του Σ. Δημόπουλου, από το Άρδην τ. 50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004

Τα νeα γε­ω­πο­λι­τι­κa δε­δο­μέ­να ε­πα­να­φέ­ρουν στο προ­σκή­νιο κομ­βι­κές πε­ριο­χές που, συ­γκυ­ρια­κά, εί­χαν χά­σει τη ση­μα­σί­α τους για κά­ποιες δε­κα­ε­τί­ες. Ο Εύ­ξει­νος Πό­ντος και η Κε­ντρι­κή Α­σί­α, ο γε­ω­γρα­φι­κός ά­ξο­νας που συ­νέ­δε­ε τον α­σια­τι­κό με τον ευ­ρω­πα­ϊ­κό χώ­ρο, οι “δρό­μοι του με­τα­ξιού” α­να­δύ­θη­καν εκ νέ­ου στην ι­στο­ρι­κή σκη­νή, με δρα­μα­τι­κό τρό­πο. Η τε­κται­νό­με­νη δια­δι­κα­σί­α διέ­πε­ται, ό­πως και σε ό­λες τις ι­στο­ρι­κές φά­σεις, α­πό την α­ντί­φα­ση των συν­θέ­σε­ων και συ­γκρού­σε­ων των πο­λι­τι­σμι­κών στοι­χεί­ων με πρω­τα­γω­νι­στές-υ­πο­κεί­με­να τα έ­θνη, τις ε­θνό­τη­τες, τους λα­ούς και τα φύ­λα, μι­κρά ή με­γά­λα, νε­ώ­τε­ρα ή πα­λαιό­τε­ρα. Το δί­πο­λο ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα-πα­γκό­σμια έ­ντα­ξη εμ­φα­νί­ζε­ται ως η κυ­ρί­αρ­χη α­ντί­θε­ση, ό­που αμ­φό­τε­ροι οι πό­λοι εί­ναι αι­τή­μα­τα “ζω­ής και θα­νά­του” των ε­θνών.
Το βι­βλί­ο του Nηλ Ά­σερ­σον για τη “Μαύ­ρη Θά­λασ­σα”, α­πο­τέ­λε­σμα μιας ά­με­σης και βα­θιάς γνώ­σης του ε­ξε­τα­ζό­με­νου πε­ρι­βάλ­λο­ντος, ξε­φεύ­γει α­πό τα ό­ρια της α­πλής κα­τα­γρα­φής του μω­σα­ϊ­κού των ε­θνο­τή­των και των ι­στο­ρι­κών τους στιγ­μών. Προ­χω­ρεί σε μια θε­ω­ρη­τι­κή α­νά­λυ­ση του ε­θνι­κού ζη­τή­μα­τος και της σχέ­σης του “πο­λι­τι­σμού” και της “βαρ­βα­ρό­τη­τας”, τη σχέ­ση δη­λα­δή grosso modo της Δύ­σης με την Α­να­το­λή.
Η α­ποι­κιο­κρα­τι­κή Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α εί­χε τη δυ­να­τό­τη­τα, ό­πως και κά­θε αυ­το­κρα­το­ρι­κή ή εν γέ­νει διευ­ρυ­μέ­νη –πο­λυε­θνι­κή– κρα­τι­κή ο­ντό­τη­τα, να προσ­δώ­σει στα μέ­λη της την δυ­να­τό­τη­τα μιας ευ­ρύ­τε­ρης α­ντί­λη­ψης των πραγ­μά­των, ως προ­ϋ­πό­θε­ση της ε­πι­βί­ω­σής της. Η ευ­ρεί­α ο­πτι­κή, ό­πως και η προ­βλη­μα­τι­κή, του Ά­σερ­σον α­πο­τε­λεί μια κλη­ρο­νο­μιά αυ­τής της ε­πο­χής, έ­στω και αν ο ί­διος έ­ζη­σε μο­να­χά στην πα­ρακ­μια­κή της φά­ση.
Στη συ­ναρ­πα­στι­κή ι­στο­ρι­κή πε­ρι­πέ­τεια που ξε­τυ­λί­γε­ται στις σε­λί­δες του βι­βλί­ου, α­να­δει­κνύ­ε­ται αυ­τή η α­γω­νιώ­δης προ­σπά­θεια του δυ­τι­κού αν­θρώ­που να δώ­σει πει­στι­κές α­πα­ντή­σεις στο κρί­σι­μο ε­ρώ­τη­μα της ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας και του λε­γο­μέ­νου“ο­ριε­ντα­λι­σμού”.
Ο χώ­ρος που ε­πε­λέ­γη εί­ναι ι­δα­νι­κός, κα­θώς “σαν τον λι­θώ­να των πα­γε­τώ­νων, η α­κτή της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας εί­ναι έ­νας τό­πος ό­που τα α­πο­μει­νά­ρια των αν­θρω­πί­νων με­τα­κι­νή­σε­ων και ει­σβο­λών α­πο­τί­θε­νται συ­νε­χώς ε­δώ και τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες χρό­νια”. Κιμ­μέ­ριοι, Σκύ­θες, Σαρ­μά­τες, Μαιώ­τες, Γότ­θοι, Χά­ζα­ροι αλ­λά και Έλ­λη­νες, Μι­γκρέ­λοι, Α­μπχά­ζιοι, Λα­ζοί, Γε­ωρ­για­νοί, Ρώ­σοι και Κο­ζά­κοι, Πο­λω­νοί, Ο­θω­μα­νοί, Τά­τα­ροι πα­ρε­λαύ­νουν δια­δο­χι­κά στην α­έ­να­η μά­χη της ε­πι­βί­ω­σης και της συμ­βί­ω­σης.
Γύ­ρω α­πό το οι­κο­σύ­στη­μα της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, στις στέ­πες των κουρ­γκάν και των νο­μά­δων –στην α­φε­τη­ρια­κή χώ­ρα των Ιν­δο­ευ­ρω­παί­ων της Τζι­μπού­τας– και στον προ­μη­θε­ϊ­κό Καύ­κα­σο, εμ­φα­νί­ζε­ται, ή­δη στα χρό­νια του πρώ­ι­μου α­ποι­κι­σμού, ο Αι­γαια­κός πο­λι­τι­σμός. Η συ­νά­ντη­ση θα θέ­σει τις ο­ριο­θε­τή­σεις, ό­που θα κι­νη­θούν οι με­τέ­πει­τα αιώ­νες των συ­νε­χών πο­λι­τι­σμι­κών συ­να­ντή­σε­ων.
Οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες θα α­πο­τε­λέ­σουν τον λα­ό-κα­τα­λύ­τη στις δια­πο­λι­τι­σμι­κές και διε­θνι­κές σχέ­σεις της πε­ριο­χής. Αν και ο Ά­σερ­σον χρε­ώ­νει το δί­πο­λο πο­λι­τι­σμού και βαρ­βα­ρό­τη­τας ως τα “δί­δυ­μα που κυο­φο­ρή­θη­καν και γεν­νή­θη­καν στην ελ­λη­νι­κή και κυ­ρί­ως στην α­θη­να­ϊ­κή φα­ντα­σί­α” του 5ου π.Χ. αιώ­να, εν τού­τοις, στην πρα­κτι­κή σχέ­ση των α­ποί­κων με τους λα­ούς της πε­ριο­χής, δια­πι­στώ­νει μια τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή δια­γω­γή.
Πα­ρα­θέ­το­ντας ι­στο­ρι­κές α­να­φο­ρές ό­πως του Η­ρο­δό­του, ο ο­ποί­ος ε­πι­σκέ­φθη­κε την Ολ­βί­α και άλ­λες πε­ριο­χές των βο­ρεί­ων α­κτών της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, κα­τα­λή­γει σε τολ­μη­ρά συ­μπε­ρά­σμα­τα: “στην Ευ­ρώ­πη εί­μα­στε συ­νη­θι­σμέ­νοι στην ι­δέ­α α­ποί­κων οι ο­ποί­οι αρ­χι­κά σκο­πεύ­ουν να υ­πο­τά­ξουν τους ‘ι­θα­γε­νείς’ και με­τά κά­νουν τους ‘ι­θα­γε­νείς’ να τους συ­μπα­θή­σουν. Αυ­τός εί­ναι ο ρω­μα­ϊ­κός τρό­πος, ό­χι ο ελ­λη­νι­κός. Για τους Έλ­λη­νες α­ποί­κους ή­ταν φυ­σιο­λο­γι­κό και α­πο­δε­κτό να προ­σελ­κύ­ο­νται στις πό­λεις τους άν­θρω­ποι α­πό άλ­λους πο­λι­τι­σμούς και να υ­ιο­θε­τούν τα έ­θι­μά τους […] ε­νώ, ό­μως, οι Έλ­λη­νες ά­ποι­κοι μπο­ρού­σαν να α­φο­μοιώ­σουν τους άλ­λους, δεν έ­κα­ναν προ­ση­λυ­τι­σμό”.
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ο ελ­λη­νι­κός κό­σμος, στις πα­ρευ­ξεί­νιες πε­ριο­χές, θα πα­ρα­μεί­νει για πά­ντα μια μειο­ψη­φί­α α­νά­με­σα σε δε­κά­δες άλ­λους λα­ούς, εί­τε σε πό­λεις ελ­λη­νι­κές (ό­πως η Ολ­βί­α) εί­τε σε πο­λυε­θνι­κά μορ­φώ­μα­τα ό­πως το Βα­σί­λειο του Βο­σπό­ρου (Πα­ντι­κά­παιο). Ό­μως η οι­κο­νο­μι­κο-πο­λι­τι­στι­κή ι­σορ­ρο­πί­α στη σχέ­ση του ελ­λη­νι­σμού με τους υ­πό­λοι­πους πλη­θυ­σμούς, πα­ρά τις ε­πο­χές των ε­ντά­σε­ων, ε­πέ­τρε­ψε τη διαρ­κή πα­ρου­σί­α τους. Εί­ναι πράγ­μα­τι εκ­πλη­κτι­κό το γε­γο­νός της πρό­σκλη­σης που α­πη­ύ­θυ­ναν οι Σκύ­θες ό­ταν με­τά την κα­τα­στρο­φή της Ολ­βί­ας α­πό τους Γέ­τες το 63 π.Χ. “κά­λε­σαν τους Έλ­λη­νες να ε­πι­στρέ­ψουν και να ξα­να­νοί­ξουν το λι­μά­νι”.
Συ­να­φές με αυ­τό των σχέ­σε­ων προ­βά­λλει και το πρό­βλη­μα της ταυ­τό­τη­τας. Το συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι ό­τι η ε­πιρ­ρο­ή πα­ρά την α­νω­τε­ρό­τη­τα του φο­ρέ­α της δεν κα­τα­λή­γει στην κα­τά­λυ­ση της ι­διαι­τε­ρό­τη­τας του λα­ού-α­πο­δέ­κτη. Και πά­λι εί­ναι οι Σκύ­θες “του Η­ρο­δό­του”, ως πα­ρά­δειγ­μα, που ε­πε­φύ­λα­ξαν την τι­μω­ρί­α του θα­νά­του στον Σκύ­λη, ο ο­ποί­ος α­πο­κα­λύ­φθη­κε ό­τι εί­χε δι­πλή ζω­ή: ως Σκύ­θης ε­κτός των τει­χών της Ολ­βί­ας και ως Έλ­λην ε­ντός της ελ­λη­νι­κής α­ποι­κί­ας.
Ε­ντο­νό­τε­ρα, βε­βαί­ως, τα προ­βλή­μα­τα της ταυ­τό­τη­τας των λα­ών και των φύ­λων θα τε­θούν στην πε­ρί­ο­δο της Α­να­το­λι­κής Ρω­μα­ϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Ο χρι­στια­νι­σμός, σαν ε­νο­ποι­η­τι­κός ι­δε­ο­λο­γι­κός μη­χα­νι­σμός, θα δια­μορ­φώ­σει μια νέ­α ταυ­τό­τη­τα που θα ταυ­τί­σει την ορ­θό­δο­ξη πί­στη με την ι­διό­τη­τα του ρω­μιού, χω­ρίς βε­βαί­ως να ε­ξα­φα­νί­σει τα ε­θνο­λο­γι­κά υ­πο­στρώ­μα­τα. Η θρη­σκεί­α, ό­πως και η “αί­ρε­ση”, ως α­μυ­ντι­κός μη­χα­νι­σμός, θα συ­νε­χί­σει να δια­φο­ρο­ποιεί τις ε­θνό­τη­τες. Οι Γότ­θοι, οι Γε­ωρ­για­νοί και με­τά οι Σλά­βοι γί­νο­νται χρι­στια­νοί, οι Τά­τα­ροι μου­σουλ­μά­νοι, οι Χά­ζα­ροι α­σπά­ζο­νται τον ιου­δα­ϊ­σμό, οι Ε­βραί­οι αι­ρε­τι­κοί Κα­ρα­ΐ­τες κα­τα­φεύ­γουν στην Κρι­μαί­α, ε­νώ τα ε­ξι­σλα­μι­σμέ­να τουρ­κι­κά φύ­λα θα βρουν εύ­φο­ρο το έ­δα­φος της κυ­ριαρ­χί­ας τους στη βά­ση αυ­τών των α­ντι­θέ­σε­ων. Κά­ποιες ε­θνό­τη­τες, ό­πως οι Α­μπχά­ζιοι, οι Λα­ζοί, αλ­λά και πολ­λοί άλ­λοι λα­οί της Μι­κράς Α­σί­ας, θα γί­νουν αρ­χι­κά χρι­στια­νοί και κα­τό­πιν μου­σουλ­μά­νοι.
Στους νε­ώ­τε­ρους χρό­νους, ό­ταν το ε­θνι­κό ζή­τη­μα κά­νει την εμ­φά­νι­σή του σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξε­λιγ­μέ­νη μορ­φή, εί­ναι δύ­ο αυ­το­κρα­το­ρί­ες που διεκ­δι­κούν τη Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, η δυ­να­μι­κή Ρω­σι­κή και η φθί­νου­σα Ο­θω­μα­νι­κή, οι ο­ποί­ες στα ό­ριά τους θα έ­χουν δε­κά­δες ε­θνό­τη­τες που θα ε­πι­ζη­τούν κα­τά το μάλ­λον ή ήτ­τον τη χει­ρα­φέ­τη­σή τους.
Εί­ναι ε­ξό­χως ση­μα­ντι­κό να ση­μειω­θεί ό­τι, το κέ­ντρο της ε­θνι­κι­στι­κής δρά­σης στον Μαυ­ρο­θα­λασ­σί­τι­κο χώ­ρο θα γί­νει η πο­λυε­θνι­κή πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή Ο­δησ­σός: Ε­κεί θα ι­δρυ­θεί η ελ­λη­νι­κή Φι­λι­κή Ε­ται­ρεί­α, αυ­τός θα εί­ναι ο τό­πος της ω­ρί­μαν­σης του ε­ξό­ρι­στου Ά­νταμ Μί­τσκε­βιτ­ς, ε­θνι­κού ποι­η­τή της Πο­λω­νί­ας, αλ­λά και ε­κεί θα γεν­νη­θεί ο Βλα­ντί­μιρ Για­μπο­τίν­σκι, ι­δρυ­τής του “α­να­θε­ω­ρη­τι­κού” σιω­νι­σμού.
Οι διά­δο­χοι των δύ­ο Αυ­το­κρα­το­ριών, η Σο­βιε­τι­κή Έ­νω­ση και η κε­μα­λι­κή Τουρ­κί­α, θα προ­σπα­θή­σουν να λύ­σουν το ε­θνι­κό ζή­τη­μα με πα­ρό­μοιο τρό­πο: με τη βί­α και την α­να­γκα­στι­κή α­φο­μοί­ω­ση. Στην ΕΣ­ΣΔ, με­τά τις πρώ­τες α­πό­πει­ρες σχε­τι­κής ε­λεύ­θε­ρης α­νά­πτυ­ξης, ε­πέρ­χε­ται η κα­τα­στο­λή και οι διώ­ξεις στις ε­θνι­κές ο­μά­δες ε­νώ προ­ω­θεί­ται ως ε­νο­ποι­η­τι­κός μη­χα­νι­σμός η “κομ­μου­νι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α”.
Την ί­δια πο­λι­τι­κή, με πα­λαιό­τε­ρη η­με­ρο­μη­νί­α έ­ναρ­ξης, συ­να­ντά­με στην Τουρ­κί­α. Σφα­γές και ε­κτο­πι­σμοί Αρ­με­νί­ων, Ελ­λή­νων του Πό­ντου και της Μι­κράς Α­σί­ας και στη συ­νέ­χεια ε­πι­βο­λή μο­νά­χα μιας ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, της τουρ­κι­κής, και μιας ι­δε­ο­λο­γί­ας, της κε­μα­λι­κής.
Ο Ά­σερ­σον, στην πο­ρεί­α του στον χώ­ρο και στον χρό­νο στο μαυ­ρο­θα­λασ­σί­τι­κο σύ­μπαν, ί­σως κά­νει κά­ποιες γε­νι­κεύ­σεις που δεν θα θε­ω­ρού­νταν έ­γκυ­ρες σε μια αυ­στη­ρώς ε­πι­στη­μο­νι­κή ερ­γα­σί­α. Ό­μως, ί­σως, αυ­τή η πιο ε­λεύ­θε­ρη σχέ­ση τον ο­δη­γεί να α­πο­δε­χθεί α­πό­ψεις που α­ντί­κει­νται στην ε­πί­ση­μη γραμ­μή που ε­πε­βλή­θη στη δυ­τι­κή ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια σε σχέ­ση με το έ­θνος.
Α­πο­δε­χό­με­νος τη θε­ω­ρί­α του Χέρ­ντερ για το έ­θνος (Volk), ως δυ­να­μι­κής και ό­χι στα­τι­κής ο­ντό­τη­τας, με κυ­ρί­αρ­χη τη ση­μα­σί­α της γλώσ­σας και τον δια­νο­ού­με­νο ως ε­θνι­κό ι­στο­ρι­κό και λε­ξι­κο­γρά­φο αλ­λά και “ε­πα­να­στα­τι­κό η­γέ­τη στα ο­δο­φράγ­μα­τα”, θα δια­βεί τον “Ρου­βί­κω­να” του α­πο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νου Ευ­ρω­παί­ου.
Θα α­ντι­πα­ρα­τε­θεί με ό­σους θε­ω­ρούν το έ­θνος ως “υ­πο­κει­με­νι­κή πε­ποί­θη­ση: μια κα­τά φα­ντα­σί­α αί­σθη­ση κοι­νό­τη­τας” ό­ταν θα πα­ρου­σιά­σει την πε­ρί­πτω­ση των Λα­ζών της Τουρ­κί­ας. Έ­ναν λα­ό που βί­ω­νε λά­θρα την ι­διαι­τε­ρό­τη­τά του η ο­ποί­α, έ­τσι, βρέ­θη­κε στο χεί­λος της ε­ξά­λει­ψής της. Με πρό­δη­λο θαυ­μα­σμό ο Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­θέ­τει το πεί­σμα ε­νός Γερ­μα­νού ο­νό­μα­τι Φό­ιρ­στα­ϊν, που γο­η­τεύ­τη­κε α­πό τον σε­μνό αυ­τό λα­ό της πο­ντι­κής γης και έ­γι­νε αυ­τός, έ­νας ξέ­νος, ο ρο­μα­ντι­κός η­γέ­της του στην ε­θνι­κή αυ­το­συ­νει­δη­σί­α, στα χρό­νια, μά­λι­στα, της μέ­γι­στης αμ­φι­σβή­τη­σης του ί­διου του έ­θνους.
Έ­νας τα­πει­νός η­γέ­της, “που δεν εί­ναι ού­τε χερ προ­φέ­σορ ού­τε καν χερ ντό­κτορ” και συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πως οι Λα­ζοί ή­ταν “μια αυ­θε­ντι­κή ε­θνι­κή κοι­νό­τη­τα, που η ε­πι­βί­ω­ση και η α­νά­πτυ­ξή της ή­ταν βα­σι­κά και πο­λύ­τι­μα στοι­χεί­α της κλη­ρο­νο­μιάς της αν­θρω­πό­τη­τας”, συ­νε­λή­φθη, δάρ­θη­κε, α­πει­λή­θη­κε με δο­λο­φο­νί­α, φυ­λα­κί­σθη­κε και α­πε­λά­θη­κε α­πό το τουρ­κι­κό κρά­τος. Το χω­ριό του (!) ό­μως στον Μέ­λα­να Δρυ­μό με­τε­τρά­πη σε κέ­ντρο της πνευ­μα­τι­κής α­νά­τα­σης των Λα­ζών κα­θώς εκεί δημιουργήθηκε ένα λαζοτουρκικό αλφάβητο.

Έτυσι, όταν η επίσημη διανόηση κήρυττε το τέλος των εθνών, “το 1992 το αλφάβητο του Φόιρσταϊν εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε φοιτητικά πλακάτ”, αμφισβητώντας μας το δικαίωμα να υπογράψουμε επιλόγους στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek