του Γ. Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 43, Ιούλιος 2003

Πώς κα­τέ­στη ά­ρα­γε δυ­να­τό έ­νας συγ­γρα­φέ­ας σαν τον Νέ­γκρι –για­τί ο Χαρ­τ εί­ναι μάλ­λον ά­γνω­στος στο ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό– να α­πο­λο­γεί­ται για τη Νέ­α Τά­ξη; Δεν εί­ναι δό­κι­μο να α­να­φερ­θού­με σε προ­σω­πι­κές δια­δρο­μές. Εί­ναι ό­μως ου­σια­στι­κό να ε­πι­ση­μά­νου­με τις ι­δε­ο­λο­γι­κές με­ταλ­λά­ξεις που με­τα­μόρ­φω­σαν έ­να μέ­ρος της πα­λιάς α­να­τρε­πτι­κής Α­ρι­στε­ράς. Με­ταλ­λά­ξεις οι ο­ποί­ες δεν α­φο­ρούν μό­νο στη με­τα­τρο­πή Γάλ­λων πρώην μα­ο­ϊ­κών σε νε­ο­τα­ξι­κούς νέ­ους φι­λο­σό­φους, ό­πως ο Α­ντρέ Γκλυκ­σμάν, ού­τε πα­λιών Α­με­ρι­κα­νών αμ­φι­σβη­τιών, ό­πως ο Ντέ­ι­βι­ντ Χό­ρο­βιτ­ς, σε νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­κούς ι­δε­ο­λό­γους του Μπους, αλ­λά έ­χουν ευ­ρύ­τε­ρο χα­ρα­κτή­ρα. Στην Ελ­λά­δα –α­πό άλ­λη α­φε­τη­ρί­α–, ο Στέ­λιος Ράμ­φος μυεί­ται έκ­θαμ­βος στον α­με­ρι­κα­νι­σμό ενώ, στην Ι­τα­λί­α, ο Α­ντό­νιο Νέ­γκρι α­να­κα­λύ­πτει τη σα­γή­νη της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, έ­στω και αν τη θε­ω­ρεί προ­θά­λα­μο –ή ί­σως και πρώ­το στά­διο– του κομ­μου­νι­σμού. Το ε­ρώ­τη­μα στο ο­ποί­ο θα προ­σπα­θή­σου­με να α­πα­ντή­σου­με εί­ναι, ποιες υ­πήρ­ξαν οι ι­δε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις αυ­τού του με­τα­σχη­μα­τι­σμού.


Οι α­να­γνώ­στες που έ­χουν μια ε­πα­φή με το πα­λαιό­τε­ρο έρ­γο του Α­ντό­νιο Νέ­γκρι εί­ναι ε­ξοι­κειω­μέ­νοι τό­σο με τα ι­σχυ­ρά, ό­σο και τα α­δύ­να­τα ση­μεί­α των α­πό­ψε­ών του. Στα πρώ­τα θα μπο­ρού­σα­με να συμπεριλάβουμε –κατ’ ε­ξο­χήν– την «υ­πο­κει­με­νι­κή» α­νά­γνω­ση του κε­φα­λαί­ου και της πά­λης των τά­ξε­ων, ά­πο­ψη που ε­ντάσ­σε­ται στο γε­νι­κό­τε­ρο ρεύ­μα του «ερ­γα­τι­σμού» και του «υ­πο­κει­με­νι­κού μαρ­ξι­σμού», το ο­ποί­ο κυ­ριάρ­χη­σε στο κί­νη­μα της αμ­φι­σβή­τη­σης, ι­διαί­τε­ρα με­τά το 1968, στην Ι­τα­λί­α και τη Γαλ­λί­α1, και το ο­ποί­ο συμ­με­ρι­ζό­ταν εν μέ­ρει και ο υ­πο­φαι­νό­με­νος2. Αυ­τή η α­ντί­λη­ψη α­να­δει­κνύ­ει την «υ­πο­κει­με­νι­κή» εκ­δο­χή των α­πό­ψε­ων του Μαρ­ξ, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α «η ι­στο­ρί­α εί­ναι ι­στο­ρί­α της πά­λης των τά­ξε­ων», ε­νώ α­πορ­ρί­πτει ή βάζει σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα τον τε­χνο­λο­γι­κό ντε­τερ­μι­νι­σμό που χα­ρα­κτη­ρί­ζει εξ ί­σου το μαρ­ξι­στι­κό έρ­γο: «η α­νά­πτυ­ξη της τε­χνο­λο­γί­ας κα­θο­ρί­ζει το κοι­νω­νι­κό κα­θε­στώς».


Για τον «ερ­γα­τι­σμό», το κε­φά­λαιο εί­ναι κατ’ ε­ξο­χήν μια σχέ­ση, μια ε­ξί­σω­ση συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων και η συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή την ο­ποί­α προ­σλαμ­βά­νει κά­θε φο­ρά η κοι­νω­νι­κή δο­μή κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό αυ­τόν τον συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων. Έ­τσι η εί­σο­δος του αυ­τό­μα­του αρ­γα­λειού στα τέ­λη του 18ου αιώ­να δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ε­πει­δή ή­ταν α­πλώς «τε­χνο­λο­γι­κά πιο α­πο­δο­τι­κός», αλ­λά διό­τι μέ­σου του μη­χα­νι­κού αρ­γα­λειού, συ­νε­τρί­βη η ι­σχύς των ει­δι­κευ­μέ­νων υ­φα­ντών, οι ο­ποί­οι α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν α­πό α­νει­δί­κευ­τα παι­διά και γυ­ναί­κες. Στα ι­τα­λι­κά ερ­γο­στά­σια, στη δε­κα­ε­τί­α του 1970, ει­σή­χθη ο αυ­το­μα­τι­σμός στην α­λυ­σί­δα πα­ρα­γω­γής της αυ­το­κι­νη­το­βιο­μη­χα­νί­ας για να α­πα­ντή­σει στην ε­ξέ­γερ­ση του ερ­γά­τη της α­λυ­σί­δας πα­ρα­γω­γής. Οι ε­ναλ­λα­κτι­κές και α­να­νε­ώ­σι­μες πη­γές ε­νέρ­γειας δεν έ­χουν α­ντι­κα­τα­στή­σει το πε­τρέ­λαιο ό­χι για­τί εί­ναι ε­πι­στη­μο­νι­κο­τε­χνι­κά α­τε­λέ­σφο­ρες ή οι­κο­νο­μι­κά α­σύμ­φο­ρες, αλ­λά διό­τι η ει­σα­γω­γή τους δεν συμ­φέ­ρει το κε­φά­λαιο και το κρά­τος (η πρώ­τη ύ­λη είναι δω­ρε­άν και α­πο­κε­ντρω­μέ­νη, υ­πο­νο­μεύ­ο­ντας την κυ­ριαρ­χί­α των ε­ται­ρειών πε­τρε­λαί­ου και του συ­γκε­ντρω­τι­κού κρά­τους). Στην Ελ­λά­δα δεν α­να­πτύ­χθη­κε η βιο­μη­χα­νί­α διό­τι δεν συ­νέ­φε­ρε ού­τε τις ξέ­νες κυ­ρί­αρ­χες δυ­νά­μεις ού­τε την πα­ρα­σι­τι­κή α­στι­κή τά­ξη της χώ­ρας. Στην αρ­χαί­α Ελ­λά­δα και την Κί­να, πα­ρά την α­νά­πτυ­ξη της τε­χνο­λο­γί­ας –α­να­κά­λυ­ψη της αρ­χής της μη­χα­νής ε­σω­τε­ρι­κής καύ­σεως, της πυ­ρί­τι­δας, κ.λπ.–, δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση εξ αι­τί­ας των γε­νι­κό­τε­ρων κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών.
Αυ­τή η δια­πί­στω­ση του «ερ­γα­τι­σμού» ε­πέ­τρε­ψε μια σχε­τι­κά αι­σιό­δο­ξη και πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σαρ­μο­σμέ­νη στην α­λή­θεια πρό­σλη­ψη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Πράγ­μα­τι η «α­ντι­κει­με­νι­κή» μαρ­ξι­κή θε­ω­ρί­α του κα­πι­τα­λι­σμού ο­δη­γεί στο συ­μπέ­ρα­σμα πως η κα­τα­πί­ε­ση και η εκ­με­τάλ­λευ­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων αυ­ξά­νε­ται διαρ­κώς [εί­ναι γνω­στή η θέ­ση του ί­διου του Μαρ­ξ πως η ε­ξα­θλί­ω­ση των προ­λε­τά­ριων αυ­ξά­νει διαρ­κώς –και σχε­τι­κά και α­πό­λυ­τα]. Κα­τά συ­νέ­πεια, οι α­γώ­νες των ερ­γα­ζό­με­νων, των κα­τα­πιε­ζό­με­νων λα­ών και ε­θνών δεν έ­χουν κα­νέ­να πρα­κτι­κό α­πο­τέ­λε­σμα και μπο­ρούν να θε­ω­ρη­θούν ως «ε­πα­να­στα­τι­κή γυ­μνα­στι­κή» που έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα μό­νο να προ­ε­τοι­μά­σει την ε­πα­νά­στα­ση. Αυ­τή ή­ταν και για πολ­λά χρό­νια η θε­ω­ρί­α της 3ης Διε­θνούς και των Κομ­μου­νι­στι­κών Κομ­μά­των. οι «διεκ­δι­κη­τι­κοί α­γώ­νες» χρη­σι­μεύ­ουν μό­νο για την προ­ε­τοι­μα­σί­α της «α­να­τρο­πής». Ω­στό­σο, τα πράγ­μα­τα δεν ήταν κα­θό­λου έ­τσι. Τό­σο οι ερ­γα­τι­κοί α­γώ­νες στις κα­πι­τα­λι­στι­κές χώ­ρες, ό­σο και οι α­γώ­νες των κα­τα­πιε­ζό­με­νων λα­ών και ε­θνών προ­κά­λε­σαν βα­θύ­τα­τους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς στις κοι­νω­νι­κές, πο­λι­τι­κές και οι­κο­νο­μι­κές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες. Μειώ­θη­καν οι ώ­ρες ερ­γα­σί­ας, συ­γκρο­τή­θη­καν α­νε­ξάρ­τη­τα έ­θνη στον α­ποι­κια­κό χώ­ρο, δη­μιουρ­γή­θη­κε το «κοι­νω­νι­κό κρά­τος», με­τα­σχη­μα­τί­στη­κε η τε­χνο­λο­γι­κή σύν­θε­ση του κε­φα­λαί­ου, με­ταρ­ρυθ­μί­στη­κε το δί­καιο, κ.ο.κ. Κα­τά συ­νέ­πεια, οι ση­με­ρι­νές κα­πι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νί­ες α­ντα­να­κλούν έ­ναν ο­ρι­σμέ­νο συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ των κυ­ρί­αρ­χων ε­λίτ και του «πλή­θους», για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τη λέ­ξη την ο­ποί­α α­ρέ­σκε­ται να χρη­σι­μο­ποιεί ο Νέ­γκρι στο τε­λευ­ταί­ο του βι­βλί­ο.
Έ­ως ε­δώ σύμ­φω­νοι. Στη συ­νέ­χεια ό­μως αρ­χί­ζουν οι δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Τα τε­λευ­ταί­α εί­κο­σι χρό­νια, με­τά την πα­ρα­τε­τα­μέ­νη α­ντε­πί­θε­ση του κε­φα­λαί­ου που ε­γκαι­νιά­στη­κε με τον θα­τσε­ρι­σμό και τον ρη­γκα­νι­σμό, οι θέ­σεις του «πλή­θους» υ­πο­χώ­ρη­σαν σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα, διευ­ρύν­θη­καν και πά­λι οι κοι­νω­νι­κές α­νι­σό­τη­τες, που έ­τει­ναν να συρ­ρι­κνω­θούν την προ­η­γού­με­νη πε­ρί­ο­δο, και ο διε­θνής συ­σχε­τι­σμός έ­γι­νε αρ­νη­τι­κός με­τά την ε­ξα­φά­νι­ση κά­θε α­ντί­πα­λου δέ­ους για τις Η­ΠΑ. Η ε­μπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση έ­κα­νε άλ­μα­τα προς τα μπρος και η ποιό­τη­τα των κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των και ε­μπει­ριών υ­πο­χώ­ρη­σε. Ο νε­ο­α­ποι­κι­σμός ε­πι­στρέ­φει πλη­σί­στιος (βλέ­πε Πα­λαι­στί­νη, Ι­ράκ, Αφ­γα­νι­στάν) ενώ το έμ­βρυο μιας μορφής διε­θνούς δι­καί­ου (Ο­Η­Ε) κα­ταρ­ρέ­ει. Ως εκ τούτου, δια­πι­στώ­νου­με, σε πολ­λα­πλά ε­πί­πε­δα, μια δυ­σμε­νή για το «πλή­θος» αλ­λα­γή του πα­γκό­σμιου συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων.
Και ό­μως, για τον Νέ­γκρι τί­πο­τε απ’ ό­λα αυ­τά δεν συμ­βαί­νει: ό­λα βαί­νουν ο­μα­λώς στον κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό των κό­σμων: Η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση εί­ναι θε­τι­κό γε­γο­νός για­τί «ε­νο­ποιεί» το πα­γκό­σμιο προ­λε­τα­ριά­το, οι με­τα­σχη­μα­τι­σμοί στις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις, μέ­σω της α­φη­ρη­με­νο­ποί­η­σης της ερ­γα­σί­ας ο­δη­γούν σε έ­να νέ­ο εί­δος πο­λυ­τάλαντου ερ­γα­ζό­με­νου, κ.ο.κ. Α­κό­μα και η εί­σο­δος στην ε­πο­χή του με­ταν­θρώ­που και της βιο­γε­νε­τι­κής πα­ρου­σιά­ζε­ται ως κα­τά­κτη­ση. Μέ­σα σε αυ­τόν τον κό­σμο δεν χρειά­ζε­ται να αλ­λά­ξει σχε­δόν τί­πο­τε α­πό δο­μι­κή ά­πο­ψη. Ο κό­σμος με­τέ­χει ή­δη σε αυ­τό που οι Νέ­γκρι-Χαρ­τ ο­νο­μά­ζουν «κομ­μου­νι­σμό». Το μό­νο που έ­χει να γί­νει εί­ναι να «α­να­τρα­πεί» σε κά­ποια στιγ­μή η κυ­ριαρ­χί­α του κε­φα­λαί­ου (δεν εί­ναι τυ­χαί­ο πως αυ­τό μό­λις που α­να­φέ­ρε­ται στο τε­λευ­ταί­ο κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου). Η αυ­το­κρα­το­ρί­α για τον Νέ­γκρι εί­ναι σχε­δόν (ή μή­πως ή­δη:) ο «υ­παρ­κτός κομ­μου­νι­σμός».
Έ­τσι αρ­χί­ζει να εμ­φα­νί­ζε­ται στην πα­γκό­σμια σκη­νή η ορ­γά­νω­ση του πλή­θους ως πο­λι­τι­κού υ­πο­κει­μέ­νου, ως posse. Το πλή­θος εί­ναι η βιο­πο­λι­τι­κή αυ­το­ορ­γά­νω­ση. Α­σφα­λώς θα έρ­θει κά­ποια στιγ­μή που η ε­πα­νι­διο­ποί­η­ση και η αυ­το­ορ­γά­νω­ση θα φτά­σουν σε έ­ναν ου­δό και θα δια­μορ­φώ­σουν έ­να πραγ­μα­τι­κό συμ­βάν. Τό­τε α­κρι­βώς κα­τα­φά­σκε­ται πραγ­μα­τι­κά το πο­λι­τι­κό –ό­ταν η γέ­νε­ση έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί και η αυ­το­α­ξιο­ποί­η­ση, η συ­νερ­γα­τι­κή σύ­γκλη­ση των υ­πο­κει­μέ­νων και η προ­λε­τα­ρια­κή δια­χεί­ρι­ση της πα­ρα­γω­γής γί­νο­νται συ­ντα­κτι­κή δύ­να­μη. [ ] Το μό­νο συμ­βάν που μέ­νει α­κό­μη να συ­ντε­λε­στεί εί­ναι η οι­κο­δό­μη­ση, ή μάλ­λον η α­νταρ­σί­α, μιας ι­σχυ­ρής ορ­γά­νω­σης [ ]. Δεν έ­χου­με να προ­σφέ­ρου­με κά­ποιο μο­ντέ­λο γι’ αυ­τό το συμ­βάν. Μό­νο το πλή­θος μέ­σα α­πό τον έ­μπρα­κτο πει­ρα­μα­τι­σμό του θα προ­σφέ­ρει τα μο­ντέ­λα και θα κα­θο­ρί­σει πό­τε και πώς το δυ­να­τό θα γί­νει πραγ­μα­τι­κό.3 
Στον βαθ­μό που το «πλή­θος εί­ναι –ή­δη– η βιο­πο­λι­τι­κή αυ­τοoργά­νω­ση», δεν α­παι­τεί­ται πα­ρά η «α­νταρ­σί­α μιας ι­σχυ­ρής ορ­γά­νω­σης» που «α­να­πό­φευ­κτα» θα εμ­φα­νι­στεί σε κά­ποια στιγ­μή! Το γε­γο­νός, ό­μως, ό­τι το κε­φά­λαιο εί­ναι σχέ­ση ε­λίτ-κυ­ριαρ­χού­με­νων, δεν α­ναι­ρεί το ό­τι αυ­τή η σχέ­ση πα­γιώ­νε­ται μέ­σα α­πό έ­να σύ­νο­λο δο­μι­κά ε­ξου­σια­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Την πα­ρα­γω­γή για το κέρ­δος, την κυ­ριαρ­χί­α του ε­μπο­ρεύ­μα­τος, την αλ­λο­τρί­ω­ση των υ­πο­κει­μέ­νων, την κα­τα­στρο­φή της φύ­σης, την α­διά­κο­πη διεύ­ρυν­ση των α­να­γκών, τη νέ­κρω­ση της μνή­μης, το ξε­ρί­ζω­μα της πα­ρά­δο­σης, την α­ντι­κα­τά­στα­ση των δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων α­πό τις νε­κρές και ά­υ­λες ε­μπο­ρευ­μα­τι­κές σχέ­σεις, την πε­ρι­βό­η­τη πραγ­μο­ποί­η­ση του αν­θρώ­που. Η κυ­ριαρ­χί­α του κε­φα­λαί­ου ως σχέ­σε­ως ση­μαί­νει έ­ναν ο­ρι­σμέ­νου τύ­που κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σί­ας, α­νά­με­σα στα έ­θνη και τους λα­ούς, μια ο­ρι­σμέ­νη φι­λο­σο­φί­α, έ­ναν τύ­πο αν­θρώ­που. Αν λοι­πόν υ­πο­θέ­τα­με ό­τι κά­ποια στιγ­μή θα πραγ­μα­το­ποιού­νταν το «πο­λι­τι­κό πέ­ρα­σμα» που υ­παι­νίσ­σο­νται οι συγ­γρα­φείς, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν θα άλ­λα­ζε τί­πο­τε! Για να υ­πάρ­ξει έ­νας πραγ­μα­τι­κός κοι­νω­νι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός πρέ­πει να υ­πάρ­ξουν σχέ­δια και προ­τάγ­μα­τα που θα α­να­δυ­θούν μέ­σα α­πό τις κοι­νω­νι­κές συ­γκρού­σεις και τη συλ­λο­γι­κή νό­η­ση των λα­ών, σχέ­δια και προ­τάγ­μα­τα που σή­με­ρα, με­τά τη μα­κρό­χρο­νη υ­πο­χώ­ρη­ση των κι­νη­μά­των, βρί­σκο­νται στο να­δίρ. Στο να­δίρ των α­μυ­ντι­κών α­γώ­νων στη Δύ­ση ε­νά­ντια στον νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, της κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής των πρώ­ην Α­να­το­λι­κών χω­ρών και του ι­σλα­μι­κού φο­ντα­με­ντα­λι­σμού στις μου­σουλ­μα­νι­κές χώ­ρες, για να μη μι­λή­σου­με για την κα­τά­στα­ση στη Μαύ­ρη Α­φρι­κή. Και μό­νο το αρ­χό­με­νο α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κό κί­νη­μα –α­ντι­δρα­στι­κό κα­τά τον Νέ­γκρι– α­πο­τε­λεί μια πρώ­τη α­κτί­δα φω­τός. Ό­ταν λοι­πόν σε αυ­τές τις στιγ­μές υ­πο­στη­ρί­ζεις πως έ­χει αρ­χί­σει η συ­γκρό­τη­ση της βιο­πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης, με­τα­σχη­μα­τί­ζεις μια «αι­σιό­δο­ξη» α­ντί­λη­ψη για την πά­λη των τά­ξε­ων και τις διε­θνείς α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις σε α­πο­λο­γί­α του υ­παρ­κτού κό­σμου. Ό­ταν ι­σχυ­ρί­ζε­σαι πως η Αυ­το­κρα­το­ρί­α εί­ναι του­λά­χι­στον ο προ­θά­λα­μος μιας ε­ναλ­λα­κτι­κής κοι­νω­νί­ας, τό­τε λει­τουρ­γείς υ­πο­χρε­ω­τι­κά ως α­πο­λο­γη­τής της υ­παρ­κτής «αυ­το­κρα­το­ρί­ας», της α­με­ρι­κα­νι­κής.
Μια αυ­θε­ντι­κή έ­ξο­δος α­πό την κυ­ριαρ­χί­α του κε­φα­λαί­ου προ­ϋ­πο­θέ­τει και συ­νε­πά­γε­ται έ­ναν βα­θύ­τα­το με­τα­σχη­μα­τι­σμό των οι­κο­νο­μι­κών και κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, την α­πόρ­ρι­ψη της λο­γι­κής της α­νά­πτυ­ξης, τη συ­ντρι­βή της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης, τη με­τά­βα­ση σε έ­να κα­θε­στώς νέ­ων σχέ­σε­ων με τη φύ­ση, την υ­πέρ­βα­ση εν μέ­ρει της βου­λι­μι­κής φύ­σης του αν­θρώ­που. Και σή­με­ρα βρι­σκό­μα­στε πο­λύ πιο πί­σω απ’ ό,τι πριν εί­κο­σι ή τριά­ντα χρό­νια, πα­ρ’ό­λη την «πρό­ο­δο» και το «δια­δί­κτυο», για­τί η υ­πο­κει­με­νο­ποί­η­ση που έ­χει ε­πι­βλη­θεί α­πό το σύ­στη­μα έ­χει κυ­ριαρ­χή­σει έ­να­ντι των ε­ναλ­λα­κτι­κών μορ­φών υ­πο­κει­με­νο­ποί­η­σης.

Η θε­ο­ποί­η­ση της α­νά­πτυ­ξης και η «υ­περ­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα»
Η βα­θύ­τε­ρη υ­φή των α­πό­ψε­ων του Νέ­γκρι α­πο­τε­λεί συ­νέ­πεια της ά­κρι­της α­πο­δο­χής της λο­γι­κής της α­νά­πτυ­ξης: Η α­να­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­σμού θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί στο υ­ψη­λό­τε­ρο ση­μεί­ο α­νά­πτυ­ξής του, κα­τά συ­νέ­πεια ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­να­πτύσ­σε­ται το κε­φά­λαιο, ό­σο πα­γκο­σμιο­ποιεί­ται, τό­σο πλη­σιέ­στε­ρα βρι­σκό­μα­στε στην ε­γκα­θί­δρυ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού πα­ρα­δεί­σου, και εν τέ­λει, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τός έ­χει ή­δη α­να­πτυ­χθεί μέ­σα στα πλαί­σια της «αυ­το­κρα­το­ρί­ας», α­πό τη δρα­στη­ριό­τη­τα και τους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς της ζω­ντα­νής ερ­γα­σί­ας, ί­σως α­πό με­ρι­κές α­πό­ψεις να βρι­σκό­μα­στε ή­δη στον… «κομ­μου­νι­σμό»! Ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός του αν­θρώ­που σε έ­να κρά­μα ζω­ντα­νών ι­στών και μη­χα­νι­κών τμη­μά­των, ε­νός βιο­ρο­μπότ, χαι­ρε­τί­ζε­ται α­πό τον Νέ­γκρι ως α­πε­λευ­θέ­ρω­ση «α­πό τις συν­θή­κες της νε­ω­τε­ρι­κής αν­θρω­πό­τη­τας»! Κα­τά τον ί­διο τρό­πο, στη δε­κα­ε­τί­α του 1970, ο Νέ­γκρι χαι­ρέ­τι­ζε τις ε­πι­δρο­μές της ά­νερ­γης νε­ο­λαί­ας στην Ι­τα­λί­α και των μαύ­ρων της Α­με­ρι­κής στα σου­περ­μάρ­κετ ως μορ­φές της «κομ­μου­νι­στι­κής αυ­το­α­ξιο­ποί­η­σης» που ή­ταν «ποιο­τι­κά α­νώ­τε­ρες» α­πό τους α­γώ­νες του βιο­μη­χα­νι­κού προ­λε­τα­ριά­του και προ­α­νήγ­γελ­λαν τον «εμ­φύ­λιο» και το ά­με­σο πέ­ρα­σμα στον κομ­μου­νι­σμό «χω­ρίς κα­μί­α δια­με­σο­λά­βη­ση». Γνω­ρί­ζου­με ό­λοι τις τρα­γι­κές συ­νέ­πειες που εί­χε για το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα, –το ι­σχυ­ρό­τε­ρο σε ό­λο τον δυ­τι­κό κό­σμο– και τον ί­διο τον Νέ­γκρι προ­σω­πι­κά, η αυ­το­α­ξιο­ποί­η­ση με το σα­ρα­ντα­πε­ντά­ρι. ο­δή­γη­σε στην κα­τα­στρο­φή του κι­νή­μα­τος και συ­νέ­βα­λε στη με­τα­τρο­πή της Ι­τα­λί­ας σε ά­θυρ­μα της δι­κτα­το­ρί­ας Μπερ­λου­σκό­νι [ο ο­ποί­ος εί­ναι ταυ­τό­χρο­να ο κο­ρυ­φαί­ος ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ας, ο άν­θρω­πος που ε­λέγ­χει α­σφυ­κτι­κά την τη­λε­ό­ρα­ση και τα ΜΜΕ και ο πρω­θυ­πουρ­γός της χώ­ρας].


Σή­με­ρα, με­τά την α­πο­τυ­χί­α της ε­πί­θε­σης του «κοι­νω­νι­κού προ­λε­τά­ριου» ε­νά­ντια στο κρά­τος, α­να­δει­κνύ­ε­ται, κα­τά τον Νέ­γκρι, έ­να νέ­ο υ­πο­κεί­με­νο, στον α­ντί­πο­δα του προ­η­γου­μέ­νου. εί­ναι ο πο­λυ­τά­λα­ντος ερ­γα­ζό­με­νος υ­ψη­λής ει­δί­κευ­σης, ο ο­ποί­ος, ό­ντας ε­νταγ­μέ­νος κοι­νω­νι­κά και πα­ρα­γω­γι­κά –ι­διαί­τε­ρα στους το­μείς της πλη­ρο­φο­ρι­κής και της πλη­ρο­φο­ρί­ας– πραγ­μα­το­ποιεί την «κομ­μου­νι­στι­κή αυ­το­α­ξιο­ποί­η­ση» –στον α­ντί­πο­δα της «α­να­τρε­πτι­κής φά­σης»– μέ­σω της συμ­με­το­χής στην «αυ­το­κρα­το­ρί­α» και την κα­τα­νά­λω­σή της. Και άρ­κε­σε γι’ αυ­τό η αλ­λα­γή του υ­πο­κει­μέ­νου, α­πό τον ά­νερ­γο μαύ­ρο στον γιά­πη κο­μπιου­τε­ρά!


Προ­φα­νώς, κα­νείς δεν μπο­ρεί να αρ­νη­θεί την ύ­παρ­ξη αυ­τών των υ­πο­κει­μέ­νων. Και ο κοι­νω­νι­κός προ­λε­τά­ριος υ­πήρ­χε και συ­νε­χί­ζει να υ­πάρ­χει και να ε­πε­κτεί­νε­ται, –πα­ρ’ ό­λο που, πλέ­ον, σχε­δόν δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό τον τε­λευ­ταί­ο Νέ­γκρι ε­νώ πα­λιό­τε­ρα κυριαρχούσε στο το­πί­ο– ι­διαί­τε­ρα στους το­μείς των προ­σω­πι­κών υ­πη­ρε­σιών, και η με­ρι­κή α­πα­σχό­λη­ση συ­νε­χί­ζει να διευ­ρύ­νε­ται. Το ί­διο ι­σχύ­ει και με τον πο­λυ­τά­λα­ντο ερ­γα­ζό­με­νο: και υ­παρ­κτός εί­ναι και αυ­ξα­νό­με­νο το ει­δι­κό του βά­ρος. Αν υ­πάρ­χει κά­ποιο πρό­βλη­μα, αυ­τό ε­ντο­πί­ζε­ται αλ­λού: στον βα­θύ­τα­το α­να­γω­γι­σμό της σκέ­ψης του Νέ­γκρι. Ό­ταν, με­τά το 1974, αρ­χί­ζει η κρί­ση του βιο­μη­χα­νι­κού προ­λε­τα­ριά­του της Δύ­σης και πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται οι ε­ξε­γέρ­σεις της ά­νερ­γης νε­ο­λαί­ας, με μια μο­νο­κον­δυ­λιά, σχε­δόν, σβή­νε­ται το βιο­μη­χα­νι­κό προ­λε­τα­ριά­το, α­γνο­ώ­ντας το γε­γο­νός πως ε­πε­κτεί­νε­ται στις νέ­ες βιο­μη­χα­νι­κές χώ­ρες του Τρί­του Κό­σμου. Ό­ταν, ι­διαί­τε­ρα στη φά­ση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, στις δε­κα­ε­τί­ες του 1980 και 1990, το σύ­στη­μα κα­τορ­θώ­νει να ε­λέγ­ξει την ε­ξέ­γερ­ση της νε­ο­λαί­ας, μέ­σα α­πό την ε­πέ­κτα­ση των ναρ­κω­τι­κών, την ποι­νι­κο­ποί­η­ση, την κα­τα­στο­λή και την α­πο­πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση, ξε­χνά­με αίφ­νης τον «κοι­νω­νι­κό προ­λε­τά­ριο» και κα­τα­φεύ­γου­με στον «κο­μπιου­τε­ρά».


Η βιο­ε­ξου­σί­α εί­ναι μια άλ­λη ο­νο­μα­σί­α για την πραγ­μα­τι­κή υ­πα­γω­γή της κοι­νω­νί­ας στο κε­φά­λαιο και αμ­φό­τε­ρες εί­ναι συ­νώ­νυ­μα της πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης πα­ρα­γω­γι­κής τά­ξης. Η πα­ρα­γω­γή πλη­ρώ­νει τις ε­πι­φά­νειες της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας· εί­ναι έ­νας μη­χα­νι­σμός γε­μά­τος ζω­ή, μια ευ­φυ­ή ζω­ή η ο­ποί­α, εκ­φρα­ζό­με­νη στην πα­ρα­γω­γή και την α­να­πα­ρα­γω­γή, αλ­λά και στην κυ­κλο­φο­ρί­α (της ερ­γα­σί­ας, των συ­ναι­σθη­μά­των και των γλωσ­σών), σφρα­γί­ζει την κοι­νω­νί­α με έ­να νέ­ο συλ­λο­γι­κό νό­η­μα και ε­ντο­πί­ζει την α­ρε­τή και τον πο­λι­τι­σμό μέ­σα στη συ­νερ­γα­σί­α.


Οι δυ­νά­μεις της ε­πι­στή­μης, της γνώ­σης, του συ­ναι­σθή­μα­τος και της ε­πι­κοι­νω­νί­ας εί­ναι οι πρω­ταρ­χι­κές δυ­νά­μεις που συγ­κρο­τούν την αν­θρω­πο­λο­γι­κή μας δυ­νη­τι­κό­τη­τα και α­να­πτύσ­σο­νται στις ε­πι­φά­νειες της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. [ ] Η ερ­γα­σί­α γί­νε­ται ό­λο και πιο ά­υ­λη και υ­λο­ποιεί την α­ξί­α της μέ­σα α­πό μια μο­να­δι­κή και διαρ­κή δια­δι­κα­σί­α και­νο­το­μί­ας στον το­μέ­α της πα­ρα­γω­γής· εί­ναι ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­κα­νή να α­να­λώ­σει ή να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τις υ­πη­ρε­σί­ες της κοι­νω­νι­κής α­να­πα­ρα­γω­γής με τρό­πο ο­λο­έ­να πιο ε­κλε­πτυ­σμέ­νο και αλ­λη­λο­δρα­στι­κό. Η ευ­φυ­ΐ­α και το συ­ναί­σθη­μα (ή μάλ­λον ο νους στον ί­διο βαθ­μό με το σώ­μα), τη στιγ­μή α­κρι­βώς που γί­νο­νται οι πρω­ταρ­χι­κές πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις, προ­κα­λούν την ταύ­τι­ση της πα­ρα­γω­γής και της ζω­ής στο πε­δί­ο ό­που λει­τουρ­γούν, για­τί η ζω­ή δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο α­πό την παρα­γω­γή και α­να­πα­ρα­γω­γή ε­νός συ­νό­λου σω­μά­των και νο­ών.4 
Πε­ρά­σα­με ή­δη σε έ­ναν κό­σμο χω­ρίς ι­δρώ­τα και αί­μα, ε­κεί­νον της ά­υ­λης ερ­γα­σί­ας ό­που κυ­ριαρ­χεί η διαρ­κής «και­νο­το­μί­α», και «η α­ρε­τή και ο πο­λι­τι­σμός ε­ντο­πί­ζο­νται μέ­σα στη συ­νερ­γα­σί­α». Σε αυ­τόν τον αγ­γε­λι­κό κό­σμο δεν υ­πάρ­χουν τα ε­κα­τομ­μύ­ρια των γυ­ναι­κών που κα­τα­σκευά­ζουν τα μι­κρο­τσίπ των υ­πο­λο­γι­στών, τα ε­κα­τομ­μύ­ρια των γυ­ναι­κών που ερ­γά­ζο­νται στα σού­περ-μάρ­κετ­ς, τα ε­κα­τομ­μύ­ρια των delivery’s boys, τα ε­κα­το­ντά­δες ε­κα­τομ­μύ­ρια των Ιν­δών α­γρο­τών, αλ­λά μό­νον «οι δυ­νά­μεις της ε­πι­στή­μης, της γνώ­σης του συ­ναι­σθή­μα­τος και της ε­πι­κοι­νω­νί­ας»! Το νέ­ο κοι­νω­νι­κό υ­πο­κεί­με­νο εί­ναι ί­σως οι… πα­νε­πι­στη­μια­κοί.
Με αυ­τή τη λο­γι­κή, σε κά­θε και­νούρ­για μι­κρο­φά­ση της οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης και της κοι­νω­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης, το κοι­νω­νι­κό υ­πο­κεί­με­νο του με­τα­σχη­μα­τι­σμού α­νά­γε­ται σε μί­α κε­ντρι­κή «φι­γού­ρα» και οι υ­πό­λοι­πες υ­πο­βαθ­μί­ζο­νται ή ε­ξα­φα­νί­ζο­νται. Ά­ρα, με βά­ση τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του «νέ­ου» υ­πο­κει­μέ­νου, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­υμε το σύ­νο­λο της πε­ριό­δου και των πολ­λα­πλών υ­πο­κει­μέ­νων. Αυ­τός ο α­να­γω­γι­σμός εί­ναι συ­νέ­πεια της εμ­μο­νής στην υ­πο­τι­θέ­με­νη ε­νο­ποι­η­τι­κή «τά­ση» του κε­φα­λαί­ου. Κα­τά τον ί­διο τρό­πο, ε­δώ και ε­κα­τόν πε­νή­ντα χρό­νια, α­ναγ­γέλ­λε­ται η ε­ξα­φά­νι­ση των εν­διά­με­σων τά­ξε­ων μέ­σα α­πό τη δια­δι­κα­σί­α «προ­λε­τα­ριο­ποί­η­σης» ως συ­νέ­πεια της τά­σης του κε­φα­λαί­ου και γε­νιές ο­λό­κλη­ρες μαρ­ξι­στών πε­ρί­με­ναν αυ­τή την κοι­νω­νι­κή πό­λω­ση που θα ο­δη­γή­σει σχε­δόν αυ­το­μά­τως στην ε­πα­νά­στα­ση. Σε μια πα­ρο­ξυ­στι­κή μορ­φή του α­να­γω­γι­σμού ό­χι μό­νον δια­κη­ρύσ­σε­ται η ο­λο­κλή­ρω­ση αυ­τής της τά­σης αλ­λά και ταυ­τί­ζε­ται το σύ­νο­λο των ερ­γα­ζο­μέ­νων με μια μειο­ψη­φι­κή –έ­στω και αν εί­ναι νευ­ραλ­γι­κή– μορ­φή της ερ­γα­σί­ας. Κα­τά συ­νέ­πεια, ε­κεί που πριν εί­χα­με το «υ­πο­κεί­με­νο» του εμ­φυ­λί­ου και του «σα­μπο­τάζ»5 τώ­ρα έ­χου­με ε­κεί­νο της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας της «α­πο­σκίρ­τη­σης» και της «αυ­το­μο­λί­ας»!
Ε­νώ στην πει­θαρ­χι­κή ε­πο­χή το σα­μπο­τάζ ή­ταν η θε­με­λια­κή μορ­φή α­ντί­στα­σης, στην ε­πο­χή του αυ­το­κρα­το­ρι­κού ε­λέγ­χου ί­σως εί­ναι η α­πο­σκίρ­τη­ση. Ε­νώ στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα η ε­να­ντί­ω­ση σή­μαι­νε συ­χνά μια ευ­θεί­α και/ή δια­λε­κτι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση δυ­νά­με­ων, στη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα ί­σως εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή ε­άν υ­ιο­θε­τή­σει μια πλά­για ή δια­γώ­νια στά­ση. Οι μά­χες κα­τά της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας ί­σως κερ­δη­θούν μέ­σω της α­φαί­ρε­σης και της αυ­το­μο­λί­ας. Αυ­τή η α­πο­σκίρ­τη­ση δεν έ­χει ορι­σμέ­νο τό­πο. εί­ναι η εκ­κέ­νω­ση των τό­πων της ε­ξου­σί­ας.6 
Εν ο­λί­γοις, ε­άν κά­πο­τε εί­χε νό­η­μα η α­ντί­στα­ση στον ι­μπε­ρια­λι­σμό και η ευ­θεί­α α­ντι­πα­ρά­θε­ση μα­ζί του, σή­με­ρα, την ε­πο­χή της «Αυ­το­κρα­το­ρί­ας», θα πρέ­πει σαν τους αρ­χαί­ους Έλ­λη­νες –με­τά την Πύδ­να και τον Μόμ­μιο– να υ­ιο­θε­τή­σου­με μια «πλά­για ή δια­γώ­νια στά­ση», δη­λα­δή να υ­πο­τα­χτού­με και να «αυ­το­μο­λή­σου­με» πνευ­μα­τι­κά. Έ­τσι και στη ρω­μα­ϊ­κή ε­πο­χή οι Έλ­λη­νες έ­χα­σαν μεν την πο­λι­τι­κή τους αυ­το­νο­μί­α αλ­λά ε­πι­βιώ­σαν πο­λι­τι­σμι­κά. Αυ­τή εί­ναι η ου­σί­α του συ­μπε­ρά­σμα­τος το ο­ποί­ο συ­νά­γουν οι συγ­γρα­φείς –α­νά­λο­γο με ε­κεί­νο του Στέ­λιου Ράμ­φου– α­πέ­να­ντι στην Αυ­το­κρα­το­ρί­α δεν έ­χου­με άλ­λη λύ­ση α­πό την «αυ­το­μο­λί­α»!
Ε­πει­δή ό­μως τί­πο­τε δεν πρέ­πει να α­πο­κλεί­ε­ται μό­νον με ό­ρους η­θι­κής, αλ­λά να διε­ρευ­νά­ται συ­γκε­κρι­μέ­να, θα πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πί­σου­με την πι­θα­νό­τη­τα μιας τέ­τοιας μορ­φής «α­ντί­στα­σης», την ο­ποί­α «προ­τεί­νουν» ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι στην Ελ­λά­δα – εξ ου, εν μέ­ρει, και η ε­πι­τυ­χί­α του βι­βλί­ου. Ό­πως δεί­ξα­με συ­νο­πτι­κά πα­ρα­πά­νω, και πιο ε­κτε­τα­μέ­να αλ­λού7 , τα ρε­α­λι­στι­κά δε­δο­μέ­να στο ε­πί­πε­δο της οι­κο­νο­μί­ας και της κοι­νω­νί­ας υ­πο­δη­λώ­νουν πως κά­τι τέ­τοιο προ­τεί­νε­ται σε μια στιγ­μή που η Αυ­το­κρα­το­ρί­α δια­νύ­ει την τε­λευ­ταί­α φά­ση της η­γε­μο­νί­ας της, τη στρα­το­κρα­τι­κή, και σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν πρό­κει­ται να α­κο­λου­θή­σουν τρια­κό­σια ή τε­τρα­κό­σια χρό­νια μιας pax americana, ώ­στε η υ­πο­τα­γή και η δο­λι­χο­δρο­μί­α να προ­τεί­νο­νται ως μο­ντέ­λα κα­θο­λι­κής ι­σχύ­ος. Α­ντί­θε­τα, μπο­ρού­με να προ­βλέ­ψου­με πως «η ευ­θεί­α α­ντι­πα­ρά­θε­ση» και το «σα­μπο­τάζ» θα τεί­νει να γε­νι­κευ­τεί.

Ο βα­θύ­τε­ρος α­να­γω­γι­σμός της νε­γκρια­νής σκέ­ψης ε­πι­τρέ­πει και την, τό­σο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή στην ά­πο­ψή του, υ­πο­βάθ­μι­ση της πο­λι­τι­κής. Διό­τι, ε­άν τα κοι­νω­νι­κά υ­πο­κεί­με­να εί­ναι πολ­λα­πλά και ποι­κί­λα, ό­πως και πράγ­μα­τι συμ­βαί­νει, ε­άν η α­νά­πτυ­ξη εί­ναι α­νι­σό­με­τρη, τό­σο σε ε­θνι­κό ό­σο και σε διε­θνι­κό ε­πί­πε­δο, τό­τε η πο­λι­τι­κή, ως σύν­θε­ση δια­φο­ρε­τι­κών υ­πο­κει­μέ­νων και α­να­γκών, εί­ναι α­να­γκαί­α, και η δια­μόρ­φω­ση ε­ναλ­λα­κτι­κών προ­τά­σε­ων και προ­ταγ­μά­των πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πα­ραί­τη­τη α­πό πο­τέ άλ­λο­τε. Αν α­ντί­θε­τα, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζουν οι Νέ­γκρι και Χαρ­τ, οι α­νά­γκες και το πρό­ταγ­μα α­να­δύ­ο­νται «αυ­το­μά­τως» α­πό το «πλή­θος», ο­μο­γε­νο­ποι­η­μέ­να και ο­μό­τρο­πα σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα, τό­τε η πο­λι­τι­κή σύν­θε­ση εί­ναι μάλ­λον ά­χρη­στη ή ί­σως και βλα­πτι­κή! Στην πα­λαιό­τε­ρη, την ε­πα­να­στα­τι­κή, πε­ρί­ο­δο του «κοι­νω­νι­κού προ­λε­τά­ριου» κά­τι τέ­τοιο σή­μαι­νε την ά­με­ση ε­ξέ­γερ­ση και α­να­τρο­πή, σή­με­ρα, στην «Αυ­το­κρα­το­ρι­κή» πε­ρί­ο­δο, ση­μαί­νει την α­νά­πτυ­ξη των νέ­ων γνω­στι­κών και δη­μιουρ­γι­κών δυ­να­το­τή­των των ερ­γα­ζο­μέ­νων μέ­σα στα πλαί­σια της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας!


Μια α­ντί­λη­ψη που υ­πήρ­ξε ι­διαί­τε­ρα πα­ρα­γω­γι­κή, ως «ερ­γα­τι­σμός», «θε­ω­ρί­α της ρύθ­μι­σης» κ.λπ., εξ αι­τί­ας του μο­νο­διά­στα­του α­να­γω­γι­σμού της και του βα­θύ­τα­του α­ντι­ρο­μα­ντι­σμού της, θα πε­ρά­σει α­πό το έ­να ά­κρο, της ε­ξέ­γερ­σης, στο άλ­λο, της εν­σω­μά­τω­σης.


Το πρό­ταγ­μα της α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­σης
Στην α­ντι­ρο­μα­ντι­κή «Αυ­το­κρα­το­ρί­α», κά­θε τι που α­να­φέ­ρε­ται στο πα­ρελ­θόν, την Πα­ρά­δο­ση, την ταυ­τό­τη­τα, τo «έ­δα­φος», εί­ναι αρ­νη­τι­κός και α­να­σταλ­τι­κός πα­ρά­γων. Η φρά­ση η ο­ποί­α ε­πα­νέρ­χε­ται διαρ­κώς εί­ναι η «α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­ση» με θε­τι­κό πρό­ση­μο. Πλέ­ον το ι­δε­ώ­δες του «πλή­θους» κα­τά τον Νέ­γκρι δεν εί­ναι η «ε­δα­φι­κο­ποί­η­ση», το «ρί­ζω­μα» των αν­θρώ­πων, αλ­λά η «α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­ση», το ξε­ρί­ζω­μα, η α­πώ­λεια κά­θε συ­ντε­ταγ­μέ­νης.
…Η οι­κο­δό­μη­ση της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας α­πο­τε­λεί έ­να βή­μα προ­ό­δου στην προ­σπά­θεια να α­παλ­λα­γού­με α­πό κά­θε αί­σθη­μα νο­σταλ­γί­ας για τις προ­γε­νέ­στε­ρες ε­ξου­σια­στι­κές δο­μές και να α­πορ­ρί­ψου­με [ ] την προ­σπά­θεια πα­λι­νόρ­θω­σης του ε­θνι­κού κρά­τους ως προ­στα­τευ­τι­κού μη­χα­νι­σμού έ­να­ντι του πα­γκό­σμιου κε­φα­λαί­ου. Υ­πο­στη­ρί­ζου­με ό­τι η Αυ­το­κρα­το­ρί­α εί­ναι κα­λύ­τε­ρη. [ ]
Έ­χου­με πλή­ρη συ­νεί­δη­ση ό­τι, υ­ιο­θε­τώ­ντας αυ­τή τη θέ­ση, κο­λυ­μπού­με ε­νά­ντια στο ρεύ­μα των φί­λων και συ­ντρό­φων μας της Α­ρι­στε­ράς. Στις μα­κρές δε­κα­ε­τί­ες της τρέ­χου­σας κρί­σης που με­τά τη δε­κα­ε­τί­α του 1960 τα­λα­νί­ζει την κομ­μου­νι­στι­κή, σο­σια­λι­στι­κή και φι­λε­λεύ­θε­ρη Α­ρι­στε­ρά, μια ση­μα­ντι­κή με­ρί­δα του κρι­τι­κού στο­χα­σμού, τό­σο στις κυ­ρί­αρ­χες ό­σο και στις ε­ξαρ­τη­μέ­νες χώ­ρες, προ­σπά­θη­σε να α­να­συ­στή­σει ε­στί­ες α­ντί­στα­σης με βά­ση τις ταυ­τό­τη­τες των κοι­νω­νι­κών υ­πο­κει­μέ­νων ή των ε­θνι­κών και το­πι­κών ο­μά­δων, θε­με­λιώ­νο­ντας συ­χνά την πο­λι­τι­κή α­νά­λυ­ση στον ε­ντο­πι­σμό των α­γώ­νων. Τέ­τοιου εί­δους ε­πι­χει­ρή­μα­τα κα­τα­σκευά­ζο­νται ε­νί­ο­τε με ό­ρους κι­νη­μά­των ή πο­λι­τι­κών «το­πο-ε­δρι­κών», στα ο­ποί­α τα ό­ρια του τό­που (νο­ού­με­νου εί­τε ως ταυ­τό­τη­τας εί­τε ως ε­δά­φους) α­ντι­πα­ρα­τί­θε­νται στον α­δια­φο­ρο­ποί­η­το και ο­μοιο­γε­νή χώ­ρο των πα­γκό­σμιων δι­κτύ­ων. Άλ­λες φο­ρές, τέ­τοιου εί­δους πο­λι­τι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα α­πορ­ρέ­ουν α­πό τη μα­κρά πα­ρά­δο­ση του α­ρι­στε­ρού ε­θνι­κι­σμού, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α (στις κα­λύ­τε­ρες των πε­ρι­πτώ­σε­ων) το έ­θνος νο­εί­ται ως ο κυ­ριό­τε­ρος μη­χα­νι­σμός ά­μυ­νας έ­να­ντι της κυ­ριάρ­χη­σης του ξέ­νου και/ή του πα­γκό­σμιου κε­φα­λαί­ου. Ο συλ­λο­γι­σμός στον ο­ποί­ο βα­σί­ζο­νται σή­με­ρα οι ποι­κί­λες μορ­φές «το­πι­κής» α­ρι­στε­ρής στρα­τη­γι­κής φαί­νε­ται καθ’ ό­λα α­ντι­δρα­στι­κός: Ε­άν η κε­φα­λαιο­κρα­τι­κή κυ­ριαρ­χί­α προ­σλαμ­βά­νει ο­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­γκό­σμιο χα­ρα­κτή­ρα, τό­τε οι α­ντι­στά­σεις μας ε­να­ντί­ον της πρέ­πει να υ­πε­ρα­μυν­θούν του το­πι­κού και να ε­γεί­ρουν φραγ­μούς στις προ­ϊ­ού­σες ρο­ές του κε­φα­λαί­ου. Ι­δω­μέ­νες α­πό αυ­τή τη σκο­πιά, η πραγ­μα­τι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση του κε­φα­λαί­ου και η συ­γκρό­τη­ση της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας πρέ­πει να ερ­μη­νευ­θούν ως εν­δεί­ξεις α­πώ­λειας των κε­κτη­μέ­νων και ήτ­τας.8 
Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό το τε­λευ­ταί­ο ση­μεί­ο. Για τους συγ­γρα­φείς οι δύ­ο τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες του 20ού αιώ­να, του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, της κα­τα­στρο­φής των πρώ­των σο­σια­λι­στι­κών α­πο­πει­ρών προς την κα­τεύ­θυν­ση μιας μα­φιό­ζι­κης πα­λι­νόρ­θω­σης, της ε­μπο­ρευ­μα­τι­κο­ποί­η­σης σχέ­σε­ων και υ­πο­κει­μέ­νων, της χω­ρίς προ­η­γού­με­νο ερ­γα­σια­κής και πο­λι­τι­στι­κής ο­πι­σθο­δρό­μη­σης, της ε­πι­στρο­φής στην ε­πο­χή της κα­νο­νιο­φό­ρου (ε­πι­θέ­σεις στο Ι­ράκ, την Γιου­γκο­σλα­βί­α, το Αφ­γα­νι­στάν), δεν συ­γκρο­τούν μια ε­πο­χή ήτ­τας και α­ντε­πί­θε­σης του κε­φα­λαί­ου αλ­λά μια α­κό­μα «νί­κη». (Δεν θα α­πο­φύ­γω τον πει­ρα­σμό να θυ­μί­σω πως για τον Α­ντό­νιο Νέ­γκρι και η κα­τα­στρο­φή του ι­τα­λι­κού κι­νή­μα­τος με­τά την α­πα­γω­γή του Μό­ρο εί­χε ε­πί­σης χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως «νί­κη»!)
Α­πέ­να­ντι λοι­πόν σε αυ­τή τη «νί­κη», που ση­μα­το­δο­τεί­ται α­πό την ά­νο­δο του Ρή­γκαν και της Θά­τσερ και α­πο­λή­γει σε ε­κεί­νη του Μπους του νε­ώ­τε­ρου, ό­λοι οι α­γώ­νες, ι­διαί­τε­ρα των δύ­ο τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών, που ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν σε προ­σπά­θειες δια­τή­ρη­σης της ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, υ­πε­ρά­σπι­σης της φύ­σης, ε­νά­ντια στη διε­θνο­ποί­η­ση του ε­μπο­ρί­ου (α­πό την Πα­λαι­στί­νη και το Κουρ­δι­στάν έ­ως το Τσερ­νο­μπίλ και το α­ντι­πυ­ρη­νι­κό κί­νη­μα για να φθά­σου­με έ­ως το Ση­ά­τλ) εί­ναι «α­ντι­δρα­στι­κοί» διό­τι θέ­λουν να θέ­σουν φραγ­μούς στην πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση. Εί­ναι α­ντι­δρα­στι­κά τα κι­νή­μα­τα κα­τά της πο­λι­τι­σμι­κής κυ­ριαρ­χί­ας του Χόλ­λυ­γου­ντ, οι α­πό­πει­ρες να προ­στα­τευ­τούν οι ε­θνι­κές κουλ­τού­ρες και οι ε­θνι­κές γλώσ­σες. εί­ναι α­ντι­δρα­στι­κή η α­πό­πει­ρα των Γάλ­λων α­γρο­τών και του Μπο­βέ να προ­στα­τευ­τεί η γαλ­λι­κή γε­ωρ­γί­α α­πό την ε­πέ­λα­ση των με­ταλ­λαγ­μέ­νων α­με­ρι­κα­νι­κών προ­ϊ­ό­ντων. Για να μη μι­λή­σου­με για το Ι­ράν, την Πα­λαι­στί­νη, τον ι­σλα­μι­σμό, ή τη Γιου­γκο­σλα­βί­α. Α­ντι­δρα­στι­κό, μας εί­πε ο Νέ­γκρι, εί­ναι και το α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κό κί­νη­μα [κα­θό­λου τυ­χαί­α εί­χε δη­λώ­σει πριν τη με­γά­λη δια­δή­λω­ση της Γέ­νο­βας, το κα­λο­καί­ρι του 2001 πως δεν πρό­κει­ται να πα­ρευ­ρε­θεί σε μια α­ντι­δρα­στι­κή δια­δή­λω­ση, για να α­να­κρού­σει πρύ­μναν στη συ­νέ­χεια]. Ό­λοι αυ­τοί οι α­γώ­νες που στρέ­φο­νται ε­νά­ντια στην πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και υ­πέρ της ε­δα­φι­κο­ποί­η­σης και της το­πι­κό­τη­τας βρί­σκο­νται σε «λαν­θα­σμέ­νη» και «ε­πι­ζή­μια» κα­τεύ­θυν­ση:


Ε­μείς, [ ] υ­πο­στη­ρί­ζου­με ό­τι, με τα ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να, αυ­τή η το­πι­κι­στι­κή το­πο­θέ­τη­ση εί­ναι τό­σο ε­σφαλ­μέ­νη ό­σο και ε­πι­ζή­μια.[ ] Δε­δο­μέ­νων τέ­τοιων υ­πο­θέ­σε­ων, δεν πρέ­πει να μας εκ­πλήσ­σει το γε­γο­νός ό­τι πολ­λές συ­νη­γο­ρί­ες του το­πι­κού υ­ιο­θε­τούν την ο­ρο­λο­γί­α της πα­ρα­δο­σια­κής οι­κο­λο­γί­ας ή και ταυ­τί­ζουν αυ­τό το «το­πι­κό» πο­λι­τι­κό σχέ­διο με την προ­στα­σί­α της φύ­σης και της βιο­ποι­κι­λό­τη­τας. Η ά­πο­ψη αυ­τή μπο­ρεί να ε­κτρα­πεί εύ­κο­λα σε έ­να εί­δος αρ­χε­γο­νι­σμού [primordialism], ο ο­ποί­ος α­πο­λι­θώ­νει και ρο­μα­ντι­κο­ποιεί τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις και ταυ­τό­τη­τες.9 


Έ­τσι ό­χι μό­νο η Αυ­το­κρα­το­ρί­α φορ­τί­ζε­ται με θε­τι­κό πρό­ση­μο, αλ­λά και κά­θε «ρο­μα­ντι­κή» α­να­φο­ρά στη φύ­ση και την κοι­νω­νι­κή βιο­ποι­κι­λό­τη­τα ο­δη­γεί σε έ­να εί­δος αρ­χε­γο­νι­σμού. Το γε­γο­νός δη­λα­δή ό­τι οι άν­θρω­ποι στρέ­φο­νται στο πα­ρελ­θόν και α­να­ζη­τούν, στους Ιν­διά­νους της Α­με­ρι­κής, στους αρ­χαί­ους Έλ­λη­νες, στην προ­κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νό­τη­τα, στις Ι­τα­λι­κές πό­λεις της Α­να­γέν­νη­σης, στις μο­να­στι­κές κοι­νό­τη­τες, στον αρ­χέ­γο­νο κοι­νο­βια­κό χρι­στια­νι­σμό, στο Ι­σλάμ στην πρώ­τη του λα­μπρό­τη­τα, κ.ο.κ., ε­κεί­να τα στοι­χεί­α που θα τους συν­δρά­μουν στην α­πό­πει­ρά τους να δια­μορ­φώ­σουν σή­με­ρα μια ε­ναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση, τους κα­τα­τάσ­σει αυ­το­μά­τως στους α­ντι­δρα­στι­κούς ρο­μα­ντι­κούς. Έ­να­ντι προ­φα­νώς ε­κεί­νου του «προ­ο­δευ­τι­σμού» που κα­τέ­σκα­ψε τον πλα­νή­τη και τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων, με­τα­βάλ­λο­ντας τις κα­θη­με­ρι­νές σχέ­σεις σε έ­ναν αλ­λο­τριω­μέ­νο ε­φιάλ­τη, ό­που οι κά­τοι­κοι του τό­σο ζη­λευ­τού ε­πι­κέ­ντρου της αυ­το­κρα­το­ρί­ας ε­πι­βιώ­νουν κα­τα­να­λώ­νο­ντας τό­νους η­ρε­μι­στι­κών και ναρ­κω­τι­κών, α­φού βέ­βαια έ­χουν ε­γκα­τα­λεί­ψει κά­θε α­να­φο­ρά σε έ­δα­φος, ταυ­τό­τη­τα, αλ­λη­λεγ­γύ­η.


[ ] Εί­ναι σφάλ­μα, εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, να υ­πο­στη­ρί­ζου­με ό­τι μπο­ρού­με να (ε­πα­να)θε­σπί­σου­με το­πι­κές ταυ­τό­τη­τες οι ο­ποί­ες θα βρί­σκο­νται τρό­πον τι­νά ε­κτός και θα προ­στα­τεύ­ο­νται έ­να­ντι των πλα­νη­τι­κών ρο­ών του κε­φα­λαί­ου και της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. [ ]


Η στρα­τη­γι­κή της το­πι­κής α­ντί­στα­σης πα­ρα­γνω­ρί­ζει και ά­ρα συ­γκα­λύ­πτει τον ε­χθρό. Δεν εί­μα­στε επ’ ου­δε­νί α­ντί­θε­τοι σε αυ­τή κα­θαυ­τή την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση των σχέ­σε­ων. [ ] Κυ­ρί­ως ό­μως αυ­τή η στρα­τη­γι­κή υ­πε­ρά­σπι­σης του το­πι­κού εί­ναι ε­πι­ζή­μια για­τί συ­σκο­τί­ζει και φτά­νει μέ­χρι του ση­μεί­ου να αρ­νεί­ται τις πραγ­μα­τι­κές ε­ναλ­λα­κτι­κές ο­δούς και τις δυ­να­τό­τη­τες α­πε­λευ­θέ­ρω­σης που α­νοί­γο­νται ε­ντός της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. [ ]10 


Και αν εί­ναι πράγ­μα­τι γε­γο­νός πως το πο­τά­μι δεν α­να­στρέ­φε­ται και δεν μπο­ρούν να α­να­πα­ρα­χθούν οι πα­λιό­τε­ρες κοι­νω­νι­κές μορ­φές, ω­στό­σο, μπρο­στά στις κα­τα­στρο­φές που έ­χει ε­πι­φέ­ρει η μο­ντερ­νι­κό­τη­τα, α­πει­λώ­ντας το αν­θρω­πο­λο­γι­κό υ­πό­στρω­μα του homo sapiens, η στρο­φή «προς τα πί­σω» και το ρί­ζω­μα στο το­πι­κό α­πο­τε­λεί τον α­να­γκαί­ο ό­ρο για τη δια­μόρ­φω­ση μιας πα­γκο­σμιό­τη­τας που δεν θα α­πο­τε­λεί ε­πι­βο­λή μιας αυ­το­κρα­το­ρί­ας και του κε­φα­λαί­ου, αλ­λά μια σύν­θε­ση, ε­πι­τέ­λους δη­μο­κρα­τι­κή και πλα­νη­τι­κή, των α­να­ρίθ­μη­των «φυ­λών» και ταυ­το­τή­των του κό­σμου μας. Δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει πα­γκο­σμιό­τη­τα και κα­θο­λι­κό­τη­τα α­πο­δε­κτή α­πό τα υ­πο­κεί­με­να, αν δεν α­να­δύ­ε­ται α­πό την συ­μπε­ρί­λη­ψη στο κα­θο­λι­κό του το­πι­κού, της ι­διαι­τε­ρό­τη­τας, του ρι­ζώ­μα­τος των αν­θρώ­πων.
Δια­φο­ρε­τι­κά η κα­θο­λι­κό­τη­τα θα α­πορ­ρί­πτε­ται διαρ­κώς α­πό κά­ποιον Μπιν Λά­ντεν, ο α­ντα­γω­νι­σμός θα α­να­δύ­ε­ται και πά­λι μέ­σα α­πό τη συ­γκρό­τη­ση της α­ντί­πα­λης, π.χ. της κι­νε­ζι­κής, αυ­το­κρα­το­ρί­ας και η ση­με­ρι­νή φα­ντα­σια­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α του Τό­νι Νέ­γκρι θα γί­νει συ­ντρίμ­μια – ό­πως έ­γι­νε η βρε­τα­νι­κή με τον Α΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, για να μην α­να­φερ­θού­με στον θρυμ­μα­τι­σμό του ρω­μα­ϊ­κού imperium, με­τά α­πό πέ­ντε ο­λό­κλη­ρους αιώ­νες «αυ­θε­ντι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης». Δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει δη­μο­κρα­τί­α για το «πλή­θος» πα­ρά στο ε­πί­πε­δο του το­πι­κού και του συ­γκε­κρι­μέ­νου, του «ε­δά­φους», και ό­χι βέ­βαια α­πε­δα­φι­κο­ποι­η­μέ­νη. Αυ­τή εί­ναι μό­νο η δη­μο­κρα­τί­α των γιά­πη­δων, των διε­θνών στε­λε­χών, των διε­θνών πα­νε­πι­στη­μια­κών ε­λίτ, που πα­τρί­δα τους εί­ναι το τζετ και τα ξε­νο­δο­χεί­α «Ι­ντερ­κο­ντι­νέ­νταλ» των α­ε­ρο­δρο­μί­ων. Για το «πλή­θος», η δη­μο­κρα­τί­α έ­χει ό­νο­μα, γεύ­ση, γλώσ­σα, πα­ρά­δο­ση και ταυ­τό­τη­τα.


Κά­πο­τε, ί­σως, πε­ρά­σου­με σε μια νέ­α ε­πο­χή πα­γκο­σμιό­τη­τας, ό­που η α­πα­ραί­τη­τη και τό­τε το­πι­κό­τη­τα θα εί­ναι α­πλώς μί­α άρ­θρω­ση, έ­νας «κόμ­βος» του κα­θό­λου, μια «υ­βρι­δι­κή» μορ­φή, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τον ό­ρο του Νέ­γκρι. δη­λα­δή η το­πι­κό­τη­τα δεν θα χρω­μα­τί­ζε­ται α­πό τις ι­διαί­τε­ρες, ε­θνι­κές, ε­θνο­τι­κές, θρη­σκευ­τι­κές ή πο­λι­τι­σμι­κές ταυ­τό­τη­τες, αλ­λά θα α­πο­τε­λεί α­πλώς την το­πι­κή μορ­φή και έκ­φρα­ση μιας κα­θο­λι­κό­τη­τας. Αυ­τή την ει­κο­νι­κή μελ­λο­ντο­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πε­ρι­γρά­φει η «Αυ­το­κρα­το­ρί­α». Και εί­ναι ει­κο­νι­κή και δυ­νη­τι­κή διό­τι μπο­ρεί, ί­σως, να υ­λο­ποι­η­θεί με­τά α­πό ε­κα­το­ντά­δες χρό­νια! Μό­νον α­φού πρώ­τα θα έ­χει α­να­γνω­ρι­στεί και κα­το­χυ­ρω­θεί η συ­γκε­κρι­μέ­νη και ε­δα­φι­κο­ποι­η­μέ­νη «ι­στο­ρι­κή» το­πι­κό­τη­τα λα­ών και τά­ξε­ων σή­με­ρα. Μό­νον α­φού συ­γκρο­τη­θεί μια πα­γκο­σμιό­τη­τα στην ο­ποί­α θα συμ­βά­λουν ε­πί ί­σοις ό­ροις οι ε­πί μέ­ρους ι­στο­ρι­κές ταυ­τό­τη­τες, τό­τε ί­σως α­νοί­ξει μια ι­στο­ρι­κή δια­δι­κα­σί­α με­τα­σχη­μα­τι­σμών κα­τά την ο­ποί­α θα πε­ριο­ρι­στεί δρα­στι­κά η ση­μα­σί­α των ι­στο­ρι­κών ταυ­το­τή­των. Τό­τε ί­σως πά­ψει η Κί­να να ο­ρί­ζει μια ι­στο­ρι­κή ταυ­τό­τη­τα και θα α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πλό κόμ­βο μιας κα­θο­λι­κό­τη­τας;! Στο με­τα­ξύ βρι­σκό­μα­στε πο­λύ μα­κριά α­πό κά­τι τέ­τοιο. οι α­φρι­κα­νι­κοί λα­οί, ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, θα πρέ­πει να κα­τα­κτή­σουν τη με­το­χή τους στην πα­γκο­σμιό­τη­τα και να συ­να­ντή­σουν τον σύγ­χρο­νο κό­σμο με πρω­τό­τυ­πο τρό­πο, κα­τα­δυό­με­νοι και εκ­κι­νώ­ντας α­πό την «α­φρι­κα­νι­κό­τη­τα» και ό­χι ως α­ποι­κιο­κρα­τού­με­νοι της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας του Τζωρ­τζ Μπους – ή μή­πως και ε­κεί­νης του Τό­νι Νέ­γκρι;!


Διό­τι αν θε­ω­ρείς πως έ­χου­με ή­δη φτά­σει σε αυ­τό το «πα­γκό­σμιο χω­ριό» –ε­νώ κά­τι τέ­τοιο ε­πι­διώ­κε­ται με ό­ρους κυ­ριαρ­χί­ας και ε­πι­βο­λής, με ό­ρους α­ποι­κιο­κρα­τι­κούς–, τό­τε ε­ξυ­μνείς υ­πο­χρε­ω­τι­κά την α­πο­ε­δα­φι­κο­ποί­η­ση. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αν κά­πο­τε προ­σεγ­γί­σου­με έ­να τέ­τοιο πα­γκό­σμιο χω­ριό, το «πλή­θος» και πά­λι την ε­δα­φι­κο­ποί­η­ση θα ε­πι­ζη­τεί, ε­νώ το κε­φά­λαιο, στην πιο α­φη­ρη­μέ­νη του μορ­φή, θα προ­ω­θεί την α­πο­ε­δα­φι­κο­ποί­η­ση του τε­χνη­τού με­ταν­θρώ­που.


[ ] Οι α­γώ­νες που προ­η­γή­θη­καν και προ­ει­κό­νι­σαν την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση ή­ταν εκ­φρά­σεις της δύ­να­μης της ζω­ντα­νής ερ­γα­σί­ας, η ο­ποί­α ε­πι­δί­ω­ξε να α­πε­λευ­θε­ρω­θεί α­πό τα α­νε­λα­στι­κά, ε­δα­φο­ποι­η­τι­κά κα­θε­στώ­τα που της εί­χαν ε­πι­βλη­θεί. Κα­θώς αμ­φι­σβη­τεί τη νε­κρή ερ­γα­σί­α που έ­χει συσ­σω­ρευ­τεί ε­να­ντί­ον της, η ζω­ντα­νή ερ­γα­σί­α προ­σπα­θεί πά­ντο­τε να κα­τα­λύ­σει τις πα­γιω­μέ­νες ε­δα­φι­κο­ποι­η­τι­κές δο­μές, τις ε­θνι­κές ορ­γα­νώ­σεις και τα πο­λι­τι­κά μορ­φώ­μα­τα που την κρα­τούν δέ­σμια. Με τη δύ­να­μη της ζω­ντα­νής ερ­γα­σί­ας, με την α­ει­κί­νη­τη δρα­στη­ριό­τη­τά της και με την α­πε­δα­φι­κο­ποι­η­τι­κή της ε­πι­θυ­μί­α, αυ­τή η δια­δι­κα­σί­α της ρή­ξης α­νοί­γει διά­πλα­τα ό­λες τις πόρ­τες της ι­στο­ρί­ας. Ό­ταν κα­νείς υ­ιο­θε­τεί τη σκο­πιά της δρα­στη­ριό­τη­τας του πλή­θους, της πα­ρα­γω­γής της υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας και της ε­πι­θυ­μί­ας, μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει πως η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, στο βαθ­μό που ε­πι­φέ­ρει μια πραγ­μα­τι­κή α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­ση των προ­γε­νέ­στε­ρων δο­μών εκ­με­τάλ­λευ­σης και ε­λέγ­χου, εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μια συν­θή­κη α­πε­λευ­θέ­ρω­σης του πλή­θους.11

 
Σύμ­φω­να με το νε­γκρι­κό σχή­μα, δεν εί­ναι το κε­φά­λαιο που α­πο­ε­δα­φι­κο­ποιεί και α­φη­ρη­με­νο­ποιεί τις αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις με­τα­βάλ­λο­ντάς τες στο α­πεί­κα­σμα των α­φη­ρη­μέ­νων σχέ­σε­ων του γε­νι­κού ι­σο­δύ­να­μου, του χρή­μα­τος, αλ­λά οι α­γώ­νες των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Δεν εί­ναι το κε­φά­λαιο που μπρο­στά στους α­γώ­νες τους στις χώ­ρες της Δύ­σης προ­σέ­φυ­γε στη φθη­νή ερ­γα­σί­α της Α­να­το­λής, α­κρι­βώς για να ε­μπο­δί­σει την α­να­τρο­πή του, που προ­δια­γρα­φό­ταν στις δε­κα­ε­τί­ες του 1960-1970, μέ­σα α­πό την τά­ση να μη­δε­νι­στεί το πο­σο­στό κέρ­δους –δια­δι­κα­σί­α την ο­ποί­α εί­χε πε­ρι­γρά­ψει και ο ί­διος ο Νέ­γκρι–, αλ­λά η ερ­γα­σί­α η ο­ποί­α έ­σπρω­ξε στην α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­ση! Μια α­κό­μα «νί­κη», στα πλαί­σια της α­πο­λο­γη­τι­κής α­ντί­λη­ψης ε­νός βι­βλί­ου που με­τα­βάλ­λει τις ήτ­τες σε νί­κες, ή μάλ­λον αρ­νεί­ται τη ί­δια την έν­νοια της ήτ­τας, ο­δη­γεί­ται σε μια υ­στε­ρι­κή εκ­δο­χή της ι­δέ­ας της διαρ­κούς προ­ό­δου και με­τα­βάλ­λε­ται μέ­σω της «υ­πε­ραι­σιο­δο­ξί­ας» σε α­πο­λο­γη­τή της «υ­παρ­κτής αυ­το­κρα­το­ρί­ας» των α­γο­ρών.


Ω­στό­σο, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια πριν, ο ί­διος ο Νέ­γκρι –ί­σως και κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση του Γκουατ­τα­ρί– θε­ω­ρού­σε, α­ντί­στρο­φα, τις δια­δι­κα­σί­ες της ε­δα­φι­κο­ποί­η­σης ως α­πο­φα­σι­στι­κής ση­μα­σί­ας για τη συ­γκρό­τη­ση μιας ε­ναλ­λα­κτι­κής πο­λι­τι­κής πρό­τα­σης.

Αυ­τό το ε­ρώ­τη­μα μας ο­δη­γεί στη δια­τύ­πω­ση μιας δεύ­τε­ρης δια­γραμ­μα­τι­κής πρό­τα­σης του κομ­μου­νι­σμού και της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Α­φο­ρά την ε­πι­και­ρό­τη­τα της ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποί­η­σης της πο­λι­τι­κής πρα­κτι­κής. Σύ­γκρου­ση με το κρά­τος σή­με­ρα ση­μαί­νει πά­λη ε­νά­ντια σ’ αυ­τή την ι­διαί­τε­ρη μορ­φή κρά­τους που εί­ναι α­πό­λυ­τα εν­σω­μα­τω­μέ­νο στον Πα­γκό­σμιο Ε­νο­ποι­η­μέ­νο Κα­πι­τα­λι­σμό (Π. Ε. Κ.).


Με­τά τη Γιάλ­τα, οι πο­λι­τι­κές σχέ­σεις α­πώ­λε­σαν στα­δια­κά κά­θε ε­δα­φι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση, ο­δη­γή­θη­καν σε α­προ­σπέ­λα­στα ε­πί­πε­δα. Ο κομ­μου­νι­σμός α­ντι­προ­σω­πεύ­ει τη δυ­νη­τι­κή κα­τα­στρο­φή των μη­χα­νι­σμών που με­τα­βάλ­λουν το χρή­μα και τα άλ­λα α­φη­ρη­μέ­να ι­σο­δύ­να­μα σε μο­να­δι­κό έ­δα­φος του αν­θρώ­που. [ ]


Το πρό­βλη­μά μας εί­ναι να α­να­κτή­σου­με τους κοι­νο­βια­κούς χώ­ρους της ε­λευ­θε­ρί­ας, του δια­λό­γου και της ε­πι­θυ­μί­ας. Έ­νας ο­ρι­σμέ­νος α­ριθ­μός α­πό αυ­τούς αρ­χί­ζουν να ξα­πλώ­νο­νται σε διά­φο­ρες χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης. Αλ­λά θα πρέ­πει να οι­κο­δο­μή­σου­με, ε­νά­ντια στις ψευ­δο-ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποι­ή­σεις του Π.Ε.Κ. (πα­ρά­δειγ­μα η “α­πο­κέ­ντρω­ση” στη Γαλ­λί­α ή η Ευ­ρώ­πη των Δέ­κα), έ­να ι­σχυ­ρό­τα­το κί­νη­μα ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποί­η­σης της πο­λι­τι­κής και σαν βά­ση για την α­να­τρο­πή των συμ­μα­χιών στην κα­τεύ­θυν­ση του ά­ξο­να Βορ­ράς-Νό­τος.12 
Ό­πως ορ­θά ε­πι­ση­μαί­νε­ται α­πό τους Ν.-Γ., σε αυ­τό το πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νο, το αί­τη­μα που τί­θε­ται εί­ναι, α­ντι­στρό­φως, ε­κεί­νο της ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποί­η­σης της πο­λι­τι­κής πρακ­τι­κής. Διό­τι βέ­βαια α­πε­δα­φι­κο­ποι­η­τι­κή δεν υ­πήρ­ξε μό­νον η πο­λι­τι­κή του κε­φα­λαί­ου, αλ­λά ί­σως α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο του πο­λι­τι­κού του α­ντι­πά­λου: Η λο­γι­κή του «προ­λε­τα­ρια­κού διε­θνι­σμού» της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης και του κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος κα­τέ­τει­νε στην ε­ξα­φά­νι­ση κά­θε ι­διαί­τε­ρης ταυ­τό­τη­τας, εί­τε χω­ρι­κής εί­τε υ­πο­κει­με­νο­ποι­η­τι­κής. Σύμ­φω­να με αυ­τή τη λο­γι­κή, «οι προ­λε­τά­ριοι δεν εί­χαν πα­τρί­δα», ε­κτός ί­σως α­πό την ΕΣ­ΣΔ, δεν υ­πήρ­χαν άλ­λα κοι­νω­νι­κά υ­πο­κεί­με­να (φοι­τη­τές, α­γρό­τες) ε­κτός α­πό το «προ­λε­τα­ριά­το», ού­τε άλ­λη θε­μα­τι­κή ε­κτός α­πό την «πά­λη των τά­ξε­ων» (η οι­κο­λο­γί­α, το γυ­ναι­κεί­ο ζή­τη­μα, οι φυ­λε­τι­κές δια­φο­ρές ή­ταν α­πλώς «ψευ­δο­προ­βλή­μα­τα», που «α­πο­προ­σα­να­τό­λι­ζαν» α­πό την τα­ξι­κή πά­λη.) Χρειά­στη­κε να έλ­θει η έ­κρη­ξη των α­γώ­νων και των υ­πο­κει­μέ­νων στη δε­κα­ε­τί­α του 1960 για να αρ­χί­σει και πά­λι να «ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποιεί­ται η ε­πι­θυ­μί­α»: Οι α­γώ­νες εί­ναι πολ­λα­πλοί, οι ταυ­τό­τη­τες το ί­διο και η ε­νό­τη­τα μπο­ρεί να ε­πι­τευ­χθεί μό­νο α­πό την συ­νά­ντη­ση των δια­φο­ρε­τι­κών ε­πι­θυ­μιών και υ­πο­κει­με­νι­κο­τή­των. Ο Βιετ­να­μέ­ζος α­γρό­της, ο μαύ­ρος Α­με­ρι­κα­νός, ο Γάλ­λος φοι­τη­τής, ο Πο­λω­νός ερ­γά­της των ναυ­πη­γεί­ων, ο Έλ­λη­νας α­ντι­στα­σια­κός, η Αγ­γλί­δα φε­μι­νί­στρια, ο Κούρ­δος α­ντάρ­της, ο Γερ­μα­νός οι­κο­λό­γος, κ.ο.κ. συ­γκρο­τούν ι­διαί­τε­ρα υ­πο­κεί­με­να και «ταυ­τό­τη­τες» που δεν ε­νο­ποιού­νται κά­τω α­πό έ­ναν μαρ­ξι­στι­κό ή προ­λε­τα­ρια­κό ζουρ­λο­μαν­δύ­α, αλ­λά συ­να­ντώ­νται μέ­σα α­πό δια­φο­ρε­τι­κές ε­πι­θυ­μί­ες και ε­δά­φη. Αυ­τή υ­πήρ­ξε η πραγ­μα­τι­κή «ε­πα­νε­δα­φι­κο­ποί­η­ση της πο­λι­τι­κής πρα­κτι­κής»!


Και ό­μως, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά, ο Τό­νι Νέ­γκρι ε­πα­νέρ­χε­ται σε μια «σο­βιε­τι­κού» τύ­που α­ντί­λη­ψη, ό­που πλέ­ον η α­πε­δα­φι­κο­ποί­η­ση γί­νε­ται το ζη­τού­με­νο, στα πλαί­σια μιας αυ­το­κρα­το­ρί­ας, η ο­ποί­α, ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται αλ­λού, δεν δια­κρί­νε­ται α­πό δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις ποιό­τη­τας στο ε­σω­τε­ρι­κό της αλ­λά δια­θέ­τει μό­νον πο­σο­τι­κούς α­να­βαθ­μούς.


Εν τέ­λει, η «Αυ­το­κρα­το­ρί­α» των Νέ­γκρι και Χαρ­τ α­πο­τε­λεί μια α­ντι­ρο­μα­ντι­κή ου­το­πί­α: Α­ντι­ρο­μα­ντι­κή, για­τί έ­χει α­πορ­ρί­ψει κά­θε α­να­φο­ρά στη δυ­στυ­χί­α και την αλ­λο­τρί­ω­ση των αν­θρώ­πων, μέ­σα α­πό μια υ­πε­ραι­σιό­δο­ξη και «α­να­πτυ­ξιο­κρα­τι­κή» λο­γι­κή, και θέ­λει να διαρ­ρή­ξει κά­θε δε­σμό με το πα­ρελ­θόν και τις πα­λαιό­τε­ρες ταυ­τό­τη­τες των υ­πο­κει­μέ­νων. Ου­το­πί­α, για­τί, στην ου­σί­α, δεν έ­χει κα­μί­α ε­πα­φή με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του σχι­σμέ­νου κό­σμου μας, αλ­λά α­να­φέ­ρε­ται σε έ­ναν φα­ντα­στι­κό κό­σμο ό­που η συ­γκε­κρι­μέ­νη Αυ­το­κρα­το­ρί­α –ε­κεί­νη των Η­ΠΑ και των πο­λυε­θνι­κών– έ­χει α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό μια α­νύ­παρ­κτη αυ­το­κρα­το­ρί­α του πλή­θους.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Στο ε­πί­πε­δο της οι­κο­νο­μι­κής θε­ω­ρί­ας εμ­φα­νί­στη­κε με τη μορ­φή της «θε­ω­ρί­ας της ρύθ­μι­σης», ι­διά­ι­τε­ρα στη Γαλ­λί­α.
  2. Βλέ­πε Πα­ντσιέ­ρι, Τρό­ντι, Νέ­γκρι, Νε­ο­κα­πι­τα­λι­σμός και ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα, 1981, Α­ντό­νιο Νέ­γκρι, Α­πό τον ερ­γά­τη μά­ζα στον κοι­νω­νι­κό ερ­γά­τη Κομ­μού­να 1983, Γιώρ­γος Κα­ρα­μπε­λιάς, Κρί­ση του Κε­φά­λαιου και Αυ­το­νο­μί­α, Κομ­μού­να 1982, Γιώρ­γος Κα­ρα­μπε­λιάς, Σύγ­χρο­νος κα­πι­τα­λι­σμός και ε­πα­να­στα­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, Κομ­μού­να 1985.
  3. Μ. Χαρ­τ- Α­ντό­νιο Νέ­γκρι, Αυ­το­κρα­το­ρί­α, σ. 542
  4. Μ. Χαρ­τ- Α­ντό­νιο Νέ­γκρι, Αυ­το­κρα­το­ρί­α, σ. 484.
  5. Βλέ­πε Α­ντό­νιο Νέ­γκρι « Κυ­ριαρ­χί­α και σα­μπο­τάζ» στο Νέ­γκρι-Γκουατ­τα­ρί, Α­πό το κόκ­κι­νο στο πρά­σι­νο, Ε­ναλ­λα­κτι­κές Εκ­δό­σεις, Α­θή­να
  6. Ό.π., σ..289
  7. Βλέ­πε Γ. Κα­ρα­μπε­λιάς, Ι­σλα­μι­σμός και πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, Ε­ναλ­λα­κτι­κές Εκ­δό­σεις, Α­θή­να 2001.
  8. Μ. Χαρ­τ- Α­ντό­νιο Νέ­γκρι, Αυ­το­κρα­το­ρί­α, σσ. 74-78.
  9. Ό.π., σσ. 74-78.
  10. Ό.π., σσ. 74-78.
  11. Ό.π., σ. 86
Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek