προ­βληματισμών. Οι κοινές ρίζες και οι πολλαπλές σχέσεις μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και Βυζαντίου είναι μέρος της απάντησης σχετικά με το πνεύμα του εν πολλοίς κοινού πολιτισμού, σε μια εποχή που τα γεωστρατηγικά και τα οικονομικά επιχειρήματα κυριαρχούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


Τα προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζει η Ευρώπη καθιστούν, μεταξύ άλλων, αναγκαίο και τον στοχασμό σχετικά με το πολιτικό και το πολι­τισμικό της παρελθόν. Το πρώτο πρόβλημα είναι οι ευρωπαϊκές αξίες σε σχέση με την αμερικανική πολιτική. Το δεύτερο είναι το γεγονός ότι, σήμερα στην Ευρώπη, ζουν 17 εκατομμύρια μωαμεθανοί, συχνά σ’ ένα παράλληλο πολιτισμικό περιβάλλον, ξένο προς το ευρωπαϊκό. Μια από τις αιτίες στεγανοποίησης των ισλαμικών κοινοτήτων είναι και η έλλειψη προγραμμάτων που θα συνέβαλαν στην αμοιβαία κατανόηση και μια ουσιαστι­κότερη συνύπαρξη, όχι όμως σε βάρος των κατακτημένων απ’ τους λαούς της Ευρώπης πολιτικών και κοινωνικών αξιών. Τρίτο πρόβλημα είναι η ενδεχόμενη σύνδεση της Τουρκίας με την Ε.Ε. Ένα ουσιαστικό ερώτημα αφορά στο κατά πόσον είναι ρεαλιστικά (και όχι απλώς ευχολογικά) εφικτή μια ειρηνική –το λιγότερο– συνύπαρξη πολιτισμών στην Ευρώπη. Η έννοια της «πολυπολιτισμικότητας» μπορεί να ιδωθεί μέσα από πολλές οπτικές γωνίες. Σε οποιαδήποτε όμως περίπτω­ση, προϋπόθεση είναι μια διασφάλιση των θεμελιωδών ευρωπαϊκών Αρ­χών, οι οποίες βασίζονται στις πολιτικές και πολιτισμικές καταβολές της. Ο ιστορικός Ρ. Μπάρλετ χρησιμοποιεί τον όρο «ευρωποίηση της Ευρώ­πης», αναφερόμενος στην εποχή του Καρλομάγνου και στις διαδικασίες εξέλιξης μιας γεωγραφικής ενότητας σε πολιτισμική. Σαν όρος γίνεται και πάλι επίκαιρος.

Για τη δυτική γραφή της Ιστορίας, θρυλική αφετηρία είναι η μάχη του Πουατιέ, όπου, στις 17 Οκτωβρίου του 732, ο Κάρολος Μαρτέλ, πρόγο­νος του Καρλομάγνου, νίκησε τους Άραβες και έσωσε την Ευρώπη από τον επιθετικό ισλαμισμό του εμιράτου της Κόρδοβας. Η ερμηνεία αυτή της Ιστορίας παραμένει μονόπλευρη γιατί αποσιωπά μια μείζονα πραγμα­τικότητα, ότι δηλαδή, στην άλλη άκρη της Μεσογείου, το Βυζάντιο δρα επί αιώνες σαν αμυντική ασπίδα της Ευρώπης, αντιστεκόμενο στους Πέρσες, στους λαούς από τις στέπες της Ασίας, και στις επιθέσεις του Ισλάμ.
Εδώ και μια δεκαετία, μια σειρά ιστορικών εκθέσεων αναφέρεται στο Βυ­ζάντιο. Εστίαση και κέντρο βάρους αυτών των παρουσιάσεων είναι «η ανακάλυψη ενός άγνωστου κόσμου», μιας «terra incognita».

1982, Έκθεση στις Βρυξέλλες
(«Η λάμψη του Βυζαντίου»)
1992, Έκθεση στο Παρίσι
(Μουσείο του Λούβρου)
1994, Έκθεση στο Λονδίνο
1997, Έκθεση στη Νέα Υόρκη
(«Ο θρίαμβος του Βυζαντίου – Βυζάντιο, πίστις και ισχύς»)
1998, Έκθεση στη Γερμανία
(«Βυζάντιο – η ισχύς των εικόνων»)
2001, Έκθεση στη Γερμανία
(«Βυζάντιο – το εξ Ανατολών φως»)
2004-5, Έκθεση στη Γερμανία/Μόναχο
(«Βυζάντιο – η ανατολική κληρονομιά της Ευρώπης»).

Η μεγαλύτερη ως σήμερα έκθεση στη Γερμανία, αυτή του Μονάχου, περιλαμβάνει 1.000 εκθέματα (μεταξύ άλλων, από τις συλλογές του Βερολίνου, του Μονάχου, της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, της Βουδαπέστης, καθώς και από ιδιωτικές ευρωπαϊκές συλλογές). Εκτίθενται ανάγλυφα, ψηφιδωτά, σαρκοφάγοι, κοσμήματα, ενδύματα, χειρόγραφα, εικόνες, διάφορα αντικείμενα της κοσμικής και της θρησκευτικής ζωής, κα­θώς και το σύνολο του «θησαυρού της Ασσιούτ» από την Αίγυπτο. Η έκ­θεση περιλαμβάνει επίσης αναπαράσταση του Ιπποδρόμου της Βασι­λεύουσας, χώρου ως γνωστόν ξεχωριστής πολιτικής και πολιτισμικής σημασίας.

Άξονες διοργάνωσης της έκθεσης είναι οι εξής:

Αυτοκράτωρ και Αυτοκρατορία
Εκκλησία και θρησκευτικός βίος
Εικόνες και αγιογραφία
Λείψανα και λατρευτικά έθιμα
Καθημερινή ζωή και πολυτέλεια
Θάνατος και Ζωή Μετά Θάνατον

Ο επισκέπτης της έκθεσης αναγνωρίζει στην παρουσίαση του Βυζαντίου τη συνύπαρξη των δύο κόσμων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αυτών της Ανατολής και της Δύσης, με κοινή κληρονομιά τη χριστιανική, αλλά και αφετηριακά την εκκλησιαστική παράδοση έως το Σχίσμα, το Δίκαιο, τον Μοναχισμό, και τη ρωμαϊκή ιδέα του Κράτους. Ιδιαίτερο τμήμα της έκ­θεσης αφιερώνεται στις σχέσεις της Βαυαρίας με το Βυζάντιο, όχι μόνο επειδή το Μόναχο –που οργάνωσε αυτήν την παρουσίαση– είναι η πρωτεύουσα της Βαυαρίας, αλλά κυρίως επειδή, πράγματι, από τον 6ο αιώνα, και ευρισκόμενη στα βορειοδυτικά όρια του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, διατηρούσε μ’ αυτό πολλαπλές πολιτικές και πολιτισμικές σχέσεις. Τα συνοικέσια μεταξύ των δυναστειών αποτελούσαν μέρος της πολιτικής πρακτικής. Το 1146, ο αυτοκράτορας Εμμανουήλ Κομνηνός παντρεύεται τη Βαυαρή πριγκήπισσα Μπέρτα Σούλτσμπαχ, συγγενή του Γερμανού αυτοκράτορα Κόνραντ III, τη μετέπειτα γνωσ­τή ως αυτοκράτειρα Ειρήνη Κομνηνή. Η πατρίδα της, το Σούλτσμπαχ, υπήρξε πολιτικό κέντρο με διεθνή σημασία και πολλαπλές διπλωματικές σχέσεις με τη χριστιανική Ανατολή.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδρύονται στη Δυτική Ευρώπη έδρες Βυζαντι­νολογίας. Το 1924, συνέρχεται στο Βουκουρέστι το πρώτο διεθνές συν­έδριο Βυζαντινών Σπουδών. Το 2006, οι Βυζαντινολόγοι θα συναντηθούν στο Λονδίνο για το 21ο συνέδριο.

Παραμένει πάντως αλήθεια πως, πέρα από τις ακαδημαϊκές προσεγγίσεις του θέματος, το Βυζάντιο εξακολουθεί να είναι για τον «μέσο δυτικό» ένας κόσμος θεοκρατίας, αυλικών ραδιουργιών, πανίσχυρης γραφειοκρατίας, χλιδής για τους λίγους, και απεριόριστης εξουσίας του Κλήρου. Με δυο λόγια, κάτι ξένο, μακρινό, σχεδόν στα όρια του «εξωτικού». Από τη μεριά της Ορθόδοξης Ευρώπης, βιώνεται –για υπαρκτούς ιστορικούς λόγους– μια ανάλογη απόσταση. Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβη με τη λατινική Δύση, το Βυζάντιο δεν γεννήθηκε από μια πολιτικο-πολιτισμική καταστροφή (του δυτικού ρωμαϊκού κόσμου) αλλά συνεκέρασε βαθμιαία την ελληνική αρχαιότητα και τον χριστιανισμό. Ιστορικά, μέχρι τις Σταυροφορίες, και παρ’ όλους τους εσωτερικούς διχασμούς της Χριστιανοσύνης, η πορεία της Ευρώπης στην Ανατολή και στην Δύση ήταν σε σημαντικό βαθμό παράλληλη. Στον μεσαίωνα δεν υπάρχει η πολιτισμική έννοια της «Ευρώπης» αλλά αυτή της χριστιανικής «οικουμένης» (orbis christianismus), που εγκυμονούσε βέβαια τον επερχόμενο διχασμό. Η δυτική Ευρώπη ήταν ο λατινικός χριστιανισμός όπως εκφραζόταν μέσα στη νέα πραγματικό­τητα (των λεγομένων «βαρβαρικών» φύλων). Το Βυζάντιο, αντίθετα, εμπνεόταν από άλλες χριστολογικές έννοιες, από άλλη εικόνα για τον άνθρωπο, και παρέμενε στη γλωσσική και πολιτισμική παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μ’ αυτήν την έννοια, στα μάτια των δυτι­κών, ήταν ο «άσωτος» αδελφός που, στη σφαίρα επιρροής του, αμφισβη­τούσε τη λατινική παράδοση. Ήταν μια ηγεμονία πολύγλωσση και πο­λυεθνική, γέφυρα –αλλά συγχρόνως και ασπίδα– μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.
Η έκθεση υπενθυμίζει στον Ευρωπαίο επισκέπτη την επίδραση του Βυζαντίου στην Καρολίνεια αναγέννηση του 8ου και του 9ου αιώνα. Ο Καρλο­μάγνος, ιδιαίτερα, ασπάστηκε την ιδέα της επανόδου στην ελληνορωμαϊκή μορφή εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας. Η «ανανέωση της ρωμαϊ­κής αυτοκρατορίας» (renovation imperii romani) χαρακτηρίστηκε από βυ­ζαντινές επιδράσεις στο αυλικό τελετουργικό, στην τέχνη, στην ποίηση και στη χριστιανική ευλάβεια, καθώς και στην εικαστική τους έκφραση, σε μια εποχή που η γραφή ήταν προνόμιο των λίγων. Παρ’ όλα αυτά, το βυζαντινό τυπικό στην εκκλησιαστική και στην κοσμική ζωή της Δύσης δεν γεφύρωσε τη διάσταση των δύο πολιτισμών. Η ανατολική παράδο­ση αρχίζει να αποκαθίσταται στην ευρωπαϊκή συνείδηση αργότερα, με τον Ανθρωπισμό, ιδιαίτερα με τον Ανθρωπισμό της Μεταρρύθμισης και του προτεσταντισμού. Η έννοια της χριστιανικής «οικουμένης» αντικα-θίσταται από τους Ανθρωπιστές με την έννοια «οίκος Ευρώπη». Θεωρήθη­κε αναγκαία η επιστροφή στην ελληνική γραμματεία μέσω της ελληνικής γλώσσας. Για τη μελέτη τόσο των Ελλήνων κλασικών όσο και των ελ­ληνικών χριστιανικών κειμένων εμπιστεύθηκαν την παράδοση των Ελλήνων Βυζαντινών. Η επαφή με τους μετανάστες Έλληνες λογίους ήταν με­γάλης σημασίας για την ορθότητα και την ακρίβεια της ερμηνείας των κειμένων, συνεπικουρούσης σε μεγάλο βαθμό και της ανακάλυψης της τυπογραφίας, το 1450, στη Γερμανία, που επιτάχυνε και διευκόλυνε τις πνευματικές ανταλλαγές μεταξύ ανατολικών και δυτικών λογίων. Η σημερινή Ευαγγελική θεολογία της Γερμανίας επισημαίνει σαν ιστορι­κή παράλειψη το γεγονός της ως τώρα παραγνώρισης της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με την οποία ο προτεσταντισμός, ιδιαίτερα του Λούθηρου και της Βιττεμβέργης, είχε στενή επαφή. Οι προτεστάντες θεολόγοι φέρνουν σαν αποδείξεις την αλληλογραφία του Μελάγχθωνα και των μαθητών του με Βυζαντινούς λογίους, το έργο του «De capta Constantinopoli» (Περί της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως), γραμμένο στη Βιττεμβέργη το 1556, τα παλαιά προτεσταντικά κείμενα, που φυλάσσονται στη Μονή Παντελεήμονος στον Άθω, και τις μεταφράσεις παλαιών προτεσταντικών κειμένων στα ρωσικά, επίσης στον Άθω. Στην τέχνη επίσης σημειώνονται οι ομοιότητες που υπάρχουν ως προς το θέμα της Αποκάλυψης μεταξύ των έργων του Άλμπρεχτ Ντύρερ και των τοιχογραφιών στην Τράπεζα της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος. Το 2004, συμπληρώθηκαν 800 χρόνια από την τέταρτη σταυροφορία, τη λεγόμενη και «πρώτη Άλωση». Οι διοργανωτές της έκθεσης επισημαί­νουν το γεγονός, προβάλλοντας απέναντι στο παρελθόν μια ματιά κρι­τική, μια διάθεση αναθεώρησης. Ο εμπρησμός, η βεβήλωση και η λε­ηλασία της λαμπρότερης πόλης της χριστιανοσύνης, μαζί με όσα ακολού­θησαν, είναι ένα άδοξο κεφάλαιο της δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας και μια εμπειρία βαθιά τραυματική στη συνείδηση των ορθοδόξων χριστι­ανών. Η καταστροφή της Κωνσταντινούπολης σήμανε την καταστροφή ενός αστικού πολιτισμού. Μεταξύ αστικισμού και πολιτισμού η σχέση είναι στενή, σε βαθμό που η καταστροφή του πρώτου συνεπάγεται την εξόντωση του δεύτερου. Η επίθεση των Σταυροφόρων υπήρξε παράβαση του χριστιανικού και ηθικού νόμου, έγκλημα εναντίον ενός κράτους με σύμβολο τον σταυρό, εναντίον των «εν Χριστώ αδελφών». Σήμανε την αρχή της καταστροφής του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, ανοίγοντας τον δρόμο για το 1453 και την εισβολή των Τούρκων στην Ευρώπη.

Όσον αφορά το σήμερα και το ενδεχόμενο ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή ένωση, έχει τεθεί το ερώτημα του κατά πόσον η Τουρκία θα μπορούσε να πλησιάσει πολιτικά και πολιτισμικά την Ευρώπη, ακριβώς λόγω της «ιστορικής επαφής» της με το Βυζάντιο, ερώτημα που, αν έχει κάποια αξία, αυτή είναι μόνον ρητορική και διαστρεβλωτική της πραγ­ματικότητας. Μ’ αυτή τη λογική, ασφαλώς έχουν προτεραιότητα χώρες των Βαλκανίων, της ανατολικής Ευρώπης και του Καυκάσου, χώρες με αυθεντικό βυζαντινό (ευρωπαϊκό δηλαδή) παρελθόν, με σλαβικές και ορθόδοξες ρίζες .

Απέναντι στην υπεραισιόδοξη άποψη του Φερχόιγκεν περί εξάπλωσης της Ευρώπης «από το Νόρντκαπ ως τα σύνορα της Συρίας», κάτι που, όπως λέει, «δεν είναι μόνον ένα όνειρο αλλά μια εφικτή πραγματικότητα που θα καταστήσει την Ευρώπη παγκόσμια δύναμη, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει», υπάρχει και η αντίθετη. Ο ιστορικός Χ.Α. Βίνκλερ, του πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου, επισημαίνει τον κίνδυνο. «Το ευρωπαϊκό μοντέλο κοινωνίας θα καταστραφεί. Αν η Ευρώπη επεκταθεί μέχρι τον Ευφράτη, δεν θα μπορεί πια να αναφέρεται σε κοινή ταυτότητα, σε κοινές εντυπώσεις και μνήμες, ούτε σε αίσθημα ομοιογένειας». Η έκθεση αυτή, ήδη με την επιλογή του τίτλου «Ο κόσμος του Βυζαντίου – η ανατολική κληρονομιά της Ευρώπης», καθώς και με τον τρόπο οργάνωσης, παρουσίασης και σχολιασμού της, συνιστά συνειδητή συμμετοχή στον διάλογο για την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η εξασφάλιση των όρων, που θα καθιστούν αυτόν τον διάλογο ανοιχτό, πλουραλιστικό, και κατά το δυνατόν αυθεντικότερο, δεν είναι αυτονόητη. Ο ίδιος ο αγώνας προς αυτήν την κατεύθυνση ίσως είναι αυτός καθ’ εαυτός ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά αυτής της ταυτότητας.

  • Η Ειρήνη Γρυπάρη – Lang είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Κολωνίας και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Οldenburg.
    ù

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek