του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 61, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006

Το χρονικό της καθίζησης
Κ αθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Ρωσία ήταν σχεδόν απούσα από τη διεθνή σκηνή. Η απουσία της οφείλεται τόσο στην εσωτερική της κατάρρευση, την οποία επέτεινε η αστραπιαία μετάβαση από το σοβιετικό μοντέλο σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς, όσο και από τη μεταβολή των γεωπολιτικών συσχετισμών στην ευρύτερή περιοχή. Και για τους δύο παράγοντες, αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισε η Δύση, η οποία ενεπλάκη ποικιλοτρόπως σ’ αυτές τις εξελίξεις. Σίγουρα, οι «επιτυχίες της παγκοσμιοποίησης» και η ανάδειξη των ΗΠΑ στη «μοναδική υπερδύναμη» οφείλονται κατά κύριο λόγο στην καθίζηση της Ρωσίας.
Ιδιαίτερα στην περιοχή μας, η αποσύνθεση των Βαλκανίων, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ο έλεγχος της Ανατολικής Ευρώπης και η ανάδειξη της Τουρκίας σε σημαντική περιφερειακή υπερδύναμη, συνδέονται ευθέως με τη μεγάλη ρωσική υποχώρηση. Η δε κατάρρευση του σοβιετικού υπαρκτού σοσιαλισμού πυροδότησε μια γενικευμένη επίθεση του νεο-φιλελευθερισμού και των δυνάμεων της αγοράς σε πλανητικό επίπεδο.


Ο μεγάλος μετασχηματισμός1
«Όσα μας έλεγαν για τον κομμουνισμό ήταν ψέματα.
Δυστυχώς, όμως, όσα μας έλεγαν για τον καπιταλισμό ήταν αλήθεια».
Αυτό το ανέκδοτο κυκλοφορούσε ευρέως μεταξύ των Ρώσων κατά τη δεκαετία του ’90. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μία τραγική διαπίστωση.
Μετά την κατάρρευση των μεταρρυθμίσεων Γκορμπατσώφ και την πτώση της κυβέρνησής του, οι νέοι Ρώσοι μεταρρυθμιστές, ακολουθώντας τις προτροπές μιας ομάδας συμβούλων του Χάρβαρντ, προσπάθησαν να εντάξουν τη Ρωσία στο νέο διεθνές οικονομικό περιβάλλον μέσω μίας «θεραπείας σοκ». Αυτή περιελάμβανε πολιτικές που αντιστοιχούσαν σε μία «χημικά καθαρή» εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού. Στις αρχές του 1992, ο καθηγητής Τζέφρεϋ Σακς εισηγήθηκε την κατάργηση του κρατικού σχεδιασμού, του ελέγχου των τιμών, ενώ προώθησε τον ελεύθερο ανταγωνισμό και την άμεση ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων. Ο ακρογωνιαίος λίθος της προτεινόμενης πολιτικής ήταν η άμεση υλοποίηση αυτών των πολιτικών. Έτσι, την ίδια περίοδο, οι έλεγχοι των τιμών στα εμπορεύσιμα αγαθά ήρθησαν κατά 90%, ενώ, μέχρι το 1994, τα τρία τέταρτα της μεσαίας και μεγάλης βιομηχανίας ιδιωτικοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα το 62% του επίσημου Α.Ε.Π. να παράγεται πλέον από ιδιώτες.
Μέσα σε δύο χρόνια, η Ρωσία ολοκλήρωσε τη μετάλλαξή της σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς. Επρόκειτο για έναν κολοσσιαίο μετασχηματισμό, που συντάραξε συθέμελα τη ρώσικη κοινωνία. Δύο υπήρξαν τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας: αφ’ ενός, η ολοκληρωτική αποσύνθεση της κοινωνικής συνοχής και η οικονομική κατάρρευση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, η οποία ήταν τόσο έντονη ώστε είχε τεράστιες συνέπειες ακόμα και στη δημογραφική πορεία της χώρας. αφ’ ετέρου, η ανάδυση μίας ολιγαρχίας που αποτελείτο από πρώην μεσαία και ανώτερα στελέχη του κόμματος, τα περιβόητα μέλη μιας ανερχόμενης μαφίας, οι οποίοι μέσα, κυριολεκτικά(!), σε μία νύχτα «άρπαξαν» την κρατική περιουσία, εκμεταλλευόμενοι τις ιδιωτικοποιήσεις που εισηγούνταν η «θεραπεία σοκ».


Η διάλυση της οικονομίας
Μέσα σε τρία χρόνια, από το 1992 ως το 1995, το ρώσικο Α.Ε.Π. μειώθηκε κατά 42% και η βιομηχανική παραγωγή κατά 46%, ενώ από το 1989 ως το 2000 η οικονομία συρρικνώθηκε κατά το ήμισυ. Το πραγματικό εισόδημα μειώθηκε κατά 40% την περίοδο 1991- 2000, ενώ το 80% των Ρώσων δεν διέθεταν καθόλου οικονομίες. Την περίοδο αυτή, η ανεργία εκτινάχθηκε στα ύψη: στα τέλη της δεκαετίας του ’90, 44 εκατομμύρια άνθρωποι –σε μία Ρωσία των 148 εκατομμυρίων– ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ τα τρία τέταρτα του πληθυσμού επιβίωναν με λιγότερα από 100 δολάρια τον μήνα.


Οι δημογραφικές και κοινωνικές συνέπειες
Η δραματική επιδείνωση των συνθηκών ζωής της πλειοψηφίας των Ρώσων πολιτών είχε τρομακτικό αντίκτυπο στους δημογραφικούς δείκτες. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας, οι αυτοκτονίες διπλασιάστηκαν και οι θάνατοι από αλκοόλ τριπλασιάστηκαν. Υπήρξε κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων, ενώ η παιδική θνησιμότητα αυξήθηκε ραγδαία. Πέντε χρόνια μετά τις αλλαγές, το προσδόκιμο επιβίωσης έπεσε κατά δύο χρόνια για τις γυναίκες και κατά τέσσερα χρόνια για τους άνδρες, φτάνοντας στα εβδομήντα δύο και τα πενήντα οκτώ(!) χρόνια αντίστοιχα, νούμερα που είναι χαμηλότερα κι από εκείνα του τέλους του 19ου αιώνα!
Μεγαλύτερη ήταν η εξαθλίωση στην οποία βυθίστηκε η νέα γενιά. Στα τέλη της δεκαετίας, τουλάχιστον δύο εκατομμύρια παιδιά ήταν ορφανά – και από αυτά μόνον 650.000 ζούσαν σε ορφανοτροφεία, ενώ τα υπόλοιπα περιπλανούνταν άστεγα στις ρώσικες μεγαλουπόλεις. Πρόκειται για μεγέθη μεγαλύτερα από εκείνα που καταγράφηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τα ορφανά παιδιά, περίπου ένα στα τρία έπεφτε στον αλκοολισμό και ένα στα δέκα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Χαρακτηριστικός για τη διάλυση της ρώσικης κοινωνίας κατά τη δεκαετία του 1990 είναι και ένας άλλος δείκτης: η χώρα που μέχρι πρότινος είχε ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο και ετησίως παρήγαγε περισσότερους επιστήμονες και μηχανικούς απ’ ό,τι οι Η.Π.Α., έφτασε να έχει δέκα εκατομμύρια παιδιά, τα οποία είτε εγκατέλειπαν είτε δεν παρακολουθούσαν καθόλου σχολείο. Πραγματικά, επρόκειτο για μια τραγική υποθήκευση του μέλλοντος της Ρωσίας.


Η άνοδος της ρώσικης γκαγκστερικής ολιγαρχίας
Από τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της ρώσικης κοινωνίας επωφελήθηκε ιδιαίτερα μία ολιγάριθμη ελίτ που πλούτισε από τη μετάβαση στο καθεστώς της ελεύθερης αγοράς.
Οι ρίζες της νέας ελίτ εντοπίζονται στα ανώτερα κλιμάκια της σοβιετικής γραφειοκρατίας αλλά και στις γραμμές τις ρώσικης μαφίας η οποία ήδη κατά την ύστερη περίοδο της ΕΣΣΔ συνεργαζόταν με υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους για τον έλεγχο της μαύρης αγοράς των καταναλωτικών προϊόντων, που κυκλοφορούσαν τότε παράνομα στην χώρα.
Τα μέλη αυτής της ολιγαρχίας κατάφεραν ν’ αποκτήσουν την μερίδα του λέοντος από την πρώτη φάση των αποκρατικοποιήσεων. Κατ’ αρχάς, είχαν, μέσω των σχέσεών τους με την κρατική γραφειοκρατία, προνομιακή πρόσβαση στα ταμεία του κόμματος. Μέσω αυτής, επίσης, μπόρεσαν να ελέγξουν τους διαγωνισμούς για την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας.
Το απόγειο της δόξας τους αλλά και της ασυδοσίας τους ήταν οι εκλογές του 1996, στις οποίες εκλέχτηκε για δεύτερη φορά ο Γιέλτσιν. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, τα μέλη της ολιγαρχίας παρείχαν αφειδώς τη στήριξή τους στον παραπαίοντα υποψήφιο πρόεδρο, κερδίζοντας σε αντάλλαγμα τη μερίδα του λέοντος από το τελευταίο κύμα των ιδιωτικοποιήσεων.
Το «μεγάλο κόλπο» είχε τον τίτλο «δάνεια για μετοχές» και ξεκίνησε στα τέλη του 1995, όταν οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν τη νίκη του ηγέτη των κομμουνιστών Γκενάντι Ζουγκάνωφ, ο οποίος είδε τα ποσοστά του να εκτοξεύονται από την απελπισία που προκάλεσε η κοινωνική κατάρρευση. Η κυβέρνηση Γιέλτσιν έθεσε σε πλειστηριασμό πακέτα μετοχών που ανήκαν στις πιο νευραλγικές επιχειρήσεις του διευρυμένου, ακόμα, κρατικού τομέα (όπως είναι η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, η μεταλλουργία κ.λπ.) αναζητώντας δάνεια που θα έφερναν ρευστό στα κρατικά ταμεία. Οι πλειστηριασμοί που διεξήχθησαν, όμως, ήταν κατευθυνόμενοι, φρόντισαν να διατηρήσουν τις προσφορές σε πολύ χαμηλά επίπεδα και παρέδωσαν τον έλεγχο αυτών των εταιρειών –μέσω των τραπεζών– στη ρώσικη ολιγαρχία με αντάλλαγμα κεφάλαια, που βέβαια ήταν ψίχουλα σε σχέση με την πραγματική αξία των επιχειρήσεων οι οποίες ξεπουλήθηκαν2.
Ταυτόχρονα, μέσω της μαφίας, κατάφεραν να ελέγξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Η ρωσική μαφία αρχικά χρησιμοποιούσε τις τράπεζες για το ξέπλυμα του χρήματος από τις δραστηριότητές της (ναρκωτικά, πώληση όπλων, εμπόριο λευκής σαρκός). Σύντομα, όμως, άλλαξε πολιτική και φρόντισε να αποκτήσει η ίδια την ιδιοκτησία των τραπεζών, με τις ιδιαίτερες «μεθόδους» βέβαια που χρησιμοποιεί: μόνο το 1993 στη Μόσχα η μαφία δολοφόνησε 10 τραπεζίτες3, ενώ ως το 1998 ο αριθμός των δολοφονημένων τραπεζιτών σε όλη την επικράτεια έφτασε τους 954!
Εν τέλει, οι μέθοδοι της μαφίας «καρποφόρησαν». Κατά τα τέλη του 1998, ανεπίσημες πηγές υποστήριζαν πως η μαφία ήλεγχε άμεσα, ή έμμεσα, το 80% του τραπεζιτικού συστήματος5, ενώ φυσικά η αφθονία του ρευστού που κατείχε της επέτρεπε να διευρύνει τις δραστηριότητές της σ’ ολόκληρο τον ιδιωτικό τομέα. την ίδια χρονιά, σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις, είχε αποκτήσει τον έλεγχο του 40% των ιδιωτικών επιχειρήσεων και του 60% των κρατικών6.
Ο ρόλος αυτής της ελίτ στη ρώσικη οικονομία ήταν εντελώς παρασιτικός. Οι δραστηριότητές της εξαντλούνταν στη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό –προκειμένου να αποφύγουν τη φορολογία και τον πληθωρισμό– αλλά και στην κατανάλωση των νέων, πολυτελών δυτικών αγαθών που κατέκλυσαν τη ρώσικη αγορά: το 1998, η κατανάλωση της ελίτ προσέγγιζε το 38,7% του εθνικού εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο 10% συμμετείχε μόνο κατά 1,7%7!
Η μεταφορά κεφαλαίων από τη Ρωσία στις τράπεζες της Δύσης προσέλαβε κολοσσιαίες διαστάσεις: μέσα σε οκτώ χρόνια, 200 δισ. δολάρια πήραν το δρόμο προς το εξωτερικό8, ποσό που υπερβαίνει το συνολικό μέγεθος της μεταφοράς των κεφαλαίων από τη Βραζιλία, το Περού, τη Βενεζουέλα και το Μεξικού κατά την περίοδο 1979-19879. Ουσιαστικά, ακόμα και το τελευταίο ρούβλι που εισήλθε στην χώρα μέσω της οικονομικής βοήθειας, των δανείων και των ξένων επενδύσεων, κατέληξε στις ελβετικές τράπεζες ή μεταφέρθηκε σε διάφορους ανά τον κόσμο φορολογικούς παραδείσους10! Το αποτέλεσμα ήταν πως το ρώσικο Α.Ε.Π., έως τα τέλη του 1996, είχε υποστεί μία κατακόρυφη πτώση της τάξης του 50% σε σχέση με το 199111!
Ο ρόλος της Δύσης
Η Δύση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική καθίζηση της Ρωσίας. Κατ’ αρχάς, τόσο τα μέτρα της «θεραπείας σοκ» όσο και οι διαρθρωτικές αλλαγές που ακολούθησαν, για να αντιμετωπίσουν την κρίση που προκάλεσε, είχαν εμπνευστές τους κορυφαίους οικονομολόγους του νεοφιλελευθερισμού που έδρευαν στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο διευθυντής του Δ.Ν.Τ. Μισέλ Καμντεσί όταν παραιτήθηκε, ο οργανισμός δημιούργησε στη Ρωσία «μία θεσμική έρημο μέσα σ’ έναν ωκεανό ψευδολογιών»12.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές και ιδιαίτερα η αμερικανική κυβέρνηση παρείχαν απλόχερα τη στήριξή τους στις επιλογές του Μπόρις Γιέλτσιν καθ’ όλη την διάρκεια της θητείας του, ενώ καθοριστική ήταν η οικονομική και πολιτική στήριξη που του προσέφεραν στις κρίσιμες εκλογές του 1999. Ταυτοχρόνως, οι Η.Π.Α. φρόντιζαν ν’ απομονώσουν όσους πολιτικούς θεωρούσαν πως διάκεινται αρνητικά απέναντί τους, όπως ήταν ο Γεβγένι Πριμακόφ, παρεμβαίνοντας ποικιλοτρόπως στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας13.
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο αφορά, βεβαίως, τον Τζωρτζ Σόρος και τη δράση των ιδρυμάτων του στην περιοχή. Αυτά ευθύνονται για το πραξικόπημα του νεοφιλελευθερισμού στους ιδεολογικούς μηχανισμούς της χώρας: τα εκπαιδευτικά και τα ερευνητικά ιδρύματα καθώς και τα ΜΜΕ14. Πέρα όμως από την εξασφάλιση της ιδεολογικής ηγεμονίας της ελεύθερης αγοράς, τα ιδρύματα αυτά απομύζησαν τους τόσο πολύτιμους «εγκεφάλους» της χώρας ελέγχοντας μέσω των ιδρυμάτων και των χορηγιών ένα μεγάλο μέρος του ρώσικου επιστημονικού κόσμου. Σε γενικές γραμμές, ο Σόρος λειτουργούσε ως κράτος εν κράτει στη ρώσικη «οικονομία της πληροφορίας» αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο, υπονομεύοντας εξ αρχής οποιαδήποτε προσπάθεια οικονομικής αλλά και πνευματικής αυτονόμησης της χώρας από τα δεσμά της Δύσης. Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, έχει κατηγορηθεί ότι η δράση του συνδυάστηκε με κατασκοπεία (σε συνεργασία με την CIA), ενώ επίσης κατηγορείται για απόπειρα κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο της χώρας.


Η περικύκλωση της Ρωσίας
Ασφαλώς, η πολιτική υπονόμευσης της Ρωσίας είχε και τη γεωπολιτική της διάσταση, την οποία ανέλαβε και υλοποίησε κυρίως το αμερικανικό Πεντάγωνο. Σ’ αυτό το επίπεδο, η Δυτική στρατηγική διατήρησε, έστω και πιο ήπια απ’ ό,τι στο παρελθόν, τη γραμμή του ανταγωνισμού έναντι της Ρωσίας και οι προθέσεις της δεν καλύπτονταν από τον μανδύα της «συνεργασίας» και της «φιλίας». Οι Αμερικάνοι πίστευαν ότι, ανεξάρτητα από την κάκιστη εσωτερική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, η Ρωσία παρέμενε μία ισχυρή στρατιωτική δύναμη που έχει στη διάθεσή της πυρηνικά όπλα. Έτσι, ακόμα και σ’ αυτή την κατάσταση, θα μπορούσε δυνητικά ν’ αποτελέσει απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Γι’ αυτό, η γεωπολιτική συμπεριφορά των Η.Π.Α. έναντι της Ρωσίας καθορίστηκε από το περίφημο δόγμα του Μπρεζίνσκι: «η Ρωσία είναι πολύ αδύναμη για να είναι εταίρος, αλλά είναι ακόμα πολύ ισχυρή για να είναι απλώς πελάτης»15. Το δόγμα των ΗΠΑ αφορούσε τη στρατιωτική και πολιτική της περικύκλωση και αποσκοπούσε στην ανάσχεση οποιασδήποτε τάσης αυτονόμησής της. Η περικύκλωση της Ρωσίας εστιάστηκε κυρίως σε τέσσερα επίπεδα.
Πρώτον, στη μεγιστοποίηση της πολιτικής και της ιδεολογικής επιρροής των ΗΠΑ στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Επρόκειτο για μία προσπάθεια στην οποία κύριος πρωταγωνιστής ήταν πάλι ο Τζωρτζ Σόρος και το ίδρυμά του για την Ανοιχτή Κοινωνία, καθώς και τα υπόλοιπα μείζονα αμερικανικά ιδρύματα (Ford, German Marshall Fund κ.λπ.). Μέσω μίας συστηματικής προπαγάνδας που ταύτιζε τον κομμουνισμό με τον ρωσικό μεγαλοϊδεατισμό και τόνιζε τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης αγοράς και της καταναλωτικής κοινωνίας, η επικοινωνιακή εκστρατεία της Δύσης φρόντιζε να τονώνει με κάθε μέσο τα φιλοδυτικά στρώματα της κοινωνίας και των ελίτ. Μ’ αυτόν τον τρόπο, διασφαλιζόταν η πολιτική προσήλωση των χωρών αυτών στη Δύση και η απροθυμία τους να προβούν σε οποιαδήποτε μορφή στενής συνεργασίας με τη Μόσχα.
Δεύτερον, στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς αλλά και στην προσπάθεια γεωπολιτικού ελέγχου της Κεντρικής Ασίας. Αν και η κυβέρνηση του Μπους του πρεσβύτερου είχε υποσχεθεί, την περίοδο 1990-1991, να μην επεκτείνει τα όρια του ΝΑΤΟ «ούτε μία ίντσα προς Ανατολάς», εντούτοις η κυβέρνηση Κλίντον προχώρησε στην ενσωμάτωση των ισχυρότερων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία) στην Ατλαντική Συμμαχία16. Ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά την Κεντρική Ασία, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν –σε συνεργασία με τις περιφερειακές υπερδυνάμεις και κυρίως την Τουρκία– μία εκστρατεία οικονομικής και πολιτικής εξασφάλισης των συμφερόντων τους, που δέσμευαν τα κρατίδια στην αμερικανική σφαίρα επιρροής.
Τρίτον, στην απομόνωση της Ρωσίας από σφαίρες επιρροής, όπως είναι τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή, και όπου οι ΗΠΑ έδρασαν μονομερώς (πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο), διαμορφώνοντας συσχετισμούς που εκ των πραγμάτων αποξένωσαν τη Ρωσία από οποιονδήποτε ρόλο στις περιοχές αυτές.
Τέταρτον, στην παρέμβαση στο ζήτημα της Τσετσενίας, όπου η διπλωματία, σε συνδυασμό με την «χαμηλή πολιτική» των διάφορων μη-κυβερνητικών οργανώσεων, φρόντιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, μέσα από την ενίσχυση του ριζοσπαστικού ισλαμισμού, ν’ αναπαράγουν μία ένταση που απορρόφησε ρώσικους πόρους, ενέργεια και στρατό.


Η δεκαετία του 2000, μια νέα αφετηρία
Όμως, η κρίση της παγκοσμιοποίησης και της αμερικανικής ηγεμονίας έτσι όπως προέκυψε έπειτα από την ανάδυση της αντιπαράθεσης Δύσης και Ισλάμ, τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, την άνοδο της Κίνας αλλά και την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, ανέκοψαν την πορεία της Ρωσίας προς την καταστροφή. Μετά το 2001, ο Πούτιν ξεκίνησε μία προσπάθεια αποκατάστασης του κύρους και της λειτουργίας του κράτους, ενώ συγκρούστηκε ανοιχτά με τους πιο ασύδοτους εκφραστές της ρώσικης ελίτ (Κουϊζίνσκι, Χοντορκόφσκυ, Μπερεζόφσκι κ.ά.). Ταυτόχρονα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έφερε πολύ ρευστό χρήμα στα ρώσικα κρατικά ταμεία και στην χώρα. Το 2005 για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, η μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό υπερκαλύφθηκε από τις εξωτερικές εισροές επενδύσεων προς την χώρα17, ενώ τα συναλλαγματικά αποθέματα της έφθασαν τον Ιούνιο του 2006 τα 256 δισεκ. δολάρια18, φέρνοντας τη Ρωσία στην τρίτη θέση στον κόσμο, μετά την Κίνα και την Ιαπωνία.
Έτσι ενισχύθηκαν οι ρυθμοί αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους, ενώ η κυβερνητική πολιτική φρόντισε να διοχετεύσει ένα μέρος των κερδών προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ώστε να σημειωθεί μία γενική άνοδος της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, η αφθονία χρηματικών πόρων έδωσε τη δυνατότητα στον Πούτιν να συνάψει μια σειρά ευνοϊκών εμπορικών συμφωνιών τόσο με τις χώρες της ευρύτερης περιοχής, όσο και με την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Τέλος, η Ρωσία είδε την άνοδο της Κίνας ως μια ευκαιρία να συνάψει στρατηγική συμμαχία μ’ έναν ισχυρό εταίρο, ώστε να ισορροπήσουν την παγκόσμια αμερικανική ισχύ.
Όσο, βέβαια, επιτείνονται οι προσπάθειες της Ρωσίας γι’ αυτονόμηση από τα δυτικά δεσμά, άλλο τόσο ενισχύεται και η στρατηγική της περικύκλωσής της από τις Η.Π.Α. Από το 2001 –μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν– μία σειρά αμερικανικών βάσεων εγκαταστάθηκαν στην Κεντρική Ασία, ενώ ταυτόχρονα η επιθετικότητα των ΗΠΑ ενάντια στο Ιράν και τη Συρία αποβλέπει –μεταξύ άλλων– και στο να απομονώσει τη Ρωσία από τους δύο παραδοσιακούς της συμμάχους στην περιοχή. Οι «πορτοκαλί επαναστάσεις» και η μονομερής αποχώρηση των ΗΠΑ από τις συνθήκες του αφοπλισμού εντάσσονται στο ίδιο σχέδιο. Εξάλλου, οι εχθρικές διαθέσεις των Αμερικανών εκφράστηκαν από τον ίδιο τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Ντικ Τσένεϋ στη διάρκεια του ταξιδιού του στην Λιθουανία. Εκεί, ο Τσένεϋ δήλωσε με νόημα πως η Ρωσία δεν αποτελεί πλέον στρατηγικό σύμμαχο της μοναδικής υπερδύναμης.
Έπειτα απ’ όλα αυτά, είναι σαφές πως η Ρωσία πραγματοποιεί μία σοβαρότατη προσπάθεια να υπερβεί τις καταστροφικές συνέπειες του πρόσφατου παρελθόντος και να ορθοποδήσει ξανά στη διεθνή σκηνή. Αυτό που επιθυμεί είναι να αποτελέσει έναν από τους πόλους της ισχύος μέσα σ’ έναν πολυπολικό κόσμο, πράγμα που και ο ίδιος ο πρόεδρος Πούτιν έχει δηλώσει επανειλημμένα19. Οι ΗΠΑ, βεβαίως, θεωρούν αυτές τις κινήσεις ως μείζονα απειλή για τα συμφέροντά τους και κινητοποιούνται αναλόγως. Η σημασία που δίνουν, πλέον, στη Ρωσία πόρρω απέχει από την αλαζονική συμπεριφορά της δεκαετίας του 1990 κι αυτό συνιστά μία ακόμα απόδειξη πως η κατάσταση της τελευταίας έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εφημερίδα Καθημερινή 26/7/2006, σελ. 27.
  2. Τα στοιχεία στηρίζονται στο N. Holmstorm – R. Smith, “The Necessity of Gangster Capitalism: Primitive Accumulation in Russia and China”, περ. New Left Review, 2/2000, vol. 51 n. 9 (αναδημοσιεύτηκε στο Άρδην, τ. 25-26, Μάιος-Ιούλιος 2000, ως “Γκανγκστερικός Καπιταλισμός”.
  3. “History of post-Soviet Russia”, Wikipedia-The Free Encyclopedia, http://en.wikipedia.org/wiki/History_of_post-Soviet_Russia#The_.22loans_for_shares.22_scheme_and_the_rise_of_the_.22oligarchs.22
  4. “Τhe Russian Mafia”, Wikipedia, The Free Encyclopedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Russian_Mafia
  5. “The rise and the rise of Russian Mafia”, BBC news, 21/11/1998.
  6. Ό.π. κ΄ 7. Ό.π.
  7. CIA World Factbook, http://www.cia.gov/cia/publications/factbook/geos/rs.html.
  8. James Petras, “Capitalism versus socialism: The great debate revisited”, Rebellion, 1/3 /2004.
  9. “Τhe Problem of Capital Flight from Russia”, Warwick Univ., Working Papers, 5/7/ 2004.
  10. Bruce Bartlett, “Capital Flight From Russia”, National Center for Policy Analysis, 9/9/1998, http://www.ncpa.org/oped/bartlett/sept998.html.
  11. “Economy of Russia”, Wikipedia-The Free Encyclopedia,
    http://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Economy_of_Russia&diff=0.
  12. Libération, 31/8/1999.
  13. Jacques Sapir, “West’s autistic view of Russia”, Le Monde Diplomatique (english edition), Δεκέμβριος 1999.
  14. Χέδερ Κόφιν, “Τζωρτζ Σόρος, ο αυτοκρατορικός μάγος”, Άρδην, τ. 58, Μάρτιος- Απρίλιος 2006. Αναδημοσίευση από το Covert Action Quarterly.
  15. Ζμπίνγκνιου Μπρεζίνσκι, Η μεγάλη σκακιέρα, εκδ. Λιβάνη, σ. 70.
  16. Stephen Cohen, “The new Cold War”, περ. Nation, 17 Ιουλίου 2006.
  17. Alexey Shapovalov, “Capital Flight Stopped in Russia”, εφ. Kommersant, 17/1/2006.
  18. Patrick Goodenough, “We Need a ‘Multipolar’ World, Russian, Chinese Leaders Say”. CNSNews, 28 Μαΐου 2003.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek