Χολιγουντιανής έμπνευσης και κατασκευής γλυπτό με το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ που έχει στηθεί στη Σμύρνη.

Της Κωνσταντίνας Γιαννακοπούλου*

Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ανακηρύχθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Με μια πληθώρα μεταρρυθμίσεων που κινούνταν στην κατεύθυνση της εκκοσμίκευσης και του εκδυτικισμού, ο ίδιος άλλαξε ριζικά την τουρκική κοινωνία. Η κεμαλιστική ιστοριογραφία κυρίως παρουσιάζει τις μεταρρυθμίσεις σαν αποκλειστικό δημιούργημα του Κεμάλ εξαιτίας ενεργειών που οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία του. Με αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται η πολιτική του, ως επί το πλείστον στον περίφημο λόγο του Κεμάλ, που εκφώνησε στις 15/10/1927 κατά τη διάρκεια της δεύτερης μεγάλης Συνέλευσης του Δημοκρατικού Λαϊκού κόμματος του (CHP). Αξιοσημείωτη είναι η διάρκειά του – 6 ημέρες και 36.5 ώρες!
Οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ συνιστούν μια προσπάθεια για να αναδημιουργηθεί μια νέα ιστορία της νεοσύστατης δημοκρατίας, αποκόπτοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν. Η τουρκική περίπτωση αποτελεί ίσως την πιο απότομη μετάβαση στην κοσμική εμπειρία. Βέβαια, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, η εκκοσμίκευση της οθωμανικής κοινωνίας είχε αρχίσει νωρίτερα από την έλευση του Ατατούρκ. Στις 3/3/1924 καταργείται το χαλιφάτο, το οποίο από το 1517, εκπροσωπούσαν οι Σουλτάνοι, ενώ ο τελευταίος χαλίφης της Αυτοκρατορίας, Αμπντούλ Μετζίτ Β΄, εξορίζεται.
Αρχικώς, ο Κεμάλ θα αποπειραθεί να απομονώσει τις θρησκευτικές αδελφότητες, μειώνοντας την αυτονομία τους. Εν τέλει, όμως, θα τις απαγορεύσει εντελώς (1925) και έτσι οι περιουσίες τους μεταβιβάζονται στο κράτος. Την ίδια χρονιά καταργείται το φέσι, κάτι που για τον αγροτικό πληθυσμό της Τουρκίας δεν είχε ιδιαίτερο αντίκτυπο, καθώς ένας αγρότης της Ανατολίας ποτέ του δεν είχε φορέσει φέσι. Και σε αυτή την μεταρρύθμιση παρατηρείται μια συνέχεια που είχε ήδη εγκαινιαστεί από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄, που είχε προσαρμόσει στολές δυτικού τύπου, όπως τα φέσια και τις σταμπουλίνες των αξιωματούχων. Το 1928 απομακρύνθηκε από το σύνταγμα της Τουρκίας το άρθρο που όριζε το ισλάμ ως επίσημη θρησκεία.
Παρ’ όλα αυτά, το 1924 ναι μεν καταργούνται οι ποιμαντικές αρμοδιότητες του σεϊχουλισλαμη, ωστόσο στη θέση του ιδρύονται η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων και η Γενική Διεύθυνση Ευαγών Ιδρυμάτων. Το κεμαλικό καθεστώς, μη μπορώντας να χωρίσει παντελώς το κράτος από τη θρησκεία, επιχειρεί να την ελέγξει επιτρέποντας μια περιορισμένη θρησκευτική δραστηριότητα υπό αυστηρή επίβλεψη.
Οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις θα εξακολουθήσουν το 1935, όπου σαν επίσημη αργία θεσμοθετείται η Κυριακή αντί της Παρασκευής. Την ίδια χρονιά (5/12), αποδίδεται δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, αν και υπό το μονοκομματικό καθεστώς αυτό σημαίνει ότι ψηφίζουν μόνο για το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα. Μια ακόμα ριζική πρωτοβουλία –η μοναδική που μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον Κεμάλ– είναι η υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου το 1928 αντί του οθωμανικού, το οποίο είχε αραβικούς και περσικούς χαρακτήρες. Χαρακτηριστική είναι η εκπαιδευτική εκστρατεία του Κεμάλ στα χωριά της Ανατολίας, επιχειρώντας να διδάξει το νέο αλφάβητο σε έναν πληθυσμό που έτσι και αλλιώς δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση. Απόπειρες γλωσσικής αναμόρφωσης είχαν γίνει βέβαια και στην οθωμανική περίοδο, όχι τόσο ριζικές όσο εκείνες του Κεμάλ.

Τα έξι βέλη του κεμαλισμού

Ούτε ο κεμαλισμός υπήρξε ποτέ μια καθολική ιδεολογία, ούτε ο ίδιος ο Κεμάλ ήταν απόλυτος αναμορφωτής όπως παρουσιάζεται συχνά. Οι θρησκευτικές του μεταρρυθμίσεις, είχαν ως εναρκτήριο λάκτισμα εκείνες που εισήχθησαν κατά την εποχή των Τανζιμάτ (1839-1871), που είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την εξέλιξη της αυτοκρατορίας, καθώς τότε εισάγονται νέα δυτικά πρότυπα και νόμοι. Κάποιοι, μάλιστα, την παρουσιάζουν ως αρχή του τέλους της. Οι μεταρρυθμίσεις αφορούσαν στη θέση των χριστιανικών μειονοτήτων, τα λεγόμενα μιλέτια, αλλά και πλήθος ακόμη εσωτερικών διοικητικών αλλαγών. Πολλές μεταρρυθμιστικές νόρμες του Κεμάλ είχαν ξεκινήσει από τότε.
Ωστόσο, με το Σύνταγμα του 1937 και την ολοκλήρωση των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων, η κεμαλική ιδεολογία ολοκληρώνεται σε έξι άξονες, που έχουν επικρατήσει να ονομάζονται «έξι βέλη του κεμαλισμού». Πέραν της εκκοσμίκευσης, ο ρεπουμπλικανισμός, είναι το θεμέλιο του νέου τουρκικού κράτους ήδη από το 1923 και την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, εκφράζεται δε από δύο διακηρύξεις: α) «Δεν υφίσταται εξουσία ανώτερη αυτής της Εθνοσυνέλευσης». β) «Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση διαθέτει την εξουσία παρασκευής και εκτέλεσης των νόμων». Δίπλα σε αυτήν, η αρχή του λαϊκισμού αποτελεί αντανάκλαση της εθνικής συσπείρωσης που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και θέτει τα συμφέροντα του έθνους πάνω από εκείνα ομάδων ή τάξεων. Με τον εθνικισμό, επίσης, το τουρκικό έθνος καθίσταται η μοναδική οντότητα στο νεοσύστατο κράτος. Ορισμένοι μελετητές, μάλιστα, αποδίδουν στην επίδρασή του την κατάργηση του χαλιφάτου και του σουλτανάτου, καθώς με την πράξη αυτή η Τουρκία παύει να συνδέεται με δύο υπερεθνικούς θεσμούς, μιας και το πρώτο απευθύνεται στους μουσουλμάνους όλου του κόσμου, ενώ το δεύτερο σε όλους τους λαούς στο εσωτερικό της. Η επαναστατικότητα, επίσης, ορίζει ένα πλαίσιο βίαιης επιβολής των μεταρρυθμίσεων σε έναν πληθυσμό που θεωρείται οπισθοδρομικός. Πρόκειται για την πιο ασαφή αρχή του κεμαλισμού, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο σε πολλούς μελετητές το αν η αρχή αυτή θέτει ή όχι μια μόνιμη νομιμοποίηση για το μονοκομματικό σύστημα. Τέλος μια βασική γραμμή στο κεμαλικό πρόγραμμα είναι ο κρατισμός, που καθιερώνεται το 1931 και καθορίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κράτους στην οικονομική σφαίρα της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο Κεμάλ με την αρχή του κρατισμού ήθελε να θεσπίσει όρια στο μονοπώλιο των ιδιωτών σε δραστηριότητες όπως ο έλεγχος των ορυχείων, δασών, σιδηροδρόμων, τραπεζών, παραγωγής ενέργειας, τηλεπικοινωνιών.
Η θρησκευτική ιεραρχία των ουλεμάδων και των αδελφοτήτων μπορούσε να αμβλύνει την προσαρμογή του λαού στις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, γι’ αυτό και το καθεστώς του περιόρισε ασφυκτικά την πρώτη και κατήργησε τις δεύτερες. Μπορεί αυτή η διάσταση να συνεπαγόταν ακόμα πιο ριζική εκκοσμίκευση, ωστόσο, η ταυτότητα του νεοσύστατου έθνους συναρτά την τουρκικότητα με την θρησκεία του Ισλάμ. Άλλωστε ο Κέμάλ έδινε σημασία σε αυτό λέγοντας: «εφόσον, δόξα τω θεώ, είμαστε όλοι Τούρκοι, δηλαδή όλοι μουσουλμάνοι, θα μπορούμε και θα οφείλουμε να είμαστε όλοι λαϊκοί».
Ο Ατατούρκ αποτελεί ορόσημο για την Τουρκική Δημοκρατία. Ο ίδιος ήταν δυτικόφιλος και είναι φανερό πως ήθελε να στρέψει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο, ένας προσανατολισμός ο οποίος όμως έκτοτε επαναξιολογούνταν διαρκώς. Η Τουρκία να αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση στην Μέση Ανατολή με έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα, γεγονός που ειδικά σήμερα είναι κάτι παραπάνω από ορατό.

*Φοιτήτρια τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών

Ελαφρώς συντετμημένο άρθρο, προσαρμοσμένο στον χώρο της εφημερίδας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek