Στρατιωτικό νοσοκομείο στο Γκέτεμποργκ μετατρέπεται σε κλινική κορωνοϊού

Του Markus Balázs Göransson

Μπορεί η βρετανική Αριστερά να άσκησε κριτική στην προβληματική διαχείριση της κυβέρνησής της για τον κορωνοϊό, ωστόσο, η σουηδική Αριστερά υποστήριξε μια πολιτική που οδήγησε στον θάνατο, στις αρρώστιες και την καταστροφή πολλών ευάλωτων ομάδων της χώρας αυτής. Προδίδοντας τις ίδιες τις αξίες της, η Αριστερά επέλεξε να ταυτιστεί με τη διαχειριστική ανικανότητα και την ηθική χρεοκοπία της σουηδικής αντίδρασης στην πανδημία. Και αυτό αφήνει ένα στίγμα για την Αριστερά, που θα κάνει πολλά χρόνια για να φύγει από πάνω της.
Γράφω αυτές τις γραμμές απ’ το ευρύχωρο τεσσάρι μου σε μια πόλη της κεντρικής Σουηδίας. Είμαι κλεισμένος μέσα από τον Μάρτιο. Ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, μπορώ να κάνω όλες τις δουλειές μου μέσω διαδικτύου: τη διδασκαλία, την έρευνα και τα διοικητικά μου καθήκοντα. Εάν το ήθελα, θα μπορούσα να παραγγέλνω ακόμα και το φαγητό και τα υπόλοιπα χρειώδη από το διαδίκτυο. Ωστόσο, δεν είμαι υποχρεωμένος να μένω στο σπίτι. Υπό τους χαλαρούς περιορισμούς της σουηδικής πολιτικής, ήμουν ελεύθερος να πηγαινοέρχομαι όπου ήθελα, κάνοντας τζόκινγκ στη γειτονιά μου, ποδήλατο δίπλα στη λίμνη, κι αν ήθελα, μπορούσα ακόμα να πάω σε καφέ, ρεστοράν, μπαρ και γυμναστήρια.
Η στρατηγική της Σουηδίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για ανθρώπους σαν κι εμένα: Τα σχετικά νεαρά (εγώ είμαι 35 χρονών) και υγιή μέλη της μεγάλης μεσαίας τάξης της Σουηδίας, που δεν χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τη δουλειά τους. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται σε μια σειρά παραινέσεων υπέρ της δημόσιας υγείας: Να εργάζεστε από το σπίτι εφόσον μπορείτε, να μένετε σε αυτό αν εμφανίσετε συμπτώματα, να μπείτε σε απομόνωση αν αρρωστήσετε.
Υπάρχει έκκληση σε όλους τους Σουηδούς να τηρούν αυτά τα μέτρα. Ωστόσο είναι πολύ ευκολότερο να το κάνει κανείς όταν έχει ένα ευρύχωρο σπίτι, μπορεί να εργαστεί από το διαδίκτυο, διαθέτει μόνιμη εργασία και βρίσκεται σε χώρο όπου πάντα θα υπάρχει ένας διαθέσιμος νιπτήρας κοντά του. […]


Μια πολιτική laissez-faire

Σίγουρα, δεν βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι στη Σουηδία σε αυτή την θέση. Οι εργαζόμενοι στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, οι υγειονομικοί, οι οδηγοί ταξί και όσοι εργάζονται ως υπάλληλοι σε καταστήματα, δεν μπορούν να δουλέψουν από απόσταση. Άνθρωποι που μένουν μαζί με πολλούς άλλους δεν μπορούν τόσο εύκολα να αυτοαπομονωθούν. Όσοι ζουν σε οίκους ευγηρίας δεν μπορούν να τηρήσουν αποστάσεις από το προσωπικό, στην περίπτωση που εκείνο δεν τηρεί σωστά τα μέτρα. Οι γηραιότεροι μετανάστες, που δεν γνωρίζουν σουηδικά, πάσχιζαν να βρουν κάποιες επίσημες οδηγίες σε άλλη γλώσσα, ιδιαίτερα στην αρχή της πανδημίας.
Στη Σουηδία, που κατά τα άλλα κυριαρχεί ο κρατικός παρεμβατισμός, οι αρχές επέλεξαν μια προσέγγιση laissez-faire για την πανδημία, που μεταβίβαζε μεγάλο μέρος της ευθύνης για την αντιμετώπιση του ιού στους ίδιους τους πολίτες. Ωστόσο, όπως με πόνο διαπιστώσαμε κατά το πέρας των πέντε πρόσφατων μηνών, δεν κατέχουν όλα τα άτομα εξίσου τα μέσα για να προστατέψουν τους εαυτούς τους και τους άλλους, ούτε και αντιμετωπίζουν όλοι τα ίδια ρίσκα ενώπιον του ιού.
Έτσι, όπως θα μπορούσε να προβλέψει κανείς, η πανδημία ξέσπασε ιδιαίτερα μεταξύ των πιο φτωχών, των πιο αδύναμων, εκείνων που ήταν άρρωστοι και πιο ηλικιωμένοι. Στη Στοκχόλμη, όσοι ζουν σε πιο φτωχές περιοχές, έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από τον ιό, σε σχέση με τους κατοίκους των πλούσιων περιοχών. Οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών χτυπήθηκαν πολύ πιο έντονα, καθώς και μετανάστες από χώρες προέλευσης όπως η Σομαλία, η Συρία και το Ιράκ.
Το μεγαλύτερο χτύπημα, ωστόσο, το υπέστησαν οι πιο ηλικιωμένοι Σουηδοί. Σε μια χώρα 10 εκατ. κατοίκων, πάνω από 5000 άνθρωποι από 70 χρονών και πάνω πέθαναν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Πρόκειται για μια εθνική τραγωδία που συνοδεύτηκε από ιστορίες τρόμου για κύμα θανάτων στα γηροκομεία και για ηλικιωμένους ασθενείς που δέχθηκαν, αντί για οξυγόνο, θανάσιμες δόσεις μορφίνης και βενζοδιαζεπίνης. Μια πραγματικότητα που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τους υπόλοιπους γείτονες της Σουηδίας στη Σκανδιναβία, όπου, αθροιστικά, μόνον 1.200 άνθρωποι αντίστοιχης ηλικίας πέθαναν από τον κορωνοϊό, σε συνολικό πληθυσμό 17 εκ.


Ταχεία εξάπλωση

Άλλες κυβερνήσεις θα είχαν κινητοποιηθεί απ’ όλα αυτά τα στοιχεία προκειμένου να αλλάξουν την προσέγγισή τους. Αλλά η αριστερόστροφη κυβέρνηση της Σουηδίας βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθύτερα σε αυτήν, ακόμα και όταν ο συνολικός αριθμός θυμάτων της χώρας ξεπερνούσε τις 6.000. Ο πρωθυπουργός Στέφαν Λόφβεν σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Αφτονμπλάντετ, ήταν ξεκάθαρος: «Η στρατηγική μας υπήρξε ορθή».

Αρνούμενοι να αναθεωρήσουν τη σουηδική στρατηγική, η κυβέρνηση και οι υγειονομικές αρχές άρχισαν να αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους για την αποτυχία τους. Αρχικώς έριξαν τις ευθύνες στα γηροκομεία, αποκρύπτοντας την υπευθυνότητα που έχουν οι κεντρικοί κρατικοί φορείς στην καταστροφή που χτύπησε τα κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων. Μεταξύ άλλων, το υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων καθυστέρησε να εκδώσει σαφείς οδηγίες για τα κέντρα αυτά, ενώ η υπουργός Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων Λένα Χάλενγκρεν τα εξαίρεσε από μια προληπτική άσκηση για την διαχείριση της υγειονομικής κρίσης στις αρχές του Μάρτη! Επίσης, οι υγειονομικές αρχές υποτίμησαν συστηματικά τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη μη χρήση ατομικών μέσων προστασίας στα γηροκομεία, ισχυριζόμενοι ότι ο κορωνοϊός δεν μεταδίδεται από ασυμπτωματικούς φορείς ή από εκείνους που ακόμα δεν έχουν εκδηλώσει συμπτώματα.
Μια στρατηγική υπέρ των ευκατάστατων
Η στοχοποίηση των κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων ήταν μια από τις δικαιολογίες που επιστράτευσαν οι σουηδικές αρχές για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους. Μια άλλη δικαιολογία είναι ότι η Σουηδία, σε αντίθεση, υποτίθεται, με άλλες χώρες, υιοθέτησε μια ολιστική προσέγγιση με σκοπό να προστατέψει τη γενική υγεία του πληθυσμού, αντί να εστιάσει αυστηρά στους θανάτους από τον κορωνοϊό.
Τελικώς, από τις αρχές Μαρτίου, 5.700 Σουηδοί έχουν χάσει τη ζωή τους, δεκάδες χιλιάδες έχουν χάσει τους αγαπημένους τους, οι υγειονομικοί εργαζόμενοι έχουν υποστεί τεράστια σωματική και ψυχολογική πίεση στη δουλειά τους, ένας απροσδιόριστος αριθμός ασθενών έχει αποκτήσει από τον κορωνοϊό χρόνια προβλήματα, οι άνθρωποι άνω των 70 και οι υπόλοιπες ευάλωτες ομάδες έμειναν σε απομόνωση επί μήνες, και επίσης, ένα μεγάλο ποσοστό άλλων θεραπειών έμειναν πίσω προκειμένου να απελευθερωθούν οι υγειονομικές δομές για την αντιμετώπιση της πανδημίας.
Οπότε, η δημόσια υγεία της Σουηδίας δέχθηκε ένα καίριο πλήγμα, η οικονομία της υποχώρησε σχεδόν όσο και των γειτόνων της, το διεθνές της κύρος καταβαραθρώθηκε, ενώ από την άλλη συνεχίζει να παρουσιάζει υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.
Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι μια στρατηγική που περιγράφηκε ως «φιλελεύθερη» και «υπέρ της μεσαίας τάξης», υποστηρίζεται την ίδια στιγμή από την αμερικάνικη ακροδεξιά και τον πρόεδρο της Βραζιλίας, Χαΐρ Μπολσονάρου. […]


Τι έχει αφήσει πίσω της η πανδημία;
Έπειτα από την ηθική χρεοκοπία και την ανικανότητα που χαρακτήρισε τη σουηδική προσέγγιση, κάποιος θα μπορούσε να απευθύνει το εξής ερώτημα στους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πρασίνους που διαχειρίστηκαν, από την κυβέρνηση, την κρίση του κορωνοϊού: Μήπως όλη αυτή η συζήτηση περί αλληλεγγύης και ισότητας, που σας χαρακτηρίζει, θα ακούγεται σαν κούφια λόγια από εδώ και πέρα, έπειτα από την αδιανόητη επιλογή σας να αφήσετε στην τύχη τις ζωές των πολιτών σας;

Πηγή: Ιστοσελίδα opendemocracy.net, 10/08/2020 Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek