Μάνου Στεφανίδη*

Με το άρθρο αυτό, επανέρχομαι στο θέμα της Ακρόπολης, που δικαιολογημένα μονοπωλεί την επικαιρότητα. Κι όχι μόνο τους ειδικούς, αλλά κάθε ευαίσθητο πολίτη, κάθε Έλληνα. Εφόσον ο Ιερός Βράχος δεν επιτρέπεται ν’ αντιμετωπίζεται ως ιδιοκτησία κανενός ή ως άβατον αποκλειστικά για «μυημένους».
Ευθύς εξαρχής θέλω να δηλώσω ότι η επιτόπια, πρόσφατη ξενάγηση από τον ίδιο τον καθηγητή κ. Κορρέ, διάρκειας 5 ωρών (!) μού έλυσε πολλές απορίες, ήρε αρκετές επιφυλάξεις και με έπεισε ως προς τα περισσότερα ζητήματα της παρέμβασης. (Στοιχειώδης εντιμότητα μού επιβάλλει να το παραδεχτώ). Όμως υπάρχουν ακόμη πολλά προβλήματα τα οποία χρήζουν άμεσης επανεξέτασης και διόρθωσης. Με κυριότερο το θέμα της αναστρεψιμότητας των παρεμβάσεων, έννοια την οποία εισήγαγε ο πολύτιμος Χαράλαμπος Μπούρας ήδη το 1963 και περί της οποίας διαρρηγνύει, επίσης, τα ιμάτια του και ο κ. Κορρές. Προσωπικά δεν το αμφισβητώ. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο αείμνηστος Μπούρας συνεργάστηκε αργότερα πολύ στενά με τον χαλκέντερο μελετητή και τωρινό αναστηλωτή του Μνημείου. Πράγμα που απλά σημαίνει ότι οι σύγχρονες διαστρώσεις είναι απολύτως αναστρέψιμες -μόνο κακόπιστοι θα υποστήριζαν το αντίθετο- ενώ ειδική μεμβράνη έχει διαχωρίσει το αραιωμένο μπετόν από τον κυρίως βράχο και τις ρηγματώσεις του. Επίσης δεν ξεχνώ τον επίσης τσιμεντένιο διάδρομο του Ιωάννη Τραυλού με το αμμοχάλικο που ήταν όμως σε πολλά σημεία διαβρωμένος λόγω πολυχρησίας, ολισθηρά επικίνδυνος και που απαιτούσε άμεση επιδιόρθωση. Η προσωπική μου εντύπωση είναι πως η πρόσβαση στον Παρθενώνα αλλά και η όλη θέαση των μνημείων, είναι σαφώς τώρα ασφαλέστερη και ανετότερη. Ιδιαίτερα όταν συνειδητοποιήσει κανείς πως δίπλα του συνωθούνται και χιλιάδες άλλοι επισκέπτες που έχουν το ίδιο προσκυνηματικό δικαίωμα μ’ εσένα. Κάτι που συνέβαινε εξάλλου και στην κλασική εποχή, αφού ο Παρθενώνας δεν φτιάχτηκε για να ατενίζεται κατά μόνας -όπως είναι το ρομαντικό όνειρο- αλλά υπήρξε το συλλογικό, δημοκρατικό επίτευγμα, μιας πολυάνθρωπης, δημοκρατικής κοινωνίας. Ο Ιερός Βράχος ήταν ανέκαθεν, σε όλο τον μακραίωνα βίο του, κοσμοβριθής, ενώ δεχόταν φύρδην-μίγδην αναθήματα, κατασκευές, προσκτίσματα κοκ. Ούτε είναι λογικό σήμερα να αντιμετωπίζουμε το όντως πελώριο πρόβλημα της επισκεψιμότητας ενός τέτοιου μνημείου με λύσεις άλλων εποχών. «Φοβούμενοι», υποσυνείδητα, την εποχή μας και την τεχνολογία της.
Αυτό που λέει συχνά ο Κορρές είναι ότι συγχέουμε τη ιδανική εικόνα της Ακρόπολης που έχει ο καθένας από την παιδική του ηλικία με την πραγματικότητα που λέγεται «Ακρόπολη – παγκόσμιο μνημείο», το οποίο δέχεται εκατομμύρια επισκεπτών όλο τον χρόνο. Και πως οι σημερινές, καθημερινές ανάγκες είναι αδήριτες. Επειδή είναι άλλο πράγμα το ιδιωτικό όραμα κι άλλο η πραγματικότητα ενός Προσκυνήματος – υπερθεάματος. Επίσης διαμαρτύρεται για την προκατάληψη εναντίον του μπετόν, το οποίο ως εύπλαστο και πειθαρχημένο υλικό είναι πιο κοντά στην υφή και τις πτυχώσεις του Βράχου. Τί προτείνουν αλήθεια οι διαφωνούντες;
Ο ίδιος αντιδρά στη δαιμονοποίηση και αισθητική απαξίωση του τσιμέντου, υλικού που αξιοποιείται από τη ρωμαϊκή ακόμη εποχή και επιμένει ότι έχει χρησιμοποιηθεί ένα μείγμα με 12% σκυροδέματος, με ελάχιστη χρήση πλεγμάτων και μάλιστα ελαφρών, δηλαδή «εξαριών». Επίσης παραδέχεται ότι υπάρχει μία κακοτεχνία διάστρωσης η οποία πρέπει να διορθωθεί ανάμεσα στο Ερεχθείο και τη νότια πλευρά του σηκού του Παρθενώνα, εκεί που διαμορφώνεται ένα τσιμεντένιο έξαρμα ύψους περίπου μισού μέτρου το οποίο και ακαλαίσθητο, αλλά και επικίνδυνο είναι. Επίσης διαφωνεί με την τοποθέτηση του ανελκυστήρα τόσο αισθητικά όσο και μορφολογικά. Ο ίδιος έχει άλλη πρόταση, που δεν πληγώνει τόσο κατάφωρα τον Βράχο. Όπως επίσης θεωρεί προσωρινό τον διάδρομο που αρχίζει από την έξοδο του ανελκυστήρα και φτάνει ως την κεντρική διάστρωση. Η απομάκρυνσή του βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητές του. Όσο για τα απαράδεκτα, μεταλλικά κολωνάκια τα οποία του χρεώνουν, ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί και να τα αλλάξει. Και μάλιστα ταχύτατα)! 
Τέλος, προτείνει επιχωμάτωση του Βράχου (και όχι διάστρωση) στη δυτική πλευρά το Παρθενώνα «όπως ακριβώς συνέβαινε και την εποχή του Περικλή». Και όπως επιτυχώς έχει γίνει στον Περίπατο της βόρειας κλιτύος. Η χρήση του τσιμέντου έχει λοιπόν οριστικά τελειώσει και το επόμενο μεγάλο του πρόγραμμα είναι η επανασχεδίαση των Προπυλαίων «όπως ήταν στην αρχή της ρωμαϊκής περιόδου», με την αποκατάσταση των σημερινών κακοτεχνιών. Και βέβαια η τάχιστη απομάκρυνση όλου αυτού του οπτικού θορύβου, της προσβλητικής ακαταστασίας που είναι κατά τη γνώμη μου το κύριο πρόβλημα του Βράχου. Με τις καλωδιώσεις που σέρνονται, τις ράγες, τις αποθήκες, τα διάσπαρτα υλικά, τις σκουριασμένες υποδοχές των προβολέων και λοιπά. Όλα αυτά πάντως πρέπει να συζητηθούν νηφάλια από την ευρύτερη ακαδημαϊκή κοινότητα, εφόσον ουδείς δικαιούται να μονοπωλεί το Μνημείο. Αλλά και να υπάρξει ευρύτατη ενημέρωση, αφού πλέον έχει ανοίξει μια τόσο πλατιά συζήτηση. Με δικαίωμα λόγου πρωτίστως στους διαφωνούντες. Από την άλλη είναι τέτοιο το πάθος, οι γνώσεις, η αφοσίωση, οι πολύχρονες έρευνες αλλά και το υψηλό ήθος του συγκεκριμένου μελετητή, ώστε θα έπρεπε κανείς να είναι πολύ προσεκτικός, όταν διατυπώνει αντιρρήσεις. 
Το γεγονός αυτό, επιμένω, δεν σημαίνει πως ο κ. Κορρές διαθέτει το αλάθητο ή είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης του Βράχου. Ούτε πως η εγχώρια και η διεθνής, επιστημονική κοινότητα δεν έχουν λόγους να ενδιαφέρονται. Αλλά και η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί και να ερωτά. Απεναντίας. Αρκεί να υπάρχουν πραγματοποιήσιμες αντιπροτάσεις. Όμως είναι άλλο πράγμα η αισθητική διαφωνία κι άλλο η διαπόμπευση και η κομματικοποίηση. 

Η πολιτική διαχείριση

Όλα κατά τη γνώμη μου άρχισαν από εκείνο το απαράδεκτο δελτίο Τύπου το οποίο συνέταξε η κυρία Παναγιωταρέα (;), που εξ ονόματος της υπουργού λίγο-πολύ χλεύαζε όλους όσοι αντέδρασαν βλέποντας τις όντως τρομακτικές, πρώτες φωτογραφίες των τσιμέντων και του εργοταξίου στην Ακρόπολη. Όπως και η απαράδεκτη χρησιμοποίηση των ΑΜΕΑ ως κάλυψη για έργα τα οποία προφανώς και δεν φτιάχτηκαν για αυτούς, όπως αργότερα οι πάντες παραδέχθηκαν.
Η επικοινωνιακή διαχείριση των συγκεκριμένων έργων υπήρξε λοιπόν από πλευράς της υπουργού επιεικώς απαράδεκτη. Κι είναι ενδεικτικό πως η κυρία Μενδώνη, σχεδόν με κάθε της ενέργεια, καταφέρνει να διχάσει ειδικούς και «ανίδεους», να ενοχλήσει τους ανθρώπους του πολιτισμού και να αποδείξει πως η πολυπραγμοσύνη συναγωνίζεται την αλαζονεία της. Ο ίδιος βέβαια ο πρωθυπουργός στη Βουλή παραδέχτηκε πως η υπουργός του δεν είναι πολιτικό πρόσωπο (sic). Όμως, έστω και έτσι, δεν της επιτρέπεται να διαπράττει σωρευτικά τόσα πολιτικά λάθη.
Επίσης, όλη αυτή η πιεστική παρουσία χορηγών, ανακαινίσεων, καλλωπισμού καλά και σώνει, έργων και «έργων», αναθηματικών πλακών προς ευεργέτας και υπουργούς (sic) ενόχλησε όπως ήταν λογικό πολλούς και εμένα μαζί. Να εξηγούμαστε: Χρειαζόμαστε τους χορηγούς, αρκεί να υπηρετούν εκείνη την πολιτική που αποφασίζει η πολιτεία με τους θεσμούς της. Και η προβολή των χορηγών είναι επιβεβλημένη γιατί έτσι προσελκύονται και άλλες χορηγίες, αρκεί να μη χάνονται το μέτρο και η σοβαρότητα της προσφοράς.
Είναι πάντως ενδεικτικό πώς το ποσό που χρειάστηκε για τον νέο ανελκυστήρα ήταν μόλις 700 χιλιάδες ευρώ. Διερωτώμαι, δεν μπορούσε να το αναλάβει η πολιτεία η ίδια, ώστε να μην καταφύγουμε στην επαιτεία χορηγιών και τη συνακόλουθη υποχρέωση αναθηματικών πλακών και λοιπών γελοιοτήτων; Διαμορφώνεται γενικότερα η εντύπωση πως το Υπουργείο Πολιτισμού αντί να έχει όραμα και άποψη, απλώς μανατζάρει τους μεγάλους χορηγούς ισορροπώντας στη, σχεδόν μεταφυσική κόντρα, του Ωνάση και του Νιάρχου. Ξαναζώντας το ’60 από την ανάποδη.
Όμως ο αληθινός πολιτισμός, η κοινωνική και η παιδευτική του διάσταση, ο δημοκρατικός, παλλαϊκός του χαρακτήρας είναι δυστυχώς έξω από αυτό το power game, όπου η σκοπιμότητα βαφτίζεται ορθοφροσύνη.

Η θεσμική ανεπάρκεια

Νομίζω ότι το ΚΑΣ (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) πάσχει θεσμικά, καθώς ο κάθε υπουργός διορίζει τους φίλα προσκείμενους, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η αμεροληψία του. Η σημερινή συγκρότησή του μάλιστα είναι η υποδεέστερη όλων των εποχών. (Φανταστείτε πως μόλις πριν από είκοσι χρόνια στο ΚΑΣ συμμετείχαν ο Ανδρόνικος, ο Τουράτσογλου, ο Μπακαλάκης κ.ά.). Ως εκ τούτου έχει μετακυληθεί όλη η ευθύνη στους ώμους του κ. Κορρέ, με αποτέλεσμα να εγκαλείται ο ίδιος, εκών άκων, για κάθε πολιτικό ατόπημα της κ. Μενδώνη.
Η πρόσφατη δήλωση του σεβαστού αρχαιολόγου κ. Χρήστου Ντούμα είναι απολύτως ενδεικτική. Και για μένα αποτελεί αληθινό σήμα κινδύνου. Και μόνο τα ονόματα που αναφέρει, όπως του Γιάννη Μηλιάδη, του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου, του Μανόλη Χατζηδάκη (αλλά και οι πιο πρόσφατες απώλειες των Γιώργου Δεσπίνη, Γεωργίου Δοντά, Σπύρου Ιακωβίδη, Άγγελου Δεληβορριά ή Αλέξανδρου Μάντη) αποδεικνύουν την υφιστάμενη λειψανδρία.
Δεν υπάρχουν όμως και σήμερα αρχαιολόγοι – ερευνητές αδιαμφισβήτητου κύρους των οποίων η γνώμη και η παρέμβαση θα ήταν άκρως θετική; Αναφέρω ενδεικτικά: Βασίλειος Πετράκος, Μαρία Μπρούσκαρη, Πέτρος Θέμελης, Χρήστος Ντούμας, αλλά και Ιορδάνης Παπαδημακόπουλος, Κώστας Ζάμπας κ.ά.
Θεωρώ, τέλος, πως είναι εντελώς παρωχημένη η συγκρότηση αυτού του επιτελικού σώματος, του ΚΑΣ, καθώς δεν συμμετέχουν σ’ αυτό –εκτός των ανωτέρω αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και λοιπών τεχνοκρατών– και διακεκριμένοι καλλιτέχνες, ιστορικοί τέχνης, μουσειολόγοι, αισθητικοί του χώρου κ.λπ. Φαντάζεστε να μπορούσε να εκφέρει άποψη για τη διάστρωση και την αισθητική της παρουσίαση ο ιστορικός τέχνης και συγγραφέας Παντελής Πρεβελάκης, ο ζωγράφος Γιάννης Μόραλης, ο γλύπτης Γιάννης Παππάς ή ο αρχιτέκτονας – καλλιτέχνης Κυριάκος Κρόκος; Ας βρούμε λοιπόν καλλιτέχνες που θα μπορούσαν εκτάκτως να βοηθήσουν σήμερα στο εγχείρημα, σταματώντας τον «εμφύλιο» ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και κομίζοντας την εμπειρία και την ευαισθησία τους. Όπως είναι ο γλύπτης Θόδωρος Παπαγιάννης, οι ζωγράφοι Δημήτρης Αληθεινός, Κυριάκος Κατζουράκης, Αλέκος Λεβίδης, η γλύπτρια Νέλα Γκόλαντα, η ζωγράφος Αιμιλία Παπαφιλίππου, ο ιστορικός τέχνης Άλκης Χαραλαμπίδης, ή ο σταθερά πολύτιμος Διονύσης Φωτόπουλος.
 Κάνω λοιπόν έκκληση αντί για συγκρούσεις σκοπιμοτήτων, κομματικής αντιπαράθεσης και καθημερινές «λιβελούλες» να ξαναγίνει μία σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση –αναθεώρηση για την Ακρόπολη και το μέλλον της –σωστότερα, το μέλλον μας– ασφαλώς με τον Μανόλη Κορρέ και τους συνεργάτες του επικεφαλής, αλλά και μ’ ένα συμβούλιο «ειδικής αποστολής» δίπλα του που να διαθέτει πυγμή, άποψη, αλλά και μετριοπάθεια. Και που θα ελαφρώσει και τον ίδιο από το βάρος της αποκλειστικής ευθύνης. 
 Και βέβαια προέχει να ολοκληρωθεί το τεράστιο έργο της αναστήλωσης του σηκού του Παρθενώνα, για το οποίο και ο ίδιος έχει προσφέρει τη ζωή και το ταλέντο του τα τελευταία 30 χρόνια. Όπως επίσης επιβάλλεται να οριστεί ξανά ο ρόλος και η λειτουργία του παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αποκορύφωμα όλων των παρεμβάσεων, ένας εκθεσιακός χώρος που μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί υπό προϋποθέσεις, στον οποίο θα υποκλινόταν η Υδρόγειος, όπως επί 20 χρόνια υποστηρίζω. Ένα μέγιστο πολιτιστικό όπλο για πολιτικούς με όραμα.

*Ο Μάνος Στεφανίδης είναι τακτικός καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών

Ακολουθήστε το Άρδην στο Facebook

Εγγραφείτε στο κανάλι του Άρδην στο Youtube

2 Σχόλια

  1. Άλλα μας έλεγε ο Μάνος Στεφανίδης
    τον Νοέμβριο του 2020 σ’ εκείνο το κείμενο του – λίβελλο τον οποίον είχατε δημοσιεύσει και σείς στο ΑΡΔΗΝ,
    υπό τον τίτλο “Τσιμέντο να γίνει”.

    Τί έχει μεσολαβήσει και κάνει / -ετε “amende honorable ;

    • Της Σύνταξης says:

      Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο κος Στεφανίδης, ξεναγήθηκε 5 ώρες στην Ακρόπολη και κατάλαβε τι έγινε. Εσείς τι πιστεύετε ότι έχει μεσολαβήσει;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek