Από το Άρδην τ. 74, Μάρτιος-Απρίλιος 2009

Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς πα­ρα­πο­νι­έ­ται ἀ­πὸ τοὺς Ρού­σους εἰς τὸν Κα­πνί­ση, ὑ­πα­σπι­στὴ τοῦ Αὐ­το­κρά­το­ρος, δια­τὶ νὰ μᾶς πα­ρα­τή­σει ἡ Ρου­σί­α. Τώ­ρα μᾶς ἄ­φη­σαν οἱ Ἄγ­γλοι.


Γρά­φουν στὸν Σαν­δρί­νη νὰ ξε­ση­κώ­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τά μας. Ἔρ­χε­ται ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα νὰ πᾶ­με εἰς τὴν Ρου­σί­α νὰ μᾶς δώ­σει γῆν, ὅ­λα τὰ κα­λά, ζῶ­α καὶ εἰς δέ­κα χρό­νους νὰ ἐ­πι­στρέ­ψο­με ὅ,τι μᾶς ἔ­δω­σε. Στέλ­νο­με τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ, Χρυ­σο­σπά­θη, εὑ­ρί­σκουν τὴν Ἑ­ται­ρεί­α. Ὁ Κα­πο­δί­στριας τοὺς λέ­γει, σύρ­τε ὀ­πί­σω, ἐ­δῶ ζοῦν ἀρ­κοῦ­δες, κρού­σταλ­λα πολ­λά. Ἦ­τον στο­χα­σμὸς νὰ πᾶ­με ἀ­ποι­κί­ες. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς μοῦ λέ­γει: δὲν ζοῦ­με ἐ­κεῖ. Σχέ­δια πε­ρὶ ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Νὰ ζή­σου­με εἰς βου­νὰ μὲ γέ­νεια.


Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς μὲ ἄλ­λους πᾶ­νε στὴν Ρου­σί­α· ὁ­μι­λοῦν μὲ τὸν Κα­πο­δί­στρια.
Φεύ­γω ἀ­πὸ τὴν Ζά­κυν­θον καὶ ἔρ­χο­μαι εἰς τὴν Μά­νη καὶ ἀν­τα­μώ­νω τὸν Χρυ­σο­σπά­θη. Ἐ­γὼ ἐ­χει­ρο­τό­νη­σα τοὺς κα­λο­γή­ρους. Στὰς 18 ἀν­τα­μώ­νω μὲ τὸν Χρυ­σο­σπά­θη.


Εἰς τὸ Μο­να­στή­ρι στὲς Καλ­τε­ζι­ὲς ἐν­δύ­θη­κα ὡς δοῦ­λος διὰ νὰ πά­γω στὴν Ὕ­δρα, νὰ ἀν­τα­μώ­σω τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ. Λη­με­ριά­ζω μὲ τὸν Πα­πὰ εἰς ἕ­να φί­λον τοῦ Κα­λο­γή­ρου. Ὁ­μι­λί­ες μὲ τὸν νοι­κο­κύ­ρη. Ἔ­κα­μες κλέ­φτης; Ἀ­γνάν­τευ­σα τὴν Τρι­πο­λιτ­ζά. Εἰς τὸ Ἄ­στρος. Βλέ­πω τὸ Πα­λα­μή­δι.
Ἐ­πή­γα­με εἰς ἕ­να χω­ριό· ποῖ­ος εἶ­σαι; Δοῦ­λος. Ἔ­κα­μες κλέ­φτης; Κα­τὰ ποῦ τοὺς γνω­ρί­ζω τοὺς κλέ­φτες ἐ­γώ; Ἀ­πὸ τὲς Καλ­τε­ζι­ὲς πη­γαί­νον­τας εἰς τὸ Ἄ­στρο ἔ­βλε­πα τὴν Τρι­πο­λι­τσά. Ἔ­λε­γα πό­τε νὰ ἐμ­πῶ μὲ τὸ σπα­θί μου. Οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­λε­γαν, ἀ­νά­θε­μα τὸ σπί­τι σας, τῶν χρι­στια­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ Ἄ­στρο ἐ­κοί­τα­ζα τὸ Πα­λα­μή­δι. Εἶ­παν τοῦ Πα­πᾶ νὰ δώ­σει ἕ­να γρό­σι διὰ ἐ­μέ. Εἶ­ναι δοῦ­λος. – Δὲν μοιά­ζει δοῦ­λος, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ζα­φει­ρό­που­λου. Τὸ ἔ­δω­σε ὁ Κα­λό­γε­ρος τὸ γρό­σι, δὲν τοῦ τὸ ἔ­δω­σα, δὲν ἤ­θε­λα νὰ δώ­σω πο­τὲ χα­ρά­τσι τοῦ Τούρ­κου.
Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς μὲ τὸν Κι­α­μέλ­μπε­η. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς ἔ­χει τὴν προ­στα­σί­α τοῦ Κι­α­μέλ­μπε­η, ἡ­μεῖς ὀρ­γα­νί­ζο­με τὴν Ἑ­ται­ρεί­αν.
Εἰς τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον πε­ρι­φέ­ρο­μαι μὲ τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ. Ἔ­πει­τα μὲ τὸν Κο­λι­ό­που­λο. Ἐ­πι­στρέ­φω εἰς Ζά­κυν­θο.
Ὁ Πε­τρί­δης ἐ­πρό­δω­κε τὴν Ἑ­ται­ρεί­αν εἰς τὸν M­a­i­t­l­a­nd.
Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὑ­βρί­ζει κα­τὰ πε­ρί­στα­σιν τὸν Δι­ό­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­τον βαλ­μέ­νος εἰς τὴν Ἑ­ται­ρεί­αν ἀ­πὸ τὸν ἀ­δελ­φὸν τοῦ Ἀ­λε­ξά­κη. Πά­γει καὶ μαρ­τυ­ρά­ει τὴν Ἑ­ται­ρεί­αν εἰς τὸν Ἀ­λὴ – πα­σά. Ὁ Ἀ­λὴ πα­σὰς κρά­ζει τοῦ Ἀ­λε­ξά­κη. Ὁ Ἀ­λε­ξά­κης τοῦ λέ­γει εἶ­ναι φαρ­μα­σο­νί­ες. Ὁ Κα­λύ­βας, Θε­ο­δό­σης, Δρα­γώ­νας με­λε­τοῦν νὰ σκο­τώ­σουν τὸν Δι­ό­γο καὶ τό­τες αὐ­τὸς ἔ­φυ­γε.
Γρα­φὴ τοῦ Ἀλ. Ὑ­ψη­λάν­τη. Κα­πε­τα­ναῖ­οι ποὺ δι­α­τρί­βε­τε στὰ Ἰ­ο­νι­κὰ νη­σιὰ ἡ σάλ­πιγ­γα τῆς Ἑλ­λά­δος πλη­σιά­ζει.
Μοῦ λέ­γει ὁ Γ. Κο­λοκ. νὰ πᾶ­με στὴν Μά­νη. Δὲν πῆ­γα για­τί (s­ic).
Πρό­τα­σις ἑ­νὸς δού­λου νὰ σκο­τώ­σω ἕ­να πλού­σιον Τοῦρ­κον. Νὰ κά­μω φυ­σέ­κια. Δί­δω λό­γον τι­μῆς ὅ­τι δὲν σκο­τώ­νω κα­νέ­να. [ ]


Ἔρ­χε­ται ὁ Πά­νος καὶ μοῦ λέ­γει ὅ­τι τοῦ γρά­φει ὁ πα­τέ­ρας του νὰ ἔλ­θου­με μα­ζί. Τοῦ εἶ­πα δὲν μι­λῶ μὲ λο­γι­ο­τά­τους. Ἔρ­χε­ται ὁ πά­τερ Ἄν­θι­μος, μοῦ λέ­γει, νὰ μὴν πά­ω νὰ σκο­τώ­σω Τούρ­κους. Τοῦ ἔ­δω­σα ὑ­πό­σχε­ση πὼς δὲν εἶ­χα του­φέ­κι καὶ ἔ­τσι ἐ­γλύ­τω­σε ὁ Τοῦρ­κος.
Τὸ Φλε­βά­ρη φεύ­γω ἀ­πὸ τὴ Ζά­κυν­θο. Ἀν­τα­μώ­νο­μαι μὲ τὸν Φλέσ­σα, τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ.


Ὅ­ταν ἐ­βγή­κα­με εἰς τὸ Λι­ον­τά­ρι ἕ­νας ἀ­γὰς κρά­ζει τὸν ἀ­δελ­φόν μου. – Εἶ­δες τὸν ἀ­δελ­φόν σου; – Ναί. – Εἶ­ναι ἕ­νας πα­λι­ο­χα­μέ­νος. – Ὄ­χι, εἶ­ναι παλ­λη­κα­ρᾶς. – Ὁ­πό­ταν ἔλ­θει, φέ­ρε μου τον νὰ τοῦ ἀ­νοί­γω σπί­τι. Τοῦ ἔ­δω­σα ἔ­πει­τα στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ 5 ρουμ­πι­έ­δες. – Ποῦ εἶν᾿ τὸ σπί­τι ποὺ θὰ μοῦ φτειά­σεις; – Τώ­ρα, εἶ­πε, ὅ­λα εἶ­ναι δι­κά σου.
Ἀ­νή­με­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ κι­νοῦ­με. Ὁ Κατ­ζῆς δὲν μᾶς ἔ­δι­νε τὰ μπα­ρου­τό­βο­λα· τοῦ τὰ παίρ­νο­με.
Ὁ Ἀρ­να­ου­το­γλῆς κλει­σμέ­νος στέλ­νει τὸν Μπου­λούμ­πα­ση νὰ ὁ­μι­λή­σει μὲ τοὺς κα­πε­τα­ναί­ους. Τί λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ὁ Πε­τρού­νης. Τί λέ­γει ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς.


Στὸ Λι­ον­τά­ρι μα­ζώ­νω τὸν κό­σμο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν Κα­λα­μά­τα.
Ὁ Ἀρ­να­ου­το­γλῆς κρά­ζει τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς ἔ­λε­γε ὅ­τι τοῦ εἶ­πε ὁ Κα­πο­δί­στριας δὲν εἶ­ναι και­ρὸς διὰ ἐ­πα­νά­στα­σιν.
Ὁ Ἀν­δριὰς μὲ τὴν μου­σκέ­τα μοῦ λέ­γει νὰ σκο­τώ­σου­με. Χτυ­πᾶ τὸν Μου­ρά­το, ἐ­γὼ τοῦ κό­βω μὲ τὸ σπα­θὶ πέ­ρα πέ­ρα τὰ μοῦ­τρα. Τὴν θυ­γα­τέ­ρα του τὴν πῆ­ρε ὁ Πα­γώ­νης. Τὸ βρά­δυ σμί­γου­με εἰς τοῦ Μπέ­η. Μπου­λούμ­πα­σης. Ὁ Μπέ­ης λέ­γει νὰ δί­νε­τε δυ­ὸ φλω­ριὰ κά­θε σπί­τι Τούρ­κι­κο. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς εἶ­πε, μᾶς κά­λε­σε ἐ­δῶ ὁ λα­ὸς ἀ­δι­κη­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους καὶ τοὺς Προ­ε­στούς.
Εἰς τὸ Ἀ­νε­μο­γδού­ρι στοῦ Πά­πα­ρη στὴν Ρί­ζα ἔ­μα­σα στρα­τό­πε­δο Τρι­πο­λι­τσῶ­τες, Μυ­στρι­ῶ­τες ἕ­ως 3.000.
Ἕ­νας Τοῦρ­κος ἀ­πὸ τὴν Κα­ρύ­ται­να τι­πί­λι πά­ει εἰς τὴν Τρι­πο­λιτ­ζά. Συμ­βού­λιο διὰ νὰ ἔ­βγουν μεν­τά­τι νὰ μᾶς κτυ­πή­σουν στὸ Πά­πα­ρη. Μιὰ γε­ρόν­τισ­σα χρι­στια­νὴ τὸ ἀ­κού­ει, τὸ λέ­γει ἑ­νὸς πα­πὰ καὶ μὲ εἰ­δο­ποι­εῖ. Ἡ γυ­ναί­κα ἦ­τον εἰς τὰ χα­ρέ­μια.
Πέμ­πω εἰς τοὺς ἐ­δι­κούς μας, πλὴν δὲν πά­ει ὁ στελ­μέ­νος. Τὸ ἀ­σκέ­ρι ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει. Πῶς ἐμ­πό­δι­ξα τὴν φυ­γήν τους.
Εἰς τὸ Λε­ον­τά­ρι ἔ­φτια­σα μιὰ βού­λα ἀ­πὸ βο­λύ­μι καὶ ἐ­πά­τα­γα. Εἶ­χα καὶ τὸν Δη­μη­τρά­κη τὸν Μήν­τζα, ἤ­ξευ­ρε τα­κτι­κὰ τὴν δού­λευ­σιν. Τὸν ἔ­κα­μα ἀ­γι­ου­τάν­τε. Ἐ­γὼ ἤ­μουν φὲλδ μα­ρε­σά­λος. Ἐ­κεῖ εἰς τοῦ Πά­πα­ρη ἀ­νέ­βη­κα καὶ εἶ­πα, ἐ­λᾶ­τε νὰ ἀ­σπα­σθῆ­τε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν. Ἦλ­θαν γυ­ναῖ­κες, κλπ. καὶ ἐ­φι­λοῦ­σαν τὴν μπαν­τι­έ­ρα. Ἐ­χώ­ρι­ζα χω­ριὰ καὶ τοὺς ἔ­στελ­ναν κα­ρα­ού­λια.
Πη­γαί­νω εἰς ἕ­να χω­ριό. Βλέ­πω καὶ πλα­κώ­νουν. Ἐ­γὼ ἔ­πια­σα εἰς ἕ­να βου­νὸ μὲ τοὺς 60.
Ὁ μα­κα­ρί­της ὁ γέ­ρος ἐ­κοί­τα­ζε μὲ τὸ κιά­λε. Τὸ στρα­τό­πε­δο ἐ­στε­ρέ­ω­σε. Οἱ Τοῦρ­κοι ἐ­πῆ­ραν ἀ­πὸ τὴν Κα­ρύ­ται­να τοὺς ἄλ­λους Τούρ­κους.
Εἰς τοῦ Πά­πα­ρη γε­νό­με­θα 500. Μη­τρο­πέ­τρο­βας. Πιά­νει μιὰ πλά­τη ὁ Γέ­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νης – θὰ σκο­τω­θεῖ ἕ­νας ση­μαν­τι­κὸς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς σή­με­ρα. Οἱ Τοῦρ­κοι ἐ­βγῆ­καν. Κυ­νη­γοῦν τὸν Κυ­ρι­α­κού­κη καὶ τὸν Ἀν­τώ­νη Νι­κο­λό­που­λο, 71 χρο­νῶ­νε 3 ὧ­ρες. Ὁ Ἀν­τώ­νης σώ­νει τὰ φου­σέ­κια· τὰ ἔρ­ρι­ξε ὅ­λα. Τὸ στερ­νὸ μὲ τὴν βέρ­γα τὸ ἔρ­ρι­ξε. Ἔ­πει­τα τὸν ἐ­σκο­τώ­σα­νε.
Ἐ­γυ­ρί­σα­με καὶ πᾶ­με εἰς τὸ Βαλ­τέ­τσι.


Τὴν με­γά­λη Λαμ­πρὴ εἴ­χα­με 6 – 7 χι­λιά­δες ἀρ­νιὰ καὶ ἐ­ψέ­να­νε. Ἔρ­χουν­ται Τοῦρ­κοι, εἴ­χα­με γι­ου­ρού­σια.[ ]. Κι­νοῦ­με μεν­τά­τι εἰς τὰ Βέρ­βε­να. Παίρ­νω καμ­μιὰ 60νταριὰ καὶ πά­ω νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σω. Μᾶς τσά­κι­σαν 60 ποὺ εἴ­με­θα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν λα­γοὶ καὶ λα­γω­νι­κὰ καὶ ἐ­γι­νή­κα­με ὅ­λοι ἕ­να.
Ἦ­τον ὁ Εὐ­μορ­φό­που­λος. Ἐ­φού­σκω­σαν τὰ πό­δια του. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς κα­τορ­θώ­νει νὰ στεί­λει τὸν Ἠ­λί­α, τὸν Κυ­ρι­α­κού­λη νὰ πιά­σουν τὸ Βαλ­τέ­τσι. – Θέ­λει εὑ­ρῆ­τε καὶ τὸν Νι­κή­τα. Ὁ Γ. Κολ. ἦ­τον στὸ Χρυ­σο­βί­τσι. Δε­σπο­τά­δες στὰ Βέρ­βε­να ἐ­δι­οι­κού­σα­νε.


Ἐ­βγῆ­καν δέ­κα χι­λιά­δες καὶ ἐ­σφά­λι­σα τοὺς 700 ποὺ ἦ­τον εἰς τὸ Βαλ­τέ­τσι. Τοὺς ἐ­βγά­λα­με ἀ­πὸ τὸ Βαλ­τέ­τσι πρὶν γέ­νει ὁ πό­λε­μος τῶν 700 – Τοὺς ἐ­πή­γα­με ἕ­ως εἰς τὴν Τρι­πο­λι­τσά. Τοὺς κα­τα­τρέ­χα­με. Ἀ­φή­κα­με τὴν θέ­ση. [ ]
Ὁ Γεν­ναῖ­ος ἦλ­θε. Εἶ­χε μιὰ τσού­πρα. Εἶ­χε ἔλ­θει ἀ­πὸ τὴν Ζά­κυν­θον. Εἶ­πε ὅ­τι θέ­λει νὰ ἔλ­θει καὶ αὐ­τός. Ἒ ἄν­θρω­πος, λέ­γει ὁ ἀ­δελ­φός μου. Νὰ πᾶς νὰ εὕ­ρεις τὸν πα­τέ­ρα σου. Ἐ­γὼ δὲν σὲ γνω­ρί­ζω, εἶ­μαι μὲ τὸν Νι­κή­τα. Θὰ εὕ­ρου­με τὸν μπε­λά μας μὲ τὸν μπάρ­μπα μας. Ἦλ­θε ὁ Γεν­ναῖ­ος. Πᾶ­με νὰ ἀ­παν­τή­σο­με τὸν Κε­χα­γιά. Ἤ­μουν ἐ­γὼ ἀρ­χι­στρά­τη­γος. Μᾶς ἔ­φυ­γαν οἱ μι­σοί. Μᾶς ἐ­φω­νά­ξα­νε τὰ κα­ρα­ού­λια ἀ­πὸ τὰ Βέρ­βε­να. [ ]
Ἐρ­χόν­τα­νε οἱ Τοῦρ­κοι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει, ἂς ἔλ­θει. Ὁ ἀ­δελ­φός μου λέ­γει ἐ­γώ. Δεύ­τε­ρος, ἐ­γώ, εἶ­πε ὁ Γεν­ναῖ­ος. Τὸ ξεύ­ρει ὁ Νι­κό­λας καὶ κλαί­ει. Τὸν ἄ­φη­σα ἐ­κεῖ. Πῶς ἐ­γλύ­τω­σε ὁ Γεν­ναῖ­ος.


Ἐ­πή­γα­με εἰς τὰ Βέρ­βε­να. Ἐ­βγῆ­καν μὲ τοὺς σταυ­ρούς, μὲ τὶς εἰ­κό­νες οἱ Δε­σπο­τά­δες. Ἐ­σκο­τώ­σα­μεν τοὺς Τούρ­κους στὸν κάμ­πο.
Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς λέ­γει εἰς τὸ Λι­ον­τά­ρι εἰς τὸν Πε­τρό­βε­η.
Ὁ Κε­χα­γιὰς ἐ­πῆ­γε καὶ ἐ­πο­λι­όρ­κη­σε τοὺς 700 εἰς τὸ Βαλ­τέ­τσι. Ἐ­κεῖ ἐ­ρώ­τη­σε ὁ Κε­χα­γιὰς τὸν Τοῦρ­κο διὰ τὸν πα­λαι­ὸ πό­λε­μο. Ἀ­πὸ τὸ Παρ­θέ­νι βλέ­πο­με τὸν πό­λε­μο.
Ὁ Κε­χα­γιὰς ἐ­ρω­τᾶ ἕ­να γέ­ρον­τα Τοῦρ­κο πε­ρὶ τοῦ πῶς ἐ­πο­λέ­μη­σαν οἱ πα­λαι­οὶ Τοῦρ­κοι τοὺς Ἕλ­λη­νες εἰς τὴν πο­λι­ορ­κί­αν.
Ὁ λα­ὸς ἦλ­θε μὲ λα­γο­ρά­βδες. Ὅ­ταν ἦ­τον οἱ προ­ε­στοὶ καὶ οἱ 40 ρῶσ­σοι καὶ 4 κα­νό­νια τοῦ κάμ­που.


Ἀ­λέ­ξης ση­μαι­ο­φό­ρος. Οἱ χρι­στια­νοὶ στέλ­νουν ἕ­να γράμ­μα. Οἱ Τοῦρ­κοι στέρ­γουν νὰ πᾶ­νε στ᾿ Ἀ­νά­πλι. Ἕ­νας γέ­ρον­τας Ἀρ­βα­νί­της, βλέ­πον­τας τὲς ρά­χες ὄ­χι ἀ­πὸ πο­λε­μι­κοὺς γε­μᾶ­τες, γνω­μο­δο­τεῖ νὰ βγοῦν νὰ πο­λε­μή­σουν. Β[ι]αί­νουν τζα­κί­ζουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Οἱ Μα­νιά­τες καὶ οἱ Ρῶ­σοι πο­λε­μοῦν. Οἱ Ρῶ­σοι σκο­τώ­νον­ται. Ὁ Ἀ­λέ­ξης ζώ­νε­ται τὴν ση­μαί­α λα­βω­μέ­νος, φεύ­γει εἰς τὴν Κο­ρώ­νη.

Οἱ Τοῦρ­κοι πᾶ­νε κα­τὰ τὴν Μά­νη, πλὴν δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ προ­ο­δεύ­σουν. Ἔ­πει­τα 4.000 χι­λιά­δες ἀρ­βα­νί­τες ἐμ­παί­νουν. Τό­τε ἔ­γι­ναν οἱ κλέ­φτες μὲ τὸ ἔμ­πα τῶν Ἀλ­βα­νῶν. Οἱ προ­ε­στοὶ ἔ­μει­ναν. Ἔ­πει­τα ἦλ­θε ὁ Κα­πε­τάμ­πε­ης πα­σάς.
Εἰς τὸ Βαλ­τέ­τσι ἦ­τον ὁ Κε­φά­λας, ὁ Κυ­ρι­α­κού­λης, ὁ Μπε­ϊ­ζαν­δές, ἕ­νας ἀ­δελ­φὸς τοῦ Φλέσ­σα, Μη­τρο­πέ­τρο­βας, Λι­ον­τα­ρί­τες, Μα­νιά­τες, Φα­να­ρί­τες.
Δὲν ἐ­προ­φθά­σα­με ἡ­μεῖς νὰ τοὺς χτυ­πή­σο­με, μᾶς εἶ­δαν ὅ­μως. Κα­θέ­νας τῶν Ἑλ­λή­νων ἐ­καυ­χᾶ­το ὅ­τι ἐ­σκό­τω­σε 7 ἢ 8. Μή­νας Μά­ης. [ ] Ἀ­νή­με­ρα τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως πο­λε­μοῦ­με στὰ Δο­λια­νά. Οἱ Τοῦρ­κοι ἦλ­θαν ἐ­κεῖ διὰ νὰ πᾶ­νε στοῦ Μυ­στρᾶ, στὸν Ἅ­γιον Πέ­τρον εἰς τὸ Ἄρ­γος.


Πᾶ­με στὰ Δο­λια­νά. Ἅ­γιος Λιᾶς μᾶς γί­νη­κες καὶ περ­πα­τεῖς μέ­σα στὲς ρά­χες – εἶ­παν με­ρι­κοὶ Λα­λαῖ­οι ποὺ ἐ­γνώ­ρι­σαν τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη. Ἐ­γι­νή­κα­με 900. Ὁ ἀ­δελ­φός μου μὲ τὸ στυ­λιά­ρι.

Εἰς τὰ Δο­λια­νὰ ἐ­πο­λε­μή­σα­με ἐ­γὼ καὶ ὁ ἀ­δελ­φός μου. Πο­λε­μοῦ­με μὲ τοὺς Τούρ­κους καὶ ἐμ­παί­νου­νε πί­σω εἰς τὴν Τρι­πο­λι­τσά. Ἦ­τον ὁ Κε­χα­γιάς.
Τὸ κα­λο­καί­ρι πᾶ­με εἰς τὴν Ρού­με­λην μὲ τὸν Λιά. Μὲ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α 4.000.
Φτιά­νω πύρ­γους εἰς τὰ Δερ­βέ­νια καὶ εἰς τὸν Κε­ρα­τό­πυρ­γο καὶ ἐμ­πό­δι­ζα τοὺς Τούρ­κους τοῦ Ὀ­μὲρ Βρυ­ώ­νη καὶ νὰ ἔμ­πει εἰς τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον. Εἶ­χα ὡς 1.000.


Ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα εἰς τὸ βου­νὸ εἴ­χα­με ταμ­πού­ρια.
Ἔ­φθα­σα τὸ Σάβ­βα­το εἰς τὴν Τρι­πο­λι­τσά. Πα­ρα­σκευ­ὴ ἔ­πε­σε. Ἦ­τον συν­θή­κη νὰ βγά­λουν μερ­τι­κὸ εἰς τοὺς Δερ­βε­νο­χω­ρί­τες. Διὰ τοῦ­το ἐ­πῆ­γα.
Συ­να­ζό­με­θα εἰς τ᾿ Ἀ­νά­πλι νὰ τὸ πά­ρο­με ρε­σάλ­το. Χι­νό­πω­ρος.
Στὴν Συ­νέ­λευ­σιν τῆς Ἐ­πι­δαύ­ρου γί­νον­ται 4 στρα­τη­γοί.
[Από την αφήγηση του Νικηταρά στον Τερτσέτη]

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek