του Οδυσσέα Κέλλογλου, από το Άρδην τ. 42, Ιούνιος 2003

Ό­,τι πε­ρισ­σεύ­ει και δεν μοι­ρα­στεί
ε­λεύ­θε­ρα με το χέ­ρι, θα μοι­ρα­στεί
με το μα­χαί­ρι

Γέ­ρων Πα­ΐ­σιος Α­γιο­ρεί­της

Α­πει­λούν τον τρό­πο ζω­ής μας οι Ι­σλα­μι­στές…


Έ­τσι α­νε­ρυ­θρί­α­στα προ­σπα­θού­νε να δι­καιο­λο­γή­σου­νε τα α­δι­καιο­λό­γη­τα οι εγ­χώ­ριοι έμ­μι­σθοι και ά­μι­σθοι κον­δυ­λο­φό­ροι της Πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και οι ο­μό­λο­γοί τους της τη­λε­θέ­α­σης στην Ελ­λά­δα αλ­λά και σε ό­λο τον λε­γό­με­νο πο­λι­τι­σμέ­νο Δυ­τι­κό κό­σμο.


Με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση του κομ­μου­νι­σμού, το πρό­σχη­μα για την ε­πι­κρά­τη­ση του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού σε πλα­νη­τι­κό ε­πί­πε­δο υ­πό το πέλ­μα των Η.Π. της Α­με­ρι­κής εί­ναι η Τρο­μο­κρα­τί­α.


Η τε­χνο­λο­γι­κή υ­πε­ρο­χή ε­πι­τρέ­πει στην μό­νη πλέ­ον στρα­τιω­τι­κή υ­περ­δύ­να­μη να ε­λέγ­χει ο­πτι­κο­α­κου­στι­κά ό­λη τη γη. Υ­πο­θάλ­πο­ντας, συ­ντη­ρώ­ντας και ορ­γα­νώ­νο­ντας τα αυ­το­νο­μι­στι­κά κι­νή­μα­τα α­πα­ντα­χού της γης, η μο­να­δι­κή υ­περ­δύ­να­μη έ­χει τον τρό­πο και τα μέ­σα να ε­νο­χο­ποιεί τους πά­ντες, για να έρ­θει με­τά δι­καιω­μα­τι­κά, ως πα­γκό­σμιος χω­ρο­φύ­λα­κας, να διευ­θε­τή­σει την κα­τά­στα­ση με τους δι­κούς της ό­ρους.


Η κα­τά­λυ­ση κά­θε έν­νοιας Διε­θνούς Δι­καί­ου, η κα­τα­πά­τη­ση κυ­ριαρ­χι­κών ε­θνι­κών δι­καιω­μά­των και η ο­λο­κλη­ρω­τι­κή α­πα­ξί­ω­ση κά­θε διε­θνούς θε­σμού μπρο­στά στο συμ­φέ­ρον των Η.Π. της Α­με­ρι­κής εί­ναι η ζο­φε­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αυ­τήν την Νέ­α Τά­ξη πραγ­μά­των, την Pax Americana δη­λα­δή, έ­χουν α­να­λά­βει να την ε­ξω­ρα­ΐ­σουν ερ­γο­λα­βι­κά ό­χι μό­νο αλ­λο­δα­ποί αλ­λά και η­με­δα­ποί του πνεύ­μα­τος και της κουλ­τού­ρας σκα­πα­νείς.


Φι­λο­δο­ξούν να την πλα­σά­ρουν σαν μο­να­δι­κή διέ­ξο­δο, πα­νά­κεια, α­δή­ρι­τη νο­μο­τέ­λεια. Βαυ­κα­λί­ζο­νται μά­λι­στα ό­τι μ’ αυ­τόν τον τρό­πο καλ­λιερ­γούν και προ­ά­γουν την πο­λι­τι­κή σκέ­ψη στην Ελ­λά­δα.


Υ­πάρ­χει ό­ντως μια δό­ση σχι­ζο­φρέ­νειας στη στά­ση των λε­γο­μέ­νων πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων στον τό­πο μας. Κά­νουν σω­στές δια­γνώ­σεις, κα­ταγ­γέλ­λουν γε­νι­κά αλ­λά στην πρά­ξη στη­ρί­ζουν μ’ ό­λες τους τις δυ­νά­μεις το κα­τε­στη­μέ­νο σύ­στη­μα ε­ξου­σί­ας. Κρι­τι­κή δη­λα­δή α­νώ­δυ­νη και εκ του α­σφα­λούς. “Κο­ρυ­φαί­ος” σε ει­σα­γω­γι­κά δη­μο­σιο­γρά­φος, ο ο­ποί­ος κό­πτε­ται για τα α­το­μι­κά δι­καιώ­μα­τα και για το δι­καί­ω­μα στη δια­φο­ρά και στην έκ­φρα­ση, ε­ξορ­γί­ζε­ται σφό­δρα και ε­ξα­νί­στα­ται γρα­πτώς τε και προ­φο­ρι­κώς διό­τι οι Νε­ο­έλ­λη­νες στις δη­μο­σκο­πή­σεις δεν ταυ­τί­ζο­νται με τους Δυ­τι­κο­ευ­ρω­παί­ους και τους Βο­ρειο­α­με­ρι­κά­νους στις προ­τι­μή­σεις τους αλ­λά εμ­φα­νί­ζουν πά­ντο­τε ση­μα­ντι­κές δια­φο­ρές. Το δι­καί­ω­μα στη δια­φο­ρά το ε­πι­φυ­λάσ­σει ο κα­τά τα άλ­λα έ­γκρι­τος δη­μο­σιο­γρά­φος μό­νο στον ε­αυ­τό του, μάλ­λον, κα­θώς καυ­χά­ται ό­τι δεν α­κού­ει λα­ϊ­κά μί­ζε­ρα και ρε­μπέ­τι­κα πει­σι­θα­νά­τια τρα­γού­δια και ό­τι ε­πί­σης τον Κα­ζα­ντζί­δη δεν τον εί­χε α­κου­στά στη νε­ό­τη­τά του.


Οι Νε­ο­έλ­λη­νες ό­μως, υ­πο-α­νά­πτυ­ξη α­κό­μα ευ­ρι­σκό­με­νοι, ο­φεί­λουν κα­τά την γνώ­μη του να συ­ντο­νί­σουν τα α­να­κλα­στι­κά τους με ε­κεί­να των Βο­ρειο­α­με­ρι­κα­νών και Δυ­τι­κο­ευ­ρω­παί­ων και να πι­στεύ­ουν α­νεν­δοί­α­στα ό,τι κο­τσά­να εκ­πέ­μπει το CΝΝ, το Β.Β.C ή το Ζ.D.F.


Στον βω­μό μιας νέ­ας α­τι­μω­τι­κής και ε­ξευ­τε­λι­στι­κής Α­νταλ­κί­δειας ει­ρή­νης –για ό­σους ξέ­ρουν α­πό ι­στο­ρί­α– έ­νας ο­λό­κλη­ρος λα­ός, ο πιο πα­λιός σε διάρ­κεια στην Ευ­ρώ­πη, του­λά­χι­στον, κα­λεί­ται να ξε­χά­σει την Ι­στο­ρί­α του, την ε­μπει­ρί­α 3.000 χρό­νων, να α­πε­μπο­λή­σει τα ε­λά­χι­στα κυ­ριαρ­χι­κά του δι­καιώ­μα­τα που του α­πέ­μει­ναν και να α­πο­δε­χθεί μια ει­ρή­νη του πρω­κτού, θα έ­λε­γα, με­τά συγ­χω­ρή­σε­ως. Διό­τι πε­ρί αυ­τού πρό­κει­ται δυ­στυ­χώς.


Η Ε­λευ­θε­ρί­α προ­η­γεί­ται και εί­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση της ει­ρή­νης, το α­ντί­θε­το ό­μως εί­ναι φε­νά­κη και αυ­τα­πά­τη. Το τε­λευ­ταί­ο τέ­ταρ­το του αιώ­να που πέ­ρα­σε, α­πό την με­τα­πο­λί­τευ­ση του 1974 και δώ­θε, το σύν­θη­μα α­ντι­στρά­φη­κε και καλ­λιερ­γή­θη­κε με­τά μα­νί­ας α­κό­μη και στα σχο­λεί­α το φαι­δρό. Ποιο δη­λα­δή; ό­τι η Ει­ρή­νη πλέ­ον εί­ναι η μό­νη προ­τε­ραιό­τη­τά μας, προ­η­γεί­ται α­κό­μα και α­πό το αί­τη­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας το ο­ποί­ο θά­πτε­ται σιω­πη­ρά.


Ό­λοι γρά­φουν ποι­ή­μα­τα και τρα­γου­δά­νε για την Ει­ρή­νη, μια Ει­ρή­νη ψευ­δε­πί­γρα­φη ό­μως. Διό­τι η Ει­ρή­νη που προ­η­γεί­ται της Ε­λευ­θε­ρί­ας θυ­μί­ζει τη συμ­βου­λή προς γυ­ναί­κα που α­πει­λεί­ται με βια­σμό; “Αν δεν έ­χε­τε το κου­ρά­γιο να α­ντι­στα­θεί­τε, α­πο­λαύ­στε το και με­τά θα εί­στε πά­λι ε­λεύ­θε­ρη να συ­νε­χί­σε­τε τη ζω­ή σας μέ­χρι τον ε­πό­με­νο βια­σμό”.


Αυ­τή η νο­ο­τρο­πί­α καλ­λιερ­γεί­ται δυ­στυ­χώς ε­πί­ση­μα και α­νε­πί­ση­μα. Των οι­κιών η­μών ε­μπι­πρα­μέ­νων η­μείς ά­δω­μεν. Πρέ­πει να α­παλ­λα­γεί ο Έλ­λη­νας α­πό την ι­στο­ρι­κή του μνή­μη και την πο­λι­τι­στι­κή του πα­ρά­δο­ση και ι­διαι­τε­ρό­τη­τα διό­τι αυ­τά τον κρα­τά­νε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο, μας λέ­νε. Ε­πι­στρα­τεύ­ο­νται λοι­πόν στην υ­πη­ρε­σί­α αυ­τού του εγ­χει­ρή­μα­τος οι πά­ντες με κά­θε τρό­πο. Πε­φω­τι­σμέ­νες “δε­ξα­με­νές σκέ­ψης” συγ­γρά­φουν βι­βλί­α ό­που δια­κω­μω­δού­νται τα σύμ­βο­λα και τα ιε­ρά. Και αυ­τό θε­ω­ρεί­ται αυ­το­μά­τως κα­τά­κτη­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας της έκ­φρα­σης και νί­κη κα­τά του σκο­τα­δι­σμού. Οι μά­ζες χει­ρα­γω­γού­νται πλέ­ον με ε­πι­στη­μο­νι­κό τρό­πο, βή­μα-βή­μα, μέ­χρι να καμ­φθούν ό­λες οι α­ντι­στά­σεις χω­ρίς να πέ­σει ού­τε του­φε­κιά. Αυ­τοί οι πρω­το­πό­ροι της ε­λευ­θε­ρί­ας του πνεύ­μα­τος στην Ελ­λά­δα πά­σχουν α­πό με­ρο­λη­ψί­α και μο­νο­μέ­ρεια ό­μως. Η ει­ρω­νεί­α, η δια­κω­μώ­δη­ση, η σά­τι­ρα και η κα­ταγ­γε­λί­α στο­χεύ­ουν μό­νο στην Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση. Ας τολ­μή­σει κά­ποιος α­πό τους ε­ντό­πιους Βολ­ταί­ρους να δια­κω­μω­δή­σει τα σύμ­βο­λα μιας άλ­λης θρη­σκευ­τι­κής πα­ρά­δο­σης, να πει έ­στω έ­να α­νέκ­δο­το για τους Ε­βραί­ους.


Και μό­νο η σκέ­ψη προ­κα­λεί θυ­μη­δί­α και α­μη­χα­νί­α. Δυ­στυ­χώς, ο γε­νι­τσα­ρι­σμός έ­χει α­φή­σει α­νε­ξί­τη­λα τα ί­χνη στα γο­νί­δια των ρα­γιά­δων α­κό­μα, κα­θώς τα γο­νί­δια ε­νερ­γο­ποιού­νται αυ­τό­μα­τα πλέ­ον και χω­ρίς ά­σκη­ση βί­ας και ο γε­νι­τσα­ρι­σμός εί­ναι και κρι­τή­ριο προ­ο­δευ­τι­κό­τη­τας συγ­χρό­νως.


Αυ­τή η α­ντί­φα­ση α­νά­με­σα στον λα­ό και στη λε­γό­με­νη πνευ­μα­τι­κή του η­γε­σί­α πα­ρα­μέ­νει α­γε­φύ­ρω­τη. Μό­λις ο Νε­ο­έλ­λη­νας μά­θει με­ρι­κά γράμ­μα­τα πα­ρα­πά­νω α­πό τη για­γιά του και μπει και στο Πα­νε­πι­στή­μιο με­ταλ­λάσ­σε­ται αυ­το­μά­τως.


Ι­στο­ρί­α, τρό­πος ζω­ής, έ­θι­μα, πρα­κτι­κές αιώ­νων, ξαφ­νι­κά, ό­χι μό­νο δέ­χο­νται κρι­τι­κή αλ­λά α­πορ­ρί­πτο­νται συλ­λή­βδην δια­κω­μω­δού­με­νες.


Σκη­νι­κό ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο στην Ελ­λά­δα του σή­με­ρα: Στην πρώ­τη του συ­νέ­ντευ­ξη, ο κά­θε φο­ρά φέ­ρελ­πις Νε­ο­έλ­λην δια­νο­η­τής, άν­θρω­πος της κουλ­τού­ρας γε­νι­κά, σπεύ­δει να δη­λώ­σει ά­θε­ος, ή δω­δε­κά­θε­ος (ο­πα­δός των 12 Θε­ών του Ο­λύ­μπου) στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Έ­χει έ­να άγ­χος να α­πο­τι­νά­ξει α­πό πά­νω του το στίγ­μα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής του πα­ρά­δο­σης παρ’ ό­λο που το έρ­γο του, εί­τε ει­κα­στι­κό εί­τε γρα­πτό εί­τε μου­σι­κό, μπο­ρεί να α­ντλεί πε­ριε­χό­με­νο και ι­δέ­ες από αυ­τήν την α­πορ­ρι­πτέ­α Ορ­θό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση. Νο­μί­ζει ό­τι ξε­κι­νά­ει με γκολ α­πό τα α­πο­δυ­τή­ρια που λέ­νε κά­νο­ντας αυ­τήν την δή­λω­ση, θε­ω­ρώ­ντας ό­τι μό­νον μ’ αυ­τήν την το­πο­θέ­τη­ση μπαί­νει αυ­το­μά­τως στο κλα­μπ των προ­ο­δευ­τι­κών δυ­νά­με­ων του τό­που. Δι­καιού­ται να κρί­νει ex cathedra τους πά­ντες και τα πά­ντα. Μα­ζί με την θε­ω­ρί­α του προ­ηγ­μέ­νου θη­λα­στι­κού (ό­σον α­φο­ρά την ε­ξέ­λι­ξη του αν­θρώ­που) και την θε­ω­ρί­α της με­τα­φυ­σι­κής της τύ­χης (ό­σον α­φο­ρά τη δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου), η προ­η­γού­με­νη δή­λω­ση συ­νι­στά το α­μά­χη­το δια­βα­τή­ριο για την ει­σα­γω­γή στο Χρη­μα­τι­στή­ριο των Α­ξιών της λε­γό­με­νης με­τα­μο­ντέρ­νας σκέ­ψης.


Έ­νας ο­λό­κλη­ρος πο­λι­τι­σμός με ι­λιγ­γιώ­δη ε­πι­τεύγ­μα­τα στην ποί­η­ση, στον λό­γο, στην φι­λο­σο­φί­α, στην τέ­χνη, στην μου­σι­κή, στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή και στην ορ­γά­νω­ση του βί­ου α­πορ­ρί­πτε­ται μό­νο και μό­νο ε­πει­δή εκ­πο­ρεύ­ε­ται α­πό μια εκ­κλη­σιο­λο­γι­κή έν­θε­η α­ντί­λη­ψη για τη ζω­ή. Αυ­τή η α­ντί­λη­ψη δεν θε­ω­ρεί αυ­το­σκο­πό την α­νά­πτυ­ξη για την α­νά­πτυ­ξη ού­τε το κέρ­δος για το κέρ­δος. Η χρή­ση του κό­σμου σ’ αυ­τήν την πα­ρά­δο­ση εί­ναι μό­νον ευ­χα­ρι­στια­κή και δο­ξο­λο­γι­κή και ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­χρη­σή του εί­ναι α­στο­χί­α, α­μαρ­τί­α δη­λα­δή, κα­θώς ε­πι­τρέ­πει –η κα­τά­χρη­ση του κό­σμου δη­λα­δή– να α­να­δυ­θούν στην ε­πι­φά­νεια τα τα­πει­νό­τε­ρα κί­νη­τρα του αν­θρώ­που: η πλε­ο­νε­ξί­α και η α­πλη­στί­α. Η πλε­ο­νε­ξί­α κα­τά τον Α­πό­στο­λο Παύ­λο εί­ναι γνή­σια ει­δω­λο­λα­τρί­α και σα­φώς στε­ρεί α­πό τον άν­θρω­πο τη δυ­να­τό­τη­τα να δη­μιουρ­γή­σει α­νι­διο­τε­λείς σχέ­σεις εί­τε με τους αν­θρώ­πους εί­τε με τον Θε­ό. “Ας με κο­λά­σει 100 φο­ρές αρ­κεί να υ­πάρ­χει”, έ­λε­γε ο γάλ­λος φι­λό­σο­φος Σαρ­τρ για τον Θε­ό και ή­ταν αυ­τή η αμ­φι­βο­λί­α του κραυ­γή α­γω­νί­ας και το α­πο­τέ­λε­σμα της έ­ντο­νης ε­σω­τε­ρι­κής του πά­λης και βί­ω­σης του μη­δε­νός. Πο­τέ ό­μως δεν θα μπο­ρού­σε να ή­ταν αυ­τή η κραυγή ε­φαλ­τή­ριο α­νά­δει­ξης στην ε­πι­και­ρό­τη­τα και εύ­κο­λου πλου­τι­σμού, ό­πως συμ­βαί­νει με με­ρι­κούς η­με­δα­πούς διάτ­το­ντες α­στέ­ρες, οι ο­ποί­οι λό­γω πε­νί­ας τέ­χνας κα­τερ­γά­ζο­νται.


Η α­λή­θεια ό­μως δεν εί­ναι θέ­μα γε­ω­γρα­φί­ας ού­τε βιο­λο­γί­ας, κα­θώς η α­γά­πη χω­ρίς ό­ρους και ό­ρια μπο­ρεί να εκ­δη­λω­θεί πα­ντού και πά­ντο­τε. Και αυ­τό που έ­κα­νε αυ­τόν τον τό­πο ξε­χω­ρι­στό, πέ­ρα α­πό τον ή­λιο και τη θά­λασ­σα, εί­ναι αυ­τό που δή­λω­σε ο συγ­γρα­φέ­ας Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, και έ­χει τις κα­τα­βο­λές του στην Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση. Ό­ταν ρω­τή­θη­κε ποια θε­ω­ρεί ως βα­σι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στην Ελ­λά­δα και τη λε­γό­με­νη πο­λι­τι­σμέ­νη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, α­πά­ντη­σε, προς με­γά­λη α­πο­γο­ή­τευ­ση των εκ­συγ­χρο­νι­στών: Η ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στην Ελ­λά­δα και στην Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, εί­ναι ό­τι στην Ελ­λά­δα μπο­ρεί να σε κε­ρά­σει κά­ποιος έ­ναν κα­φέ ή μια πορ­το­κα­λά­δα έ­τσι χω­ρίς λό­γο και χω­ρίς να σε ξέ­ρει. Αυ­τό σαν concept, σύλ­λη­ψη ι­δέ­ας δη­λα­δή, για την Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη εί­ναι ό­ντως α­δια­νό­η­το, α­ντί­κει­ται στον χα­ρα­κτή­ρα, τη δο­μή ο­λό­κλη­ρης της ύ­παρ­ξης του δυ­τι­κού αν­θρώ­που ό­που τα πά­ντα έ­χουν έ­ναν χρη­σι­μο­θη­ρι­κό σκο­πό. Ό­λα αυ­τά βέ­βαια δεν μπο­ρούν να ε­ξω­ρα­ΐ­σουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη δει­νή και α­πελ­πι­στι­κή για την Ελ­λά­δα, ό­μως η διέ­ξο­δος δεν μπο­ρεί να εί­ναι η “ολ­λαν­δο­ποί­η­ση” για την Ελ­λά­δα. Μια χώ­ρα δη­λα­δή με υ­ψη­λό Α.Ε.Π. και πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, α­κό­μα και με μη­δε­νι­κό ε­ξω­τε­ρι­κό χρέ­ος, αλ­λά χω­ρίς ταυ­τό­τη­τα πο­λι­τι­σμι­κή και ι­στο­ρι­κή, δεν μπο­ρεί αυ­τό να γί­νει η έμ­μο­νη ι­δέ­α ε­νός λα­ού, που τα τε­λευ­ταί­α 3.000 χρό­νια γρά­φει ποί­η­ση συ­νε­χώς.


Ο με­γά­λος Α­γιο­ρεί­της γέ­ρο­ντας των νε­ω­τέ­ρων χρό­νων, πα­τέ­ρας Πα­ΐ­σιος, έ­λε­γε ό­τι άλ­λη εί­ναι η δου­λειά των φα­να­ριών στην πό­λη και άλ­λη η δου­λειά του φά­ρου μέ­σα στο πέ­λα­γος, ό­ταν τον κα­τη­γο­ρού­σαν για­τί δεν έ­βγαι­νε στον κό­σμο να δι­δά­σκει μό­νι­μα. Εν­νο­ού­σε μάλ­λον ό­τι η εμ­βέ­λειά του θα ή­ταν μι­κρό­τε­ρη αν κα­τέ­βαι­νε στον κό­σμο κα­θώς, ευ­ρι­σκό­με­νος στο Ά­γιος Ό­ρος, λει­τουρ­γού­σε πιο δρα­στι­κά ως ση­μεί­ο α­να­φο­ράς και μάλ­λον πιο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά. Το πρό­βλη­μα της κοι­νω­νί­ας για αυ­τόν τον νε­ώ­τε­ρο πα­τέ­ρα της Εκ­κλη­σί­ας που ε­πί­ση­μα το μέ­γε­θός του δεν α­πο­τι­μή­θη­κε ό­σο του πρέ­πει α­κό­μα –αν και το λα­ϊ­κό έν­στι­κτο λει­τούρ­γη­σε α­λάν­θα­στα και στην πε­ρί­πτω­σή του και στη συ­νεί­δη­ση του λα­ού τι­μά­ται ως Ά­γιος: μια ε­πί­σκε­ψη στον τά­φο του στην Ι. Μ. Ιω­άν­νου Θε­ο­λό­γου στη Σου­ρω­τή Θεσ/νί­κης θα πεί­σει και τον πλέ­ον δύ­σπι­στο, ό­που συρ­ρέ­ουν χι­λιά­δες προ­σκυ­νη­τές απ’ ό­λη την Ελ­λά­δα– το πρό­βλη­μα λοι­πόν σύμ­φω­να με τον γέ­ρο­ντα Πα­ΐ­σιο ε­δρά­ζε­ται στη σκέ­ψη, στο λο­γι­σμό ό­πως λε­ει η Πα­ρά­δο­σή μας. Η πο­ρεί­α της κοι­νω­νί­ας ε­ξαρ­τά­ται α­πό τις σκέ­ψεις, τους λο­γι­σμούς που πα­ρά­γουν και πραγ­μα­το­ποιούν τα μέ­λη της κοι­νω­νί­ας.


Διό­τι, κα­τά τον γέ­ρο­ντα Πα­ΐ­σιο, υ­πάρ­χουν δύ­ο εί­δη αν­θρώ­πων με βά­ση τον λο­γι­σμό. Οι μύ­γες και οι μέ­λισ­σες. Οι μεν μύ­γες α­να­ζη­τούν και βρί­σκουν την κο­πριά, την α­κα­θαρ­σί­α και την βρω­μιά α­κό­μα και μέ­σα σ’ έ­ναν κή­πο με λου­λού­δια, α­γνο­ώ­ντας ε­σκεμ­μέ­να τα λου­λού­δια γύ­ρω τους. Οι δε μέ­λισ­σες, ως γνω­στόν, βρί­σκουν α­μέ­σως τα λου­λού­δια ρου­φώ­ντας με ζή­λο την γύ­ρη τους και προ­σπερ­νώ­ντας φυ­σι­κά τις α­κα­θαρ­σί­ες. Η αλ­λη­γο­ρί­α εί­ναι προ­φα­νής, δια­λέ­γου­με και παίρ­νου­με. Ή εί­μα­στε μέ­λισ­σες και μας ελ­κύ­ει το ω­ραί­ο και το κα­θα­ρό χω­ρίς να μας δε­λε­ά­ζει η α­σχή­μια και η βρω­μιά του κό­σμου ή εί­μα­στε μύ­γες και συ­σχη­μα­τι­ζό­μα­στε με την βρώ­μα και την δυ­σω­δί­α του κό­σμου τού­του δια­σκε­δά­ζο­ντας με τις α­να­θυ­μιά­σεις της κα­κί­ας και της πο­νη­ρί­ας.


Το μυα­λό μας λοι­πόν, έ­λε­γε ο α­εί­μνη­στος γέ­ρο­ντας Πα­ΐ­σιος, εί­ναι μια μη­χα­νή πα­ρα­γω­γής λο­γι­σμών. Α­πό μας ε­ξαρ­τά­ται αν θα πα­ρά­γου­με ό­πλα και σφαί­ρες, πράγ­μα­τα ά­σκο­πα και κα­τα­στρο­φι­κά δη­λα­δή, ή αν θα πα­ρά­γου­με ά­ρο­τρα ή ερ­γα­λεί­α, πράγ­μα­τα χρή­σι­μα και δη­μιουρ­γι­κά.


Think positive λοι­πόν, εί­ναι πλέ­ον το σύν­θη­μα α­κό­μη και α­πό την Ε­σπε­ρί­α. Ό­πως στην οι­κο­νο­μί­α έ­τσι και στην σκέ­ψη οι Έλ­λη­νες λει­τουρ­γού­με πά­ντα με­τα­πρα­τι­κά. Έ­στω και ε­πα­νει­σα­γόμε­νο, το πα­λιό α­σκη­τι­κό σύν­θη­μα “Σκέ­ψου Θε­τι­κά”, βά­λε κα­λό λο­γι­σμό δη­λα­δή, α­κό­μη και σε συ­σκευα­σί­α Μακ Ντό­ναλ­ντ, έ­χει ι­σχύ. Άλ­λω­στε οι Έλ­λη­νες σαν πα­ρα­γω­γοί υ­στε­ρού­με πά­ντα στη συ­σκευα­σί­α.


Ας αρ­χί­σου­με να σκε­φτό­μα­στε θε­τι­κά λοι­πόν, για τον συ­νάν­θρω­πό μας, ι­διαί­τε­ρα τον μη έ­χο­ντα, ειδ’ άλ­λως η μό­νη νο­μο­τέ­λεια και νό­μος πνευ­μα­τι­κός, σύμ­φω­να με τον Α­γιο­ρεί­τη α­σκη­τή, εί­ναι αυ­τό που δηλώνεται στην προμετωπίδα του άρθρου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek